Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Χερουβικόν, ήχος πλ' Β

 Χερουβικόν ήχος πλ. β΄.
Γρηγορίου Πρωτοψάλτου,
ως εψάλλει εν τη ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους, την Ζ' Κυριακή από του Πάσχα 2018 "Των αγίων 318 θεφόρων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου(325 μ.Χ)", υπό του βυζαντινού χορού "Τροχός".

Ἑωθινὸν Α'

 Δοξαστικὸν, Ἑωθινὸν Α' Ἦχος α' 
& Θεοτοκίον, Ἦχος β'
 Εορτασμοί στην Ιερά Μονή Αντίμ (Αγίου Ανθίμου)
Στο Βουκουρεστι στην Ρουμανια
Κυριακή Αγίων Πάντων 26 Ιουνίου 2016
Δοξαστικὸν, Ἑωθινὸν Α' Ἦχος α'
Εἰς τὸ ὄρος τοῖς Μαθηταῖς ἐπειγομένοις, διὰ τὴν χαμόθεν ἔπαρσιν, ἐπέστη ὁ Κύριος, καὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν καὶ τὴν δοθεῖσαν ἐξουσίαν, πανταχοῦ διδαχθέντες, εἰς τὴν ὑπ' οὐρανὸν ἐξαπεστέλλοντο, κηρῦξαι τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν , καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀποκατάστασιν· οἷς καὶ συνδιαιωνίζειν, ὁ ἀψευδὴς ἐπηγγείλατο, Χριστὸς ὁ Θεός, καὶ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Θεοτοκίον, Ἦχος β'
Ὑπερευλογημένη ὑπάρχεις, Θεοτόκε Παρθένε· διὰ γὰρ τοῦ ἐκ σοῦ σαρκωθέντος, ὁ ᾍδης ᾐχμαλώτισται, ὁ Ἀδὰμ ἀνακέκληται, ἡ κατάρα νενέκρωται, ἡ Εὔα ἠλευθέρωται, ὁ θάνατος τεθανάτωται, καὶ ἡμεῖς ἐζωοποιήθημεν· διὸ ἀνυμνοῦντες βοῶμεν· Εὐλογητὸς Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ οὕτως εὐδοκήσας, δόξα σοι.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Ο Παπα Φώτης ο Λαυριώτης

 Αφιέρωμα στον Παπα Φώτη Λαυριώτη, 
τον δια Χριστόν σαλό της Λέσβου
Εσπερίδα αφιερωμένη στη μεγάλη και αγία προσωπικότητα του παπά Φώτη Λαυριώτη, που έμεινε γνωστός ως ο δια Χριστόν σαλός της Λέσβου, πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 23 Οκτωβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του τρίμηνου προγράμματος καθημερινών εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων “ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει...” και είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν πλήθος πιστών που κατέκλυσε την αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου.

Η Μητρική Γλώσσα!!!


Ο ρόλος τού Σχολείου, των δασκάλων και των γονέων στην κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας


Η Σχολή Γονέων – Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κατερίνης  ξεκίνησε το πρόγραμμά της για το 2018-2019 τη Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018 με τον καθηγητή Γλωσσολογίας και πρώην Πρύτανη τού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιο Μπαμπινιώτη.

Το θέμα τής ομιλίας  του ήταν: «Ο ρόλος τού σχολείου, των δασκάλων και των γονέων στην κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας».
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με τη συνδιοργάνωση  τής  Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πιερίας.
Ο κ. Μπαμπινιώτης αναφέρθηκε στον πιο δημοκρατικό θεσμό, κατά τον Κοραή, την γλώσσα μας που αποτελεί κοινό κτήμα και περιουσία μας.
Μαθαίνουμε τις λέξεις όχι για τις λέξεις αλλά για τις έννοιες, για επικοινωνία με νοήματα με τα οποία λειτουργεί η σκέψη.
Η γραμματική και το συντακτικό αποτελούν το μηχανισμό τής λειτουργίας τής γλώσσας.
Η τριαδικότητα τής ανθρώπινης ύπαρξης αποτελείται από τον κόσμο που περιλαμβάνει τα όντα και την ύπαρξη, τον νου με τις έννοιες και τη νόηση και τη γλώσσα με τις σημασίες (λέξεις) και τη σήμανση.
Η μητρική γλώσσα κατακτάται, η ξένη γλώσσα μαθαίνεται.
Ο δάσκαλος θα μιλήσει και θα βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν τη σύνδεση γλώσσας, νου και σκέψης. Η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας επιτυγχάνεται σταδιακά.
Το παιδί έως 2 χρόνων βρίσκεται στο προγλωσσικό στάδιο και η γνώση τής γλώσσας είναι αισθησιοκινητική.
Από τα 2 έως τα 5 χρόνια περνά στο στο πρώιμο γλωσσικό στάδιο με τη γλώσσα τού συγκεκριμένου.
Από τα 6 έως τα 12 χρόνια, στο Δημοτικό Σχολείο, το παιδί βρίσκεται στο κυρίως γλωσσικό στάδιο και κατακτά τη λογική γνώση (γλώσσα ημι-αφηρημένη) με γνώσεις γραμματικής και συντακτικού σε επίπεδο πρότασης.
Από 12 έως 18 χρόνων ο έφηβος βρίσκεται στο μεταγλωσσικό στάδιο, η γνώση είναι σε επίπεδο αφαιρετικό, μεταγραμματικό με τον εμπλουτισμό κειμένων.
Η γλωσσικά κρίσιμη ηλικία θεωρείται από τα 2 έως τα 12 χρόνια.
Κατά τον Chomsky ο άνθρωπος γεννιέται με το προνόμιο του νου και των γλωσσικών καταβολών.
Η γλώσσα βελτιώνεται με τις δεξιότητες τής ανάγνωσης και γραφής.
Η νοηματική μεγαλόφωνη ανάγνωση αποδίδει σωστά το νόημα, βοηθά στην ορθοφωνία, στη σωστή άρθρωση και την άψογη σύνδεση των νοημάτων.
Η χειρόγραφη γραφή βοηθά στον σωστό σχεδιασμό γραμμάτων και στην καλλιγραφία.
Η ορθογραφία δίνει πληροφορίες για τη σημασία, την οικογένεια των λέξεων και τη μορφή της.
Ο εμπλουτισμός τής γλώσσας επιτυγχάνεται με τη διαχρονία της, δηλαδή με επαφή και ανάγνωση κειμένων στην αρχαία και λόγια μορφή τους, τα παλιότερα Ελληνικά κατά τον Σεφέρη.
Το χαρακτηριστικό τής γλώσσας μας είναι η συνέχεια της, διότι ομιλείται συνεχώς για χιλιάδες χρόνια. Γι ‘ αυτό έχουμε υποχρέωση να τη διαφυλάξουμε.
Είναι γλώσσα όλων των επιστημών, διαχρονική και αποτελεί αξία και πολιτιστική ταυτότητα τού έθνους μας, και όχι μόνον χρηστικό εργαλείο.
Αν την αλλοτριώσουμε, χάνουμε τον πολιτισμό μας.
Πολύτιμοι αρωγοί για την μάθηση και κατάκτησή της είναι η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι, η επαφή με καλλιεργημένη γλώσσα, η εκφορά τού λόγου στο καλό θέατρο, τα λεξικά και η φιλαναγνωσία.
Η κατάρτιση επιτυγχάνεται πρώτα στην οικογένεια και μετά στο σχολείο που βοηθούν το παιδί πρώτα να μιλά καλά και μετά να γράφει.
Πρώτα η κατάκτηση τής μητρικής γλώσσας και μετά με μέτρο οι ξένες γλώσσες και η χρήση τού διαδικτύου.
Με αυτές τις προϋποθέσεις το παιδί θα απολαμβάνει τη γλώσσα, γιατί είναι έργο ζωής.
Το πολυπληθές ακροατήριο με τις αρχές τού τόπου παρακολούθησε με ενδιαφέρον το «σαγηνευτικό» μάθημα γλώσσας τού καθηγητή.
Μετά τις ερωτήσεις των ακροατών και τις ικανοποιητικές απαντήσεις τού κ. Μπαμπινιώτη η πρώτη αυτή εκδήλωση έκλεισε μελωδικά με τη χορωδία των εκπαιδευτικών τής  Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υπό τη διεύθυνση τού κ. Καραμούζα.

