Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Άγιος Ραφαήλ - Ο «Ζωντανός» άγιος | Ντοκιμαντέρ Parapolitika
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026
Η Πατμιάδα Σχολή στην εκπομπή της ΕΡΤ1 "Η ζωή αλλιώς" (2-5-2020)
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Νάξιοι Μελιστές: (Ψαλτικό Κυριακοδρόμιο) Κυριακή Τελώνου και Φαρισα...
Νάξιοι Μελιστές: (Ψαλτικό Εορτοδρόμιο) Η Υπαπαντή του Κυρίου! 02.02...
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ....
«Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ ἡ δραματική των προβολὴ στὴν μαρτυρικὴ ἀγωνία τῶν ἡμερῶν μας».
Τοῦ Ἀντωνίου
Καρατζᾶ (†) καθηγ. Γυμνασίου Σύμης *.
«Ἔχει καθιερωθεῖ ἡ 30ὴ Ἰανουαρίου νὰ ἑορτάζεται ὡς ἑορτὴ
τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων. Καὶ ἡ ἑορτὴ αὐτὴ συνδέθηκε μὲ τρεῖς μορφές, ἀγνές, ἠθικὰ
μεγάλες καὶ ὑπέροχες, μὲ τοὺς τρεῖς συγχρόνους μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
μας, τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ καὶ τὸν Βασίλειο τὸν Μέγα. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς
μορφὲς ἔζησαν τὸν Δ΄ μ.Χ. αἰῶνα. Ὁ αἰῶνας αὐτὸς εἶναι ὁ κρισιμώτερος γιὰ τὸ
κτίσιμο τοῦ μεγάλου οἰκοδομήματος τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὁ σημαντικώτερος σταθμὸς
στὴν Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος. Εἶναι ὁ αἰῶνας ποὺ θεμελιώνει τὰ κλασσικὰ
χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Γεγονότα κοσμοϊστορικὰ τὸν πλαισιώνουν. Ἄρχισε μὲ τὴν
πολιτικὴ νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ ἐξέρχεται, χάρη στὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου
Κωνσταντίνου, ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς κατακόμβες καὶ ἐγκαθίσταται κάτω ἀπὸ τὴ γαλάζια
δόξα τῶν ψηλοθόλωτων Ναῶν. Τελειώνει μὲ τὴν πλήρη καὶ ὁριστικὴ ἀπαγκίστρωση τοῦ Βυζαντινοῦ
Κράτους ἀπὸ τὸ ρωμαϊκό του παρελθὸν καὶ μὲ τὴν γόνιμη καὶ ἐλπιδοφόρα ριζοβόληση
τοῦ κλασσικοῦ δυτικοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μέσα στὰ πνευματικὰ εὔφορα χώματα τῆς ἀνατολικῆς
λεκάνης τῆς Μεσογείου, κάτω ἀπὸ τὸ φωτεινὸ κλῖμα μιᾶς ἑξελληνισμένης Ἀνατολῆς.
Καὶ κορυφώνεται ὁ 4ος αἰῶνας μὲ τὴν παρουσία τῶν τριῶν μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας φωστήρων, τῶν Τριῶν
Ἱεραρχῶν. Χάρη στὴ διδασκαλία τῶν τριῶν αὐτῶν Οἰκουμενικῶν Πατέρων ἡ πνευματικὴ
ζωὴ κέρδισε τὸ μεγαλύτερο ἱστορικό της ἀπόκτημα. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς μορφὲς μὲ τὸ ἤθος τους τὸ
ταπεινὸ καὶ ἐνάρετο καὶ μὲ τὴ σοφία τους τὴ γόνιμη καὶ δημιουργικὴ προμηνύουν
κάτι τὸ καταπληκτικὰ μεγάλο καὶ φοβερὸ μέσα στοὺς αἰῶνες ποὺ ἐπακολουθοῦν καὶ τὸ
συγκλονιστικὸ αὐτὸ δέος τὸ νιώθουμε νὰ δρασκελίζει τοὺς αἰῶνες τῆς Ἱστορίας καὶ
νὰ φτάνῃ ὡς τὶς ἡμέρες μας καὶ νὰ συντονίζεται μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν μαρτυρικὴ ἀγωνία
τῶν ἡμερῶν μας.
