Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Η αρχή της Ινδίκτου!


Η αρχή της Ινδίκτου και αρχή μετανοίας



Η αρχή της Ινδίκτου πρέπει να συμβαδίζει με το τέλος της αυτοκριτικής μας και την αρχή της μετανοίας μας…!
Είμαστε σίγουροι ότι οι περισσότεροι, εντός και εκτός Εκκλησίας, αγνοούν ότι η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους γα την Εκκλησία μας. Λίγοι γνωρίζουν πραγματικά ότι «Πρωτοχρονιά» για την Εκκλησία μας, είναι η 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, όπου λέγεται «Αρχή της Ινδίκτου». Ο Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τα έξης σχετικά και κατατοπιστικά για την Ίνδικτο: «Λέξις λατινική (indictio) ορισμόν σημαίνουσα καθ’ όν κατά δεκαπενταετή περίοδο πληρώνονταν εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), όταν διέταξε την γενική των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφή και την είσπραξη των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγινε επισήμως η χρήση της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α’ Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. «Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι’ ανθρώπους νέε».

Η Ινδικτιώνα λοιπόν, είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.. Στο διαδίκτυο μπορείς να βρεις και άλλα απαραίτητα στοιχεία που δείχνουν την ιστορική εξέλιξη και την εκκλησιαστικοποίηση της κοσμικής αυτής περιόδου: Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη. Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας. Αργότερα, το 462 μ. Χ., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια. Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό. Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον».
Τέλος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ανακεφαλαιώνει τα παραπάνω και οριστικοποιεί τους 3 λόγους που η Εκκλησία εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου: «Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκή, ήτοι λατινική γλώσσα, θέλει να πει ο ορισμός. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτη η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινή ημέρα, πήγε ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγή των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίο του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμηση της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομε εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήσει τον νέον χρόνο, και χαρίσει τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτο από όλα τα σωματικά αγαθά. Για να φωτίσει τας διανοίας μας, εις το να περάσουμε όλον τον χρόνο καθαρώς και με αγαθή συνείδηση, και εις το να ευαρεστήσουμε τω Θεώ, με την φύλαξη των εντολών του και ούτω να τύχουμε των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Πέρα από την παράθεση της απαραίτητης ιστορικής γνώσης για την αρχή της Ινδίκτου, πιο μεγάλη σημασία έχει τον τρόπο που ο κάθε ένας πιστός θα εορτάσει αυτό το γεγονός, στην προσωπική του ζωή. Έχουμε ξαναπεί ότι η Εκκλησία μας ότι εορτάζει και προβάλλει, γίνεται πάντα με σκοπό την σωτηρία μας. Αυτή η σωτηρία όμως δεν προέρχεται μαγικά, αλλά εκτός από την απαραίτητη θεία Χάρη που στέλνει ο Τριαδικός μας Θεός μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και τις Ιερές της Ακολουθίες, χρειάζεται και εκ μέρος μας μια απαραίτητη αυτοκριτική. Η 31η Αυγούστου (τελευταία μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) και 1η Σεπτεμβρίου (πρώτη μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προβούμε στην απαραίτητη αυτοκριτική μας, για το πώς περάσαμε όλη αυτή την εκκλησιαστική χρονιά που φεύγει. Τι κάναμε σωστά; Που υστερήσαμε; Τι λάθη και σφάλματα έγιναν και πρέπει να διορθωθούν και να αποφευχθούν κατά την νέα Εκκλησιαστική χρονιά που μόλις ήρθε; Ποιους πικράναμε και στεναχωρήσαμε; Ποιους αδικήσαμε; Τι μπορούσαμε να κάνουμε και δεν το πράξαμε; Πόσο εφαρμόσαμε τον Ευαγγελικό λόγο και τις εντολές Του Θεού στη ζωή μας; Πόσο και που σπαταλήσαμε το χρόνο άσκοπα ή μόνο για προσωπική μας ευχαρίστηση χωρίς να ν μοιραστούμε με τον αδελφό μας, ιδιαίτερα αυτόν που είχε ιδιαίτερη ανάγκη π.χ. όπως επίσκεψη σε ασθενή ή σε φυλακισμένο ή σε αναξιοπαθούντα κτλ.;
Αλλοίμονο αν ο χρόνος και τα έτη περνούν και εμείς δεν συνειδητοποιούμε σε πιο επίπεδο είμαστε και δεν φροντίζουμε να ετοιμαζόμαστε να πάμε εκεί που μας θέλει ο Θεός. Τι νόημα έχει να εορτάζουμε κάτι επιφανειακά και δεν μεταμορφώνεται εσωτερικά με την καλή αλλοίωση της θείας χάριτος όλη η ύπαρξή μας; Γι αυτό αδελφοί μου καλό θα είναι, αν όχι κάθε βράδυ, αν όχι κάθε εβδομάδα, αν όχι κάθε μήνα, τουλάχιστον κάθε χρόνο να κάνουμε την αυτοκριτική μας, ώστε η αρχή κάθε εκκλησιαστικού έτους, να ταυτίζεται και με την αρχή της μετανοίας μας, με την αρχή του νέου ανακαινισμένου ευατού μας, που πνευματικά είναι βελτιωμένος από την χρονιά που έφυγε ή τουλάχιστον να έχει πάρει την απόφαση έστω να γίνει καλύτερος…
Ευχόμαστε από καρδιάς σε κάθε αναγνώστη, καλή, ευλογημένη και καρποφόρα νέα Εκκλησιαστική χρονιά!

Νέον Ἐκκλησιαστικό ἔτος!


Πατριαρχικόν Μήνυμα 
ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Ἰνδίκτου 