Πηγή: babiniotis.gr

Ανδρέας Κάλβος


Λύρα καί Ψαλμός στόν Κάλβο

Δημήτρης Γ. Ιωάννου             
Ο Κάλβος, αυτός ο μέγας ποιητής της νεώτερης Ελλάδας, τραβάει τον δρόμο του έχοντας αποθηκεύσει στο νου και στην καρδιά του οτιδήποτε καλύτερο έχει να του προσφέρει η ελληνική παράδοση. Στα «Ηφαίστεια», περιγράφει τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά σαν μακάριους τόπους, σχεδόν έξω από το χρόνο, που απολαμβάνουν την πνευματική γλυκύτητα. Τα ονομάζει «μοσχοβολοῦντα», μια λέξη που σίγουρα παραπέμπει στην πνευματική ευωδιά που μυστικά τα τυλίγει. Δέχονται από κάπου αλλού την πεντοβολιά αυτή, για να την αναδώσουν και αυτά με την σειρά τους μετά, όπως το φεγγάρι αντανακλά το φως του ήλιου. Είναι ευτυχισμένα, «μακάρια», όπως λέγει, γιατί ζουν έξω και πέρα από την ύλη. Μια βαθιά ησυχία, η «εἰρήνη», κυριαρχεί παντού - το λεξιλόγιο του Κάλβου είναι συχνά βιβλικό, παρμένο από τους Ψαλμούς, τους οποίους άλλωστε και έχει μεταφράσει.
Η μανία του κατακτητή έχει καταστρέψει τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Ωστόσο, «στά πλούσια περιβόλια» τους ανθίζουν πάντα «βασιλικός και κρίνοι», φυτά που παραπέμπουν στην θρησκευτική διάσταση της ζωής των κατοίκων, καθώς και στην αγνότητα. Η αρετή κυριαρχεί παρά τις αδυναμίες των ανθρώπων. Άνθρωποι που έφτιαξαν τόσο όμορφα σπίτια και εκκλησιές, δεν μπορεί παρά να είναι αγνοί στη ψυχή- ο αγνός είναι αυτός που μπορεί και να αμαρτάνει, αλλά έχει συναίσθηση του γεγονότος ότι σφάλλει. Δεν είναι οι νησιώτες ηθικά διαβρωμένοι, παρά τα λάθη τους.
Μια περίεργη σιωπή φαίνεται να κυριαρχεί όμως σε αυτά τα παντέρημα, τα ρημαγμένα νησιά, που τώρα «σιωπῶσι». Η σιγή είναι συνηθισμένο θέμα στη Βίβλο, πριν από τα μεγάλα γεγονότα. «Καὶ ἐγένετο σιγὴ ὡς ἡμιώριον», διαβάζουμε κάπου στην Αποκάλυψη. Είναι η σιγή της προετοιμασίας του κόσμου για το αποκαλυπτικό ξέσπασμα που θα ακολουθήσει. Μόνο μια αλλόκοτη φωνή ακούγεται στα μέρη αυτά, το γάβγισμα ενός σκύλου («σκύλοι ἀδέσποτοι βαϋίζουν»). Σκύλοι αδέσποτοι, περιφερόμενοι εδώ και εκεί, τήδε κακείσε, φύλακες που δεν φυλάν πια τίποτε, ουρλιάζουν μόνο στους μαυρισμένους τόπους, περιμένοντας εκδίκηση. Και όλα τα κάνει πιο σαγηνευτικά και μυστήρια εκείνο το μεταφυσικό αγέρι, «τὸ πνεῦμα τῶν ἀνέμων», που «κάθεται μόνον» πάνω στην ράχη των αλόγων. Και άλογα επίσης περιφέρονται αδέσποτα εκεί. Ο μοναδικός αναβάτης τους, ο άνεμος, πνέει διαπερνώντας ως το βαθύ μεδούλι τα πάντα. Είναι μια ζωογόνος πνοή, μια δυνατή αύρα που εξακολουθεί να φυσά στα χαλάσματα, ένα πνεύμα που τίποτε δεν το σταματά, μέσα στο οποίο και τρέχουν τα άτια («Ἐλεύθερα, ἀχαλίνωτα τ᾿ ἄλογα»). Περήφανα ζώα οι ίπποι, η ζωή στην εκρηκτική της ώρα, ατίθαση και αδάμαστη, καλπάζει, έχοντας για μοναδικό ηνίοχο το αγέρι… Και μοναδικές σαϊτιές που διακρίνονται εδώ πέρα δεν είναι παρά «οἱ γλάροι καὶ τὰ γεράκια»,  που με κραυγές πολλές «ἀπὸ τὰ οὐράνια σύγνεφα ἀφόβως καταβαίνουν». Με δύναμη αυτά τα πετεινά - βέλη, εξακοντίζονται σαν αναρριπές του ουρανού, σαν περίεργες σπιλιάδες, φτάνοντας ορμητικά χάμω στη γη, πέφτοντας στη θάλασσα μάλλον, για να αρπάξουν το θήραμά τους.                                                                                   
                                                             ***********
Γρήγορα ωστόσο ο Κάλβος θα περιπέσει σε έκσταση, θα αρχίσει να προσεύχεται θερμά. Αφού πρώτα φροντίσει με μια μεταφορική έκφραση («τὸ μάτι τῶν ουρανίων») να μας βάλει σε ένα κλίμα μεγαλοπρέπειας και μεγαλειότητας, απευθύνεται αμέσως στον Πατέρα του, τον Κύριό του: «Δημιουργέ του κόσμου». Το παράπονο, η κραυγή διαμαρτυρίας τον έχει συνεπάρει. Έχει δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί στον Θεό, μαζί με τον Ψαλμωδό, που λέγει και αυτός φράσεις όπως, «Κύριε, πότε  ἐπόψῃ; ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου» (Ψαλμ. λδ, 17) και επίσης «ἱνατί, Κύριε, ἀπώσω με;» (Ψαλμ. μβ, 2). Έχει το δικαίωμα να παραπονιέται, «γιατί αγάπησε πολύ» τους δυστυχισμένους. Οι αληθινά ενάρετοι και ταπεινοί άνθρωποι - και μόνον αυτοί- όπως γράφει κάπου ο π. Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας, διερμηνεύοντας σχετικά μια μακρά νηπτική παράδοση, «έχουν απαιτήσεις από τον Θεό». «Πρέπει κάποτε να φθάσουμε στο σημείο να έχουμε απαιτήσεις από τον Θεό», λέγει ο σύγχρονος αυτός Ησυχαστής. Ο Κάλβος λοιπόν φθάνει σε τούτη τη δυνατή κραυγή: «πατέρα τῶν ἀθλίων/ θνητῶν, ἂν σὺ τοῦ γένους μας/ ὅλου ζητῇς τὸν θάνατον,/ … Τὰ γόνατά μου ἐμπρός σου,/ νά, πέφτουν».
Ο ποιητής εδώ δεν μιλά μεταφορικά. Έχει βαθιά επίγνωση, προφανώς από τους Ψαλμούς και πάλι, του τι βαθύτερα σημαίνουν «τα κρίματα τοῦ Θεοῦ». Εξαρτιόμαστε από τον Θεό, τις μυστήριες βουλές Του. Και ξεκινά από αυτή την αλήθεια, δίχως να την αμφισβητεί. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει, η ανεξιχνίαστη οδός του Θεού, που ο άνθρωπος δεν μπορεί να την εννοήσει. «Και νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε……» (Ψαλμ. ν, 6), λέγει ο Ψαλμωδός για όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις, όπου ο άνθρωπος νομίζει ότι μπορεί να βρει ψεγάδι στα σχέδια του Δημιουργού. Προσθέτει ακόμη ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συμπατριώτες του, είναι έτοιμοι να δεχθούν την θεία οργή, αν αυτό τους αξίζει, αν αυτό εν τέλει πρέπει: «πρόσταξε,/ κ᾿ ἐπάνω μας ἂς πέσωσιν/ ἡ φλόγες τῆς ὀργῆς σου/, ἂν σὺ τὸ θέλῃς».
Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο (μετα)νεωτερικός, δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να εννοήσει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αντίθετο με το χριστιανικό πνεύμα, αλλά συνιστά βαθιά ευλάβεια. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον», λέγει ο Ψαλμωδός. Ποιος άνθρωπος ξέρει το βάθος της αμαρτίας του, αφού μέσα σε αυτήν γεννηθήκαμε όλοι; «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου». Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να αναμετρηθεί με τον Παντοκράτορα, να βγει δίκαιος μπροστά Του. Και πρέπει ο πιστός να υπομένει τη θεία οργή, περιμένοντας όχι απλά «καλύτερες μέρες», αλλά το «έλεος». «Με απαρνήθηκε το έλεος του Θεού», λέγει ο Ιώβ, «η επίσκεψη του Κυρίου έφυγε μακριά από μένα» (στ, 14). Και όμως, ο Ιώβ, παρά τις διαμαρτυρίες, θα μείνει υπάκουος στον Θεό. Το μεγαλύτερο βάσανο είναι η σιωπή του Θεού, γι’ αυτό και ο Ιώβ εύχεται θερμά να φτάσει τέλος πάντων η φοβερή απορία του με τη μορφή της δέησης στον Θεό, καθώς τα δάκρυά του δεν στάζουν παρά μόνο «έναντι Αυτού» (ιστ, 20). Έξω από την Αλήθεια, δηλαδή τον Θεό, δεν υπάρχει και πόνος, δεν υπάρχει και τιμωρία. Και βαθιά βαθιά, δεν θέλει ο πιστός να νικήσει στον πόλεμο για «να σωθεί», αλλά για να μεγαλυνθεί ο Θεός. Οι εχθροί του Δαβίδ είναι εχθροί του Θεού, και γι’ αυτό παρακαλεί τον Θεό να τους καταστρέψει. Οι εχθροί του Κάλβου είναι και εχθροί του Θεού.
Αυτό αποδεικνύεται εύκολα. Ο ποιητής έχει επίγνωση ότι παρακαλεί τον Θεό για τους Έλληνες, γιατί είναι ο λαός του Θεού, ως χριστιανοί. Αποτελούν τον Νέο Ισραήλ. Γράφει ότι οι Αγαρηνοί, επιτιθέμενοι στους ομοφύλους του, λένε τούτα τα λόγια: «Στάζουσι τὰ μαχαίρια μας/ ἀπὸ τὸ αἷμα ἀκάθαρτον τῶν χριστιανῶν». Και λίγο παρακάτω: «Ἐλᾶτε νὰ ζεστάσωμεν/ τὰ χέρια μας ῾ς τὰ σπλάγχνα/ ὅσων θυσίας προσφέρουσιν/ εἰς τὸν σταυρὸν καὶ σέβονται/ ἁγίων εἰκόνας». Γιατί άραγε οι ταλαιπωρίες του εβραϊκού λαού έχουν τόση μεγάλη σημασία στη Παλαιά Διαθήκη; Γιατί είναι ο λαός του Θεού. Παρομοίως και εδώ. Ο Νέος Ισραήλ ταλαιπωρείται, γιατί φέρει την δόξα του Θεού, και ο κόσμος δεν αντέχει αυτή την δόξα. Ωστόσο, ο Νέος Ισραήλ την βαστάζει.                       
                                                  *************   
Ο Κάλβος λίγο μετά ξεσπά σε ιερή αγανάκτηση, σε ιερή οργή, και λέγει πολλά για τους Αγαρηνούς: «δειλὰ ἀναθρέμματα/ τῆς ποταπῆς Ἀσίας», γράφει, καθώς στο νου του η μεγαλύτερη συμφορά δεν είναι ασφαλώς ο θάνατος ούτε κάτι άλλο παρόμοιο, αλλά η δειλία. Έχει ήδη συλλάβει ο νους του το μεγάλο μυστικό, κάτι που αργότερα το ανακάλυψαν ξανά οι Ψυχαναλυτές: ο δειλός σφαγιάζει. Προπαντός, το χειρότερο από όλα, είναι να μην ακούει κανείς τι του υπαγορεύει και μάλιστα δυνατά η συνείδησή του. Κανείς δεν είναι άμοιρος συνειδήσεως, κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν ήξερε όταν διέπραττε ομαδικές σφαγές. Και ο ποιητής ειρωνεύεται τον κατακτητή με μια ειρωνεία που ισοδυναμεί με την χειρότερη κατάρα - όχι βέβαια ότι τους καταριέται ο ίδιος προσωπικά, απλώς γνωρίζει ότι τα έργα όσων σφάζουν αθώα νήπια, αρκούν για να τους βάλουν στο τρομερό κατάλογο των «κατηραμένων». «Ἔργον ἡρῴων, ἂν σφάξητε/  ἀδύνατα παιδία∙/… ἂν πνίξητε/  τὰς τρυφερὰς γυναίκας/ καὶ τὰ γερόντια».  Στην Βίβλο, σημειωτέον, υπάρχει επίσης το στοιχείο αυτό της ειρωνείας.
Η μανία για θάνατο είναι λοιπόν στους εχθρούς απύθμενη. Ο γενοκτόνος δεν χορταίνει πότε, γι’ αυτό και ο Κάλβος του προσφέρει και άλλα νησιά για να πάει να σκοτώσει. Το θεωρεί ως τη χειρότερη τιμωρία: «Ἰδοὺ κ᾿ ἄλλα νησία/ τὴν λύσσαν σας προσμένουσι …». Και κατονομάζει κάμποσους ερημωμένους ήδη τόπους και άλλους καινούργιους που προσφέρονται για ένα τέτοιο μιαρό έργο. Αλλά έρχεται επιτέλους η λύτρωση. «Ἐν τῇ δικαιοσύνη σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου και ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τους ἐχθρούς μου», λέγει ένας Ψαλμός (Ψαλμ. ρμβ, 11). Στην Βίβλο ο Κύριος είναι το απόρθητο κάστρο της ψυχής: «ῇρα τούς ὀφθαλμοὺς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου» (Ψαλμ, ρκ, 1). Καταφθάνουν τώρα λοιπόν, σαν τεράστια κάστρα, «δυὸ κατάμαυροι/ τρομεραὶ πρῶραι». Και παύει η φριχτή μουσική των Αγαρηνών, οι βέβηλοι, ανόσιοι ήχοι των μαινομένων και μεθυόντων με το αδικοχυμένο αίμα των άλλων… Παύουν τα «βλάσφημα μέτρα» των στυγερών δολοφόνων, γιατί ο Κάλβος γνωρίζει ότι η κακία εκδηλώνεται προπαντός ως ρυθμός, ως δόνηση ολόκληρης της ύπαρξης μέσα στο αβυσσαλέο μαύρο σκοτάδι, ως μηδενιστικός παλμός. Η κακία φθάνει στα αυτιά ως δαιμονικός αχός. Και μέσα στα κατάρτια και στα σχοινιά των καραβιών, στα πλεούμενα «καράβια των πολεμίων», αρχίζει αίφνης να πνέει «τὸ φύσημα/ τοῦ ἀνέμου ὁποὺ …/… βιαίως σφυρίζει.».
Είναι αυτός ο ίδιος άνεμος, αυτή η ζωογόνος αύρα, η πνοή του ανασασμού, που γίνεται για άλλους χαρά, για τους Αγαρηνούς όμως η κόλασή τους. Για όποιον έχει γερά μάτια, το φως του Ήλιου είναι η μεγαλύτερη πανδαισία. Για τον πονηρό όμως οφθαλμό, που δεν αντέχει το πολύ φως, ο Ήλιος είναι το μέγα καύμα. Και ο άνεμος τότε μορφοποιείται (γιατί τα πάντα είναι μορφή) σε «σφύριγμα», γίνεται η αρχαγγελική μάλλον εκείνη σάλπιγγα που αναγγέλλει την τιμωρία. Η θάλασσα αγριεμένη κι αυτή δεν αντέχει την αδικία, και «ὡσὰν μέγα ποτάμι », ρεύμα δηλαδή της ζωής, «κτυπώντας μυρμυρίζει γύρω εἰς τὰ σκάφη». Τι άραγε να μουρμουρίζει η θάλασσα; Ταραχή και σύγχυση. Αυτά λοιπόν δεν γεννιούνται κατευθείαν μέσα στα σωθικά των Αγαρηνών, δεν είναι προϊόν των ψυχών τους, αλλά μεταδίδονται σε αυτούς σαν ένα ανόσιο μόλυσμα, που έρχεται δυνατό απέξω, από κάπου αλλού και προσβάλλει την καρδιά τους. Άλλο να πιστεύεις ότι γεννάς τα συναισθήματα - νομίζεις τότε ότι τα ελέγχεις - και άλλο να καταλάβεις ότι αυτά έρχονται να σε συναντήσουν. Όταν ο ψυχισμός διαλύεται, όταν η συνείδηση καταλύεται και μένουν πίσω μόνο τα σπαράγματά της, τότε μπορεί κανείς να καταλάβει ότι οι τύψεις, ας πούμε, έρχονται πάντα έξωθεν να μας επισκεφθούν. Γι’ αυτό, αν και χριστιανοί, μας συγκινεί ακόμα πολύ η Τραγωδία- ο Κάλβος διατηρεί κάποιες αρχαίες εκφράσεις, μόνο γι’ αυτό τον σκοπό. Μερικοί βέβαια δεν καταλαβαίνουν, παρερμηνεύοντας τη χριστιανική ελευθερία (θεωρώντας την ως «αυτοδημιουργία» του εγώ), και προπαντός λόγω της προτεσταντικής παραφθοράς, ότι τα μεγάλα σκιρτήματα είναι βαλμένα μέσα μας από τον Θεό. Η απώθηση αυτών των σκιρτημάτων, ο πόλεμος εναντίων των ιερών κινήσεων της ψυχής, γεννά την μεγαλύτερη τιμωρία. Να γιατί ακόμη στους ποιητές μας χρησιμοποιούνται λέξεις όπως «οι Ερινύες» και άλλες παρόμοιες.
Η τιμωρία έχει αρχίσει: «Στενόν, στενὸν τὸ πέλαγος/ ὁ τρόμος κάμνει». Με άλλα λόγια, κλείνεται η ύπαρξη του αδίκου σε μια στενωπό, από όπου δεν μπορεί να διαφύγει, εγκλωβίζεται μέσα στον κολασμό. Ποια τιμωρία; Το λέγει και πάλι ο Ψαλμωδός: «γενηθήτω ἡ ὁδός αὐτῶν σκότος καί ὀλίσθημα». «Η οδός του αδίκου μακάρι να γίνει το σκοτάδι του», γιατί είναι στην ουσία από μόνη της μαύρο σκοτάδι, οπότε η ψευδαίσθηση του φωτός πρέπει να αρθεί. Και κάπου αλλού λέγει ένας στίχος, «ἔγκλεισον ρομφαίαν καί σύγκλεισον ἐξεναντίον τῶν καταδιωκόντων με» (Ψαλμ. λδ, 3), δηλαδή «βγάλε γυμνή τη ρομφαία σου και κλείσε από όλα τα σημεία το δρόμο τους». Οι εχθροί αποκλείονται στο αδιέξοδο τους. Και προσθέτει επίσης ο Δαβίδ: «ἡ θήρα, ἣν ἔκρυψεν, συλλαβέτω αὐτόν» («να πέσουν μέσα στην παγίδα που έστησαν», Ψαλμ. λδ, 6). Πιάνονται τελικά οι σφαγείς από το ίδιο τους το μαχαίρι. Η κακία τους είναι όλη δική τους. Ο Κάλβος γίνεται σκληρός, γίνεται μάλλον αληθινός: «πέφτει/ ἕνα καράβι ἐπάνω/ εἰς τ᾿ ἄλλο καὶ συντρίβονται».
Κανείς δεν σκότωσε τους διώκτες. Επειδή στένεψε το πέλαγος, άρχισαν να σκοντάφτουν μόνοι τους ο ένας πάνω στον άλλον, και παγιδευμένοι στην στενοχωρία της κακίας, αλληλοσυντρίβονταν μεταξύ τους («πνίγονται οἱ ναῦται»). Και ξαφνικά, διαβάζουμε: «Ὤ! πὼς ἀπὸ τὰ μάτια μου/ ταχέως ἐχάθη ὁ στόλος». Έγιναν όλα άφαντα, σαν μια οπτασία. Είναι τα μυστηριώδη κρίματα του Θεού. Μια γενιά ολόκληρη έρχεται ξαφνικά στο φως, για να χαθεί σε λίγο. Όπως ακριβώς ήρθε. Είναι μυστήριο. Δεν μένει σχεδόν στη γη ούτε ένα απομεινάρι! Έξω, πάντως, μετά την ιδιότυπη αυτή ναυμαχία, στη στεριά, υψώνονται πυρκαγιές νικήτριες… Ανάβει μόνη της η Δόξα του Θεού και καίει για λογαριασμό της, για χάρη του εαυτού της... Ας μην βιαστούμε να πούμε τίποτε εναντίον της, γιατί παίρνει και ο άνθρωπος κάτι από αυτήν και χαριτώνεται εξαιτίας της…  Και τότε «ἡ δυὸ κατάμαυροι/ θαυμάσιαι πρῶραι», νικήτριες, απομακρύνονται και εξαφανίζονται και αυτές «῾ς τὸ διάστημα τοῦ ἀέρος». Γίνεται για τούτες κάτι σαν μια μικρή Ανάληψη-  κάθε δίκαιος, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, «παραλαμβάνεται» στον ουρανό, ενώ ο κακός «αφίεται». Μένει πίσω στο σκοτάδι της αποκαλυπτικής καταστροφής…  
Για τα νικηφόρα πλοία πάντως διαβάζουμε ότι «διαβαίνουσαι ἐπαιάνιζον». Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτόν τον ποιητή δίχως την μουσική του… Δίχως τους παιάνες του θα είχαν μείνει όλα στο επίπεδο της «ανθρωπιστικής» συναισθηματολογίας… Είναι δύσκολο να φανταστείς την ανθρώπινη ζωή εν γένει χωρίς μουσική, που ευτυχώς, κρατά ακόμη και σήμερα πάρα πολλές αντιστάσεις στην φθορά, καθότι οι ήχοι δεν λογοκρίνονται τόσο εύκολα. «Κανάρι! - καὶ τὰ σπήλαια/ τῆς γῆς ἐβόουν, Κανάρι. -/ Καὶ τῶν αἰώνων τὰ ὄργανα/ ἴσως θέλει ἀντηχήσουν/ πάντα Κανάρι./»  Σε μια χώρα που το Ευαγγέλιο δεν διαβάζεται, αλλά μελωδείται, είναι φυσικό που όλα τελειώνουν με «βοές» και «τῶν αἰώνων τὰ ὄργανα»: «ᾄσατε τῷ Κυρίῳ, ᾆσμα καινόν, ᾄσατε τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ ∙ … ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. ὅτι μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα…». (Ψαλμ. 95, 1-4). Αυτά  μπορούν να πουν οι αδικημένοι στον Θεό, μόλις τελειώσει η Ιεροτελεστία αυτή, που κατά κάποιον φιλόλογο, είναι στα μάτια του Κάλβου η Ελληνική Επανάσταση. Ιδού όμως ολόκληρο το ποίημα:                   
                                                              Τὰ Ἠφαίστεια
                α
Χλωρά, μοσχοβολοῦντα
νησία τοῦ Αἰγαίου πελάγους,
εὐτυχισμένα χώματα
ὅπου ἡ χαρὰ κ᾿ ἡ εἰρήνη
πάντα ἐκατοίκουν.
β´.
Τί τὰ θαυμάσια ἐγίνηκαν
κοράσιά σας ὁπ᾿ εἶχαν
ψυχὴν ῾σὰν φλόγα, χείλη
῾σὰν δροσισμένα ρόδα,
λαιμὸν ῾σὰν γάλα;
γ´.
Στὰ πλούσια περιβόλια σας
βασιλικὸς καὶ κρίνοι
ματαίως ἀνθίζουν· ἔρημα,
οὔτ᾿ ἕνα χέρι εὑρίσκεται
῾νὰ τὰ ποτίζῃ.
δ´.
Τὰ δάση, τὰ λαγγάδια σας,
ὅπου ἡ φωναὶ ἀντιβόουν
τῶν κυνηγῶν, σιωπῶσι·
σκύλοι ἐκεῖ τώρα ἀδέσποτοι
μόνον βαϋίζουν.
ε´.
Ἐλεύθερα, ἀχαλίνωτα
μέσα εἰς τ᾿ ἀμπέλια τρέχουν
τ᾿ ἄλογα, καὶ εἰς τὴν ράχην τους
τὸ πνεῦμα τῶν ἀνέμων
κάθεται μόνον.
ς´.
Εἰς τὸν αἰγιαλὸν
Ἀπὸ τὰ οὐράνια σύγνεφα
ἀφόβως καταβαίνουν
κραυγάζοντες οἱ γλάροι
καὶ τὰ γεράκια.
ζ´.
Βαθυὰ εἰς τὸν ἄμμον βλέπω
χαραγμένα πατήματα
ζώντων παιδιῶν καὶ ἀνθρώπων·
ὅμως ποὺ εἶναι οἱ ἄνθρωποι,
ποῦ τὰ παιδία;
η´.
Φρικτὸν θλιβερὸν θέαμα
τριγύρω μου ἐξανοίγω·
ποίων εἶναι τὰ σώματα
ποὺ πλέουσ᾿ εἰς τὸ κῦμα;
ποίων τὰ κεφάλια;
θ´.
Αὐγεριναὶ τοῦ ἡλίου
ἀκτῖνες τί προβαίνετε;
τάχα ἀγαπάει ῾νὰ βλέπῃ
ἔργα λῃστῶν τὸ μάτι
τῶν οὐρανίων;
ι´.
Δημιουργὲ τοῦ κόσμου,
πατέρα τῶν ἀθλίων
θνητῶν, ἂν σὺ τοῦ γένους μας
ὅλου ζητῇς τὸν θάνατον,
ἂν σὺ τὸ θέλης·
ια´.
Τὰ γόνατά μου ἐμπρός σου,
νά, πέφτουν· τὸ ὑπερήφανον
κεφάλι μου, ποὺ ἀντίκρυ
τῶν βασιλέων ὑψόνετο,
τὴν γῆν ἐγγίζει.
ιβ´.
Ἰδοὺ εὐλαβεῖς οἱ Ἕλληνες
σκύπτουσιν ὅλοι· πρόσταξε,
κ᾿ ἐπάνω μας ἂς πέσωσιν
ἡ φλόγες τῆς ὀργῆς σου
ἂν σὺ τὸ θέλῃς.
ιγ´.
Πλὴν πολυέλεος εἶσαι,
καὶ βοηθὸν σὲ κράζω.....
Βλέπω, βλέπω εἰς τὴν θάλασσαν
πετώμενον τὸν στόλον
ἀγρίων βαρβάρων.
ιδ´.
Κύτταξε πὼς ὁ ἥλιος
χρυσόνει τὰ πανιά των·
κύτταξε πὼς τὸ πέλαγος
ἀπὸ σπαθιῶν ἀκτῖνας
τρέμον ἀστράπτει.
ιε´.
Ἀπὸ τὰς πρύμνας χύνεται
γεμίζων τὸν ἀέρα
κρότος μυρίων κυμβάλων,
καὶ μέσα ἀπὸ τὸν θόρυβον
ψάλματα ἐκβαίνουν·
ις´.
«-Στάζουσι τὰ μαχαίρια μας
»ἀπὸ τὸ αἷμα ἀκάθαρτον
»τῶν χριστιανῶν· πρὶν πήξη,
»ἐλᾶτε, ἐλάτε εἰς νέον
»αἷμα ἂς τὰ πλύνωμεν.
ιζ´.
»Ἐλᾶτε ῾νὰ ζεστάσωμεν
»τὰ χέρια μας ῾ς τὰ σπλάγχνα
»ὅσων θυσίας προσφέρουσιν
»εἰς τὸν σταυρὸν καὶ σέβονται
»ἁγίων εἰκόνας.
ιη´.
»Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε, ὁ κόπος
»ἂν μᾶς καταδαμάσῃ,
»ἐπὶ σοροὺς σφαγμένων
»καθίζοντας, ἀνάπαυσιν
»θέλομεν εὕρει.
ιθ´.
»Τὰ ρόδα τῆς Ἑλλάδος
»εἰς τ᾿ αἷμα τῆς βαμμένα
»θέλει φανοῦν τερπνότατον
»δῶρον τῶν γυναικῶν μας,
»κ᾿ ἔργον ἡρῴων.»
κ´.
Σκληρά, δειλὰ ἀναθρέμματα
τῆς ποταπῆς Ἀσίας,
ἔργον ἡρῴων, ναί, βέβαια,
ποῖος τὸ ἀμφιβάλει, ὑπάρχει
τὸ τρόπαιόν σας.
κα´.
Ἔργον ἡρῴων, ἂν σφάξητε
ἀδύνατα παιδία·
ἔργον ἡρῴων, ἂν πνίξητε
τὰς τρυφερὰς γυναίκας
καὶ τὰ γερόντια.
κβ´.
Ἰδοὺ κ᾿ ἄλλα νησία
τὴν λύσσαν σας προσμένουσι·
πόλεις ἰδοὺ καὶ ἁλίκτυπος
ξηρὰ κατοικημένη
ἀπ᾿ ἔθνη ἀθῷα.
κγ´.
Διὰ σᾶς ἡρώων κοπάδια,
δὲν φθάνει ἡ Χίος, ἡ Κύπρος·
τῶν Κυδωνίων δὲν φθάνουσιν
τῆς Κάσσου καὶ τῆς Κρήτης
ἡ κατοικίαι.
κδ´.
Ἄμμετε, μὴν ἀφήσετε
ζῶντα κανένα· ἀπ᾿ αἷμα
τὰ αἰγαῖα νερὰ βαμμένα
κύματ᾿ ἂς ἔχουν γέμοντα
ἀπὸ σφαγάδια.
κε´.
Ὦ Ἕλληνες, ὦ θεῖαι
ψυχαί, ῾ποὺ εἰς τοὺς μεγάλους
κινδύνους φανερόνετε
ἀκάμαντον ἐνέργειαν
καὶ ὑψηλὴν φύσιν!
κς´.
Πῶς ἀπὸ σᾶς καμμία
δὲν τρέχει τώρα; πῶς
῾κεῖ μέσα εἰς τὰ πλεόμενα
δὲν ρίχνεσθε καράβια
τῶν πολεμίων;
κζ´.
Πῶς, πῶς τῆς ταλαιπώρου
πατρίδος δὲν πασχίζετε
῾νὰ σώσητε τὸν στέφανον