Ἀξίζει τὸν κόπο, ἐφοδιασμένοι μὲ τὴν
πρέπουσα ψυχικὴ καὶ ἠθικὴ ἀντοχὴ νἀ ἀτενίσουμε τὸ κολοσσιαῖο ἀπειρομέγεθος τῶν
μεγάλων αὐτῶν Μορφῶν τῆς Χριστιανοσύνης, ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίχθηκαν καὶ
στηρίζονται πάντα τὰ γιγαντιαῖα δυναμάρια τῆς Χριστιανικῆς μας Οἰκοδομῆς. Ἀξίζει
τὸν κόπο ἐφοδιασμένοι μὲ τὰ ὅπλα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος καὶ τοῦ Χριστιανικοῦ ἤθους
νὰ τοὺς πλησιάσουμε καὶ νὰ ἔρθουμε κοντά τους. Νὰ φωτολουζόμαστε ὁλόκληροι μέσα
στὴν ἄπλετη ἠθική τους φεγγοβολιά, ἀπ’ ὅπου φωτοσταλάζει σὲ ἄπειρα φωτοσυντρίμματα
ἡ ἀπερινόητα πανέμορφη ἐσωτερική τους ἠθικὴ ὀμορφιά. Καὶ καθισμένοι κάτω ἀπὸ τὸν
ἴσκιο τῆς ψυχῆς τους νὰ μεταλαβαίνουμε τὸ πνεῦμα τους, τὸ πνεῦμα τὸ ἀγωνιστικό,
ἀπὸ τὸ ὁποῖο τρέφεται ἡ πίστη μας, γιὰ νὰ μᾶς μεστώνῃ καὶ στερεώνῃ αἰώνια τὸ
κορμὶ
καὶ τὴν ψυχὴ ἐκεῖ
ποὺ τὸ κρασὶ τῆς ἱερώτερης μέθης γίνεται αἷμα τοῦ αἴματός μας, γίνεται ὅλος ὁ ἤλιος,
ὁ πρῶτος ἤλιος τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Θανάτου μας μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἴδιας μας τῆς
ζωῆς.
Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
ποὺ στάθηκαν στὸ ἴδιο ἠθικὸ ὕψος εἶναι καὶ οἱ δημιουργοὶ ταυτόχρονα τῆς
χριστιανικῆς σοφίας καὶ τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους καὶ μὲ τὴν πνευματική τους
πληρότητα σημείωσαν τὸν πρῶτο μεγάλο σταθμὸ στὴ δημιουργία τοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ
πολιτισμοῦ τοῦ Βυζαντίου στὰ πρόθυρα τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς. Καρδιὲς καὶ οἱ τρεῖς
μεγάλου ἠθικοῦ διαμετρήματος μέσα σ’ ἐκεῖνους τοὺς αἰῶνες τοῦ αἴματος καὶ τῆς ἠθικῆς
λάσπης, ὅταν ὁλόγυρα κορυφώνονταν τὰ φοβερώτερα ἀνθρώπινα πάθη τῆς ματαιοδοξίας,
τοῦ φθόνου καὶ τῆς ἐγκόσμιας κυριαρχίας, στάθηκαν πάνω ἀπὸ τὴ λάσπη τῆς ἐποχῆς
τους, καὶ πάνω ἀπὸ τὰ πάθη τῶν ἡμερῶν τους. Ξεπέρασαν τὶς προσωπικές τους ἀδυναμίες
καὶ τὶς ἱστορικὲς ἀδυναμίες τοῦ καιροῦ τους, καὶ κατόρθωσαν νὰ ἀνασύρουν μέσα ἀπὸ
τὰ ἀπύθμενα βάθη τοῦ ἀγνοῦ ἑαυτοῦ τους νέα στοιχεῖα καὶ νέα μορφώματα ζωῆς, μὲ
τὰ ὁποῖα πλούτισαν καὶ μεγάλωσαν τὸν Χριστιανικὸ Κόσμο, μορφώματα ποὺ ἀντιδιαστέλλουν
οὐσιαστικὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φανερωνότανε ὡς τὶς ἡμέρες
τους ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.
Τότε μέσα στὴ διδασκαλία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
γονιμοποιεῖται ἡ καταπληκτικὴ Ἀποκάλυψη καὶ θαυμαστὴ Ὁμολογία ποὺ ἐξαγγέλεται
στὴν κορυφαία σελίδα τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας. «Οὐκ
ἦλθον καταλῦσαι τοὺς νόμους ἢ τοὺς προφήτας, ἀλλὰ πληρῶσαι αὐτούς». Ἡ τρανὴ καὶ
φοβερὴ αὐτὴ ὁμολογία μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος δὲν ἦλθε ὡς ἀρνητικὸς
καταλυτής, ἀλλὰ ὡς θετικὸς συμπληρωτὴς τοῦ πνεύματος τῆς Ἱστορίας.
Ἐγκαινιάζοντας τὰ χρόνια τοῦ κλασσικοῦ
Χριστιανισμοῦ οἱ τρεῖς Φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος βροντοφωνοῦν μὲ ἕνα
στόμα πὼς ὁ Ἐσταυρωμένος δὲν καταλύει τὸν Λόγον τῶν ἀρχαίων Ἐλλήνων, δὲν ἀρνεῖται
τὴν δύναμη τῆς ἀρχαίας ζωῆς, ἀλλὰ συμπληρώνει τὴν ἀρχαία ζωὴ μὲ ἕνα στοιχεῖο ποὺ
ἀγνοοῦσε τελείως ὁ Κόσμος. Ὑψώνουν δίπλα στὴν αἰώνια καὶ ἀκατάλυτη λορφὴ τοῦ
λόγου τῆς κλασσικῆς Παιδείας καὶ Ἀρετῆς μιὰ δεύτερη αὐτοδύναμη καὶ ἰσοδύναμη ἠθικὴ
Κορφή, τὴν κορφὴ τῆς Ἀγάπης καὶ τοῦ συγκρατημένου μαρτυρικοῦ Χριστιανικοῦ Ἤθους.
Οἱ δύο αὐτὲς κορφὲς δὲν εἶναι ὅμοιες καὶ ὁμόζυγες. Εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίζυγες,
ἀντίθετες καὶ διαφορετικές. Καὶ οἱ τρεῖς Πατέρες σηκώνουν τώρα ὑπεύθυνα τὴν
βαρειὰ ἐντολὴ μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ θὰ ἀνακύπτουν σὲ
κάθε ἐποχή, αὐτὲς τὶς ἀντίθετες κορφὲς νὰ τὶς συγκλίνουν καὶ νὰ τὶς ἑνώσουν σὲ ἀδιάσπαρτη
ἑνότητα καὶ σὲ μεγαλειώδη σύνθεση μέσα στὰ βάθη τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μὲ
τὸ ἠθικό τους αὐτὸ αἴτημα προστάζουν ὅλους μας νὰ συναιρέσουμε μέσα στὴν ψυχή
μας σὲ ἀδιάσπαστη σύνθεση καὶ ἑνότητα τὸν ζωντανὸ Λόγο τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ
καὶ τὸ σεμνὸ καὶ ταπεινὸ ἦθος τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν ὑγεία καὶ χαρὰ τῆς ἀρχαίας
ζωῆς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς καθαρότητας καὶ ἁγιότητας, τὸ γάλα τῆς ἀρχαίας
Παιδείας καὶ τὸ αἶμα τῆς ἄφωνης χριστιανικῆς Θυσίας. Ἡ συντονισμένη τους
συναίρεση ἀπαιτεῖ
μόχθο ἡρωϊκὸ καὶ
πόνο χριστιανικό. Γιατὶ οἱ ἄκρως αὐτὲς ἀντίθετες καὶ πρωταρχικὲς μορφὲς τῆς ζωῆς
ἑνώνονται καὶ διασταυρώνοντει σὲ πολλὰ σημεῖα ἐπαφῆς. Ἀλλὰ κατὰ μία μυστικὴ καὶ
θεία οἰκονομία, μόνο ἐπάνω στὸ φοβερὸ Σταυρὸ τοῦ ὑπέρτατου πόνου καὶ τῆς
μεγάλης θυσίας ἡ διασταύρωση αὐτὴ βρίσκει τὴν πληρέστερή της ὁλοκλήρωση. Ἔτσι
πάνω στὸ Σταυρὸ σφικτοπλέκονται ἀξεδιάλυτα οἱ πόλοι τοῦ πνευματικοῦ οὐρανοῦ καὶ
ἐκεῖ ἐπάνω ψηλὰ κλώθεται ἡ μοῖρα τῆς Ἱστορίας καὶ θεμελιώνεται ἡ συζυγία τῶν
κολοσσιαίων ἀντινομιῶν τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Κόσμου.
Ἡ πρώτη νίκη πραγματοποιήθηκε στὰ χρόνια
τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ στοὺς ἐπακολουθήσαντες μαρτυρικοὺς αἰῶνες τῶν διωγμῶν. Ἡ
δεύτερη Νίκη σημειώθηκε τὸν Δ΄ μ.Χ. αἰῶνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Τριῶν σεπτῶν Ἱεραρχῶν,
μὲ τὴν ὁποία ἔγινε συνειδητὴ γιὰ πρώτη φορὰ καὶ ἀξιολογήθηκε ἡ σημασία τοῦ
θανάτου, τῆς θυσίας καὶ τοῦ πόνου τῶν προγενεστέρων αἰώνων. Ἔκτοτε δάσος
τεράστιο ἀπὸ σταυροὺς καλύπτει τὴν ἀένναη καὶ ἀντίρροπη διαλεκτικὴ κίνηση καὶ ἱστορικὴ
πορεία τοῦ Κόσμου.
Θα εἶναι τάχα ἀνθρώπινη ἡ κοινωνία του
μέλλοντος; Ἡ μόνη ἐλπιδοφόρα ἀπόκριση γιὰ τὴ ζωὴ και τὸ μέλλον εἶναι δημιουργικὴ
ἀναβλάστηση τοῦ πνεύματος τῆς χριστιανικῆς θυσίας μέσα στὶς τιτανικὲς
διαστάσεις τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως πρωτοδιαμορφώθηκε τὸν Δ΄ μ.Χ. αἰῶνα ἀπὸ τὶς
Μεγάλες Μορφὲς τῆς στρατευομένης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ μοναδικὴ φωνὴ
ποὺ μπορεῖ νὰ ἀκουστεῖ σήμερα καὶ κάνει τὴν ἀνθρωπότητα νὰ εὔχεται καὶ νὰ
προσεύχεται στὸ Θεὸ γιὰ τὴ Σωτηρία καὶ τὴν Ἐλευθερία τοῦ κόσμου».
* Το άρθρο αυτό του
Αντ. Καρατζά δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση «Δωδεκάνησος» (Μηνιαία
Εικονογραφημένη Επιθεώρηση, Έκδοση Νομαρχίας Δωδεκανήσου), τεύχος αρ. 13, 14,
15 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1957), σ. 13-16, και αναδημοσιεύεται εδώ
συντομευμένο με μικρές παραλλαγές. Ο Αντ. Καρατζάς (†1984), με καταγωγή από την
Σίφνο, ήταν καθηγητής φιλολογίας. Υπηρέτησε ως καθηγητής στην Κύπρο (1955), την
Κω και την Σύμη (1957), ενώ μετέπειτα υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως φιλόλογος
καθηγητής στη Λεόντιο Σχολή Αθηνών και στη Λεόντιο Σχολή Νέας Σμύρνης.
Δημοσίευσε διάφορα άρθρα και μελέτες φιλοσοφικού – θεολογικού περιεχομένου.
Πολλές μελέτες του, και ιδιαίτερα το ποιητικό του έργο, παραμένουν μέχρι σήμερα
αδημοσίευτα. Ο γιός του Ιάκωβος (†2025) παντρεύτηκε την Ευδοκία (Κάτια) το
γένος Μελιανού, από τη νήσο Αρκιοί.
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Λόγος ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν..
Οικ. Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος:
«Ἡ μετατροπή τῶν σχολείων εἰς «παραδείσους τῶν νέων τεχνολογιῶν» δέν λύει τό
πρόβλημα τῆς παιδείας»
Αναλυτικά ο πανηγυρικός λόγος του
Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στην Τελετή εορτασμού των Τριών
Ιεραρχών στο ΑΠΘ:
Ἱερώτατε
Μητροπολῖτα Θεσσαλονίκης κύριε Φιλόθεε, Ποιμενάρχα τῆς θεοσώστου ταύτης
Ἐπαρχίας,
Τιμιώτατοι ἐν
Χριστῷ ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐλλογιμώτατοι,
κύριε Πρύτανι, κύριοι Ἀντιπρυτάνεις, κύριοι Κοσμήτορες καί Πρόεδροι Τμημάτων,
κύριοι Καθηγηταί, κυρίαι Καθηγήτριαι,
Ἐντιμολογιώτατοι
Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,
Ἐντιμότατοι
ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν,
Προσφιλέστατα
τέκνα ἐν Κυρίῳ φοιτηταί καί φοιτήτριαι,
Κυρίαι καί
Κύριοι,
Ἐκφράζομεν
θερμάς εὐχαριστίας πρός τάς Πρυτανικάς Ἀρχάς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης διά τήν εὐγενῆ καί λίαν τιμητικήν πρόσκλησιν νά ἐκφωνήσωμεν τόν
Πανηγυρικόν Λόγον ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Τριῶν Ἱεραχῶν, τῶν «Προστατῶν τῶν Ἑλληνικῶν
καί Χριστιανικῶν Γραμ-μάτων». Ἐπαναλαμβάνομεν καί ἐνώπιόν σας, ὅτι κάθε τιμή
πρός ἡμᾶς διαβαίνει ἐπί τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, τήν πάμπολλα
καί ἀνεκτίμητα προσενεγκοῦσαν εἰς τήν παιδείαν τοῦ Γένους. Αὐτήν τήν Ἐκκλησίαν
διακονοῦμεν ὡς κληρικός ἐπί σχεδόν ἑξήκοντα πέντε ἔτη, ἐξ ὧν τά τριάκοντα πέντε
ὡς Προκαθήμενος αὐτῆς. Δοξάζομεν τόν φιλάνθρωπον Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ δι᾿ ὅσα
ἐπεδαψίλευσεν εἰς τό ταπεινόν ἡμῶν πρόσωπον. Αὐτά τά ὁποῖα θά εἴπωμεν, ἐν
συνεχείᾳ, ἐκφράζουν τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί
τήν ἀνύστακτον μέριμνάν της διά τόν πνευματικόν πολιτισμόν, ὅπου καρποφορεῖ ἡ
πολύτιμος παρακαταθήκη τῶν Μεγάλων Ἱεραρχῶν, τῶν «τριῶν μεγίστων φωστήρων τῆς
τρισηλίου θεότητος».
Ἔχει ζωτικήν
σημασίαν νά γνωρίζουν οἱ νέοι καί αἱ νέαι μας τήν ἀσύγκριτον προσφοράν τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Θρόνου πρός τό Γένος, τόν κεντρικόν ρόλον του εἰς τήν διάσωσιν τῆς
ταυτότητός μας, καθώς καί τήν παγχριστιανικήν καί πανανθρωπίνην ἀποστολήν του.
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔσωσε κυριολεκτικῶς τήν πνευματικήν καί
πολιτισμικήν ἰδιοπροσωπίαν καί τήν γλῶσσαν μας, ἐν καιροῖς δυστήνοις, διά τῆς
ἱδρύσεως καί λειτουργίας σχολείων καί Ἀκαδημιῶν, διά τῆς ἐπιλογῆς καί
προσκλήσεως σοφῶν διδασκάλων, διά τῆς προαγωγῆς τῆς θύραθεν καί τῆς ἐν Χριστῷ
παιδείας, ἀλλά καί διά τοῦ παιδευτικοῦ, τοῦ μορφωτικοῦ καί μεταμορφωτικοῦ
ἔργου, τό ὁποῖον ἐπιτελεῖ ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεία λατρεία, ἡ πνευματικότης,
ἡ φιλανθρωπία καί ἡ ἀλληλεγγύη, τό ἐκκλησιαστικόν ἦθος, πού εἶναι νίκη ἐναντίον
ὅλων τῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί
τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας. Δέν ἐπαρκοῦν ἡ ἐπιστημονική γνῶσις, ἡ
τεχνολογική ἐγγραμματοσύνη, ἡ οἰκονομική πρόοδος καί αἱ σύγχρονοι ἰδέαι διά τήν
συγκρότησιν καί διαφύλαξιν τῆς ταυτότητός μας, εἰς τόν πυρῆνα τῆς ὁποίας
εὑρίσκεται ὁ πνευματικός πολιτισμός μας.
Τιμῶμεν
σήμερον τούς τρεῖς «οἰκουμενικούς διδασκάλους», τόν οὐρανοφάντορα θεολόγον, τόν
φιλόθεον ἀσκητήν, τόν προστάτην τῶν ἐν ἀνάγκαις καί «νέον σιτοδότην» Μέγαν
Βασίλειαν, τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον, τόν «θερμότατον ὑπέρμαχον τῆς Τριάδος»
καί «ἄκρον εἰς παιδείαν παντοίαν», διά τῆς βαθυστοχάστου θεολογικῆς σοφίας τοῦ
ὁποίου θεολογοῦμεν μέχρι τῆς σήμερον, ἀλλά καί ψάλλομεν καί προσευχόμεθα διά
τῶν ἐξόχων ποιητικῶν του λόγων, καί τόν Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, τόν ἔνθερμον
κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου, τόν «διδάσκαλον τῆς Θείας Εὐχαριστίας», τόν ἀριστέα τῆς
εὐσεβείας, τόν ἀγωνιστικώτατον καί θυσιαστι-κώτατον.
Τούς
θαυμάζομεν διά τήν ἄνευ ὅρων ἀφοσίωσίν των εἰς τόν Χριστόν καί εἰς τήν
διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας Του, διά τήν ἑλληνικήν καί κατά Χριστόν παιδείαν των,
διά τήν εὐρύτητα τοῦ πνεύματός των, διά τόν τρόπον καί τό βάθος τοῦ θεολογεῖν,
εἰς τό ὁποῖον συνδυάζεται «μέ ἁρμονικόν τρόπον ἡ λογία καί ἡ χαρισματική
θεολογία». Τούς εὐγνωμονοῦμεν διά τόν ἀγῶνα των κατά τῶν αἱρέσεων καί τῆς
ἀλλοτριώσεως τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους, διά τό ζωηρόν ἐνδιαφέρον των διά τήν
νεότητα, τήν ἔνθεον παίδευσιν καί τήν προκοπήν της, διά τήν σύζευξιν Ἑλληνισμοῦ
καί Χριστιανισμοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως γράφει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου
Ἰωάννης Ζηζιούλας, παλαιός καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου σας, «ἔκρινε ὁριστικά
καί εὐεργετικά τήν πορεία ὄχι μόνο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς παγκόσμιας
ἱστορίας»[1].
Οἱ Μεγάλοι
Πατέρες κατώρθωσαν νά διατυπώσουν μέ μοναδικόν τρόπον τήν ἐμπειρίαν τῆς ἐν
Χριστῷ σωτηρίας διά τῆς χρήσεως τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς ὁρολογίας. Διά τοῦ
λόγου καί τῆς γραφίδος των, ὁ Χριστιανισμός ἀπηυθύνθη μέ ἀξιώσεις εἰς τό
συνυφασμένον μέ τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν καί παιδείαν πολιτισμικόν περιβάλλον,
ἐξέφρασε μέ δυναμισμόν τήν εὐαγγελικήν διδασκαλίαν καί ἐνεπλούτισε τόσον τήν
θεολογίαν, ὅσον καί τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν. Κατά τήν ἄποψιν τοῦ μακαριστοῦ
Βασιλείου Τατάκη, διατελέσαντος καί αὐτοῦ καθηγητοῦ τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «μέσα στή χριστιανική διδασκαλία καί μέ αὐτήν
ὁλοκληρώνεται ὁ ἑλληνικός λόγος, ἀφοῦ ὕστερα ἀπό τήν ἀναφορά του κατά τήν
ἀρχαιότητα στά ῾κατά κόσμον᾽, τώρα κυρίως ἀναφέρεται στά ῾ὑπέρ κόσμον᾽ καί
῾ὑπέρ λόγον᾽»[2]. «Ἡ γάρ πίστις τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου πλήρωσις», λέγει
ἐπιγραμματικά ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[3]. Ἡ πίστις εἰς Χριστόν δέν ἀπαιτεῖ τό
sacrificium intellectus, τήν θυσίαν τοῦ λόγου, ἀλλά ἐμβαθύνει, ἐμπλουτίζει καί
μεταμορφώνει τόν λόγον.
Ἡ συνάντησις
τῆς χριστιανικῆς θεολογίας μέ τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν δέν ἦτο διά τούς
μεγάλους Πατέρας ἁπλῶς θεωρητική ὑπόθεσις, ἀλλά εἶχεν ἄμεσον σχέσιν μέ τό θέμα
τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶχον μελετήσει ἐπισταμένως τήν φιλοσοφίαν καί
προέβησαν εἰς τό «καινοτομεῖν τά ὀνόματα», ἔδωκαν δηλαδή νέον περιεχόμενον εἰς
τάς φιλοσοφικάς ἐννοίας, μέ σκοπόν νά ἐκφράσουν δι᾿ αὐτῶν τό Εὐαγγέλιον τῆς ἐν
Χριστῷ ἐλθούσης Χάριτος. Ἐπρόκειτο περί ἑνός πραγματικοῦ ἄθλου, ὁ ὁποῖος
ἐχαρακτηρίσθη ὡς «θαῦμα». Τό ἑλληνικόν πνεῦμα, ἐγκεντρισμένον πλέον εἰς τόν
κορμόν τοῦ χριστιανικοῦ οἰκουμενικοῦ πολιτισμοῦ, ηὔξησε τήν ἐμβέλειάν του.
Ἀποτελεῖ δέ ἀδιαμφισβήτητον γεγονός, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνέβαλαν
μεγάλως εἰς τήν διάδοσιν τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος καί δικαίως χαρακτηρίζονται
ὡς συνεχισταί του. Κάθε ἀναφορά εἰς τήν σημασίαν τῶν Πατέρων διά τήν ταυτότητά
μας, ἐμπεριέχει καί τήν συμβολήν των εἰς αὐτήν τήν σύζευξιν, ἐκ τῆς ὁποίας
τρέφεται ἡ ἰδιοπροσωπία μας. Ἔχομεν τήν ἀκλόνητον βεβαιότητα, ὅτι τά
πολυτιμότερα στοιχεῖα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἐνεσωματώθησαν εἰς τήν
ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέκτησαν πνοήν αἰωνιότητος, ἐνῶ ἡ Ἑλληνική γλῶσσα, ὡς
γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων, τῆς λατρείας καί τῆς ὑμνογραφίας,
ἀπέδειξεν ἐκ νέου τήν ρωμαλεότητα, τόν ἐκφραστικόν της πλοῦτον καί τήν
ἀδιάσπαστον ἑνότητά της. «Ὁ Ἑλληνισμός ὁλοκληρώθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία· τέτοια
εἶναι ἡ ἱστορική σημασία τῆς πατερικῆς θεολογίας», σημειώνει ὁ ἀποκληθείς
«πρύτανις τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων» τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, μακαριστός π. Γεώργιος
Φλωρόφσκυ[4].
Τά ἔξοχα
κείμενα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἡ θεολογία, ἡ εὐσέβεια, τό ἐκκλησιαστικόν των
φρόνημα, ἡ ἀνθρωπολογική των σοφία καί αἱ παιδαγωγικαί των ἰδέαι ἔχουν
ἐντυπωσιακήν ἐπικαιρότητα. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ μνήμη τῶν μεγάλων Πατέρων δέν
εἶναι ἀναφορά εἰς τό παρελθόν, ἀλλά εἰς μίαν ἀεί ζῶσαν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν
θεωρίας καί πράξεως, ἡ ὁποία φωτίζει τό παρόν καί ἀποτελεῖ ὁδοδείκτην διά τήν
πορείαν μας πρός τό μέλλον. Διά τόν λαόν τοῦ Θεοῦ δέν ὑπῆρξε «χθές» καί δέν
ὑπάρχει «σήμερον» χωρίς σύνδεσιν μέ τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν
πνευματικήν παρουσίαν καί μαρτυρίαν των. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι καί τό αὔριον
τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ θά εἶναι «Πατερικόν».
Ἡ Θεολογία τῶν
Πατέρων παραμένει πρότυπον θεολογικῆς ἐργασίας, πρωτίστως ὡς πρός τήν μέθοδον
καί τόν ποιμαντικόν προσανατολισμόν. Εἶναι μία θεολογία ὑπαρξιακή καί
συγκεκριμένη, ποτέ ἄσαρκος καί νοησιαρχική. Αὐτή ἡ ἐμπειρική καί ἐκκλησιοτραφής
θεολογία συνδέει τήν πίστιν μέ τήν ζωήν, ὁμιλεῖ πάντοτε ἐστραμμένη πρός τόν
σύγχρονον ἄνθρωπον, ἄνευ ἐπιδεικτικῆς σοφίας καί ἐπιτηδευμένης εὐγλωττίας. Ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀπορρίπτει τήν ὑπερβολικήν προσκόλλησιν τῆς
θεολογίας εἰς τήν ρητορείαν καί εἰς τήν «σοφίαν τήν ἐν λόγῳ κειμένην καί
στροφαῖς λέξεων»[5]. Ὁ «ἀποδείξει λόγου» θαρρῶν μετατρέπει τήν θεολογίαν εἰς
«τεχνολογίαν»[6] καί ὑποβιβάζει τό «μέγα μυστήριον» τῆς χριστιανικῆς πίστεως
εἰς «τεχνύδριον»[7]. Καί εἰς τήν θεολογίαν των οἱ Πατέρες δίδουν τήν μαρτυρίαν
των ὡς «τῶν ἁλιέων μαθηταί»[8].
Εἰς τούς
Μεγάλους Πατέρας, ἡ πιστότης εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ἀληθείας καί ἡ ἀνοικτοσύνη
πρός τόν κόσμον καί τόν πολιτισμόν ἀλληλοπεριχωροῦνται καί
ἀλληλο-εμπλουτίζονται. Καί ἡ συνάντησις μέ τόν σύγχρονον κόσμον καί τάς πολλάς
νέας προκλήσεις, ὀφείλει νά ἐκτυλίσσεται ἐν πιστότητι πρός τόν «οὐκ ἐκ τοῦ
κόσμου» χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐν ἐπιγνώσει τῶν νέων ἱστορικῶν δεδομένων.
Ὅπως ἔλεγεν ὁ μακαριστός πνευματικός ἡμῶν πατήρ Μητροπολίτης Χαλκηδόνος
Μελίτων, ἡ Ἐκκλησία «δέν εἶναι δυνατόν νά νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρός τή ζωή, πρός
τούς καιρούς, πρός τήν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρός τά φλέγοντα προβλήματα
αὐτῆς τῆς στιγμῆς»[9]. Διά δέ τήν θεολογίαν ἀποτελεῖ βασικήν ἀρχήν ὅτι δέν
πρέπει νά εἶναι «ἀμυντική», ὡς νά ἐστρέφοντο ὅλαι αἱ τρέχουσαι ἐξελίξεις
ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ σύνδεσις τῆς
ζωῆς μας μέ ἀπορρίψεις καί φοβικά σύνδρομα, μέ κλειστότητα καί ἀδιαφορίαν διά
τήν ἱστορίαν καί τόν πολιτισμόν, δέν δύναται νά στηριχθῇ εἰς τήν θεολογίαν τῶν
Πατέρων. Ὁ Χριστιανός εἶναι δυναμικός καί κοινωνικός, ἀνοικτός πρός τόν
συνάνθρωπον καί τόν κόσμον, «Θεοῦ συνεργός», «φλεγόμενος» ἄνθρωπος. Προξενεῖ
εὔλογον ἔκπληξιν τό γεγονός ὅτι διάφοροι νεώτεροι στοχασταί ἐταύτισαν τήν
χριστιανικήν ἐλευθερίαν μέ παθητικότητα καί «ἦθος τῶν ἀδυνάτων». Πρόκειται περί
οἰκτρᾶς πλάνης. Εἶναι ἀδιανόητον ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τόν περιγράφει ὁ Γρηγόριος ὁ
Θεολόγος, ὁ ἄνθρωπος, ὁ «πλεκτός ἐξ ἀμφοτέρων, οὐρανίων χθονίων τε», ὁ
«ἐπίγειος καί οὐράνιος», ὁ «ἐλευθερίᾳ τετιμημένος», τό «θεούμενον ζῷον», ὁ
«πρόσκαιρος καί ἀθάνατος», νά εἶναι ὑποτονικός, ἀδιάφορος διά τήν
ζωήν καί διά «τά τῶν ἀνθρώπων πράγματα». Τό ἄτοπον τοῦ μνημονευθέντος
ἰσχυρισμοῦ ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό ὅτι οἱ Πατέρες ἔδωκαν ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς
τό κοινωνικόν περιεχόμενον τῆς ἐλευθερίας, εἰς τήν κοινωνίαν τῆς ζωῆς καί τήν
ἀδελφοσύνην. Ὁ πιστός, ὁ ζῶν ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καί εἰς Χριστόν, τόν
διαπρύσιον Κήρυκα τῆς ