Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Το Φωτοστέφανο των Αγίων

 Τί συμβολίζει το «Φωτοστέφανο» στις αγιογραφίες;



Το φως στην διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεώς μας κατέχει πρωτεύουσα θέση. Όχι βέβαια το φως το αισθητό, το κτιστό με όλα του τα γνωρίσματα τα φθαρτά και πεπερασμένα, αλλά το άκτιστό, και αΐδιο το Φώς το εκ Φωτός, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως.

Ο Χριστός δηλαδή, που γνωρίζει τον εαυτό Του στους πιστούς ως φώς. Σ’ εκείνους που δια της βιοτής τους αξιώθηκαν αυτής της θεοποιού θεωρίας του ακτίστου Φωτός.

Όλες οι εκκλησιαστικές τέχνες τονίζουν αυτή την αποκαλυπτική αλήθεια, ότι ο Θεός είναι φώς, και ως φως γνωρίζει τον εαυτό του στους θεουμένους.Αυτό το φως στην ζωγραφική των εικόνων εκφράζεται ως φωτεινό στεφάνι γύρω από τις ιερές κεφαλές των εικονιζομένων προσώπων.

Δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός μετείχε από αυτή την ζωή της καθαρτικής, φωτιστικής, καί, θεοποιού ενεργείας του Τριαδικού Θεού. Ο φωτοστέφανος, έχει καταγωγή ειδωλολατρική, και κληροδοτήθηκε αργότερα στην χριστιανική τέχνη.

Τον συναντάμε στην Αίγυπτο, ως σύμβολο του ηλίου· κατόπιν και στον Βουδισμό, και από εκεί στην Ρώμη. Για παράδειγμα, φωτοστέφανος περιβάλλει την κεφαλή του αυτοκράτορος Τραϊανού στην αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου. Αλλά και αργότερα, κυρίως απο τον ιβ’ αιώνα σε πολλά αραβικά χειρόγραφα.

Ενώ σε πολλές εικόνες της δύσης ο φωτοστέφανος είναι απαραίτητος να δηλώση την αγιότητα του εικονιζομένου προσώπου λόγω της κοσμικότητας που τα διακρίνει, στην ορθόδοξη ζωγραφική των εικόνων μπορούμε και από την όλη στάση του εικονιζομένου να καταλάβουμε την ιερότητά τους.

Παρατηρούμε μάλιστα ότι σε πολλές εικόνες των παλαιοτέρων χριστιανικών παραστάσεων, όπως π.χ. στις τοιχογραφίες των κατακομβών, σε εικόνες του Χριστού και της Παναγίας ο φωτοστέφανος απουσιάζει εντελώς, καθώς επίσης και σε σαρκοφάγους του ιδ’ αιώνος και σε ορισμένα ψηφιδωτά, όπως π.χ. στα ψηφιδωτά του τρούλου του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης.

Όταν οι χριστιανοί άρχισαν να χρησιμοποιούν τον φωτοστέφανο τον έβαζαν, όπως φαίνεται, όχι μόνο ως διακριτικό των ιερών μορφών, αλλά και των σημαινόντων προσώπων, όπως π.χ. στην Santa Maria Maggiore, φωτοστέφανο έχει και ο Ηρώδης, και όπως στον άγιο Βιτάλιο, οι Ιουστινιανός και Θεοδώρα.

Γενικότερα στο Βυζάντιο, φωτοστέφανο έχουν τα μέλη της βασιλικής αυλής.Για την ορθόδοξη εικονογραφία ο φωτοστέφανος καθιερώθηκε ως σύμβολο της μεθέξεως του εικονιζομένου προσώπου με τον Θεό, την πηγή του φωτός.

Ο φωτοστέφανος τοποθετείται μόνο στο κεφάλι του αγίου και όχι σε όλο του το σώμα, διότι ο εγκέφαλος είναι το πολυτιμότερο όργανο στον άνθρωπο· σ’ αυτόν οδηγούν και από αυτόν πηγάζουν όλες οι αισθήσεις· εκεί είναι το κέντρο της σκέψεως και της διανοίας.

Τα πρόσωπα της εικόνας που διαπερνώνται από τούτο το άκτιστο φως μετέχουν μυστικά στην ζωή του Θεού, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης “διά τούτο τω φωτί, προσεγγίσασα η ψυχή φως γίνεται”.