ἀπὸ τὰ χέρια ἀνόσια
λῃστῶν τοσούτων;
κη´.
Εἶναι πολλὰ τὰ πλήθη τῶν
καὶ φοβερὰ εἰς τὴν ὄψιν,
ἀλλ᾿ ἕνας ἕλλην δύναται,
ἕνας ἄνδρας γενναῖος
῾νὰ τὰ σκορπίσῃ.
κθ´.
Ὅποιος τὴν δάφνην θέλει
ἀθάνατόν της δόξης,
ὅποιος δάκρυα διὰ τ᾿ ἔθνος του
ἔχει, διὰ δὲ τὴν μάχην
νοῦν καὶ καρδίαν·
λ´.
ἂς ἔκβῃ αὐτός. - Νά, βλέπω
ταχεῖαι, ὡς τ᾿ ἁπλωμένα
πτερὰ τῶν γερανῶν,
ἔρχονται δυὸ κατάμαυροι
τρομεραὶ πρῶραι.
λα´.
Παύει ὡς τόσον ὁ κρότος
τῶν μουσικῶν ὀργάνων·
τ᾿ ἀγαρηνὰ τραγούδια
παύουν καὶ τὰ ὑπερήφανα
βλάσφημα μέτρα.
λβ´.
Μόνον ἀκούω τὸ φύσημα
τοῦ ἀνέμου ὁποὺ περνώντας
εἰς τὰ κατάρτια ἀνάμεσα
καὶ εἰς τὰ σχοινία σχισμένος
βιαίως σφυρίζει.
λγ´.
Μόνον ἀκούω τὴν θάλασσαν
῾ποὺ ὡσὰν μέγα ποτάμι
ἀνάμεσα εἰς τοὺς βράχους
κτυπόντας μυρμυρίζει
γύρω εἰς τὰ σκάφη.
λδ´.
Νὰ ἡ κραυγαὶ καὶ ὁ φόβος,
νὰ ἡ ταραχὴ καὶ ἡ σύγχυσις
ἀπὸ παντοῦ σηκόνονται,
καὶ ἁπλόνουν πολυάριθμα
πανία ῾νὰ φύγουν.
λε´.
Στενόν, στενὸν τὸ πέλαγος
ὁ τρόμος κάμνει· πέφτει
ἕνα καράβι ἐπάνω
εἰς τ᾿ ἄλλο καὶ συντρίβονται·
πνίγονται οἱ ναῦται.
λς´.
Ὤ! πὼς ἀπὸ τὰ μάτια μου
ταχέως ἐχάθη ὁ στόλος·
πλέον δὲν ξανοίγω τώρα
παρὰ καπνοὺς καὶ φλόγας
οὐρανομήκεις.
λζ´.
Ἔξω ἀπὸ τὴν θαλάσσιον
πυρκαϊὰν νικήτριαι
ἰδοὺ πάλιν ἐκβαίνουν
σωσμέναι ἡ δυὸ κατάμαυροι
θαυμάσιαι πρῶραι.
λη´.
Πετάουν, ἀπομακρύνονται·
῾ς τὸ διάστημα τοῦ ἀέρος
χωσμέναι γίνονται ἄφαντοι· -
διαβαίνουσαι ἐπαιάνιζον,
κ᾿ ἤκουεν ὁ κόσμος.
λθ´.
Κανάρι! - καὶ τὰ σπήλαια
τῆς γῆς ἐβόουν, Κανάρι. -
Καὶ τῶν αἰώνων τὰ ὄργανα
ἴσως θέλει ἀντηχήσουν
πάντα Κανάρι.