Ἀριθμ. Πρωτ. 582

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
---

          Προσφιλεῖς ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

          Εὐδοκίᾳ καί χάριτι τοῦ πανδώρου Θεοῦ συμπληροῦνται σήμερον 30 ἔτη ἀπό τῆς καθιερώσεως ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου καί πρώτης ἡμέρας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ὡς «Ἡμέρας προστασίας τοῦ περιβάλλοντος». Ἡ εὐλογημένη αὕτη πρωτοβουλία ἔσχε δαψιλῆ καρποφορίαν. Δέν ἀπηυθύνθημεν μόνον πρός τούς ὀρθοδόξους πιστούς, οὔτε μόνον πρός τούς χριστιανούς ἤ τούς ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά καί πρός πολιτικάς προσωπικότητας, πρός περιβαλλοντολόγους καί ἄλλους ἐπιστήμονας, πρός τούς διανοουμένους καί κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, ἐπιζητοῦντες τήν συμβολήν των.
          Αἱ περιβαλλοντικαί δράσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐλειτούργησαν ὡς ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν, νά προβάλῃ μέ ἔμφασιν τήν ἀλήθειαν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, τήν εὐχαριστιακήν θεώρησιν καί χρῆσιν τῆς δημιουργίας καί τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀσκητισμοῦ ὡς βάσιν διά τήν κατανόησιν τῶν αἰτίων καί ἀντιμετώπισιν τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος. Ἡ σχετική μέ τήν θεολογικήν οἰκολογίαν ἤ οἰκολογικήν θεολογίαν βιβλιογραφία εἶναι ἐκτενεστάτη καί συγκροτεῖ ἐν τῷ συνόλῳ της ἀξιόλογον ὀρθόδοξον μαρτυρίαν ἔναντι μιᾶς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων προκλήσεων διά τήν σύγχρονον ἀνθρωπότητα καί τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἐνασχόλησις μέ τό οἰκολογικόν πρόβλημα καί τάς κοσμολογικάς διαστάσεις καί ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας, αὐτῆς τῆς ἀλλοτριωτικῆς ἐσωτερικῆς «ἀνατροπῆς ἀξιῶν» εἰς τόν ἄνθρωπον, ἔφερεν εἰς τό προσκήνιον τήν συνάφειαν περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων καί τήν ἀνάγκην κοινῆς προσεγγίσεώς των. Στράτευσις διά τήν προστασίαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας καί διά τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην εἶναι δράσεις ἀλληλένδετοι καί ἀδιαίρετοι.
          Τό ἐνδιαφέρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως δέν ἐγεννήθη ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν, δέν εἶναι δημιούργημά της. Αὐτή ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀφορμή καί ἡ εὐκαιρία διά νά ἐκφράσῃ, νά ἀναπτύξῃ, νά διακηρύξῃ καί νά προβάλῃ ἡ Ἐκκλησία τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς της. Θεμέλιον τῆς ἀδιαπτώτου μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας διά τό φυσικόν περιβάλλον εἶναι αὐτή αὕτη ἡ ἐκκλησιολογική ταυτότης καί ἡ θεολογία της. Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς κτίσεως εἶναι διάστασις τῆς πίστεώς μας, περιεχόμενον τῆς ζωῆς μας ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησίας. Ἡ ἰδία ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «βιωμένη οἰκολογία», ἔμπρακτος σεβασμός καί μέριμνα διά τήν δημιουργίαν καί πηγή τῶν οἰκολογικῶν δραστηριοτήτων της. Κατ᾿ οὐσίαν, τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως εἶναι προέκτασις τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς σχέσεώς της μέ τόν κόσμον. Ἡ λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀσκητικόν ἦθος, ἡ ποιμαντική διακονία, ἡ σταυροαναστάσιμος βιοτή τῶν πιστῶν, ὁ ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, συγκροτοῦν μίαν κοινωνίαν προσώπων διά τήν ὁποίαν ἡ φυσική πραγματικότης δέν εἶναι ἀντικείμενον, χρηστικόν ὑλικόν διά τήν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀτόμου καί τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλά ἐνέργημα, πεπραγμένον, δημιούργημα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ νά τό σεβασθῶμεν καί νά τό προστατεύσωμεν, καθιστάμενοι «συνεργοί» αὐτοῦ, «οἰκονόμοι», «φύλακες», καί «ἱερεῖς» τῆς δημιουργίας, νά καλλιεργήσωμεν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν.
          Ἡ μέριμνα διά τό φυσικόν περιβάλλον δέν εἶναι μία πρόσθετος δραστηριότης εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν, ἀλλά οὐσιαστική ἔκφρασις αὐτῆς. Δέν ἔχει κοσμικόν, ἀλλά ἀμιγῆ ἐκκλησιαστικόν χαρακτῆρα, εἶναι «λειτουργική διακονία». Ὅλαι αἱ πρωτοβουλίαι καί αἱ δράσεις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἐφηρμοσμένη ἐκκλησιολογία». Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ θεολογική οἰκολογία δέν ἀναφέρεται μόνον εἰς τήν ἀνάπτυξιν οἰκολογικῆς εὐαισθησίας καί εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἀλλά ἐπεκτείνεται εἰς τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνισιν συμπάσης τῆς κτίσεως, ὅπως αὐτή πραγματώνεται καί βιοῦται ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, ὡς εἰκόνι καί προγεύσει τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας ἐν τῇ δοξολογικῇ πληρότητι καί φωτοχυσίᾳ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

          Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

          Τό οἰκολογικόν πρόβλημα ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ κόσμος μας ἀποτελεῖ ἑνότητα, ὅτι τά προβλήματά μας εἶναι παγκόσμια καί κοινά. Διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων ἀπαιτεῖται πολύπλευρος κινητοποίησις, σύγκλισις, συμπόρευσις, σύμπραξις. Εἶναι ἀδιανόητον, ἡ ἀνθρωπότης νά γνωρίζῃ τήν σοβαρότητα τοῦ προβλήματος καί νά συνεχίζῃ νά συμπεριφέρεται ὡς νά μή ἐγνώριζεν. Ἐνῷ κατά τάς τελευταίας δεκαετίας, τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, μέ πρόσημον τόν φετιχισμόν τῶν οἰκονομικῶν δεικτῶν καί τήν μεγιστοποίησιν τοῦ κέρδους, ὤξυνε τά οἰκολογικά καί κοινωνικά προβλήματα, ἐξακολουθεῖ νά κυριαρχῇ εὐρέως ἡ ἄποψις ὅτι «δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐναλλακτική ἐπιλογή» καί ὅτι ἡ μή συμμόρφωσις πρός τήν ἄτεγκτον νομοτέλειαν τῆς οἰκονομίας θά ὁδηγήσῃ εἰς ἀνεξελέγκτους κοινωνικάς καί οἰκονομικάς καταστάσεις. Τοιουτοτρόπως, ἀγνοοῦνται καί δυσφημίζονται αἱ ἐναλλακτικαί μορφαί ἀναπτύξεως καί ἡ ἰσχύς τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς δικαιοσύνης.
          Ἡμεῖς ὀφείλομεν νά δραστηριοποιηθῶμεν ἔτι περαιτέρω διά τήν ἐφαρμογήν ἐν τῇ πράξει τῶν οἰκολογικῶν καί κοινωνικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ἐξόχως σημαντικόν ὅτι αἱ καθ᾿ ἡμᾶς ἀρχιεπισκοπαί καί μητροπόλεις, πολλαί ἐνορίαι καί ἱεραί Μοναί, ἔχουν ἀναπτύξει οἰκολογικάς πρωτοβουλίας καί πρακτικάς διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος, καί ποικίλα προγράμματα περιβαλλοντικῆς ἀγωγῆς. Πρέπει νά δοθῇ ἰδιαιτέρα ἔμφασις εἰς τήν ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγησιν τῶν νέων, ὥστε αὕτη νά λειτουργῇ ὡς χῶρος καλλιεργείας καί ἀναπτύξεως οἰκολογικοῦ ἤθους καί ἀλληλεγγύης. Ἡ παιδική καί ἡ ἐφηβική ἡλικία ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρως εὐνοϊκάς περιόδους τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου δι᾿ οἰκολογικήν καί κοινωνικήν εὐαισθητοποίησιν. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σπουδαιότητος τῆς περιβαλλοντικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνεχίζον τήν σειράν τῶν σχετικῶν σεμιναρίων, ἀφιέρωσε τήν ἐν τῇ Ἕδρᾳ αὐτοῦ ὀργανωθεῖσαν Γ’ διεθνῆ «Διάσκεψιν τῆς Χάλκης διά τήν Θεολογίαν καί τήν Οἰκολογίαν» (31 Μαΐου - 4 Ἰουνίου 2019), εἰς τό θέμα τῆς ἐντάξεως εἰς τά προγράμματα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν μαθημάτων καί προγραμμάτων σχετικῶν μέ τήν οἰκολογίαν καί τήν οἰκολογικήν παιδείαν. Ἡ λύσις τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἀνέφικτος χωρίς πνευματικόν προσανατολισμόν.
          Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν αἴσιον καί εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, πλούσιον ἐν ἔργοις θεαρέστοις, καλοῦντες δέ τά ἀνά τήν οἰκουμένην φωτόμορφα τέκνα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας νά προσεύχωνται διά τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, νά ζοῦν οἰκοφιλικῶς καί φιλαδέλφως εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ζωῆς των, νά ἀγωνίζωνται διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί διά τήν προαγωγήν τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης, καί διατρανοῦντες ἅπαξ ἔτι τήν ἀλήθειαν ὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθής πρόοδος, ὅταν θίγεται ἡ «καλή λίαν» δημιουργία καί ὁ κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς, μεσιτείᾳ τῆς Ἁγιοπρώτου Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν ζωοπάροχον χάριν καί τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Δημιουργοῦ καί Προνοητοῦ πάσης τῆς κτίσεως.  
                                          ,βιθ’ Σεπτεμβρίου α΄
                   Ὁ Κωνσταντινουπόλεως διάπυρος πρός Θεόν

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Ψαλτική τεχνη11


Τα Διαχρονικά Γνωρίσματα της Βυζαντινής Μελουργίας και της Ψαλτικής Τέχνης
Γεωργίου Κ. Ἀγγελινάρα
Ἄρχοντος Μαΐστορος
τῆς Α.τ.Χ.Μ.Ε.

   Ὅπως ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἑνιαία καί ἀδιαίρετη ἀπό τόν Ὅμηρο καί τόν Πίνδαρο μέχρι τόν Ρωμανό τόν μελωδό, τόν Σολωμό καί τόν Ἐλύτη, ἔτσι καί ἡ μουσική παράδοση τοῦ ἀρχαίου καί τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ παρέμεινε ὁμοιογενής ὡς πρός τά μουσικά ἐκφραστικά σχήματα καί τά μελισματικά ποικίλματα πού ἀποβλέπουν στήν ἔξαρση καί τήν ἐνεργοποίηση τοῦ ποιητικοῦ κειμένου χωρίς νά ἐκτρέπωνται σέ ρυθμοτονικές ὑπερβολές καί αὐτάρεσκους φωνητικούς γλυκασμούς.      
   Τό ὅτι κατά καιρούς παρατηρήθηκαν μεταβολές καί προσμίξεις στοιχείων πού προέρχονταν ἀπό ἄλλες μουσικές παραδόσεις, αὐτό ἐλάχιστα ἐπηρέασε τό ἦθος τῶν διαφόρων μελωδιῶν, ἐπειδή τά στοιχεῖα αὐτά ἀφομοιώθηκαν δημιουργικά καί ἐντάχθηκαν ἁρμονικά μέσα στό ὅλο μουσικό σύστημα, χωρίς νά ἀλλοιώσουν σέ βάθος τόν χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς.
    Αὐτό ἄλλωστε παρατηρήθηκε σέ ὅλα τά εἴδη τῆς Τέχνης. Ὁ Πλάτων εἶχε παρατηρήσει μέ πολλή ὀξυδέρκεια πώς ὁτιδήποτε οἱ Ἕλληνες παρέλαβαν ἀπό τούς ἄλλους λαούς, αὐτό ποτέ δέν τό χρησιμοποίησαν ἀκατέργαστο, ἀλλά πάντοτε τό ἐπεξεργάστηκαν1 μέ τόση ἐπιμέλεια, ὥστε νά τοῦ δώσουν τήν μορφή, τό κάλλος καί τήν ἀστραπή τῆς ἑλληνικῆς.
   Κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ στίς διάφορες λατρευτικές ἐκδηλώσεις κυριαρχοῦσε ἡ λεγόμενη δαυϊτική μελωδία, ἄσματα δηλαδή ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί κυρίως ἀπό τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν, καθώς ἐπίσης καί ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Τό μεγαλύτερο μέρος τῶν Ἀκολουθιῶν καλυπτόταν ἀπό ἀναγνώσματα καί ἐλάχιστους ὕμνους.
   Ἡ παλαιοχριστιανική δαυϊτική μελωδία ἐξακολουθεῖ νά χρησιμοποιῆται μέχρι σήμερα στίς ἀκολουθίες τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καί τῶν Μυστηρίων. Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἐπίδραση τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος ἐπάνω στήν χριστιανική σκέψη καί τήν Τέχνη ὑπῆρξε βαθιά καί ἀποφασιστική.
   Ὁ νέος Ἰσραήλ εἶχε ἀνάγκη ἀπό νέους ὕμνους2 γιά τήν δοξολογία τοῦ Ἰησοῦ. Τά μαρτύρια τῶν Ἁγίων ἀποτελοῦσαν ἀνεξάντλητη πηγή ἐμπνεύσεως γιά τούς χριστιανούς μελουργούς, πού ἔπρεπε νά ὑμνήσουν τούς μάρτυρες τῆς πίστεως καί συγχρόνως νά φρονηματίσουν τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
   Ὅταν οἱ ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου3 προσπαθοῦσαν νά παρασύρουν τούς χριστιανούς μέ ὕμνους τούς ὁποίους εἶχαν ἐπενδύσει μέ μελωδίες λαϊκές ὅπως ἐκεῖνες πού τραγουδοῦσαν συνήθως οἱ ναυτικοί, οἱ μυλωθροί, οἱ βοσκοί καί οἱ ὁδοιπόροι, προσπαθώντας μέ τήν γλαφυρότητα τῆς μουσικῆς νά παρασύρουν τούς ἁπλοϊκότερους στήν αἵρεσή τους, οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπάντησαν μέ ὕμνους ὑψηλῆς θεολογίας, ἀνώτερης φιλολογικῆς ἀξίας καί μέ μελωδίες σεμνῆς ἱεροπρέπειας.
   Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καυτηρίασαν τήν ὑπέρμετρη ποικιλία τῶν ρυθμῶν καί τῶν μέτρων καί γενικότερα τήν χρησιμοποίηση τῆς ἐλεύθερης μελοποιΐας στούς λειτουργικούς ὕμνους. Ἀλλά καί οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι καί οἱ μεγάλοι μουσικοί εἶχαν καταδικάσει τίς ὑπερβολές τῶν συγχρόνων τους μελοποιῶν, οἱ ὁποῖοι παρέσυραν τό πλῆθος καί ἰδίως τούς νέους σέ ἀνεπίτρεπτα ἔκτροπα μέ τούς βακχικούς ρυθμούς καί τά ὀργιαστικά αὐλωδήματα. Ἐπειδή ἡ μουσική εἶναι μέσον ἀγωγῆς, τό κριτήριο τῆς καλῆς καί ὑγιαίνουσας μουσικῆς δέν πρέπει νά διαμορφώνεται ἀποκλειστικά ἀπό τό δημόσιο αἴσθημα, ἀλλά νά ἐπηρεάζεται ἀπό τήν γνώμη τῶν εἰδικῶν καί μάλιστα ἐκείνων πού διακρίνονται γιά τόν ἐνάρετο βίο τους.
   Μιά μουσική σύνθεση δέν θά πρέπη νά κρίνεται ἀπό τό μέτρο τῆς καλλιτεχνικῆς ἀπολαύσεως πού χαρίζει στό ἀκροατήριο, ἀλλά ἀπό τήν δύναμη καί τό εἶδος τῆς ἐπιδράσεως πού ἐξασκεῖ. Μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἀποβῆ μορφωτική δύναμη ἀπό τίς πιό ἰσχυρές καί παράγοντας ἐξαιρετικά σημαντικός γιά τήν ἀνάπτυξη ἐκλεπτυσμένης κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ μουσική ὑπεστήριξε ὁ Ἀριστοτέλης4 πρέπει νά διεγείρη καί νά διαμορφώνη τά εὐγενέστερα συναισθήματα τοῦ ἀνθρώπου, νά μορφοποιῆ τίς ἄλογες δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί νά τίς μεταβάλλη σέ πηγή ἐμπνεύσεων γιά δημιουργία καί πρόοδο. Ὁ μαθητής του, Ἀριστόξενος ὁ Ταραντίνος5, ὁ διαπρεπέστερος θεωρητικός τῆς μουσικῆς τέχνης, εἶχε ἀναλάβει μεγάλο ἀγῶνα προσπαθώντας νά μυήση τούς μαθητές του στήν σοβαρή καί ἤρεμη μουσική τοῦ Πινδάρου, τοῦ Αἰσχύλου, τοῦ Σιμωνίδη καί τῶν ἄλλων ἀρχαίων ἐμπνευσμένων μουσικῶν, ἐπειδή στήν ἐποχή του ἡ ἑλληνική μουσική εἶχε διαφθαρῆ ἀπό τίς καινοτομίες τοῦ Φρύνιδος, τοῦ Φιλοξένου, τοῦ Τιμοθέου, τοῦ Πύθερμου, καθώς ἐπίσης καί ἀπό τίς αἰσθησιακές θεατρικές μονωδίες. Ὁ Ἀριστόξενος ἀπέβλεπε στήν καθιέρωση ἑνός μουσικοῦ ὕφους ἁπλοῦ καί εὐγενικοῦ, ἱκανοῦ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στήν ἀρετή καί τήν ἀξιοπρέπεια. Οἱ θρησκευτικοί ὕμνοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων παρέμειναν ἐπί αἰῶνες ἀναλλοίωτοι. Ἀποτελοῦνταν ἀπό ὁρισμένους ὁριστικούς τύπους συνθέσεως πολύ πειθαρχημένου καί αὐστηροῦ χαρακτήρα καί πολύ ὑψηλῶν αἰσθητικῶν καί καλλιτεχνικῶν ἀπαιτήσεων.
   Αὐτοί οἱ τύποι συνθέσεως ὀνομάστηκαν νόμοι, ἐπειδή ἀπαγορευόταν ἡ ἀπομάκρυνση καί παρέκκλιση ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τους, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλούταρχος. Τά Ἀπολυτίκια, τά Κοντάκια, τά Προσόμοια καί οἱ Κανόνες ἀποτελοῦν καί γιά μᾶς νόμους, ἐπειδή τό κείμενο καί ἡ μελωδία ἀπαρτίζουν ἕνα σύνολο ὀργανικό καί αὐτόνομο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος6 ἔλεγε ὅτι τίποτε δέν ἀνυψώνει τήν ψυχή, τίποτε δέν τῆς χαρίζει φτερά, τίποτε δέν τήν ἐλευθερώνει ἀπό τά ἐπίγεια δεσμά της, ὅσο ἕνας λειτουργικός ὕμνος πού σ᾿ αὐτόν ὁ ρυθμός καί ἡ μελωδία ἑνώνονται σέ μιά πραγματική συμφωνία. Ὁ Μίκης Θεοδωράκης γράφει πώς «ὅταν ἡ ποίηση καί ἡ μουσική ἀποτελοῦν μιά ἑνότητα, τότε γίνεται τό θαῦμα τῆς δημιουργίας τῆς ἀρχέτυπης μελωδίας»7 .
   Αὐτό τό θαῦμα τό διαπίστωσε σέ ὅλους τούς ὕμνους τῆς βυζαντινῆς μελουργίας. Ἡ ἀλλοίωση τοῦ μέλους καταστρέφει τήν τονική ρυθμοποιΐα καί διασπᾶ τήν ἑνότητα λόγου, ρυθμοῦ καί μελωδίας. Ὅταν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀντιδροῦν στήν εἰσαγωγή διονυσιακῶν μελωδιῶν στήν χριστιανική Λατρεία, οὐσιαστικά διατυπώνουν ἀπόψεις ἀνάλογες μέ ἐκεῖνες τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, τῶν μουσικῶν καί τῶν ἠθικολόγων, πού εἶχαν  μελετήσει τήν δύναμη τῆς μουσικῆς καί τήν ἐπίδραση πού ἀσκεῖ στήν διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν κατεδίκασαν ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς, ἀλλά μόνο τίς ὑπερβολές καί τίς ἐξεζητημένες μετατροπίες. Ἀντίθετα χρησιμοποιοῦσαν πολλές σοβαρές καί ἠθικές μελωδίες, καθώς ἐπίσης καί τούς σεμνούς ρυθμούς, πού ἐνισχύουν τήν κοσμιότητα καί κρατοῦν τό πνεῦμα τοῦ προσευχομένου νηφάλιο καί ἡγεμονικό. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος8 πρῶτος κατά τίς ἀρχές τοῦ δευτέρου αἰῶνος εἰσηγήθηκε τό ἀντίφωνο σύστημα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί προέτρεψε νά ψάλλωνται ὅλες οἱ ἠθοπλαστικές, οἱ γαλήνιες καί εὐφρόσυνες μελωδίες τῶν ἀρχαίων μουσικῶν ἐξαγιασμένες ἀπό τήν χριστιανική ὑμνογραφία. Ὅλοι οἱ Πατέρες ἀπέβλεπαν στήν καθιέρωση μουσικῆς κατευναστικῆς, σεμνῆς καί μεταφυσικῆς, ἱκανῆς νά μεταρσιώση τίς ψυχές τῶν πιστῶν καί νά τίς ἑνώνη μέ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μέγας Βασίλειος9 καθόρισε οἱ Ψαλμοί νά ἐκτελοῦνται κατά τόν τρόπο τῶν πινδαρικῶν ἐπινικίων, διότι ὁ Πίνδαρος ἦταν ἄτομο βαθύτατα θρησκευόμενο.
    Ἡ ἐκκλησιαστική ὑμνωδία εἶναι ποίηση ρυθμική, ἔντεχνη καί παραπλήσια μέ τήν ἀρχαία λυρική καί ἰδίως τήν χορική. Κάθε ἱερή σύναξη εἶναι ὄχι μόνο ἄσκηση πνευματική, ἀλλά κυρίως καί πρό πάντων μέθεξη μυσταγωγική. Ἡ Βυζαντινή μουσική χρησιμοποιεῖ ὄχι μόνο τά ἀρχαῖα ἑλληνικά μουσικά γένη, διατονικό, χρωματικό καί ἐναρμόνιο, ἀλλά καί τά τετράχορδα τῆς φυσικῆς κλίμακος, τούς διαζευκτικούς καί προσλαμβανόμενους τόνους, τίς μετατροπίες, τούς ρυθμούς, τήν συνήχηση, τήν ἀντιφωνία καί ἄλλους πολλούς μουσικούς ὅρους μέ τήν ἴδια ἤ παραπλήσια σημασία καί λειτουργικότητα. Τά σημαδόφωνα τῆς βυζαντινῆς παρασημαντικῆς προέρχονται ἀπό τά γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου, ἀπό τούς τόνους, ἀπό τά πνεύματα καί τά σημεῖα στίξεως.
   Οἱ ἀρχαιοπρεπεῖς ρυθμοί δέν διασώθηκαν μόνο στήν λειτουργική χριστιανική ποίηση, ἀλλά ἀκόμη καί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κρούονται τά σήμαντρα καί οἱ καμπάνες στά Μοναστήρια. Εἶναι πράγματι ἐκπληκτικό τό ὅτι πάρα πολλά μελωδικά ἐκφραστικά σχήματα παρέμειναν ἀναλλοίωτα πάνω ἀπό τρεῖς χιλιετίες καλλιεργώντας τό μουσικό αἰσθητήριο τοῦ λαοῦ σέ ἐποχές πού τά Ὠδεῖα ἦταν ἄγνωστα καί ἡ ἐκπαίδευση σχεδόν ἀνύπαρκτη. Ἡ ψαλτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διέσωσε τήν ὀρθή προφορά τῶν συμφωνικῶν συμπλεγμάτων καί τήν ποικιλία τῶν τόνων, τά μελισματικά ποικίλματα τοῦ ποιητικοῦ λόγου καί γενικότερα τήν ὀρθοφωνία τῆς γλώσσας μας, ὅταν ἡ καθημερινή ὁμιλία εἶχε ἐκβαρβαρωθῆ ἐξ αἰτίας τῆς μακραίωνης τουρκικῆς κατακτήσεως. Σέ ὅλα τά εἴδη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας κυριαρχοῦν τά ἁδρά ἑλληνικά χαρακτηριστικά. Ὁ τρόπος τῆς μελοποιΐας τῶν ἀργῶν ἰδιομέλων μέ τίς φθορικές ἐναλλαγές καί τήν ἐννοιολογική ἀπόδοση τῶν λέξεων μᾶς φέρνει στήν μνήμη τήν τέχνη τῶν διθυραμβοποιῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβαλλαν τούς τρόπους, τίς μελωδίες καί τούς ρυθμούς συνδυάζοντας τό διατονικό μέ τό χρωματικό καί τό ἐναρμόνιο γένος, προκειμένου νά ἀποδώσουν πιστότερα καί ἐναργέστερα τό νοηματικό περιεχόμενο τῶν διθυράμβων.
   Στήν ἐκκλησιαστική Βυζαντινή μουσική ἡ μελωδική ἔκφραση εἶναι πάντοτε σύμφωνη πρός τό βαθύτερο νόημα τοῦ ψαλλομένου ὕμνου. Εἶναι καί αὐτό πολύτιμη κληρονομιά τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λυρικῆς ποιήσεως. Κατά τήν ἀρχαία ἑλληνική ἀντίληψη, ὅπως εὔστοχα παρετήρησε ὁ Γερμανός ἱστορικός Ἐρνέστος Κούρτιος10, βασικός σκοπός τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς ἦταν ἡ ὑπογράμμιση τῆς σημασίας τοῦ λόγου. Ἡ ἐμψύχωσή του μέ τήν κατάλληλη μελωδία προετοίμαζε τήν καλύτερη μετάδοση τοῦ νοηματικοῦ περιεχομένου τοῦ ποιήματος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Ἐπίσκοπος Νύσσης, ἔλεγε ὅτι «ἡ μελωδία ἑρμηνεύει τήν τῶν λόγων διάνοιαν»11.
    Μᾶς βοηθεῖ νά κατανοήσουμε τό βαθύτερο νόημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας. Παρακολουθώντας ὄχι μόνο μέ τήν σκέψη, ἀλλά καί μέ τήν ψυχή μας τά βυζαντινά ἀκροάματα, ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες, ἀπελευθερωνόμαστε ἀπό τήν τυραννία τῶν παθῶν, ἀποκτοῦμε τήν εἰρηνόφιλη νηφαλιότητα καί ἀπολαμβάνουμε τήν καλή ἡσυχία πού εἶναι ἡ διδάσκαλος τῆς πραότητος καί μητέρα ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στόν  ἀσματικό Κανόνα τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ σημειώνει ὅτι ὁ Θεός ἐφανερώθη ὄχι μέσα στόν βίαιο ἄνεμο, οὔτε μέσα στήν καταιγίδα, οὔτε μέσα στήν φοβερή φωτιά, ἀλλά μέσα στήν πνοή τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς. «Αὔρα πραείᾳ ὑπέδειξε καί λεπτοτάτη Κύριον, διό Ἰησοῦ τῷ πράῳ ψάλλομεν»12. Ὅπως συμβουλεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἡ θεία Λειτουργία πρέπει νά προσφέρεται μέ πραότητα, διότι αὐτήν εὐχαρίστως δέχεται ὁ Κύριος, ἐπειδή ἡ πραότητα εἶναι ἡ κορυφαία τῶν ἀρετῶν καί σ᾿ αὐτήν ἀναπαύεται τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τήν ψαλμωδία δέν τήν ἀπολαμβάνουμε σάν ἕνα εὐχάριστο μουσικό ἄκουσμα, ἀλλά τήν αἰσθανόμαστε ὡς γλῶσσα μουσουργική καί προσευχή καρδιακή, πού ἐκφράζεται μελωδικά σέ στιγμές βαθυτάτων ἐσωτερικῶν παρορμήσεων καί πνευματικῶν ἀνατάσεων. Μέ τήν ψαλμική καί ὑμνογραφική ποίηση διατυπώνεται ἡ δογματική Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί διανοίγονται δίαυλοι ἐπικοινωνίας τοῦ αἰσθητοῦ πρός τό νοητό, τοῦ ὁρατοῦ πρός τό ἀόρατο, τοῦ ὑλικοῦ καί συγκεκριμένου πρός τό ἄϋλο καί ἀφηρημένο, τοῦ παροδικοῦ πρός τό αἰώνιο.
   Κατά τήν διάρκεια τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος κυριάρχησαν οἱ διασκευές ὅλων σχεδόν τῶν παραδοσιακῶν μελωδιῶν καί σ᾿ αὐτές κυρίως ἐπεδόθησαν οἱ σύγχρονοι μελοποιοί, ἐπιδιώκοντας τόν ἐντυπωσιασμό μέ ὀργανικά καί χορευτικά τσακίσματα, μέ δυτικότροπες ἐναρμονίσεις καί μέ μελοδραματικούς συναισθηματισμούς. Στά ἔργα τους καθιέρωσαν τήν ἀναλελυμένη μουσική γραφή, ἀλλά οἱ ἀναλύσεις τους ὑπερέβησαν τά ἐσκαμμένα μέ ἀποτέλεσμα ἡ μελωδία νά χάση τίς  λεπτές φωνητικές διακυμάνσεις τῶν σημαδοφώνων τῆς ποιότητος τά ὁποῖα οἱ ἔμπειροι ψαλμωδοί ἀποδίδουν μέ τήν ἁρμόζουσα κατά περίπτωση μελωδική νομοτέλεια καί ἐκφραστική πληρότητα. Οἱ πολλές ἀναλύσεις καθιστοῦν τίς μελωδίες γλαφυρότερες μέν, τίς ἀπογυμνώνουν ὅμως ἀπό τήν ἀξιωματική τους σοβαρότητα, ἀπό τόν ἱεροπρεπῆ χαρακτήρα τους καί πρό παντός τίς ἀποξενώνουν ἀπό τήν χαρακτηριστική μελωδική τους καμπύλη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κύριο γνώρισμα καί τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς ὅλης βυζαντινῆς Τέχνης.
   Οἱ διαδοχικές μηχανιστικές ἀναλύσεις ἔχουν μετατρέψει τήν ψαλμωδία σέ ψυχρή φωνητική δεξιοτεχνία ἀπαλείφοντας τό σύμφυτο ψαλτικό ἠχόχρωμα πού προκαλεῖ τήν ἐνδόμυχη συγκίνηση καί τήν ἱερή κατάνυξη ἄνευ τῆς ὁποίας οἱ Ἱερές Ἀκολουθίες κινδυνεύουν νά μετατραποῦν σέ κοσμικῆς νοοτροπίας καλλιτεχνικές συνάξεις.
    Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος ἔλεγε ὅτι «ἡ ὑπερηφάνεια ἐπινοεῖ καινοτομίας μή ἀνεχομένη τό ἀρχαῖον»13 . Ὅταν ἀπουσιάζη τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί τό γνήσιο λειτουργικό ἦθος, τότε ὁδηγούμαστε στήν ἐκκοσμίκευση, τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί τήν ματαιοδοξία. Παραδιδόμενοι στά βυζαντινά μουσικά ἀκροάματα, ἀποσυνδεόμαστε ἀπό τήν ἀντικειμενική ὑλικότητα. Ὑψωνόμαστε στήν αἴσθηση μιᾶς ἄπειρης χρονικῆς διάρκειας, πού εἶναι ἡ ἀντανάκλαση τῆς αἰωνιότητος. Ὁλόκληρη ἡ βυζαντινή μελουργία καί ἡ παραδοσιακή Ψαλτική Τέχνη δονοῦνται ἀπό μία δύναμη ἐξυψωτική πού ὠθεῖ σέ ἀνάταση τήν ψυχή καί τήν κρατεῖ μετέωρη ἐνόσῳ ὁραματίζεται τήν ἄλλη ζωή, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ παροῦσα θά ἦταν ἀφόρητη καί βασανιστική.
    Ἡ ἐκκλησιαστική ὑμνωδία, ἡ ὁποία κατά κοινή ὁμολογία ἀποτελεῖ τήν ἀναπνοή τῆς θείας Λατρείας, συντηρεῖ συγχρόνως καί τήν μακαρία ἐλπίδα τῆς μετά θάνατον ἀθανάτου ζωῆς. Εἶναι νομίζω πλέον καιρός νά ἀποστασιοποιηθοῦμε ἀπό τίς ματαιόσπουδες καί θνησιγενεῖς διασκευαστικές ἀπόπειρες καί νά ἐπιδοθοῦμε μέ ζῆλο στά γνήσια καί τά αὐθεντικά μελωδήματα, τά πρωτότυπα καί τά ἀρχέτυπα, διότι αὐτά προσιδιάζουν πρός τόν μυσταγωγικό χαρακτήρα τῆς θείας Λατρείας καί αὐτά εἶναι ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦν τούς κατάλληλους ἀγωγούς μέσῳ τῶν ὁποίων μετοχεύονται ἡ πηγαία συγκίνηση καί ἡ ἱερή κατάνυξη τῶν ὑμνογράφων καί τῶν ὑμνωδῶν στό φιλεκκλήσιο χριστεπώνυμο πλήρωμα.
    Μέσα στήν αὐθεντική ψαλμωδία «ἐνυπάρχει ἡ τελεία θεολογία»14 ἔλεγε ὁ Μέγας Βασίλειος καί δέν ὑπάρχει νομίζω ἀμφιβολία ὅτι ἡ βυζαντινή ὑμνολογία ἀποτελεῖ ὄχι μόνο μάθημα ὑψηλῆς θεολογίας, ἀλλά καί ἄσκηση ἐκλεπτυσμένης αἰσθητικῆς ἀγωγῆς. Ἡ ψαλτική Τέχνη πρέπει νά εἶναι λιτή καί ἄκρως σεμνοπρεπής.
Περιοδικό Ε.ΡΩ. Τεύχος 37

  1. Πλάτων, «Ἐπινομίς» 987 D.
  2. Βαμβουδάκης Ἐμμανουήλ, «Συμβολή εἰς τήν σπουδήν τῆς παρασυμπαντικῆς τῶν βυζαντινῶν μουσικῶν», Σάμος 1983, σ. η΄.
  3. Βαμβουδάκης Ἐμμανουήλ, ὅπ.π., σ. ια΄.
  4. Ἀγγελινάρας Γεώργιος, «Σχέσις μουσικῆς καί Παιδείας κατά Πλάτωνα καί Ἀριστοτέλη», Ἀθῆναι 1970.
  5. Ἀγγελινάρας Γεώργιος, «Ἔκφρασις τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης», Ἀθήνα 2009, σ. 108 κ.ἑ.
  6. Migne, PG τ. 55, σ. 156.
  7. Θεοδωράκης Μίκης, «Περί Τέχνης», Ἐκδόσεις Παπαζήση, Ἀθῆναι 1976.
  8. Μιχαλόπουλος Φάνης, «Τό μουσικό συναίσθημα στήν πρωτόγονη μορφή του», Ἀθῆναι 1930, σ. 29.
  9. Gostlin, «Ἱστορία τῆς Μουσικῆς», σ. 65.
  10. Λαϊκόν Πανεπιστήμιον τῆς «Βραδυνῆς», τεῦχος Α΄ 1932.
  11. Migne, PG τ. 44, σ. 444.
  12. Μηναῖον Ἰουλίου, ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας 1933, σ. 268.
  13. Ἀγγελινάρας Γεώργιος, «Ἀπάντηση στόν Γυμνασιάρχη», ἐφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 19–5– 1973.
  14. Migne, PG τ. 30, 213C.
ΠΗΓΗ: https://enromiosini.gr/orthodoxi-latreia/

Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος


Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ὡς ψάλτης καί τυπικάρης
Ἀνέστη Γ. Κεσελόπουλου
 Ὁμοτίμου Καθηγητῆ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ λειτουργικὸ ἦθος, χωρὶς νὰ ἀναφερθεῖ στὸν Παπαδιαμάντη. Οἱ ἀγρυπνίες, οἱ θεῖες Λειτουργίες καὶ γενικότερα ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας προσδιόριζαν ὁλόκληρη τὴ ζωή του. Μαζὶ μὲ τοὺς ἥρωες τῶν διηγημάτων του «ἠσθάνετο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά του», ὅταν βρισκόταν στὰ σκηνώματα τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων. Ὁ ἴδιος σὲ αὐτοβιογραφικό του διήγημα καταθέτει μαρτυρία τῆς δικῆς του τακτικῆς συμμετοχῆς στὶς ἀγρυπνίες τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀθῆνα. Ἀναπολεῖ: «Καὶ ὅταν ἐνίοτε ἐπέστρεφα τὴν αὐγὴν εἰς τὴν οἰκίαν, ὅπου ἐξημέρωνε ἑορτὴ καὶ εἶχα ἀγρυπνήσει τὴν νύκτα ἐν θρησκευτικῇ συνάξει εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον». Ἐκεῖ δὲν βρισκόταν ὡς ἁπλὸς ἐκκλησιαζόμενος, ἀλλὰ ὡς ψάλτης τοῦ δεξιοῦ ἀναλογίου.
Κείμενα ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ ἀποτελοῦν ἀτράνταχτες μαρτυρίες γιὰ τὸν ψάλτη καὶ τυπικάρη Παπαδιαμάντη. Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὴ γραφίδα ἑνὸς μᾶλλον οὐδέτερου καὶ ὄχι ἰδιαίτερα θρησκευομένου ἀνθρώπου -ποὺ ἴσως καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴν κατάλαβε τὶ μᾶς χάρισε- τοῦ Γεράσιμου Βώκου καὶ ἐπιγράφεται «Ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον». Ἐκεῖ μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφονται καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἦσαν δὲ οἱ ψάλται, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, οἱ ἀπὸ Σκιάθου δίδυμοι διηγηματογράφοι καὶ τρυφερώτατοι συγγραφεῖς, οἱ ἀληθεῖς καὶ εὐσεβέστατοι οὗτοι Χριστιανοί. Ὁ πρῶτος, ὁ καὶ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» συνάδελφος, εἶχε μεταρσιωθῆ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἱερῶν τούτων καθηκόντων. Αἴγλη ἀπολύτου εὐτυχίας ἐφώτιζε τὴν δασύτριχα μορφήν του μὲ τὴν σγουρὰν μαύρην γενειάδα καὶ τὴν ὁμόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ἦτο ἀγνώριστος καὶ ἡ μορφὴ ἐκείνη ἡ τόσο σκυθρωπὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἐδῶ εἰς τὸ γραφεῖον, ἐφαιδρύνετο ὑπεράνω τοῦ ἱεροψαλτικοῦ ἀναλογίου. Ἔψαλλε δὲ ὁ συγγραφεὺς τῆς «Νοσταλγοῦ» μετὰ ζέσεως καὶ πάθους ἀληθινοῦ, ἐντείνων τὴν φωνήν, τηρῶν τὸν χρόνον διὰ βιαίας καταφορᾶς τῆς χειρός του ἐπὶ τοῦ ἐρείσματος τοῦ στασιδίου, ἀλλὰ τηρῶν συγχρόνως καὶ τὴν τάξιν τοῦ ναοῦ» [1].
Τὸ δεύτερο κείμενο ἀνήκει στὸν Κ. Α. Ψάχο, γνωστὸ ἱεροψάλτη, καθηγητὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ συγγραφέα μουσικῶν βιβλίων. Ἔχει τίτλο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης» καὶ κινεῖται στὸν ἴδιο ἄξονα μὲ τὸ πρῶτο: «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ἀριστοτέχνης ἐν τῷ γράφειν, [..] ἐπὶ πᾶσιν ὅμως εἶναι τέλειος Χριστιανός, ἀκόμη δὲ καὶ καλὸς ἱεροψάλτης. Εἶναι πολλὰ ἔτη τώρα, ἀφ’ ὅτου ὁ θαυμάσιος αὐτὸς ἄνθρωπος ψάλλει τακτικὰ ἐν ταπεινῷ ἰδιωτικῷ ναϋδρίω, τιμωμένῳ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου εἰς τὸν περίβολον οἰκίας τινὸς παρὰ τὸν Παλαιὸν στρατῶνα. Τὸ ναΐδριον αὐτό, δὲν ἀφήνει μεγάλην ἑορτήν, χωρὶς νὰ τελέση ἀγρυπνίαν μέχρι πρωΐας κατὰ τὰς διατάξεις τὰς τυπικὰς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἰς τὰς ἀγρυπνίας αὐτὰς συρρέουσιν ὡρισμένα σχεδὸν πρόσωπα, διανυκτερεύοντα καὶ προσευχόμενα ἐν ἀνυποκρίτῳ κατανύξει καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς καλλιτέρας ἴσως μουσικῆς, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς τοιαύτας παννυχίδας πρὸς δοξολογίαν τοῦ Ὑψίστου. Ὁ Παπαδιαμάντης εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὴν θέσιν του. Ἀπέναντί του εἰς τὰ ἀριστερὰ ψάλλει τακτικώτατα ἐπίσης ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης […]. Εἶναι οἱ δύο Διόσκουροι τῆς νεωτέρας λογοτεχνίας, ἀλλὰ καὶ πιστοὶ ἐξ ἴσου εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου. Σημειωτέον ὅτι ἀμφότεροι δὲν ψάλλουσιν πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ ψάλλουσιν ἐκ συνειδήσεως διὰ νὰ προσευχηθῶσι καὶ νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὸ θεῖον, μὲ πίστιν ἀληθῆ, ἡ ὁποία κατέστη ἐγγενὴς τοῦ πνεύματός των. Ὁ Παπαδιαμάντης, διὰ νὰ περιορισθῶ τώρα εἰς αὐτόν, γνωρίζει ἀπὸ στήθους ὅλα τὰ κείμενα, ὅπως καὶ τὴν μουσικὴν ὅλων τῶν κανόνων, εἰς τοὺς ὁποίους πρὸ πάντων εἶναι ἀμίμητος. Εἶναι εἰδήμων τῶν τυπικῶν διατάξεων τῶν ἀγρυπνιῶν καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἱερῶν ἀκουλουθιῶν, ψάλλει δὲ μὲ ὅλως ἀτομικόν του ἰδίωμα τοὺς πολυελέους τῶν ἀγρυπνιῶν πάσης ἑορτῆς Δεσποτικῆς, Θεομητορικῆς καὶ τῶν Ἁγίων» [2]. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ «ὅλως ἀτομικόν του ἰδίωμα», δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἁγιορείτικο ἰδίωμα, ποὺ ἦταν γνωστότατο καὶ ἐν χρήσει στὴν κολλυβαδικὴ Σκιάθο, ἄγνωστο ὅμως ἀκόμη καὶ στοὺς περίφημους ψάλτες καὶ καθηγητὲς τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τῆς Ἀθήνας.
Ἡ τρίτη μαρτυρία, ποὺ ἀποτελεῖ νοσταλγικὴ ἀναπόληση καὶ πραγματικὴ κατάθεση ψυχῆς, ἀνήκει στὸ νεαρὸ τότε Κωνσταντῖνο Ζερβάκο, μετέπειτα σεβαστὸ γέροντα καὶ ξακουστὸ πνευματικό, τὸν πατέρα Φιλόθεο, καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου. Ὑπάρχει κατατεθειμένη στὴν Κιβωτὸ τοῦ Φώτη Κόντογλου. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ὁ μακαριστὸς π. Φιλόθεος γράφει: «Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρυπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν οἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοὶ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱερὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν» [3].
Ὡστόσο ἡ μαρτυρία τοῦ μακαριστοῦ π. Φιλοθέου εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ὄχι μόνο γιὰ τὸν κατανυκτικὸ ψάλτη καὶ τὸν εὐλαβῆ τυπικάρη Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ εὐρύτερο ἦθος τοῦ Σκιαθίτη, ποὺ ἦταν ἀληθινὰ ὀρθόδοξο. Τὸ ἐπιβεβαιώνει ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου: «Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. – Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. – Φύγε, μοὶ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. – Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον. Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοὶ ἐζήτει συγχώρησιν. – Κώστα, μοὶ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικόν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μοῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην. Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν» [4].
Ἐξάλλου καὶ ἕνα ἀκόμη κείμενο, ποὺ γράφτηκε ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, προσμαρτυρεῖ ὄχι μόνο τὶς ψαλτικές του ἱκανότητες, ἀλλὰ καὶ τὴ βαθειὰ γνώση τοῦ τυπικοῦ ποὺ τὸν διέκρινε. Τὸ ἄρθρο εἶναι τοῦ Ἰ. Θ. Τσώκλη καὶ φέρει τὸν τίτλο «Ὁ Πρακτικὸς ψάλτης Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης». Καὶ ἐδῶ, βέβαια, ὁ Σκιαθίτης φωτογραφίζεται μὲ φόντο τὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου.
«Φαίνεται ὅτι ἡ προικοδότειρα φύσις ὡς ἐπροίκισεν αὐτὸν διὰ τῶν τόσων ἄλλων προτερημάτων, ἅτινα ἀνέδειξαν αὐτὸν μέγαν, οὕτως ἐπροίκισε τὸν Παπαδιαμάντην καὶ διὰ μουσικοῦ ὠτός, ἱκανοῦ νὰ δέχηται πρὸς ἀποτύπωσιν καὶ τὰς πλέον δυσκόλους μουσικὰς γραμμὰς διὰ νὰ παραμείνωσιν εἰς αὐτὸν διὰ βίου γνωσταί. Διὰ τοῦτο ἠκούομεν ψάλλοντα τὸν Παπαδιαμάντην, οὐχὶ διὰ νὰ «βγάλη τὸν παπᾶ», κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον ἐπὶ ἀρχαρίων καὶ ἀπείρων ψαλτῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ «βγάλη» ὁλόκληρον ὁλονύκτιον ἀκολουθίαν διαρκείας συνήθως ὀκτὼ περίπου ὡρῶν, ἀποτελουμένην ἀπὸ Μέγαν Ἑσπερινόν, πλήρη Ὄρθρον καὶ μεγάλην Λειτουργίαν, ἐν τοῖς ὁποίοις ψάλλονται διάφορα καὶ ποικίλα, μακροσκελῆ δὲ συνήθως, μέλη, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις παρουσιάζει τεχνικὰς δυσχερείας ἀνυπερβλήτους καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν πλέον ἐμπείρων ψαλτῶν.
Πάντα τὰ πρὸς διεξαγωγὴν μιᾶς τοιαύτης ὁλονυκτίου ἀκολουθίας, τυπικαὶ δηλονότι διατάξεις καὶ ἐκκλησιαστικὰ μέλη, ἦσαν γνωστότατα εἰς τὸν Παπαδιαμάντη. Τὸ τυπικὸν λεγόμενον τοῦ Ἁγίου Σάββα, τὸ διαλαμβάνον σὺν τοῖς ἄλλοις λεπτομερῶς καὶ τὰς τυπικὰς διατάξεις τῶν ὁλονυκτίων τούτων ἀκολουθιῶν, ἐγνώριζεν ἐκ μνήμης ὁ Παπαδιαμάντης ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Τὰ ἰδιόρρυθμα καὶ ποικίλα τῶν Πολυελέων, τῶν ἐπιλεγομένων «Ἐκλογῶν», μέλη, ὡς καὶ τὰ ἐξ ἴσου ἰδιόρρυθμα καὶ ὅλως ἄγνωστα τῷ μουσικῷ κόσμῳ τῶν πόλεων «Προσόμοια», τοῦ Ἁγιορειτικοῦ τρόπου, ταῦτα πάντα ἦσαν τόσον θαυμασίως πιστῶς ἀποτετυπωμένα εἰς τὸ οὖς τοῦ Παπαδιαμάντη, ὥστε πᾶς ὁ ἀκούων αὐτὸν ψάλλοντα ταῦτα νὰ σχηματίζη ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶχε κάμει μακρὰς σπουδὰς μουσικῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, ἐν ᾧ ταύτης οὐδ’ ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ ἥψατο» [5].
  
                                       Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Ἐλισσαίου
Βέβαια, ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὑπάρχουν τώρα πιὰ σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴ φράση «ἐν ᾧ ταύτης οὐδ’ ἄκρῳ κἂν δακτύλῳ ἥψατο» ἢ καὶ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης «δὲν ἐγνώριζε οὐδὲ γρῦ μουσικῆς» [6], ἀφοῦ ἡ ἄποψη ποὺ θέλει τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἀγνοεῖ τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ ἔχει ἀνασκευασθεῖ ἀπὸ ἀρκούντως πειστικὲς μελέτες, ποὺ εἶδαν τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας [7]. Ὡστόσο, τὸ ἄλλο σκέλος τῆς μαρτυρίας τοῦ Τσώκλη γιὰ τὸν φιλακόλουθο καὶ καλὸ τυπικάρη Παπαδιαμάντη παραμένει ἀτράνταχτο. Μάλιστα ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου βουκινίζει ὄχι μόνο τὴν ψαλτικὴ τοῦ ἀπόδοση καὶ ἱκανότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ὁλόθυμη συμμετοχὴ τοῦ στὰ ψαλλόμενα καὶ δρώμενα τῆς θείας λατρείας: «Ἐκεῖνο ὅμως ὅπερ προὐκάλει ἔτι μᾶλλον τὸν θαυμασμὸν καὶ τὴν ἔκπληξιν, ἦτο ἡ πιστοτάτη ἐκ μνήμης ἐκτέλεσις ὑπὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἁπάντων γενικῶς τῶν «Εἱρμῶν» τῶν Κανόνων, τῶν πολυπληθῶν τούτων καὶ πολυποικίλων εἰς τόνον καὶ μέλος τύπων τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, τοὺς ὁποίους ἀπεριορίστου μόνον μουσικῆς μνήμης καὶ πολυετοῦς πείρας ψάλτης δύναται νὰ ἐκτελέση ἐκ στήθους, καὶ πάλιν ἴσως οὐχὶ τόσον πιστῶς μὲ τὴν ἔκπαλαι καθιερωμένην μουσικὴν γραμμὴν τῶν Εἱρμῶν τούτων. Ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲ τῶν μελῶν τούτων, ὁ Παπαδιαμάντης ἦτο ἀμίμητος. Κατ’ αὐτὴν μετεχειρίζετο ἰδιάζοντά τινα τρόπον ἐκφράσεως καὶ χρωματισμοῦ τῆς φωνῆς, προδίδοντα μίαν ἐγνωσμένην προσπάθειαν ἐξωτερικεύσεως καὶ διερμηνείας τῶν διαφόρων συναισθημάτων τῆς χαρᾶς ἢ τῆς θλίψεως, ἢ καὶ ἄλλου τινός, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἐγεννῶντο καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος συνήντα ἐν τῷ ψάλλειν φράσεις, περιεχούσας ἐννοίας παραγωγικὰς τῶν τοιούτων συναισθημάτων» [8].
Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἰχνογράφηση τοῦ Τσώκλη βρίσκεται σὲ ἀπόλυτη συμφωνία καὶ συστοιχία μὲ τὶς ἀποτυπώσεις τοῦ Βώκου, τοῦ Ψάχου καὶ τοῦ π. Φιλοθέου Ζερβάκου. Παρότι τὰ κείμενα αὐτὰ γράφτηκαν σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς στιγμὲς καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ διαφορετικὲς ἐσωτερικὲς καταβολές, βιώματα καὶ παρορμήσεις, ὡστόσο πιστοποιοῦν πειστικότατα τὴν ἴδια ἀλήθεια, ἀφοῦ καὶ οἱ τέσσερεις γνώρισαν προσωπικὰ τὸν κυρ Ἀλέξανδρο καὶ ὑπῆρξαν αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν ψαλτικῶν τοῦ ἱκανοτήτων. Αὐτὸ κάνει ἰδιαίτερα ζωντανὲς τὶς μαρτυρίες τους καὶ βεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές.
Τέλος, ὅταν κάποιοι νοσταλγοὶ τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος ἀντιμετώπιζαν μὲ ἐμφανῆ ἀνυποληψία τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ ὡς μὴ ἑλληνική, ὁ Παπαδιαμάντης μετὰ λόγου γνώσεως ἀντιτείνει ὅτι γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ καὶ νὰ ἐκτιμήσει κανεὶς ἕνα πρᾶγμα τόσο ἁβρό, ὅσο εἶναι ἡ βυζαντινὴ μουσική, πρέπει νὰ ἔχει ἡ ἁπλότητα ἢ λεπτότητα. Καὶ ἡ ἑλληνικὴ ψευτοαριστοκρατία ἔχασε πρὸ πολλοῦ τὴν ἁπλότητα, ἐνῷ ποτὲ δὲν κατόρθωσε νὰ φτάσει σὲ κάποιο βαθμὸ λεπτότητας. Καὶ συμπληρώνει ὁ ἀνεπανάληπτος Παπαδιαμάντης: «Ἄλλως ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι τόσον ἑλληνικὴν ὅσον πρέπει νὰ εἶναι. Οὔτε ἡμεῖς τὴν θέλομεν, οὔτε τὴν φανταζόμεθα, ὡς αὐτὴν τὴν μουσικὴν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλ’ εἶναι ἡ μόνη γνησία καὶ ἡ μόνη ὑπάρχουσα. Καὶ δι’ ἡμᾶς, ἐὰν δὲν εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἀγγέλων».
* Τὸ κείμενο ἔχει ὡς βάση τὸ βιβλίο τοῦ Ἀνέστη Κεσελόπουλου, Ἀπό τόν Παπαδιαμάντη στόν Πεντζίκη, ἐκδ. Τό Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003.
1. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις 28.3.1894, ἀνατυπώθηκε στὴ Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1934 καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸν τόμο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εἴκοσι κείμενα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του, προλ.- ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ἀθῆνα 1979, σ. 18-19.
2. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν εφημερίδα Φόρμιγξ 15-31 Μαρτίου 1908 καὶ αναδημοσιεύθηκε τὸ 1979 στὸν ανωτέρω μνημ. τόμο, σ. 53-54.
3. «Ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδην», περ. Κιβωτός, τ. Β΄, Φεβρουάριος 1953, σ. 45-46.
4. .Ὅ.π.
5. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν ἐφημ. Φόρμιγξ 15-31 Δεκεμβρίου 1910. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου φαίνεται ὅτι νεκρολογεῖται ὁ Παπαδιαμάντης, ἐνῷ ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐφημερίδας εἶναι προγενέστερη τοῦ θανάτου του. Προφανῶς τό φύλλο τῆς ἐφημερίδας τυπώθηκε μὲ καθυστέρηση καὶ ἔτσι συμπεριέλαβε καὶ τὸ ἄρθρο τοῦ Τσώκλη. Ἀναδημοσιεύεται τὸ 1979 στὸν μνημ. τόμο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εἴκοσι κείμενα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του, σ. 60-61.
6. Ὅ.π., σ. 60.
7. Ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης πιθανότατα γνώρισε βυζαντινὴ μουσικὴ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγελο Μαντὰ μὲ ἀνακοίνωσή του στὸ συνέδριο «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ἡ ἐποχή του», ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὸ ΥΠ.ΠΟ. στὴ Σκιάθο 4 καὶ 5 Μαΐου τοῦ 1989 στὸ πλαίσιο τῶν ἐκδηλώσεων Πολιτιστικὸ Αἰγαῖο Γ΄. Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Νέα Ἑστία, τεῦχος 1604, 1 Μαΐου 1994, σ. 589-597.
8. Ἰ. Θ. Τσώκλη, μν. ἔρ., σ. 61-62.
ΠΗΓΗ: https://enromiosini.gr/arthrografia/