Στην Δύση ο πνευματικός χαρακτήρας του συμβόλου αυτού παρανοήθηκε εντελώς. Έλαβε την μορφή ελλειψοειδούς, κυκλικού στεφανιού, που σχεδιάζεται πάνω και πέρα από το κεφάλι των αγίων.

Εικονίζεται ως ακτινοβολία που πηγάζει μέσα από την μορφή του εικονιζομένου αγίου· “Ψυχή η καταλαμφθείσα τελείως υπό του αρρήτου κάλλους της δόξης του φωτός του προσώπου του Χριστού, και κοινωνήσασα πνεύματι αγίω τελείως… όλη οφθαλμός, και όλη φώς, και όλη πρόσωπον”, κατά τον άγιο Μακάριο τον μέγα.

Το χρώμα που χρησιμοποιείται συνήθως για τον φωτοστέφανο είναι χρυσό ή κίτρινο. Ο χρυσός κυρίως, αντιθέτως από τα άλλα χρώματα, δεν ζη από το φως διότι είναι φώς.

Άλλωστε η παχύτητα της ύλης υπονοεί την απουσία φωτός, ενώ και η έντονη φωτεινότητα ελαφρώνει το βάρος και προκαλεί διαφάνεια. Ο φωτοστέφανος μπορεί να κοσμείται με διάφορα σχήματα ή λουλούδια κ.λ.π., ενώ αυτόν του Χριστού τον συναντάμε σταυροφόρο, έχοντα μέσα του τα γράμματα Α-Ω ή αργότερα Ο-ΩΝ.

Μπορούμε δε να τον συναντήσουμε και σε άλλους τύπους όπως, τετράγωνο ή τρίγωνο. Ο τετράγωνος έμπαινε συνήθως σε ιερά πρόσωπα που ήταν εν ζωή, για κάποιο ιερό έργο που επιτελούσαν. Τέτοιους φωτοστεφάνους συναντούμε στις κεφαλές των δύο κτητόρων που εικονίζονται εκατέρωθεν του αγ. Δημητρίου στον νότιο πεσσό του Ι. Βήματος του ομωνύμου ναού.

Αλλά, και από τον ΙΓ’ αιώνα εμφανίζεται στην Δύση σχεδιαζόμενος, κυρίως στην παράσταση της Αγίας Τριάδος ή να περικλείη τον “Παντεπόπτην Θείον Οφθαλμόν”

Ο φωτοστέφανος, λοιπόν, είναι εκείνο το σύμβολο που από την πρώτη του εμφάνιση δήλωνε κάτι ξεχωριστό και χρησιμοποιήθηκε από τους αγιογράφους για να δηλώση την θέωση και τον αγιασμό του εικονιζομένου προσώπου.

Σ’ αυτόν τον εκφαντορικό γνόφο, (κατά τον Αρεοπαγίτη άγιο Διονύσιο) ας αποβλέπουμε όλοι μας μετέχοντας στην καθαρτική, φωτιστική, θεοποιό ενέργεια της Παναγίας Τριάδος.

Ο φωτοστέφανος των αγίων φως και ζωή του Ιεροδιακόνου Σιλουανού Πεπονάκη
Από το περιοδικό : εκκλησιαστική παρέμβαση , Νοέμβριος 2000.

Πηγή: Ιερός Ναός Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: https://oikohouse.wordpress.com

Ο Μέγας Φώτιος (6 Φεβρουαρίου)

Μια μεγάλη πνευματική μορφή

της Εκκλησίας μας

Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Στις 6 Φεβρουαρίου εορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη του Μεγάλου Φωτίου. Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα, ο οποίος έχει λάβει δικαίως τον σπάνιο τίτλο του μεγάλου. Επίσης δεν θεωρείται μεγάλος μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από την ιστορία, διότι συγκαταλέγεται στους ξεχωριστούς πνευματικούς φάρους της ανθρωπότητας.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 810 μ. Χ. από πλούσιους και ευσεβείς γονείς, τον Σέργιο και την Ειρήνη, οι οποίοι ανήκαν στις τάξεις των ορθοδόξων υπερασπιστών των Αγίων Εικόνων. Έλαβε σπουδαία κλασική και θεολογική μόρφωση στα ονομαστά πανεπιστήμια της Βασιλεύουσας. Μάλιστα μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων από την αγία Θεοδώρα την Αυγούστα και τον υιό της Μιχαήλ Γ΄ (842-867), το 842 ο Φώτιος ανήλθε με την αξία του σε υψηλά πολιτικά αξιώματα. Το 858 μετά την απομάκρυνση του πατριάρχη Ιγνατίου από τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο αυτοκράτορας πρότεινε να ανέβει ο Φώτιος, ο οποίος είχε αναδειχθεί ως ενάρετος και συνετός άνδρας. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε να εισέρθει στον ιερό κλήρο. Σε μια εβδομάδα έλαβε και τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Η χειροτονία του ως επίσκοπος και η ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο έγινε τα Χριστούγεννα του 858.

