Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ Γ

 ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ Γ ΗΧΟΥ ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ψάλλει ο αείμνηστος Αρχων Υμνωδός της Μ.τ.Χ.Ε
και Πρωτοψάλτης του Ιερού Μητροπολητικού Ναού
Ιωάννινα Αγίου Αθανασίου Ιωαννίνων Σπυρίδων Υφαντής1-8-1999

Πηγή:Αρχείο αείμνηστου Ιερέα του Μητρ.Ναού

"Θεαρχίῳ νεύματι..."!


Λίγα λόγια για το Οκτάηχο Δοξαστικό Στιχηρών του Εσπερινού της Εορτής της Κοιμήσεως Θεοτόκου

Αγαπητοί μου αναγνώστες, φτάσαμε με την βοήθεια και την χάρη Του Θεού, σε άλλο ένα «Πάσχα του Καλοκαιριού», στην εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έχουμε γράψει στο παρελθόν, για το πρόσωπο της Παναγίας μας, το σπουδαίο ρόλο που διαδραμάτισε στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας και για τα πολλά ονόματα και θαυμάσια που έχει κάνει και κάνει καθημερινά, σε όσους την επικαλούνται με πίστη.
Στο φετινό άρθρο, αποφασίσαμε να τα ανακεφαλαιώσουμε όλες τις αναφορές μας, προσθέτοντας και νέα στοιχεία, μέσα από το Δοξαστικό το οποίο ψέλνουμε στον Πανηγυρικό Εσπερινό, της παραμονής της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το γνωστό σε όλους μας : «Με νεύμα του ύψιστου Θεού οι θεοφόροι Απόστολοι….». Για τους γνώστες της Εκκλησιαστικής Μουσικής παράδοσης, πρόκειται για οκτάηχο Δοξαστικό. Oκτάηχα λέγονται τα μέλη εκείνα που είναι συνθεμένα και στους οκτώ ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής, είναι από τα ωραιότερα και σπουδαιότερα εκκλησιαστικά μέλη, ορισμένα από τα οποία μάλιστα πρέπει να θεωρούνται αριστουργήματα όχι μόνο της Εκκλησιαστικής, αλλά και της παγκόσμιας μουσικής φιλολογίας.

Το Οκτάηχο δοξαστικό των Στιχηρών της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι ένα από τα αρχαιότερα μέλη στην ιστορία της Oρθόδοξης εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, και μάλιστα, στην ειδική αυτή οκτάηχη μορφή, το αρχαιότερο. Η ανάπτυξη του μέλους γίνεται μέσω του συστήματος των κυρίων και των πλαγίων ήχων αποτελώντας μια μοναδική σύνθεση από πλευράς μουσικολογικής. Η φιλολογική του αξία και κυρίως τα πλούσια θεολογικά του νοήματα το καθιστούν ένα από τα σημαντικότερα υμνολογικά κείμενα της λατρευτικής μας παράδοσης.
Ας παραθέσουμε στην αρχή το Δοξαστικό στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο : Δόξα και Νυν…. «Θεαρχίω νεύματι, πάντοθεν οι θεοφόροι Απόστολοι, υπό νεφών μεταρσίως αιρόμενοι. Καταλαβόντες το πανάχραντον, και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο. Αι δε υπέρτατοι των ουρανών Δυνάμεις, συν τω οικείω Δεσπότη παραγενόμεναι. Το θεοδόχον και ακραιφνέστατον σώμα προπέμπουσι, τω δέει κρατούμεναι, υπερκοσμίως δε προώχοντο, και αοράτως εβόων, ταίς ανωτέραις ταξιαρχίαις· ιδού η παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν. Άρατε πύλας, και ταύτην υπερκοσμίως υποδέξασθε, την του αενάου φωτός Μητέρα. Διά ταύτης γαρ η παγγενής των βροτών σωτηρία γέγονεν, η ατενίζειν ουκ ισχύομεν, και ταύτη άξιον γέρας απονέμειν αδύνατον. Ταύτης γαρ το υπερβάλλον, υπερέχει πάσαν έννοιαν. Διό άχραντε Θεοτόκε, αεί συν ζωηφόρω Βασιλεί, και τόκω ζώσα, πρέσβευε διηνεκώς, περιφρουρήσαι και σώσαι, από πάσης προσβολής εναντίας την νεολαίαν σου· την γαρ σην προστασίαν κεκτήμεθα. Εις τους αιώνας, αγλαοφανώς μακαρίζοντες».
Αν και το κείμενο είναι αρκετά κατανοητό, το παραθέτουμε και σε νεοελληνική απόδοση, για καλύτερη νοηματική κατανόηση : «Με νεύμα του ύψιστου Θεού οι θεοφόροι Απόστολοι μεταφέρθηκαν από παντού μες από σύννεφα, μετάρσιοι γενόμενοι. Και αφού στα χέρια τους έλαβαν το πανάχραντο σκήνωμά σου – εκείνο το σώμα που αιτία της ζωής έγινε – το καταφιλούσαν με ευλάβεια εξαιρετική. Και οι υπέρτατες, ουράνιες, αγγελικές δυνάμεις παραβρέθηκαν και αυτές, μαζί με τον Δεσπότη τους. Και κυριευμένες από δέος, προπέμπουν το καθαρότατο σώμα, που τον Θεό δέχθηκε. Υπερκόσμια προχωρούν και αόρατα αναβοούν προς τις ανώτερες ουράνιες ταξιαρχίες: «Δείτε! Κατέφθασε η βασίλισσα των πάντων· εκείνη που θείο τέκνο γέννησε. Ανοίξτε τις [ουράνιες] πύλες και υποδεχθείτε με τρόπο υπερκόσμιο την Μητέρα του αέναου φωτός. Διότι με τη δική της συνέργεια επιτεύχθηκε η σωτηρία όλου του γένους των ανθρώπων. Αυτήν που ισχύ δεν έχουμε [τα βλέμματα να υψώσουμε και] να την ατενίσουμε. Και τιμές άξιές της να απονείμουμε, αδύνατο μας είναι. Διότι το υπερβολικό ύψος της υπερέχει πάνω από κάθε νόημα». Γι’ αυτό, άχραντε Θεοτόκε, εσύ που πάντοτε ζεις μαζί με τον Βασιλέα της ζωής που η ίδια γέννησες, πρέσβευε αδιάκοπα να περιφρουρεί και να σώζει από κάθε προσβολή εχθρού τη νεολαία σου. [Το ζητούμε αυτό] επειδή τη δική σου προστασία έχουμε [πια] αποκτήσει. Και εσένα υπέρλαμπρα μακαρίζουμε στους αιώνες».

Πέρα από το μουσικό, φιλολογικό και θεολογικό κάλος του Δοξαστικού, αυτό που έχει ιδιαίτερη αξία, για τον κάθε πιστό ξεχωριστά, είναι το ύφος του ύμνου. Αν και έχει ύφος εγκωμιαστικό, αν και έχει έντονη ποιητικότητα, ταυτόχρονα έχει μια διακριτική, αλλά ουσιαστική οικειότητα-στοργικότητα των πιστών προς την μητέρα τους Παναγία. Το πνεύμα του ύμνου είναι, ότι ενώ η Παναγία μας αποχωρίζεται από εμάς και πορεύεται στον Ουρανό και την εκεί πραγματικότητα, ταυτόχρονα δεν σταματά να είναι ζωντανή και ένα από εμάς, που συνεχώς πρεσβεύει, περιφρουρεί, σώζει από κάθε προσβολή του εχθρού και ιδιαιτέρως την ευάλωτη πνευματικά νεολαία. Αυτή την αλήθεια, την βεβαιώνουμε περίτρανα και στο Απολυτίκιο της Εορτής : «…..εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής,….»!Αλλά και το Κοντάκιο της Εορτής, δεν στερείται σε θεολογική αξία, αφού με άλλα λόγια, βεβαιώνει την ίδια αξία : «….τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν, ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν,….».
Συνοψίζοντας λοιπόν, αγαπητοί μου αναγνώστες, καταλαβαίνουμε γιατί αυτό το Δοξαστικό, έχει κεντρική θέση στην τιμητική και ευλαβική μας, αναφορά στο πρόσωπο και το γεγονός της Κοιμήσεως της Παναγία μας. Είναι ένας συνδυασμός από μουσικά, υμνολογικά, εκκλησιολογικά, θεολογικά και καρδιακά στοιχεία ευγνωμοσύνης, προς την ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η οποία αξιώθηκε να γίνει η μητέρα Του ίδιου Του 2ου προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Θεό Λόγο, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Το θέμα βέβαια και το ζητούμενο είναι, πως ότι απευθύνουμε προς την Παναγία μας, να μην είναι μόνο προϊόν των χειλιών και της διανοίας μας, αλλά να είναι βιωματικά, καρδιακά και εφαρμόσιμα με τα έργα της μετανοίας μας.
Αλλιώς κινδυνεύουμε να μοιάσουμε με αυτούς που απευθύνεται ο ίδιος ο Θεός, δια του προφήτη του Ησαία: «Και είπε Κύριος· εγγίζει μοι ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσί με, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ᾽εμού μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες εντάλματα ανθρώπων και διδασκαλίας» (Ησ. 29,13). Δηλαδή: « Και είπε ο Κύριος: Με πλησιάζει ο λαός αυτός με το στόμα του μόνο και με τα χείλη τους με τιμούν, η καρδία τους όμως πολύ μακριά απέχει από εμένα, ανώφελα δε και μάταια με σέβονται, διότι διδάσκουν εντολές και διδασκαλίες ανθρώπων και όχι τις δικές μου». Η προφητική αυτή αναφορά ασφαλώς και αφορά στην εποχή μας και πολλούς από εμάς!» Έτη πολλά και ευλογημένα! Καλή Παναγιά!
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα, Κιβωτός της Ορθοδοξίας
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Η Παναγιά μα;!!!

ΟΤΑΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΘΟΤΑΝ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΑΣ
π. Δημητρίου Μπόκου
Κατά το Μάιο του 1929, τα λίγα χωράφια του χωριού και τα αμπέλια του κινδύνευαν να καταστραφούν τελείως από την επιδρομή αμέτρητων παμφάγων ακρίδων. Τρόπος να τις διώξουν δεν υπήρχε, ούτε μέσο να τις καταστρέψουν. Τα χτήματα ήταν στην απόλυτη κυριαρχία της φοβερής ακρίδας. Όλοι οι χωρικοί έβλεπαν με δέος, πόνο και απελπισία την επικείμενη καταστροφή. Μόνο ο πανάγαθος Θεός μπορούσε να βοηθήσει με το άπειρο έλεός του και με τις ικεσίες της προστάτιδάς μας Παναγίας της Πυρσόγιαννης.
Το ίδιο απόγευμα οι κάτοικοι του χωριού, με πρώτο τον ιερέα παπα-Ηλία Παπακώστα, πηγαίνουν ασθμαίνοντας να φέρουν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας για να γλυτώσει η Χάρη της τα χτήματα από την ολική καταστροφή και εξαφάνιση.
Όλο το βράδυ έψαλαν με κατάνυξη και με ιδιαίτερη προσοχή τη μεγάλη Παράκληση και πουρνό-πουρνό, ψάλλοντας σε όλο τον δρόμο το «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…», τη μετέφεραν στο χωριό μας και στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Γονατιστοί μέσα στο ναό έψαλαν τη μεγάλη Παράκληση και πήραν Αγιασμό, για να ραντίσουν τα δοκιμασμένα από τη λαίλαπα των ακρίδων χτήματα. Στο τέλος όλο το χωριό με επικεφαλής τον ιερέα παπα-Ηλία Παπακώστα, ψάλλοντας συνεχώς και ικετεύοντας, έφεραν τη θαυματουργή Εικόνα έξω από τον Ναό του Αγίου Μηνά, με πρόσωπο προς τα χτήματα και προσεύχονταν για να κάνει το θαύμα η Παναγία μας.
Και ω των θαυμασίων σου, Μητέρα του Θεού, Μητέρα της ψυχής μας και προστασία όλων!
Οι ακρίδες, σύννεφα ολόκληρα, φεύγοντας από τα χτήματα, έπεφταν στον Σαραντάπορο ποταμό και πνίγονταν. Η φωνή απελπισίας, η θερμή ικεσία και παράκληση των συγχωριανών εισακούσθηκε. Η Παναγία μας, η προστάτις όλων των πονεμένων, έσωσε για μια ακόμη φορά το χωριό μας. Δοξασμένο ας είναι το άγιο όνομά της!
(Ελεύθερη παράθεση από το βιβλίο: Νικολάου Τσίπα, Σεργιάνισμα στους χώρους και στην ιστορία της Πυρσόγιαννης).
Τέτοια γινόντουσαν τις εποχές που οι άνθρωποι είχαν μονάχα τον γείτονα και τον Θεό. Τον γείτονα για τα πέρα-δώθε, τον Θεό για τα δύσκολα. Είτε χαρά είχαν είτε λύπη, εκεί θα έτρεχαν. Έλεγαν π.χ. οι Φαρασιώτες της Καππαδοκίας, οι συμπατριώτες του αγίου Παϊσίου: «Εμείς στην πατρίδα μας τί θα πει γιατρός δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε (στον άγιο Αρσένιο, που τους διάβαζε κάποια ευχή και γίνονταν καλά). Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε αυτά εδώ στους ντόπιους, τους φαίνονται παράξενα».
Ο Θεός, η Παναγία και οι Άγιοι, ήταν η απαντοχή τους, η παρέα, το αποκούμπι τους. Μ’ αυτούς τα λέγανε, μ’ αυτούς τρωγόντουσαν νύχτα και μέρα. Στον Θεό λέγαν την καλημέρα τους με το που άνοιγαν τα μάτια τους, σ’ αυτόν και την καληνύχτα τους. Ο μεγάλος Μακρυγιάννης διηγείται πως μάλωσε κάποτε, φτωχό παιδί, με τον Αϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο, πικραμένος από την ανθρώπινη κακία. Και μια με τις απειλές, μια με τα παρακάλια, έκαμα, λέει, τις συμφωνίες μου με τον άγιο, να με βοηθήσει αυτός να προκόψω, κι εγώ να του φτιάξω καινούργια την εκκλησία του.
Ο ατίθασος Καραϊσκάκης είχε την Παναγία την Προυσιώτισσα, την «Κυρά της Ρούμελης», σαν μάνα του. Στο μοναστήρι της είχε τη μόνιμη κατοικία του. Της μιλούσε με απόλυτη οικειότητα. Με τη γνωστή του αμετροέπεια, χαριεντίζονταν μαζί της με απλότητα, όταν ασήμωσε την εικόνα της, μετά από μια θεραπεία του από τους πυρετούς και τις θέρμες που τον τσάκιζαν αδιάκοπα: «Γυναίκα δεν είσαι και συ, Μεγαλόχαρη; Έπρεπε, βλέπεις, να σου τάξω μπιχλιμπίδια για να με κάνεις καλά!»
Αυτά δείχνουν σχέση. Οικεία, ζεστή σχέση. Ο Θεός, οι άγιοι, μα ιδιαίτερα η Παναγία, δεν ήταν κάποιοι ξένοι, άγνωστοι, μα σπιτικοί, οι δικοί τους άνθρωποι. Μέλη της οικογένειάς τους. Δεν βάδιζαν μόνοι τον τραχύ δρόμο της ζωής τους, αλλά παρέα με τους αγίους τους, «συν πάσι τοις αγίοις». Οικοδέσποινα, νοικοκυρά σε κάθε σπίτι, είχαν πάντα τη Μεγαλόχαρη. Σε κάθε συμφορά, την Παναγιά καλούσαν πρώτη-πρώτη να συνδράμει. Δεν ήταν γάμος και χαρά, που να μη ζητήσουν με τα όμορφα τραγούδια τους να παρευρεθεί κι εκείνη στη χαρούμενη συντροφιά τους.
-  Έλα Θεέ και Παναγιά με τον Μονογενή σου,
κι ευλόγα μας τούτ’ την δουλειάν
 που ’ναι ’πο την βουλήν σου…
Δεν ήταν πόνος και καημός, που δεν θα τον ακουμπούσαν στα πόδια της πιο πονεμένης μάνας του κόσμου. Τα δάκρυα της Παναγιάς για τον μοναχογιό της, γίνονταν βάλσαμο και παρηγοριά, ένα με τα δικά τους δάκρυα. Έσμιγε το πικρό μοιρολόι τους με τον θρήνο της Μεγάλης Μάνας τους.
-  Άρχοντες, αφουγκράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον,
πώς κλαίει τον Μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον…
Δεν έβαζαν ψωμί στο στόμα τους, αν δεν καλούσαν Χριστό και Παναγιά συντροφιά στο τραπέζι τους, αχώριστους συνδαιτυμόνες τους.
-  Σε τουτ’ την τάβλα που ’μαστε, σε τούτο το τραπέζι,
τον Άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε
και την Παρθένα Δέσποινα διπλά την προσκυνάμε,
να μας χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου,
ν’ ανοίξω τον Παράδεισο, να μπω να σεργιανίσω,
να δω τους πλούσιους πώς περνούν
 και τους φτωχούς τί κάνουν…
Και η Παναγιά; Να μη συντρέχει, όταν τ’ αγαπημένα της παιδιά την προσκαλούν; Να μη σκοτώνεται να τα σκεπάσει, όταν απελπισμένα τη φωνάζουν; Σχέση αγάπης, βλέπεις, είναι αυτή, αμφίδρομη, πώς να φανεί αδιάφορη; Αισθάνεται μάνα κι αυτή για όσους αισθάνονται παιδιά της. Ξεχειλίζει ο μητρικός της πόθος για μας.
Εμείς όμως; Σήμερα που δεν μας νοιάζει ο γείτονας και τον Θεό δεν τον ντρεπόμαστε μήτε τον θέλουμε, που νοιώθουμε τάχα δυνατοί και άτρωτοι στον, παρά ταύτα, ετοιμόρροπο τενεκεδένιο μας παράδεισο, θα παραμείνουμε αδιάφοροι σε μια τέτοια μητέρα; Που καταδέχεται να μας θεωρεί, όχι κάποιους μακρινούς, αλλά καταδικούς της οικείους, λατρεμένους της συγγενείς; Πού θα ξαναβρούμε μια τέτοια αγάπη;
«Συγγενούς οικειότητος μη επιλάθη, Δέσποινα…»
Εορτή Κοιμήσεως Θεοτόκου
Αύγουστος 2018

    Α ν τ ι ύ λ η
Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/6980.898.504

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Ἡ περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου τῆς Παναγίας

Ἡ περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου τῆς Παναγίας
στή Χώρα τῆς Πάτμου 14 Αὐγούστου
Ἀπό ἀριστερά:Ὁ  ἀείμνηστος π. Ἀγαθάγγελος, ὁ π. Εὐθύμιος, ὁ π. Γαλακτίων,... ὁ ἀείμνηστος Βαρθολομαῖος (Μοναχός τότε) ὡς Κανονάρχης τῶν Ἐγκωμίων καί οἱ Ἱερομόναχοι π. Πρόχορος καί Ἀμφιλόχιος στήν πλατεία τῆς Ἁγιά-Λεβιᾶς
Διακρίνονται στήν πρώτη σειρά, βαστάζοντες τόν Ἐπιτάφιο οἱ ἀείμνηστοι π. Παῦλος καί Παρθένιος. Ἀκολουθοῦν οἱ:Προηγούμενος Μελέτιοος Μαργιόλος καί ὁ Ἱερομόναχος Παντελεήμων Καραλῆς, Ἐκκλησιάρχης. Ὄπισθεν ὁ Ἡγούμενος π. Ἱερεμίας Βάστας καί στήν ἑπόμενη σειρά ὁ Ἱερομ. Ἐπιφάνιος  Καλογιάννης, Ἱεροψάλτης, ὁ Διάκονος Ἰγνάτιος Σκεμπές καί ὁ Μοναχός (μετέπειτα Ἰσίδωρος, Ἐπίσκοπος Τράλλεων) Γερμανός Κρικρῆς, καί στήν τελευταία σειρά οἱ Διάκονοι Δανιήλ Στεφανής καί Νικηφόρος Κουμουνδοῦρος, μετά τοῦ Ἀθηναγόρου Κοκκινάκη, Ἐπισκόπους Ἐλαίας (μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπόυς Θυατείρων καί Μ. Βρετανίας), ἔτος 1960.
Στήν Ἁγιά Λεβιά, πάλι τό 1960. Ὁ κλητήρας τοῦ Δήμου, ὁ ἀλησμόνητος Ρή (γ)ας Κανιαρός, διανέμει τήν κηροδοσία. Δεξιά διακρίνεται ὁ Διοικητής τοῦ Ἀστυνομικοῦ Τμήματος  (ἀν θυμᾶμαι καλά) Μπαλογιάννης καί ἄλλοι Πατμιοι

Η Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου


Θεολογία και ερμηνεία στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Η Αγία μας Εκκλησία αποκαλεί τη Μάνα Παναγιά ως το γλυκασμό των αγγέλων, τη χαρά των θλιβομένων και την προστάτιδα των χριστιανών. Ως χρυσοπλοκώτατον πύργον και δωδεκάτειχον πόλιν, ως ηλιοστάλακτον θρόνον και καθέδραν του Βασιλέως. Ωστόσο, όπως και να την αποκαλέσει, για τον ανθρώπινο νου παραμένει ένα ακατανόητο θαύμα που γαλουχεί το Δεσπότη Χριστό, που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ γης κι ουρανού, την ατελείωτη ελπίδα και το αιώνιο στήριγμα κάθε χριστιανού.
Τη 15η του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της Πανσεβάσμιας μεταστάσεως της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου κι αειπαρθένου Μαρίας. Όχι όμως μία μνήμη λυπηρή και πενθική, αλλά χαροποιά κι ευφρόσυνος. Αφού σύμφωνα με τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης το σώμα αυτό δεν ήταν η χωμάτινη σάρκα που φορούσε η Παναγία, όταν ζούσε στη γη, αλλά το αφθαρτισμένο και πνευματικά «αλλαγμένο» σώμα, όπως ακριβώς γράφει κι ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή (ιε’ 51-52) [1].

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν έχουμε πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτή μαθαίνουμε από την «Απόκρυφον διήγησιν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας», από το σύγγραμμα «Περί Θείων ονομάτων» του Διονυσίου του Αεροπαγίτη και από τα «Εγκώμια εις την Κοίμησιν» Πατέρων της Εκκλησίας [2]. Την ευσεβή αυτή παράδοση της Εκκλησίας μας συνοψίζει άριστα το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα· και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα» [3].
Η εν λόγω εορτή φαίνεται ότι καθιερώθηκε κατά τον 6ο αι., κάπου εκεί συναντάμε και το εικονογραφικό θέμα της εορτής. Η πανήγυρίς της ξεκινά από τις τοπικές γιορτές, που τελούνταν στη Γεθσημανή προς τιμή της Παναγίας κι επεκτάθηκαν από τον 4ον αι. στην Παλαιστίνη κι απ’ εκεί στην Ανατολή και κατόπιν στη Δύση. Ωστόσο, κάποια δείγματα της απεικόνισης απαντώνται αμέσως μετά την Εικονομαχία, κατά το 10ο αι. Έτσι σώζονται ορισμένα ανάγλυφα σε ελεφαντοστό και τοιχογραφίες κυρίως από την Καππαδοκία και τη Συρία. Στα παραδείγματα αυτά είναι ήδη διαμορφωμένος ο βασικός τύπος του θέματος πράγμα που επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η αρχή της ιστορήσεως δύναται να αναχθεί και πριν από την Εικονομαχία. Στον τύπο που επικρατεί κατά τον 11ο αι. περιλαμβάνεται η κλίνη με τη Θεοτόκο νεκρή, γύρω οι Απόστολοι και πίσω ο Χριστός με την ψυχή της. Όλοι οι Απόστολοι παρίστανται με ενδύματα αρχαίων ρητόρων (συχνά απεικονίζεται ο Πέτρος να θυμιατίζει στην κεφαλή της Παναγίας κι ο Παύλος να σκύβει στα πόδια της) [4], ενώ ο Χριστός με στραμμένο το πρόσωπό Του αριστερά προς τη Μητέρα Του, στρέφει με έκδηλη ένταση το κορμί του δεξιά κι ανασηκώνει την ψυχή της Θεοτόκου που εμφανίζεται ως μικρό παιδί του οποίου το κεφάλι είναι ντυμένο με μαφόριο ή ως βρέφος φασκιωμένο με τα χέρια σταυρωμένα. Δύο ολόσωμοι άγγελοι, πετώντας συμμετρικά πάνω από το Χριστό, ετοιμάζονται να καταλάβουν την ψυχή της Θεοτόκου.
Από τον 11ο αι. προστίθενται διάφορες εικονογραφικές λεπτομέρειες, όπως άγγελος από αυτούς που πλαισιώνουν το Χριστό και παραλαμβάνει την ψυχή της Θεοτόκου, για να την φέρει στον Παράδεισο και μάλιστα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ως «ψυχοπομπός». Πληθύνονται οι παραστάσεις των γυναικών που βγαίνουν από το υπερώο, καθώς και των ιπτάμενων αγγέλων. Κατά το 12ο αι. εμφανίζεται και το γνωστό επεισόδιο του Εβραίου Ιεφωνία, που Άγγελος του κόπτει τα χέρια, επειδή προσπάθησε να βεβηλώσει το ιερό φέρετρο. Συνήθως τα κομμένα χέρια του, απεικονίζονται πάνω στο νεκρικό κρεβάτι της Παναγίας. Το γεγονός αυτό συμβολίζει το «άσπιλον-αμόλυντον» της Θεοτόκου που προεικονίζει και αισθητοποιεί την Εκκλησία του Χριστού, η οποία από κανέναν δεν πρέπει να μιανθεί, αλλά να παραμείνει «εσαεί αγία κι άμωμος» ως κιβωτός σωτηρίας.

Στα μέσα του 14ου αι. γίνεται αποκρυστάλλωση του θέματος στη γνωστή μορφή, η οποία επικρατεί πλέον με επιμέρους λεπτομέρειες ή παραλλαγές. Σχετικά θέματα που προστίθενται είναι ο Ενταφιασμός και η Μετάσταση της Παναγίας, που το δεύτερο ως δόγμα είναι δεκτό μόνο από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αξιοθαύμαστος είναι ο συνεχής πλουτισμός της εικόνας της Κοιμήσεως, με θέματα όπως η δόξα του Χριστού, το Σεραφείμ πάνω από το Χριστό, οι Ιεράρχες και οι Υμνογράφοι (όσον αφορά τους Ιεράρχες, τέσσερις ήταν αυτοί που παρευρέθηκαν στην Κοίμηση: ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Άγιος Ιερόθεος πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ο Άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης κι ο Άγιος Τιμόθεος ο Απόστολος [5]. Κια για τους δύο Υμνογράφους που συνήθως απεικονίζονται, πρόκειται σύμφωνα με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, για τον Άγιο Κοσμά τον Μελωδό, επίσκοπο Μαïουμά, ο οποίος έχει γράψει τον πρώτο κανόνα της Εορτής, σε ήχο α΄ και για τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, που έχει γράψει το δεύτερο κανόνα, σε ήχο δ΄. Και οι δύο Υμνογράφοι κρατούν μεγάλα ειλητάρια, όπου αναγράφονται αποσπάσματα ύμνων τους.[6] ), το ημικύκλιο που υποδηλώνει τον ουρανό, οι γυναίκες που θρηνούν τη Θεοτόκο, τα οικοδομήματα που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην προοπτική της εικόνας, το κερί που τίθεται στο ήδη υπάρχον υποπόδιο, τα παράπλευρα επεισόδια( όπως νεφέλες, Εβραίος κ.α.), οι ψυχές των Αποστόλων με τη μορφή προτομών, περιβαλλόμενες από σύννεφα καταφθάνουν για να τιμήσουν την «κεκοιμημένην» Θεοτόκο σύμφωνα με την ομιλία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού [7].
Η παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι η τελευταία από τα θέματα του Δωδεκαόρτου, το οποίο περιλαμβάνει τις δώδεκα σπουδαιότερες εορτές της Εκκλησίας μας και χρησιμοποιούνται για την εικονογράφηση των θόλων και των ψηλότερων σημείων των τοίχων του ναού [8]. Κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτού του θέματος είναι η Κοίμηση της Μονής Δαφνίου (11ος αι.), η Κοίμηση του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη της Καστοριάς (1160-1180), καθώς κι η Κοίμηση στη Μαρτόνα του Παλέρμου της Σικελίας (1146-1151) [9].
Η Παρθένος Μαρία είναι ο καρπός του δένδρου των οσίων και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, «η Πύλη η κατά ανατολάς, η κεκλεισμένη», σύμφωνα με τον προφήτη Ιεζεκιήλ, η παρηγοριά, το λιμάνι κι η καταφυγή κάθε πονεμένης ψυχής. Γι’ αυτό στη συνείδηση του λαού η εορτή αυτή αποτελεί το δεύτερο Πάσχα, το Πάσχα του καλοκαιριού. Της «άλλης βιοτής της αιωνίου, την απαρχήν» που εορτάζουμε το Πάσχα, πρώτος καρπός είναι η δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Παραπομπές:
1. Π. Β. Πάσχου, Έρως Ορθοδοξίας ( Βίοι Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και κατανυκτικά κεφάλαια ορθοδόξου πνευματικότητος στολισμένα με πολλές βυζαντινές εικόνες), εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σσ.74-79.
2. Χρήστου Γ. Γκότση, Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων, τ. Α΄, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σσ. 123-124 (εφεξής: Χρήστου Γ. Γκότση, Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων).
3. Ανδρέα Θεοδώρου ( Ομοτ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών), Χρυσοπλοκότατε Πύργε, Μετάφραση και σχολιασμός των Παρακλητικών Κανόνων, εκδ. Αποστολική Διακονία της Ελλάδος, σ. 68.
4. Χρήστου Γ. Γκότση, Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων, σ. 126.
5. Χρήστου Γ. Γκότση, Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων, σ. 126.
6. Γεωργίου Β. Αντουράκη, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης, Γ΄ Τόμος: Τεύχος Δεύτερο (Το Δωδεκάορτο και ο Ακάθιστος Ύμνος στην Ορθόδοξη Τέχνη και Παράδοση ), Αθήνα 2001, σσ. 329-330 ( εφεξής: Γεωργίου Β. Αντουράκη, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης).
7. Γεωργίου Β. Αντουράκη, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης, σσ. 327-330.
8. Ιωάννας Στουφή- Πουλημένου, Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη, Αθήνα 2011, σ.320.
9. Γεωργίου Β. Αντουράκη, Θέματα Αρχαιολογίας και Τέχνης, σ. 331.
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/