Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

Ο Άγιος Ανδρέας (30 Νοεμβρίου)

Ποιος είναι ο Άγιος Ανδρέας που τιμά σήμερα η Εκκλησία

Ποιος είναι ο Άγιος Ανδρέας που τιμά σήμερα η ΕκκλησίαΣήμερα γιορτάζεται από τη Χριστιανοσύνη ο Άγιος Ανδρέας. Είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο επονομαζόμενος και Πρωτόκλητος, επειδή πρώτος αυτός, μαζί με τον αδελφό του Πέτρο, κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού.

Ο Ανδρέας καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του αλιέα Ιωνά. Ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, όπως και ο αδελφός του Πέτρος, έχοντας ως επίκεντρο των δραστηριοτήτων του τη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας (Γεννησαρέτ). Το όνομά του είναι ελληνικό (Ανδρέας σημαίνει γενναίος, από τη λέξη ανδρεία), σύνηθες μεταξύ των ελληνιζόντων Εβραίων της εποχής εκείνης. Δεν υπάρχει καταγεγραμμένο εβραϊκό ή αραμαϊκό όνομα γι’ αυτόν. Και τα δύο αδέλφια φαίνεται να είχαν πνευματικές ανησυχίες, γι’ αυτό είχαν ενταχθεί στον κύκλο των μαθητών του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Μία ημέρα ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βλέποντας τον Ιησού είπε στον Ανδρέα και τον Πέτρο, που βρίσκονταν κοντά του: «Ίδε ο Αμνός του Θεού». Τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον Χριστό, με την πρόθεση να συνομιλήσουν μαζί του και όχι να γίνουν μαθητές του. Αυτό συνέβη αργότερα, μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Προδρόμου, όταν ο Χριστός τους διαμήνυσε «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Οι πληροφορίες της Καινής Διαθήκης είναι ελάχιστες για τον Ανδρέα και ανύπαρκτες για το αποστολικό του έργο. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Απόστολος Ανδρέας κήρυξε τον Χριστιανισμό στη Σκυθία (σημερινή Νότια Ρωσία), την Ήπειρο, τη Θράκη και το Βυζάντιο, όπου ίδρυσε εκκλησία με πρώτο επίσκοπο τον Στάχυ. Συνέχεια αυτής της πρώτης εκκλησίας θεωρείται το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, που τιμά τον Απόστολο Ανδρέα ως ιδρυτή του και πρώτο επίσκοπο του Βυζαντίου.

Κατόπιν ο Απόστολος Ανδρέας μετέβη μέσω της Θεσσαλίας στην Αχαΐα, όπου ίδρυσε εκκλησία και κατόρθωσε να προσηλυτίσει στον Χριστιανισμό τη Μαξιμίλλα, σύζυγο του ανθύπατου Αιγεάτη, την οποία θεράπευσε από μία ανίατη ασθένεια. Ο Ρωμαίος αξιωματούχος εξοργίστηκε και διέταξε τη σταύρωση του Απόστολου Ανδρέα σε σταυρό σχήματος Χ, που ονομάστηκε από τότε «Σταυρός του Αγίου Ανδρέα».

Το λείψανό του, που ενταφιάστηκε με φροντίδα της Μαξιμίλλας και του τοπικού επισκόπου Στρατοκλή, μεταφέρθηκε το 357 στην Κωνσταντινούπολη και εναποτέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, τμήματα του λειψάνου του Απόστολου Ανδρέα μεταφέρθηκαν στο Αμάλφι της Καμπανίας, ενώ το 1461 ο δεσπότης του Μυστρά Θωμάς Παλαιολόγος, προ του Οθωμανικού κινδύνου, ανέθεσε τη φύλαξη της κάρας του Αγίου στον Πάπα Πίο Β’, ο οποίος την εναπόθεσε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, η κάρα του Αποστόλου Ανδρέα επιστράφηκε στην Πάτρα, σε μια χειρονομία καλής θελήσεως του Πάπα Παύλου ΣΤ’ προς τους Ορθοδόξους. Στις 19 Ιανουαρίου του 1980 επιστράφηκε και ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα. Και τα δύο ιερά κειμήλια φυλάσσονται στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.