 

Ο Φώτιος από τις πρώτες κιόλας μέρες άρχισε την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και το κλείσιμο των πληγών της που είχε ανοίξει η εκατονταετής εικονομαχική έριδα (726-842). Καλώντας άξιους συνεργάτες αγωνίστηκε για την πνευματική ανόρθωση των πιστών και την ιεραποστολική αποστολή της Εκκλησίας, η οποία είχε αναστείλει η λαίλαπα της εικονομαχίας.  Άρχισε από τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων, τους οποίους μετέβαλε ταυτόχρονα και σε φίλους του βυζαντινού κράτους. Ανέθεσε στους δύο σπουδαίους θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο να μεταβούν στην Ευρώπη και να εκχριστιανίσουν τους λαούς της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Αυτό σημαίνει πως πραγματικός φωτιστής της Ευρώπης είναι ο Μέγας Φώτιος!

Στον μορφωτικό και παιδευτικό τομέα υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του ότι η παιδεία και η μόρφωση είναι απαραίτητα στοιχεία του ανθρώπου για να μεταστοιχειωθεί σε πνευματική οντότητα. Μάλιστα θεωρούσε ότι η χριστιανική πίστη και ευσέβεια θα πρέπει να επικουρούνται από τη μόρφωση και τη γνώση ώστε να ο χριστιανός να μην υστερεί έναντι του μη χριστιανού. Η χριστιανική πίστη συνδυασμένη με την «θύραθεν» παιδεία δημιουργεί άρτιες προσωπικότητας και υψηλά πολιτισμικά ιδεώδη. Γι’ αυτό και ίδρυε παντού σχολεία, στα οποία διδάσκονταν όλες οι γνώσεις και οι επιστήμες. Το πιο ονομαστό σχολείο που ίδρυσε είναι το περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλήθηκαν να διδάξουν οι πιο ονομαστοί δάσκαλοι της οικουμένης. Ο Φώτιος ήταν ένας από αυτούς ο οποίος δίδασκε φιλοσοφία σε αυτό για πολλά χρόνια, παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα.

Ο Φώτιος έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα κλασικά γράμματα και εκτίμηση για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς και γι’ αυτό είχε βάλλει ως στόχο να διασώσει την αρχαιοελληνική πνευματική κληρονομία, την οποία θεωρούσε και δική του κληρονομιά. Ανέθεσε σε μοναχούς καλλιγράφους να αντιγράφουν και να διαδίδουν τα αρχαία συγγράμματα και να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες. Ο ίδιος ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διασώσει σε επιτομή τα σπουδαιότερα έργα των αρχαίων στο περίφημο και μοναδικό στην ιστορία, έργο του: «Μυριόβιβλος». Στο έργο αυτό έχουν διασωθεί τα πιο σπάνια έργα των αρχαίων. Μάλιστα βεβαιώνουν οι ειδικοί πως αν ο Φώτιος δεν μας άφηνε την «Μυριόβιβλό» του η γνώσεις μας για τους αρχαίους συγγραφείς θα ήταν φτωχή. Δε θα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη κλασικών έργων, ούτε καν τους συγγραφείς τους χωρίς αυτή!

 

Όμως οι μεγάλοι άνδρες αντιμετωπίζουν και μεγάλες προκλήσεις και έχθρες. Έτσι και ο Φώτιος πέρασε μια ταραγμένη ζωή. Οι «ιγνατιανοί» κατέφυγαν στον πάπα της Ρώμης Νικόλαο για να καταγγείλουν τον Φώτιο για αντικανονικές ενέργειες. Ο πάπας (ο οποίος ήταν ακόμη ορθόδοξος) βρήκε αφορμή για να επέμβει στα πράγματα της Ανατολής απαίτησε να του αποδοθούν κτήσεις που του είχαν αφαιρεθεί. Ζήτησε να καθιερωθεί υποχρεωτικά η λατινική γλώσσα στη λατρεία των εκκλησιών που ίδρυσαν οι βυζαντινοί ιεραπόστολοι στην Ευρώπη και φυσικά απαίτησε την αποκατάσταση του Ιγνατίου. Ο Φώτιος κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν προσχήματα και γι’ αυτό προχώρησε στην καταδίκη της αιρέσεως του filioque (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού) και κατάγγειλε τις αντιεκκλησιαστικές ενέργειες του πάπα. Τελικά ο πάπας αφόρισε τον Φώτιο το 863 και ο Φώτιος αναγκάστηκε να κάμει το ίδιο, συγκάλεσε σύνοδο το 867, με την οποία αναθεμάτισε και καθαίρεσε τον πάπα Νικόλαο. Αυτό είναι το πρώτο λεγόμενο «σχίσμα επί Φωτίου».

Το 867 από το νέο αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ απομακρύνθηκε από το θρόνο και εξορίστηκε. Επανήλθε το 879 στο θρόνο για να απομακρυνθεί και πάλι το 886. Κοιμήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 893, αφού είχε συμφιλιωθεί με τον Ιγνάτιο και είχε αποκατασταθεί το σχίσμα με την Εκκλησία της Ρώμης. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και μέγα για το μεγάλο έργο του. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον θεωρεί προστάτη της και εορτάζει με λαμπρότητα την ημέρα της μνήμης του.

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Μέγας Φώτιος και το έργο του είναι εξαιρετικά επίκαιρο για την εποχή μας. Ο σύγχρονος οικουμενιστικός οίστρος τείνει να ισοπεδώσει την ορθόδοξη παράδοσή μας και να νοθεύσει την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Ο οικουμενισμός κατόρθωσε να περάσει την αιρετική εκκλησιολογική κακοδοξία ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας δεν είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά μέρος της, αφού, κατ’ αυτόν, «εκκλησία» είναι και η πανσπερμία των αιρετικών ομάδων, από τον παπισμό, έως και τις εσχατιές του προτεσταντισμού! Μελετώντας το έργο του Μεγάλου Φωτίου, δεν αφήνονται τέτοια περιθώρια από τον θεοφόρο άνδρα! Η Εκκλησία, κατ’ εκείνον, είναι μία και αδιαίρετη, όπως το Σώμα του Χριστού. Οι σχισματικοί και οι αιρετικοί είναι εκτός της Μιας Εκκλησίας. Ο σύγχρονος όρος «Εκκλησίες» και «ένωση Εκκλησιών» είναι ορολογία άγνωστη στον άγιο Φώτιο, αλλά κυριαρχεί ο όρος «επιστροφή στην Εκκλησία». Ιδιαιτέρως ο Μ. Φώτιος, εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, κατανόησε την αποστασία της δυτικής χριστιανοσύνης και προείδε τα σπέρματα της παπικής κατάπτωσης. Και γι’ αυτό αγωνίστηκε σφοδρά για τη διάσωση της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας και ο αγώνας του είναι αποτυπωμένος στο έργο και τις αποφάσεις της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (879-880). Ο αγώνας του και η ιστορία τον δικαίωσε. Οι φόβοι του δυστυχώς επαληθεύτηκαν, αφού η δυτική χριστιανοσύνη οδηγήθηκε τελικά εκτός της Εκκλησίας και παραμένει εκτός ως τα σήμερα. Τρανή απόδειξη το μίσος των δυτικών κατά του Μεγάλου Φωτίου, τον οποίο, όχι μόνο δεν τον τιμούν ως άγιο, αλλά του προσάπτουν απίστευτες συκοφαντίες εδώ και δέκα αιώνες! Για μας τους Ορθοδόξους είναι (θα πρέπει να είναι) ο Μέγας Φώτιος, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες της εποχής του και μετέπειτα (Γρηγόριο Παλαμά, Μάρκο Ευγενικό, Γεώργιο Σχολάριο, Κοσμά Αιτωλό, Ιουστίνο Πόποβιτς, κλπ), τα φωτεινά ορόσημα της Ορθόδοξης πίστης μας και της εκκλησιαστικής μας αυτοσυνειδησίας!

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2021/02/m-fotios-mia-megali-pnevmatiki-morfi-tis-ekklisias-mas/