πηγή: http://antifono.gr/porta

Αλέξανδρος Διάκος:


 Ο πρώτος πεσών Έλληνας αξιωματικός κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Στις 28 Οκτωβρίου κήρυξε πόλεμο εναντίον των Ιταλών, όταν οι πρώτοι ζήτησαν να εισέλθουν στην χώρας μας. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Νοεμβρίου του 1940, ο Αλέξανδρος Διάκος προσπαθώντας να ανακαταλάβει ένα ύψωμα, έπεσε στο πεδίο της μάχης. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που έπεσε νεκρός κατά την διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Γεννήθηκε το 1911 στην τουρκοκρατούμενη Χάλκη αλλά μεγάλωσε στην Ρόδο. Το κουράγιο του και η ανησυχίες του φάνηκαν από τότε που ήταν μαθητής ακόμα. Κατά την διάρκεια της ιταλικής κατοχής στα Δωδεκάνησα, συνελήφθη όταν σε επέτειο της 25ης Μαρτίου κατέβασε την ιταλική σημαία από το ελληνικό γυμνάσιο της Ρόδου και ανάρτησε την ελληνική.

Στα 19 του μπήκε στην Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε 4 χρόνια αργότερα και μετατέθηκε στην Λάρισα. Ο πόλεμος τον βρήκε διοικητή του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 4ου συντάγματος Πεζικού της Λάρισας. Το τάγμα του ήταν ανάμεσα στις πρώτες μονάδες που έσπευσαν να ενισχύσουν το Μικτό Απόσπασμα Πίνδου. Την 31η Οκτωβρίου είχε στρατοπεδεύσει με τον λόχο του σε χωριό της Καστοριάς που βρισκόταν σε υψόμετρο 1.060 μέτρων.


Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε η ελληνική αντεπίθεση. Ο Διάκος έλαβε διαταγή να καταλάβει την Τσούκα, ένα απότομο βουνό, που είχαν καταλάβει οι Ιταλοί. Κατά την διάρκεια της επίθεσης σκαρφάλωνε πρώτος, ενώ τον ακολουθούσαν οι άντρες του. Οι Ιταλοί άρχισαν να πυροβολούν, όμως οι Έλληνες στρατιώτες συνέχισαν και κατέλαβαν το ύψωμα.

Αλλά μόνο για λίγη ώρα. Η αντεπίθεση των Ιταλών τους ανάγκασε να υποχωρήσουν. «Πρέπει να ξαναπάρουμε το ύψωμα», φωνάζει ο Διάκος στους φαντάρους του κι επί κεφαλής του λόχου σε μία θυελλώδη εξόρμηση ξαναπαίρνει την Τσούκα, για να συμπτυχθεί και πάλι στη βάση του υψώματος κατόπιν νέας ισχυρής ιταλικής αντεπίθεσης. Ο Διάκος και πάλι δεν απελπίζεται.

Το μεσημέρι για επιτέθηκε για τρίτη φορά. Κατά την διάρκεια της μάχης, βρέθηκε μπροστά σε ένα ιταλικό πολυβόλο. Ο Διάκος το σημάδεψε ψύχραιμα, αλλά τον πρόλαβε. Έπεσε νεκρός, ο πρώτος αξιωματικός που έπεσε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Οι στρατιώτες του τελικά κατέλαβαν την Τσούκα.

Η σορός του μεταφέρθηκε και τάφηκε στο χωριό της Καστοριάς, Ζουζούλη. Το ελληνικό κράτος τον τίμησε με και τον προήγαγε στο βαθμό του λοχαγού επ’ ανδραγαθία. Οδοί με το όνομά του υπάρχουν στην πόλη της Ρόδου, στην Αθήνα, στη Λάρισα, τα Ιωάννινα και την Τρίπολη. Άγαλμά του, έργο του γλύπτη Κώστα Βαλσάμη, έχει στηθεί στην πόλη της Ρόδου.


ΠΗΓΗ: https://parapona-rodou.blogspot.com

Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης


Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα, 
δεν με τσίμπαγε όμως καμιά!
Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης (1902-1975).

Το πρωί της Κυριακής, 20 Οκτωβρίου 1945, μια ενδεκαμελής ομάδα εφίππων ανταρτών κυνηγούσε τον ονομαστό για την ευλάβειά του παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, που κατευθυνόταν στο χωριό Βασιλική Τρικάλων.
– Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, διηγείται ο ίδιος. Δεν μπορούσαν όμως να με φονεύσουν! Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα, δεν με τσίμπαγε όμως καμιά!
Με πλησίασαν και με περικύκλωσαν στα πενήντα μέτρα γύρω-γύρω. Εγώ, καθώς βρισκόμουν στον κίνδυνο, σήκωσα τα χέρια πάνω, προς τον ουρανό, και φώναξα από το βάθος της ψυχής μου:
– Μιχαήλ Αρχάγγελε, σώσε με, κινδυνεύω.
Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθηκε ο αρχάγγελος στον αρχηγό των ανταρτών. Είδε ένα νέο με σπαθί, που του έκοψε τα σκοινιά από τη σέλλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και του έσπασε τη σπονδυλική στήλη.
Οι υπόλοιποι δέκα αντάρτες έμειναν ακίνητοι, σαν να τους χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα! Οι ενορίτες της Βασιλικής (που άκουγαν τους πυροβολισμούς) έφυγαν από την εκκλησία και βγήκαν έξω, πάνω στο βουνό, να παρακολουθήσουν τι θα γίνω.
Ακούω τότε μια φωνή – ήταν του αρχηγού των ανταρτών – να λέη:
– Να μας συγχωρήσης, παπά μου, και να πηγαίνης στο καλό. Έχεις όριο ζωής. Έχεις υψηλούς προστάτες!
– Ευχαριστώ, απάντησα.
Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίση, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι.

Από το βιβλίο «Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, που επιμελήθηκε ο Στυλιανός Κεμεντζεντζίδης, έκδοση Ορθόδοξος Κυψέλη.
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος:


 «Όπου Θεός Βούλεται Νικάται Φύσεως Τάξις» Και Στις Μέρες Μας

Απρίλιος του 1985. Εδώ και πέντε περίπου μήνες ή μικρή Ολγα, δέκα χρόνων με τεράτωμα στον εγκέφαλο υφίσταται μια διαδικασία ακτινοβολιών , προκειμένου να συρρικνωθεί ο μη χειρουργήσιμος όγκος, που τον τελευταίο καιρό την ταλαιπωρεί με ανυπόφορους πόνους και έντονες ζαλάδες.

Οι γονείς της, δύο απλοί άνθρωποι από την Αθήνα. Οι γιατροί στην Ελλάδα από την αρχή φανέρωσαν τη δυσκολία του προβλήματος. Ελπίδα τελευταία, ο Θεός κυρίως και λίγο η Αμερική.
Ενας συγγενής τους από τη Βοστώνη, μεγαλόκαρδα τους προσκαλεί. Εκεί, τους είπε, υπάρχει το καλύτερο νοσοκομείο παίδων στον κόσμο. Μαζεύουν τα αναγκαία, και αμέσως οι ανθρωποι φτάνουν στον τόπο των τελευταίων ελπίδων τους.
Η ιστορία τους γεμάτη ταλαιπωρία και εσωτερική ένταση.Πως επιτρέπει ο Θεός τέτοιες αδικίες . Σε επτά χρόνια γάμου δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν παιδί.
Ανθρωποι απλοί, χωρίς γνώση και ιδιαίτερη ζωή πίστεως. Ενώ έσβηναν οι ελπίδες τους, του χαρίζει ο Θεός ένα κοριτσάκι.
Τον δοξάζουν για το δώρο και περιστρέφουν τη ζωή τους γύρω από αυτό . Γίνεται δεκα χρονών, είναι το μονάκριβο, και άρχιζε να εμφανίζει παράξενα συμπτώματα, έντονους πονοκεφάλους, παραμένουσα δυσφορία. Αρχίζουν οι εξετάσεις και καταλήγουν στη διάγνωση που μόλις την ακούς σου κόβονται τα πόδια, σου σπάει το κεφάλι, σου κομματιάζεται η ψυχή, σου ξεσχίζεται η καρδιά.
Με αυτό το δράμα συνοδό, παρατάνε τις δουλειές τους και φτάνουν ολοι μαζί στην Αμερική, χωρίς να γνωρίζουν πότε, πως και αν ολοι θα γυρίσουν πίσω.
Τους συντρόφευε όμως και απλή αυθεντική, δυνατή πίστη. Εδώ και ενάμιση χρόνο έπεσαν στα χέρια τους κάτι κασσέτες με κηρύγματα που τους αλλαξαν εντελώς προοπτική. Τους πλημμύρισαν με πίστη. Πίστη που βγαίνει από μέσα. Και η απάντηση του Θεού; Όταν δεν πήγαιναν στην εκκλησια, η γέννηση της Ολγας. Μόλις στράφηκαν σε αυτήν, ο καρκίνος .
Γιατί τα κάνει αυτά ο Θεός; Γιατί εκφράζεται όπως δεν θα θέλαμε κανένας και καθόλου; Μήπως τελικά πιστεύουμε σε Θεό που δεν υπάρχει και αγνοούμε τον Θεό της αλήθειας , που πρέπει να ανακαλύψουμε,όπως Αυτος είναι και όχι όπως εμείς τον θέλουμε;
Η Ολγα συνεργάστηκε πολύ καλά με την ομάδα του Dr. John Shillito του καλύτερου ισως ΝευροΟγκολόγου στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης .
Ολοι τους με πολλή αγάπη κατέβαλαν κάθε προσπάθεια –σαν να ήταν η μόνη τους ασθενής για να βοηθήσουν αυτό το κοριτσάκι.
Όλα έδειχναν να προχωρούν ομαλά, μέχρις οτου ξαφνικά έπεσε σε κώμα.
Μια σειρά εξετάσεων κατέδειξε ότι ο ογκος εξαπλώθηκε σε μεγάλη περιοχή του εγκεφάλου. Εχουν εξανεμιστεί και οι τελευταίες ελπίδες. Επίκειται η ανακοίνωση στους γονείς. Πρέπει να ενημερωθούν, ώστε να αποφασίσουν εάν προτιμούν το παιδί να καταλήξει στη Βοστώνη και να μεταφέρουν το σώμα του ή να το πάρουν όπως είναι στην Ελλάδα. Βέβαια κάτι τέτοιο, βάσει των διεθνών αεροπορικών συμβάσεων, απαιτεί βεβαίωση από τον γιατρό του Νοσοκομείου ότι σύμφωνα με την ιατρική εκτίμηση δεν πρόκειται να πεθάνει κατά τη διάρκεια της πτήσεως.
 Όλα αυτά την Κυριακή 28 Απριλίου Κυριακή των Μυροφόρων. Οι γονείς ακόμη δεν γνωρίζουν τίποτα. Απλά, αγωνιούν και υποψιάζονται το χειρότερο.
Στις 6μμ ο Dr. Shillito θα τους μιλήσει με λεπτομέρειες τέτοιες που θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Κανείς από τους Ελληνες εθελοντές του Νοσοκομείου δεν δέχεται να κάνει την μετάφραση στους γονείς. Ολοι το αποφεύγουν. Είναι τόσο δύσκολο και βαρύ να πληροφορούνται από τα χειλη σου οι γονείς ότι το παιδί τους δεν έχει ελπίδα και πεθαίνει!
Τελικά ο κλήρος έπεσε σε μένα. Εγώ είχα ακούσει για το περιστατικό, αλλά δεν είχα ουτε το παιδί ουτε τους γονείς. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Δέχτηκα να σηκώσω μαζί τους αυτό το πραγματικά ασήκωτο βάρος, που όμως δεν αντέχεται!
Ανεβαίνω με το ασανσέρ στον όγδοο όροφο,στον όροφο με τα καρκινοπαθή παιδάκια. Νοιώθω πολύ δύσκολα, σφιγμένος, άτονος, ανήσυχος. Βγαίνω στον διάδρομο. Μπαίνω αμήχανα σε έναν θάλαμο με τρία μωράκια σε κούνιες με σωλήνες και χημειοθεραπείες.
Κάποια μικρά παιδάκια, με γυμνά τα κεφαλάκια τους, βλέπουν cartoon στην τηλεόραση και γελούν.
Δίπλα, χωμένη σ έναν καναπέ μια κοπελίτσα, δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών, βυθισμένη σε σκέψεις, κάθεται χαμένη στον κόσμο του αγνώστου.
Δυό πονεμένα εκφραστικά μάτια, με πολύ βαθύ βλέμα, διασταυρώνονται με τα δικά μου. Γιατί αυτά τα παιδιά να βασανίζονται; Γιατί αντί να γλυκαίνονται με το όραμα του μέλλοντος, να γεύονται την πίκρα του νοσοκομειου, τη θλίψη της αμφιβολίας; Γιατί Θεέ μου ;
Μόλις πρίν από λίγα λεπτά, πρίν φθάσω στην είσοδο του Νοσοκομείου , σε ένα πάρκο, είδα μια παρέα μικρών παιδιών να παίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα και οι γονείς τους καμαρωτά έσκαζαν στα γέλια.
Τι τεράστια, τι άδικη, τι ανεξήγητη διαφορα!
Συναντώ τρία άτομα που μιλούν Ελληνικά. Δύο άντρες και μία γυναίκα. Δίχως αμφιβολία οι δύο είναι οι γονείς της Ολγας και ο τρίτος ο Θείος της. Τους πλησιάζω και συστήνομαι. Με ευχαριστούν οι άνθρωποι και πρίν προλάβουμε να πούμε δυό κουβέντες, μας καλούν στο γραφείο του γιατρού.
Το βλέμμα μου πέφτει σε ένα τρίπτυχο με τρείς φωτογραφίες .
Είναι οι κόρες του. Τρεις δροσερές κοπέλες πάνω στο γραφείο του. Αυτός καμαρώνει. Φυσικό και ευλογημένο είναι. Στο διπλανό δωμάτιο, η Ολγα με αλλοιωμένο το προσωπο παλεύει με τον θάνατο. Οι γονείς της λειώνουν.
O γιατρός, μετά από μια σύντομη εισαγωγή, μπαίνει στο θέμα.
Η Ολγα όπως γνωρίζετε, έχει έναν όγκο στην Τρίτη κοιλία του εγκεφάλου που δεν χειρουργείται.
Προσπαθήσαμε να τον ακτινοβολησουμε με την ελπίδα ότι θα τον περιορίζαμε αρκετά. Η Ολγα ανταποκρίθηκε πολύ καλά. Τόσο που μας έδωσε ελπίδες.
Δυστυχώς όμως, στο σημείο αυτό οι δυο γονείς τεντώθηκαν –προχθές έπεσε σε βαθύ κώμα από το οποίο καθώς δείχνουν οι εξετάσεις, δεν θα επανέλθει
Ο πατέρας αναλύεται σε λιγμούς. Η μητέρα κρατάει.
Δηλαδή γιατρέ, μιλήστε μας πιο ανοιχτά.
Κρίνω ότι η Ολγα δεν θα τα καταφέρει, τελειώνει από στιγμή σε στιγμή.
Τι εννοείτε από στιγμή σε στιγμή, γιατρέ; Τόλμησα να ρωτήσω.
Εννοώ τώρα που μιλάμε σε λίγες ώρες ίσως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Νομίζω ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα το βγάλει το βράδυ. Θα μπορούσα να σας έδινα ένα θεωρητικό όριο μέχρι και την αυριανή μέρα.
Δηλαδή, γιατρέ, τώρα μόνον ένα θαύμα; λέγει η μητέρα
Ναι μόνο θαύμα, επαναλαμβάνει ο γιατρός
Ο πατέρας συνεχίζει να κλαίει με συγκρατημένους λυγμούς.
Γιατρέ, εμείς θα θέλαμε πολύ να σας ευχαριστήσουμε για όσα έχετε κάνει τόσο καιρό για την Ολγίτσα μας, συνεχίζει η μητέρα. Μπορεί να χάνουμε ανθρώπινα τη μάχη, αλλά εμείς ετοιμαζόμαστε για ένα θαύμα. ¨Η παρά τις προβλέψεις σας, να γίνει η κορούλα μας καλά ή να γίνει αγγελούδι στον θρόνο του Θεού. Μικρό θαύμα είναι αυτό; Ξέρετε τι καλό κοριτσάκι που είναι; Εμείς βέβαια προσευχόμαστε με ολη μας τη δύναμη μόνο για το πρώτο. Αυτή είναι η ολιγοπιστία μας. Αν όμως ο Θεός επιτρέψει το δεύτερο, τότε θα το δεχτούμε και αυτό σαν δώρο. Απλά τώρα πρέπει να στραφούμε εξ ολοκλήρου στο Θεό.
Το λάθος είναι ότι έπρεπε να το είχαμε κάνει νωρίτερα. Βλέπετε εμείς πιστέψαμε πρώτα στους γιατρούς και μετά στο Θεό.
Ετσι είναι, η πίστη σας είναι αυτή που τώρα θα σας βοηθήσει, λέγει ο γιατρός
Όχι γιατρέ , δεν βοηθάει η πίστη. Αυτή είναι ανθρώπινη, δικό μας πράγμα. Αυτός που βοηθάει είναι μονον ο ίδιος ο Θεός
Σε όλα αυτά εγώ ένας απλός μεταφραστής αλλά και ένας εμβρόντητος ακροατής. Τι δύναμη, τι πίστη είχε αυτή η γυναίκα! Και τούτο , γιατί δεν έδειχνε να είναι ψυχολογικός ο λογος της ουτε κηρυγματικός. Εδειχνε να βγαίνει πηγαία και αυθόρμητα, με χαρακτηριστική λιτότητα και ψυχραιμία, πείθντας ότι ο,τι λέει αντανακλά με διαύγεια τον βαθύτερο κόσμο της. Αξιοπρέπεια, ηρεμία, ευγένεια, ευτοέλεγχος, αληθινότητα έβγαιναν από το στόμα της. Το ίδιο και από τα μάτια της, που τόση ώρα εκφράζουν ελπίδα και δεν έχουν στάξει ουτε ένα δάκρυ.
Βγάινουμε από το γραφείο και κάθομαι μαζί τους να γνωριστούμε κάπως. Τέτοιες ωρες οι άνθρωποι δένονται δυνατά και άμεσα. Εδώ όμως είχα μπροστά μου κάτι ασυνήθιστα μεγάλο. Η γυναίκα αυτή ηταν απλή αλλά πολύ περιεκτική. Οι λέξεις που έβγαζε το στόμα της είχαν τη δύναμη και την πειστικοτητα του καρδιακού λόγου. Θαύμασα την εσωτερική της δύναμη οσο τίποτε άλλο.
Με πολλή ζεστασιά με ευχαρίστησαν και χωρίσαμε.
Ἐπρεπε να φύγω. Είχα μια υποχρέωση. Θα ξαναπερνούσα το βράδυ μετά τις δέκα, με την ελπίδα βέβαια να προλάβω την Ὀλγα ζωντανή. Κάθε τόσο τηλεφωνούσα στο γραφείο ενημέρωσης να πληροφορηθώ για την καταστασή της.
Είναι 10.30 το βράδυ. Η Όλγα ακόμη κρατάει. Ο κ. Κώστας και η κ. Μαρία οι υπέροχοι αυτοί γονείς, ηρεμοι προετοιμάζονται για όλα, αλλά ελπίζουν και προσεύχονται για το μικρό θαύμα, όπως λένε. Ο θεός που την έφερε στη ζωή –αυτό ηταν το μεγάλο θαύμα –δεν μπορεί να την κρατήσει; Απλά, το πρόβλημα, λενε είναι οι αμαρτίες τους!!!
Στις 11.00 μμ ήλθαν με το ανασέρ τα πτυσσόμενα κρεβάτια για τους συνοδούς, με μαξιλάρια και σεντόνια. Το Νοσοκομείο αυτό είναι εκπληκτικό. Οι κοινωνικές υπηρεσίες του προνοούν για όλα. Πολιτική του Νοσοκομείου είναι οι γονείς να διανυκτερεύουν, όταν το επιθυμούν με τα παιδιά. Οι γονείς της Ὀλγας όμως δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Προτιμούν να συζητήσουμε λίγο και να αγρυπνούν. Ο γιατρός εξ άλλου είχε πεί ότι η Ὀλγα δεν θα την έβγαζε την νύχτα. Η πίστη τους επερίγραπτη. Μιλούσαν για τα θαύματα σαν για απλά και φυσικά γεγονότα. Συζητούσαν για την αιωνιότητα όπως συνήθως κάνουμε για την καθημερινότητα. Το θέλημα του Θεού, οποιο και αν ήταν, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ευλογία .
Απλά, στη μία περίπτωση θα το βίωναν ως επέραντη χαρά, ενώ στη δεύτερη ως δια βίου πάλη με την αλήθεια. Το δέυτερο, το δύσκολο, τους φάνταζε πιο αυθεντικό. Το πρώτο, όμως πιο επιθυμητό.
Ἐμεινα μαζί τους μέχρι τη 1.30 μετα΄τα μεσάνυχτα.
Δεν τους χόρταινα. Στη ζωή μου ειχα συναντήσει πραγματικά πιστούς ανθρώπους. Αλλά τέτοιου είδους πίστη, όχι μετά τον θάνατο του ανθρωπου τους, πράγμα που μπορει να λειτουργεί και λίγο ψυχολογικά και παρηγορητικά, αλλά ελάχιστες μόλις στιγμές πριν από την προβλεπόμενη εκπνοή του μονάκριβου παιδιού τους, ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που το συναντούσα. Δίπλα η Ὀλγα εντελώς ακίνητη, σε βαθύ κώμα, δίχως καμία επικοινωνία με αυτόν τον κόσμο.
Ἰσως σε επικοινωνία με τον άλλο, τον άγνωστο σε μας δικό της κόσμο. Κάπου-κάπου κλεφτές ματιές πάνω στο ανέκφραστο σωματάκι της αναμειγνύουν την πονεμένη απορία με τη λογικά αδικαιολόγητη ελπίδα.
Η Ὀλγα τελικά έβγαλε τη νύχτα. Η χρονική εκτίμηση του γιατρού απέτυχε. Ποιος ξέρει; Θα μπορούσε να αποτύχει και η ιατρική του γνωμάτευση. Είναι τόσο ωραίο μερικές φορές να διαψεύδεται η επιστήμη!
Το πρωΐ τηλεφωνώ σε κάποιες κυρίες και μοιράζομαι μαζί τους τις εκπληκτικές εντυπώσεις μου. Τους συνιστώ να κάνουν μία επίσκεψη αφ ενός μεν για συμπαράσταση, αφ ετέρου δε για δική τους ενίσχυση.
Η Ὀλγα άντεξε και ολόκληρη τη Δευτέρα. Το βράδυ, επιστρέφοντας από την εργασία μου, πέρασα να τους ξανασυναντήσω. Οι γονείς αποφάσισαν να πάρουν το παιδί στην Ελλάδα να πεθάνει εκεί. Τη Δευτέρα έγιναν ολες οι απαραίτητες διατυπώσεις. Τελικά, κανονίστηκε να φύγει, αν θα ζούσε, την Τετάρτη 1η Μαΐου, με την πτήση της Ολυμπιακής από Νέα Υόρκη. Ἐμεινα πάλι ως αργά, απολαμβάνοντας την απίστευτη χάρι αυτών των ανθρώπων και περιμένοντας την αναχώρηση της Ολγας είτε με το αεροπλάνο για την Ελλάδα, ειτε με τους αγγέλους για την αιώνια πατρίδα.
Στιγμές έντονες, πολύ αληθινές δίπλα σε έναν κόσμο εμπειρικής πίστεως, απροσμέτρητου μεγέθους
Τρίτη 30 Απριλίου το πρωΐ. Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Η μία από τις τρεις κυρίες, με τις οποίες είχα επικοινωνήσει την προηγουμένη, μόλις έχει μιλήσει με τον πνευματικό της τον γνωστό κ. Πορφύριο. Έχει φήμη προορατικού ανθρώπου. Παγκοσμίως γνωστός. Άγιος άνθρωπος. Βλέπει σε μέρη που δεν λειτουργεί η ανθρώπινη όραση. Της είπε, λέει, ότι θα κάνει και αυτός την προσευχή του, αλλά να μην τον αφήσουμε μόνο. Και έχει ο θεός. Εύκολο συμπέρασμά της ότι υπάρχει κάποια ελπίδα.
Σε παρακαλώ, της λεω, μην βιαστείς και πείς τίποτα. Αφού ξέρεις την κατάσταση. Είδα και την αξονική. Το κορίτσι τελειώνει. Απορώ πώς ακόμη ζει. Το είδες και εσύ με τα μάτια σου. Καλύτερα να πούμε λίγα και να γίνουν πολλά, παρά να δώσουμε ελπίδες και να μην γίνει τίποτα της λέω.
Η Ὀλγα άντεξε και την Τρίτη. Το βράδυ στις 10 περίπου φτάνω για τη συνηθισμένη μου επίσκεψη –φροντιστήριο πίστεως.
Μπαίνω στο δωμάτιο και αντικρύζω ένα ασυνήθιστο για αμερικάνικο νοσοκομείο θέαμα.
Η Ὀλγα στο κρεβατάκι της, στη γνώριμή μας δική της μακαριότητα.
Ο κ. Κώστας λίγο απόμερα. Η κ. Μαρία, η μητέρα, μαζί με την κ. Βασιλεία, μια εκπληκτική Ελληνοαμερικανίδα εθελόντρια, αληθινή μάνα ολων αυτών των παιδιών, δίπλα –δίπλα διαβάζουν μια άγνωστη σε μένα παράκληση. Εχουν ανάψει θυμίαμα, ακούμπησαν μια εικόνα της παναγίας πάνω στο παιδί, τοποθέτησαν και ένα καντηλάκι και προσεύχονται.
Εγώ κάθομαι ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Ο μισός μέσα στον θάλαμο και ο μισός έξω. Με πλησιάζει μια νοσοκόμα η Debbie
Τι κάνουν; Με ρωτάει. Τι είναι αυτό που καπνίζει και μυρίζει; Ανήκουν σε καμμία παραθρησκεία;
Ἀνατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός, της απαντώ εμφατικά, μήπως και καταλάβει κάτι από την ανατολική κουλτούρα
Βγαίνει από τον θάλαμο. Μένουμε οι υπόλοιποι. Προσευχές ήξερα πολλές. Αυτά τα λόγια όμως πρώτη φορά τά ακουγα.
Σε ένα τέταρτο περίπου τέλειωσαν τα γράμματα.
Εἰχαν λίγο λαδάκι από την Παναγία της Τήνου και λίγο από την Παναγία την Κανάλα-πρώτη φορά το άκουγα αυτό το όνομα. Σταυρώνουν το μέτωπο, το στήθος, το δεξί και το αριστερό χέρι. Το παιδί ακίνητο. Μόλις σταυρώνουν το αριστερό πόδι, η Όλγα το λυγίζει, το κατεβάζει και επαναλαμβάνει ρυθμικά την ίδια κινηση. Τίποτε άλλο. Οι δύο γυναίκες ξεσπούν σε προσευχητικές κραυγές
Παναγία μου, κάνε το θαύμα σου, και σταυροκοπιούνται, φιλώντας το μέτωπο της Ὀλγας, που όμως παραμένει βυθισμένη κατά τα άλλα στον κόσμο της.
Το παιδί ησυχάζει. Σε λίγη ωρα πλησιάζει η μητέρα.
Μας ακούς, Ολγίτσα μου; Ρωτάει
Η Ολγα ελαφρά νεύει καταφατικά
Ανοιξε κοριτσάκι μου, τα μάτια σου
Το κορίτσι τεντώνει σε μια αποτυχημένη προσπάθεια τα μάτια του.
Δώσε ένα φιλάκι στην κ. Βασιλεία.
Ρυθμικά σαλεύουν τα χειλη της.
Εγώ ορθολογίζομαι. Σίγουρα έχουμε την τελευταία αναλαμπή. Ρωτώ την νοσοκόμα αν έχει όλα τα χαρτιά έτοιμα για την επόμενη νοσοκόμα –η βάρδια αλλάζει στις 11 μμ. –γιατί όλα δείχνουν πως σε λίγες στιγμές το παιδί θα αναπαυθεί.
Η ώρα περνάει. Η Ολγα επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση. Πλήρης σιωπή και ακινησία απόλυτη απουσία επικοινωνίας και αντανακλαστικών.
Κανείς δεν τολμά να την ταράξει. Περασμένα μεσάνυχτα. Η κ. Μαρία δεν κρατιέται, σκύβει και φιλάει το κοριτσάκι της στο μέτωπο.
Αυτό σαν κάπως να ανταποκρίνεται. Μάλλον είναι της φαντασίας μας.
Οι γυναίνες είναι σίγουρες ότι κάτι έχει αλλάξει.
Ο κ. Κώστας συγκινημένος παρακολουθει την κατάσταση με απορία. Εγώ πάλι ορθολογίζομαι.
Τίποτε δεν μου βγάζει από το μυαλό ότι στην καλύτερη περίπτωση μιλάμε για μικροαναβολές. Το παιδί στην ουσία έχει τελειώσει. Δεν έχω την παραμικρή ελπίδα. Η κ. Βασιλεία μου λεει πως δεν εχω πίστη. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να χει δίκιο.
Ο γιατρός έλεγε πως η Όλγα θα τελειώσει το βράδυ της Κυριακής. Βρισκόμαστε στην Τετάρτη και το κορίτσι σταδιακά, αν και διακριτικά, αφήνει κάποιες ασαφείς ανάσες ζωής και επικοινωνίας. Και μας χωρίζει στους πιστεύοντες που ελπιζουν για ζωή και στους σκεπτόμενους που περιμένουν τον θάνατο.
Εγώ ζώ στην κρυάδα των δεύτερων και με παρέα τη λογική μου αποχαιρετώ την οικογένεια για την Ελλάδα.
Ένα ειδικό ιατρικό όχημα μεταφέρει το παιδί στη Νέα Υόρκη στην κατάσταση που περιγράψαμε.
Συνοδεία νοσοκόμου θα μεταφερθεί με το κρεβατάκι του στην Ελλάδα. Εκεί αποφασίστηκε να ….πεθάνει
Την Παρασκευή τηλεφωνούμε σε κάποιο τηλέφωνο που μας έδωσαν να μάθουμε τά νέα. Η Ολγα, λένε, σταδιακά βελτιώνεται, αλλά είναι ακόμη σε λήθαργο
Απλά, κάπως επικοινωνεί. Θα κάνουν εξετάσεις το Σάββατο.
Κανονίσαμε τηλεφωνική επικοινωνία την Τρίτη, δέκα μέρες μετά την οριστική διάγνωση του επικείμενου θανάτου.
Προσπαθούμε ατέλειωτες φορές να τους βρούμε. Καμία απάντηση. Υποθέτουμε ότι η Ολγα τελείωσε και οι γονείς της πήγαν στο χωριό να τη θάψουν και κάπως να ξεκουραστούν. Υστερα από άλλες δύο εβδομάδες, βρίσκουμε έναν παπά, και της διαβάζουμε ένα τρισάγιο…από την καρδιά μας
Πέρασε ο Μαιος, πέρασε ο Ιούνιος, μπήκε και ο Ιούλιος. Καμία πληροφορία δεν άλλαξε το σκηνικό.
Ηλθαν άλλα παιδιάκια στο Νοσοκομείο από την Ελλάδα, ανάλογες εντάσεις, ανάμεικτη η χαρά με τον πόνο σε καθημερινή βάση.
Δευτέρα 8 Ιουλίου
Μόλις έφθασα στην Αθήνα από το Λονδίνο. Σκέφθηκα να δοκιμάσω να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Παίρνω και την κ. Μαρία και τον κ. Κώστα. Μπορεί να έχουν επιστρέψει
Ποιος είναι, παρακαλώ; Ακούγεται μια λεπτή παιδική φωνούλα από την άλλη μεριά του καλωδίου
Ποιά είσαι εσύ, ρωτώ αιφνιδιασμένος
Είμαι η Ὀλγίτσα, απαντά η παιδική φωνή.
Η Όλγίτσα; Ποιά Όλγίτσα ξαναρωτώ αμήχανα.
Μου λέει πλήρες το ονομά της και με αρκετή σπιρτάδα εκφράζει με επιτυχία την υποψία της για την ταυτότητά μου. Η Παναγίτσα λέει, έκανε το θαύμα της και με προσκαλεί να πάω στο σπίτι τους για να της κάνω ερωτήσεις στη Γεωγραφία, στην Αριθμητική κλπ Προσκαλεί εμένα αυτή, της οποίας εγώ βιάστηκα να κάνω και το τρισάγιο. Για την ψυχή της…
Ζητώ τη μητέρα της στο τηλέφωνο
«Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!» μου λέει με την καρδιά της η κ. Μαρία
Κλείνω το τηλέφωνο και φεύγω. Κατ ευθείαν στο σπίτι. Μού ανοίγει την πόρτα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι.
Είχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα μαλλάκια της
Ήταν λιγο υπερκινητική, αλλά εκφραστική και ολοζώντανη. Της έκανα και τις ερωτήσεις που μου ζήτησε. Απαντούσε χαριτωμένα.
Ενοιωθα να παίζω μαζί της. Ενοιωθα να με εχει προδώσει και ο ορθολογισμός μου. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Προηγουμένως πίστευα αυτό που δεν έβλεπα.
Η ζωή της Ὀλγας αποτελεί το ισχυρότερο ως τώρα ράπισμα της ολιγοπιστίας μου.
Ἐχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια. Η Ὀλγα έχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο, δίνει χαρά και σοφία στους γονεις της, εχει αποκτήσει και μικρότερη αδελφή, εχει γίνει ολόκληρη κοπέλα, εχει διαψεύσει τους καλύτερους επιστήμονες στον κόσμο, εχει ξεσχίσει και τη λογική και την εμπειρία των στατιστικών και των αισθήσεων έχει επιβεβαιώσει ότι «ὅπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις» και στις μέρες μας
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος
ΠΗΓΗ: http://www.orthodoxia.online/