Ο Απόστολος Ανδρέας είναι προστάτης Άγιος της Ουκρανίας, της Ρωσίας, της Ρουμανίας, του Μπαρμπέιντος και της Σκωτίας, καθώς και πολιούχος Άγιος της Πάτρας, του Αμάλφι της Ιταλίας, της Λούκα της Μάλτας και της Εσγκέιρα της Πορτογαλίας.

Η σημαία της Σκωτίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα. Μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, ο χιαστός σταυρός απεικονίζεται και στη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας. Η σημαία του πολεμικού ναυτικού της Ρωσίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα, όπως και η σημαία της Συνομοσπονδίας (Νοτίων) στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο

ΠΗΓΗ:https://www.zougla.gr/politismos/article/pios-ine-o-agios-andreas-pou-tima-simera-i-eklisia-2051976

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

Ο Εξάψαλμος!

 Σχόλια στον Εξάψαλμο του Όρθρου

Το σημαντικότερο καθήκον ή μάλλον η σημαντικότερη ανάγκη ενός ορθόδοξου είναι η συμμετοχή του στη δημόσια λατρεία που γίνεται στο ναό, δηλαδή ο εκκλησιασμός. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στο ναό και στην εκκλησία. Ναός είναι το κτίριο που είναι αφιερωμένο στο Θεό, την Παναγία  ή τους αγίους. Εκκλησία στην αρχαιότητα ήταν η συγκέντρωση των πολιτών μιας πόλης, για να συζητήσουν  κάποιο ζήτημα. Το ίδιο και στην χριστιανική πραγματικότητα, σημαίνει δηλαδή σύναξη των πιστών, αλλά αποκτά ένα μεγαλύτερο  και βαθύτερο νόημα. Στη σύναξη της χριστιανικής εκκλησίας είναι παρόν μυσταγωγικά και θαυματοποιεί ο Τριαδικός Θεός και ιδίως το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με το αδιάψευστο λόγο του Κυρίου: «Όπου είσίν δύο ή τρεις συνειγμένοι εν τω ονόματί μου, εκεί ειμί και εγώ εν μέσω αυτών».

Μέσα στο ναό υπάρχει ζωντανή και παρούσα και η θριαμβεύουσα εκκλησία, εκτός της στρατευομένης, δηλαδή όλοι οι Προφήτες, η Παναγία, όλοι οι Άγιοι και βέβαια ο ίδιος ο «αχώρητος» Θεός που από πολλή συγκατάβαση κατοικεί μέσα στους άψυχους ναούς, όπως και στους έμψυχους ναούς, τα σώματά μας.

Όλο η εκκλησία, στρατευομένη και θριαμβεύουσα,  είναι το σώμα του Χριστού. Οι πιστοί είναι τα μέλη του σώματος του Χριστού και ο Χριστός είναι η κεφαλή του σώματος. Αυτός είναι ο σκοπός της σύστασης της εκκλησίας και αυτόν πρέπει να τον έχουμε πάντα υπόψη μας, όταν περνάμε το κατώφλι της εκκλησίας. Πρέπει να αισθανόμαστε γι αυτό το λόγο ότι είμαστε μέλη του αυτού σώματος, αδελφοί  εν Χριστώ. Η σκέψη αυτή  θα μας βοηθάει μέσα στο ναό να αποφεύγουμε τα κουτσομπολιά, τις ομιλίες, τους θορύβους, την αταξία και έξω από το ναό να αποφεύγουμε τις αδικίες, τις παρανομίες, τις αμαρτίες.

Ο ναός του Θεού είναι το ιατρείο των ψυχών και των σωμάτων, όπου πηγαίνουμε για να θεραπευτούμε από τα δηλητηριώδη τσιμπήματα του διαβόλου και να ενισχύσουμε το ανοσιοποιητικό σύστημα του οργανισμού μας, για να μην μας πειράζουν τα ιοβόλα κεντήματα του εχθρού.

Ο ναός του Θεού είναι το ασφαλές λιμάνι που καταφεύγουμε για να γλιτώσουμε από τις φουρτούνες της ζωής, να εφοδιαστούμε με τα απαραίτητα και να συνεχίσουμε το ταξίδι της ζωής με περισσότερα εφόδια.

Ο ναός του Θεού είναι όπως η κιβωτός του  Νώε και μπαίνουμε μέσα  για να γλιτώσουμε από τον κατακλυσμό του αμαρτωλού κόσμου και να βγούμε ανανεωμένοι και πάλι για τον αγώνα της ζωής.

Ναός του Θεού όμως   είναι και ο κάθε ένας χριστιανός. «Υμείς εστέ ναός του Αγίου Πνεύματος και, ει τις τον ναό του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός», «ότι εν αυτώ κατοικήσω και ενπεριπατήσω…». Η συμμετοχή μας στα μυστήρια και τη λατρεία της εκκλησίας μας καθαρίζει από κάθε «μολυσμό σαρκός  και πνεύματος», ώστε να διατηρούμε το ναό της ψυχής μας καθαρό, αμόλυντο, όπως καθαρό και αμόλυντο ήταν το σώμα της Παναγίας, η οποία παρέμενε μέσα στο ναό συνεχώς,  και γι  αυτό ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθεί μέσα της.

Από την άλλη μεριά  είμαστε και φως, «υμείς εστέ το φως του κόσμου» λέγει το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου και το φως αυτό της ψυχής μας μοιάζει  με καντηλάκι, σαν κι αυτό που κρατούσαν και οι φρόνιμες και οι μωρές παρθένες του Ευαγγελίου και  φωτίζει  το δρόμο της ζωής μας, για να βρίσκουμε το σωστό δρόμο για τη σωτηρία και να μην τον χάνουμε… Αυτό το φως το παίρνουμε  από το άκτιστο Φως του Χριστού. «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μή περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως το αιώνιο». Το πήραμε κατά την βάπτισή μας, που είναι για κάθε χριστιανό  ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, και το παίρνουμε κάθε φορά που πηγαίνουμε στην εκκλησία. Επειδή δηλαδή  το λαδάκι στα καντηλάκια μας σώνεται,  για να μην σβήσουν, πάμε σαν τις φρόνιμες παρθένες και  παίρνουμε λαδάκι από την εκκλησία του Χριστού, για  να συνεχίσουμε να φωτίζουμε. Αυτό γίνεται με τη συμμετοχή μας στα μυστήρια της εκκλησίας και στη λατρεία.

Κάθε σύναξη της εκκλησίας στο ναό είναι ένα μυστικό πανηγύρι, όπου πάμε, για να πάρουμε χαρά, ειρήνη, γαλήνη και να αντιμετωπίζουμε τις λύπες και τις δυσκολίες της ζωής. Αυτό γίνεται, αν πηγαίνουμε καθαροί ψυχικά και πνευματικά. Τότε δεχόμαστε ανεπαίσθητα και χωρίς να το καταλαβαίνουμε τη χάρη του Θεού κι έτσι   βγαίνουμε ανακουφισμένοι, ξαλαφρωμένοι και πιο ήρεμοι.

Μετά τη συμμετοχή μας στα μυστήρια της εκκλησίας, η συμμετοχή στην ορθόδοξη λατρεία είναι ό,τι πιο σημαντικό για έναν ορθόδοξο. Κι  αυτό γιατί, δεν αρκεί η ατομική προσευχή και η ανάγνωση του Ευαγγελίου, όπως κάνουν οι Ευαγγελικοί. Είναι τόσο πλούσια  η λατρευτική μας Παράδοση σε ακολουθίες, και υμνογραφία και υμνολογία, ώστε πραγματικά αποτελεί ένα θησαυροφυλάκιο γλωσσικό, ιδεολογικό  και κυρίως βιωματικό.  Η Εκκλησία μας θέσπισε ακολουθίες όχι μόνο για τις προσευχές στο σπίτι μας αλλά κυρίως στο ναό όλο το εικοσιτετράωρο. Αρχίζει από τον Εσπερινό και το Απόδειπνο και συνεχίζει με το Μεσονυκτικό, τον Όρθρο και τη Θ. Λειτουργία. Αυτά σε καθημερινή βάση, ενώ οι ακολουθίες των  μυστήριων (αγιασμού, ευχελαίου, βάπτισης, γάμου, κηδείας) ψέλνονται κατά την τέλεσή τους.

Η εκκλησιαστική ποίηση διέσωσε όλο τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας που έχει ιστορία  3.000  χρόνων. Η εκκλησιαστική υμνογραφία, πολύ πιο πλούσια από την ευρωπαϊκή, καλύπτει με το μουσικό της μανδύα όλες τις συναισθηματικές καταστάσεις του ανθρώπου, αγαλλίαση, χαρά, λύπη, μετάνοια, συντριβή. Το θέμα είναι πόσο τις γνωρίζουμε και, αν δεν τις γνωρίζουμε, τι προσπάθειες  κάνουμε για να τις γνωρίσουμε. Μια τέτοια προσπάθεια είναι και αυτή που θα κάνουμε φέτος. Θα προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε μια πολύ ευχάριστη και ενδιαφέρουσα ακολουθία, την ακολουθία του Όρθρου και αυτή στα βασικά της μέρη: Εξάψαλμο, Αναβαθμούς,  Εωθινά (Εωθινά Ευαγγέλια, Εωθινά Εξαποστειλάρια και Εωθινά Δοξαστικά).

«Στὴν ἐκκλησία Ὄρθρος λέγεται ἡ Ἀκολουθία ποὺ τελεῖται πρὶν από τὴ Θεία Λειτουργία. Εἶναι δοξολογία στὸ Χριστό, ποὺ  εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἐπίσης παράκληση στὸν Κύριο τοῦ Σύμπαντος μὲ τὴν ἀνατολὴ τῆς καινούργιας ἡμέρας. Συγχρόνως εἶναι ἡ καλύτερη ψυχικὴ προετοιμασία γιὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ ἐπακολουθήσει».

Όποιος δεν παρακολουθεί τον Όρθρο της Κυριακής δεν μπορεί να καταλάβει το νόημα της Κυριακής, η οποία είναι η ημέρα της Αναστάσεως, γιατί το γεγονός της Αναστάσεως εορτάζεται κάθε Κυριακή με τις 11 αναστάσιμες εμφανίσεις του Χριστού, που περιγράφονται στα 11 Εωθινά, με τα οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Τα βασικά μέρη του Όρθρου της Κυριακής είναι:

1.Ο Εξάψαλμος 2. Απολυτίκια και αναστάσιμα Καθίσματα 3. Τα Ευλογητάρια 4. Οι Αναβαθμοί 5. Οι Κανόνες (αναστάσιμος και του εορταζομένου αγίου)  6. Οι Καταβασίες 7. Η τάξη του Εωθινού Ευαγγελίου 8. Τα Μεγαλυνάρια 9. Τα Εξαποστειλάρια και τα Πασαπνοάρια 10. Το  Δοξαστικό  11. Η Δοξολογία.

 Εμείς θα μιλήσουμε πρώτα για τον Εξάψαλμο και αργότερα για τους Αναβαθμούς και τα Εωθινά.

Ο Εξάψαλμος αποτελείται από έξι Ψαλμούς  από τους 150 του Ψαλτηρίου της Παλαιάς Διαθήκης, τους Ψαλμούς 3ο , 37ο , 62ο , 87ο , 102ο , 142ο , που λέγεται ότι τους έγραψε ο προφητάναξ Δαυίδ. Ο Εξάψαλμος εἶναι συγχρόνως ὕμνος, δέηση καὶ προφητεία:

  • Ο 3ος: Εκφράζει τὴ σταθερὴ ἐλπίδα τῆς ψυχῆς στὸ Θεό.
  • Ο 37ος: Είναι ένας θρῆνος τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν.
  • Ο 62ος: Είναι μια απαλὴ παρηγορητικὴ πρωινὴ προσευχή.
  • Ο 87ος: Είναι μια δέηση ψυχῆς, τσακισμένης ἀπὸ τὶς συμφορές.
  • Ο 102ος: Είναι μια προσευχὴ εὐγνωμοσύνης γιὰ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ και
  • Ο 142ος: Είναι μια θερμὴ παράκληση βοήθειας.

 Ο Δαυίδ πέρα από το εξαιρετικό ποιητικό του τάλαντο είναι και ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, τους αμαρτωλούς, και αξιοποιεί το ποιητικό του ταλέντο στη συνομιλία του με το Θεό. Γιατί πραγματικά οι ψαλμοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι συνομιλίες ενός αμαρτωλού ανθρώπου με το Θεό. Γιατί όμως ο Δαυίδ είναι αμαρτωλός άνθρωπος;

Ο Προφήτης Δαυίδ, ο μεγάλος αυτός άνδρας της Παλαιάς Δια­θήκης, δεν πρόσεξε και νικήθηκε από ένα πάθος. Έλα­βε ως σύζυγό του τη Βηρσαβεέ, τη γυναίκα του στρα­τηγού του Ούριου, αφού έστειλε τον στρατηγό του στον πόλεμο κατά των Αμμωνηών σε επικίνδυνη θέση, για να φονευθεί. Έπεσε στο  διπλό έγκλημα φόνου και μοιχείας. Αλλά για το έγκλημά του  αυτό τιμω­ρήθηκε από το Θεό, με το θάνατο του πρώτου τέκνου από την Βηρσαβεέ, μολονότι μετάνιωσε πικρά. Καρπός της μετανοίας του ήταν και ο Πεντηκοστός ψαλμός.

Στο τέλος της ζωής του ο Δαβίδ δοκιμάστηκε σκλη­ρά με την επανάσταση του υιού του Άβεσσαλώμ, ο όποιος σκότωσε τον αδελφό του Αμνών και ζητούσε να βασιλεύσει. Το τέλος του Άβεσσαλώμ ήταν οικτρό και πικράθηκε φοβερά ο Δαυίδ γι αυτό το γεγονός.

Ο Δαυίδ υπήρξε ο ενδοξότερος και αγαπητότερος μεταξύ όλων των επιφανών φυσιογνωμιών της Π. Δια­θήκης. Είναι ο αγωνιστής κατά της αμαρτίας και ο άν­θρωπος των πολλών δακρύων.

«Τά νοήματα τῶν ψαλμῶν ἀθόρυβα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τά ἀποτυπώνει στά πιό βαθειά ἱερά βάθη τῆς καρδιᾶς. Ἔτσι ἡ καρδιά φωτίζεται καί μέ τή σειρά της θερμαίνει πνευματικά τό συναίσθημα, τή λογική καί τή θέληση, ἐνῶ παράλληλα ἐπηρεάζει θετικά τίς σχέσεις μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἔξω κόσμο, γι’ αὐτό και ἡ Ἐκκλησία μας, φιλάνθρωπα σκεπτόμενη περιέλαβε τούς ψαλμούς στίς καθημερινές προσευχές. Στίς Ἱ. Μονές μέσα στή ροή τῶν ἀκολουθιῶν[1] σ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἡμερονυκτίου, διαβάζονται περίπου ἑξήντα ψαλμοί.

Ἀνάλογα μέ τή θεολογική τους σύσταση καί τή θεολογική τους ἰδιομορφία διακρίνονται γενικά σέ δοξολογικούς, εὐχαριστίας, πένθους, μετανοίας, διδακτικούς, μεσσιακούς καί ἐσχατολικούς. Κέντρο τους εἶναι ὁ Ἅγιος Θεός, ἐνῶ στό φωτεινό ὁρίζοντα τῆς περιφερείας τους «ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατενώπιον τοῦ Θεοῦ».

«Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, συναγωνίζεται μέ τούς ἄνδρες, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη».[2]

Επίσης ο Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι:» Ὁ ψαλμός ἀποκοιμίζει τήν ἀγριότητα τῆς ψυχῆς, εἶναι γαλήνη τῶν ψυχῶν μας· μᾶς δίδει ὡσάν ἕνα βραβεῖον τήν εἰρήνην, μέ τό νά καθησυχάζη τήν ταραχήν καί τά κύματα τῶν λογισμῶν μας. Διότι καταπραΰνη τόν θυμόν τῆς ψυχῆς καί χαλιναγωγεῖ τήν πρός τήν ἀσωτίαν καί ἀκολασίαν κλίσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ψαλμός εἶναι συμβοηθός τῆς φιλίας, ἕνωσις τῶν χωρισμένων, μέσον πρός συμφιλίωσιν τῶν ἐχθρευομένων. Μᾶς δίδει καί τό μέγιστον ἀπό ὅλα τά ἀγαθά, μᾶς δίδει τήν ἀγάπην. Διώκει τούς δαίμονας καί προσκαλεῖ τήν βοήθειαν τῶν Ἀγγέλων. Εἶναι ὅπλον ἐναντίον τῶν νυκτερινῶν φόβων μας καί ἀνάπαυσις ἀπό τούς ἡμερινούς κόπους».[3]

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

Παραπομπές:

[1]«…τῶν ἀκολουθιῶν, ἑσπερινοῦ, μεσονυκτικοῦ, ὄρθρου,ὠρῶν, θεία Λει-τουργίας.

[2] Γρηγορίου Νύσης ἅπαντα τά ἔργα, τόμ. 11, Ε.Π.Ε. Θεσ/κη 1991, σελ.39

[3] Ψαλτήριον, ἔκδ. Βίκτωρος Μοναχοῦ & Ματθαίου Λάγγη,Ἀθῆναι,2001

Ελευθέριος Γεωργιάδης - Χερουβικόν, Κωνσταντίνου Πρίγγου, Ήχος βαρύς

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

«Η Ενορία σε καιρούς ακοινωνησίας»: Χρήστος Γιανναράς - π.Σπυρίδων Τσιμο...

Η γλώσσα

Η γλώσσα ως συστατικό της υπόδουλης ρωμιοσύνης

Ηλίας Λιαμής, Σύμβουλος Ενότητας Πολιτισμού

Θεμέλια της εθνικής συνείδησης και ενότητας των υπόδουλων Ελλήνων σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρξαν η ακλόνητη πίστη τους στην Ορθοδοξία, η ακράδαντη θέλησή τους για απελευθέρωση και η διαχρονική εθνική τους γλώσσα. Η Ορθοδοξία συγκροτούσε τον αξιακό τους κώδικα και νοηματοδοτούσε τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Η θέληση τους για ελευθερία δεν τους επέτρεπε να συμβιβαστούν με μία ζωή μίζερη και υπόδουλη, ξεχνώντας το αληθινό νόημα και την αξία της. Και η γλώσσα, τους συνέδεε με το ένδοξο αρχαιοελληνικό και βυζαντινό παρελθόν και τους διαφοροποιούσε από τους κατακτητές.

Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί απλώς ιστορικό συμπέρασμα αλλά προέρχεται από την επίσημη καταγραφή της θέλησης των Ελλήνων να ζήσουν ελεύθεροι, με διακριτή εθνική ταυτότητα και αναγνωρισμένη πολιτική υπόσταση. Αυτή τη θέληση κατέγραψαν τα επαναστατικά συντάγματα, από το πρώτο κιόλας χρόνο του αγώνα για ανεξαρτησία.

Ήδη από τις 15 Νοεμβρίου 1821, σε δύο διατάξεις του ψηφισμένου στα Σάλωνα της Φωκίδας Συντάγματος της Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, αναφέρεται ότι όλα τα σύμβολα των Ελλήνων είναι προπατορικά: γλώσσα, πατρίδα και η σημαία του Σταυρού[1].

 

Η Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος αναφέρει πως:

«Αν και όλας τας θρησκείας και γλώσσας δέχεται η Ελλάς, και τας τελετάς και χρήσιν αυτών, κατ΄ ουδένα τρόπον δεν εμποδίζει την Ανατολικήν όμως του Χριστού Εκκλησίαν και την σημερινήν γλώσσαν μόνας αναγνωρίζει ως επικρατούσας θρησκείαν και γλώσσα της Ελλάδος»[2]

Η αμφισβήτηση της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας

Όλα τα επαναστατικά κείμενα είναι γραμμένα στη λόγια  – καθαρεύουσα γλώσσα, τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο ελληνικός λαός σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μία γλώσσα που είχε δύο μορφές -όχι δύο γλώσσες-, τη δημώδη και τη λόγια, χωρίς ποτέ να έρθει σε σύγκρουση μία προς την άλλη. Το λεγόμενο «γλωσσικό ζήτημα» εμφανίστηκε στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, υστερόβουλα, ως διγλωσσία, και προήλθε από Ευρωπαίους οι οποίοι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να καταλάβουν πως η ελληνική γλώσσα της Τουρκοκρατίας ήταν μία φυσική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής. Συχνά κακόβουλα, χρησιμοποίησαν την απλή γλώσσα του λαού ως αποδεικτικό στοιχείο της τέλειας διαφθοράς, κατ΄ αυτούς, της νεοελληνικής γλώσσας και συνεπώς της πλήρους αποξένωσης της Νέας Ελλάδας από το αρχαίο παρελθόν της[3].

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πως η γλώσσα δεν αποτελεί ένα από τα πολλά στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας αλλά ένα στοιχείο πρωτεύον, με πολιτιστικές, πνευματικές αλλά και πολιτικές διαστάσεις.

«Πρωτοπόρος» και πρωτοστάτης τις αλλοιώσεις της Ελληνικής προφοράς των αρχαίων ελληνικών κειμένων από τους Βυζαντινούς υπήρξε ο ιερέας Έρασμος  (1466-1536). Εκείνος είναι ο πρώτος που επίσημα αφήνει να εννοηθεί πως το Βυζάντιο δεν μπορεί να διεκδικήσει τον ρόλο του συνεχιστή του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, καθώς –κατά τη γνώμη του- έχει αλλοιώσει τον τρόπο εκφοράς της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Το σχετικό του έργο με την –δήθεν- αποκατάσταση της ορθής προφοράς διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη και έμεινε γνωστή ως «ερασμική προφορά»[4].

Ο Έρασμος έχει μεγάλη σημασία και τα νεοελληνικά μας γράμματα, διότι υπήρξε η αιτία να αφυπνιστούν οι σημαντικότεροι λόγιοι του Νέου Ελληνισμού με κοινό σκοπό την αποκατάσταση της αλήθειας.

Ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) και ιδιαιτέρως ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων (1780-1857), ο όποιος γράφει ειδικό βιβλίο προκειμένου να προφυλάξει τους Ρώσους σπουδαστές της Ελληνικής από την «ερασμική αίρεση» και να διατηρήσει την σωστή εκφορά πολλών ιερών ονομάτων και τα ονόματα όλων σχεδόν των Αγίων της Εκκλησίας[5]. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά:

«Οι λεγόμενοι Ερασμίτες Ελληνιστές Γερμανοί και Άγγλοι και Γάλλοι και άλλοι άλλων της Ευρώπης Εθνών απαγγέλουσι τα Ελληνικά κατά την ερασμιακή προφορά ενώ την δική μας προφορά της Ελληνικής αποκρούουν ως αποδιοπομπαίον τράγο και την αποσκορακίζουν, ως τελείως πλαστή, κίβδηλη και εντελώς κατεστραμμένη»[6].

Και αλλού:

«Επαινούσι τους παλαιούς, με σκοπόν να λοιδωρήσωσι τους νεώτερους Έλληνας. Ας εξετάσουν οι κατήγοροι αν άλλο έθνος κατατρυχώμενο αδιάκοπα και από εσωτερικούς τυράννους και από εξωτερικούς ψευδαδελφούς μπόρεσε να κρατήσει τον τράχηλο ορθό και να ζητεί μόνο του τα μέσα θεραπείας και συμφορών του καθώς οι Έλληνες»[7].

Ο Κερκυραίος διαφωτιστής Σπυρίδων Κόνδος (1770-1833), τιμημένος από τον Ναπολέοντα και πρωτοδίκης στη Λευκάδα, ξιφουλκεί κατά των δήθεν ενδιαφερομένων για την καθαρότητα της ελληνικής γλώσσης, αποκαλύπτοντας τους ως τους χειρότερους των μισελλήνων και χαρακτηρίζοντάς τους ως δηλητηριώδεις όφεις, μισθοφόρους ανθελληνικών συμφερόντων, ευγνωμονώντας όμως συγχρόνως τους γνήσιους φιλέλληνες[8].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του Παναγιώτη Κοδρικά (1762-1827), Αθηναίου λόγιου, γραμματικού του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου και μεταφραστή και διερμηνέα του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. Ο Κοδρικάς κλήθηκε να ανασκευάσει την θεωρία του ακαδημαϊκού Ελληνιστή Bonamy, ο οποίος υποστήριζε ότι πολλές από τις νεοελληνικές εκφράσεις προέρχονται από την γαλλική γλώσσα και πως η γλώσσα των σύγχρονων Ελλήνων μορφοποιήθηκε πρώτα πάνω στη γαλλική και την ιταλική[9].

Ο σημαντικότατος αν και εν πολλοίς άγνωστος αυτός λόγιος, με σοβαρότατα επιχειρήματα κατέληξε πως η σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν είναι παρά η νέα μορφή της αρχαίας κοινής διαλέκτου και είναι έργο πολλών αιώνων, προερχόμενη από στοιχεία της αιολικής, δωρικής, ιωνικής και αττικής διαλέκτου. Παραδέχτηκε την ανάμειξη στοιχείων βαρβαρικών διαλέκτων, διαχώρισε όμως τις τέσσερις γλώσσες που μιλά ολόκληρο το ελληνικό έθνος: Την εκκλησιαστική, την πολιτική των κρατικών υπαλλήλων, την εμπορική και την λόγια ή φιλολογική.

Όλη η γνώση, όλη του η προσφορά αλλά και όλη του η πατριωτική φλόγα συμπυκνώνεται στην αφιέρωση που έγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του[10], το οποίο προσέφερε στον αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρο τον πρώτο. Εκεί ο Κοδρικάς υπογραμμίζει ότι το δόγμα της Αγίας Θρησκείας διαδόθηκε στον κόσμο με την ελληνική γλώσσα, τη θεία αυτή η γλώσσα, που ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό και είναι αδιαχώριστη από τη χριστιανική θρησκεία και προσθέτει: «Το Ελληνικό Έθνος ανάμεσα στις πιο σκληρές μετάπτωσης της τύχης, μπόρεσε να διατηρήσει την ακεραιότητα του και το όνομά τους έθνος με το να διαφυλάξει τη θρησκεία του και τη γλώσσα του. Χωρίς τη μία ή την άλλη, το Έθνος θα είχε πάψει να υπάρχει»[11].

Παραπομπές:

[1] Τμ. Γ΄, Κεφ. Α΄, άρθρο β΄, Βλ. Γ. Καρελλάς, Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος. Ελληνικά πολιτεύματα από της εποχής του ρήγα μέχρι σήμερον 1798-1975. Ιστορική και κριτική έρευνα επί τη βάσει ανεκδότων αρχείων και πιστών πρωτοτύπων, Αθήνα 1975, 266.

[2] Τμ. Α΄, Κεφ. Α΄, άρθρ. κστ΄, Βλ. Καρελλάς, όπ. π., 256.

[3] Μαρίας Μαντουβάλου, Η διαχρονική γραπτή και προφορική ελληνική γλώσσα, ως σταθερό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας του τουρκοκρατούμενου και επαναστατημένου ελληνορθόδοξου Γένους, και ως αναιρετικό των αμφισβητήσεων της ελληνικής εθνικής συνέχειας. Πρωτογενείς μαρτυρίες» στο Ορθόδοξη Εκκλησία και διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας. Νεομάρτυρες, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, επαναστατικά κινήματα,  Πρακτικά Γ΄ Συνεδρίου,  Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκδ. ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ, 58-59.

[4] Εράσμου, Διάλογος περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου, Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια στο έργο «De recta Latini Graecique sermonis pronuntiatione dialogus», από τον Νίκο Πετρόχειλο, Αθήνα 2000.

[5] Περί της γνησίας προφοράς της Ελληνικής Γλώσσης. Βιβλίον Συνταχθέν υπό του Οικονόμου Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου, του εξ Οικονόμων γενεαλογουμένου. Ετυπώθη δαπάνη της Αδελφότητος των Ζωσιμάδων. Εν Πετρουπόλει 1830.

[6] Όπ. π., 2.

[7] Όπ. π., 418, 419, 421.

[8] Ανέκδοτο χειρόγραφο που βρίσκεται στην κατοχή της Μαρίας Μαντουβάλου, όπως αναφέρει  η σχετική υποσημείωση 15 στο παραπάνω άρθρο της, 63.

[9] Observations sur l’ opinion de quelques Hellenistestouchant le grec modern, par P. Codrika Athenien, A Paris, de l’ imprimerie Allemande de Kramer, An XII (1803).

[10] Μελέτη της Κοινής Ελληνικής Διαλέκτου παρά Παναγιωτάκη Καγκελλαρίου Κοδρικά του εξ Αθηνών, πρώην Μεγάλου Γραμματικού της Αυθεντείας Βλαχίας και Μολδαυίας. Εκδοθείσα φιλοτίμω δαπάνη των ευγενών και φιλογενών Αλεξάνδρου Πατρινού και αδελφών Ποστόλακα. Τόμος Α. εν Παρισίω, εκ της τυπογραφίας, Ι.Μ. Εβεράρτου, ΑΩΠΗ (1818).

[11] Όπ. π., χ.α., προσφώνηση στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄.

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2022/11/i-glossa-os-sistatiko-tis-ipodoulis-romiosinis/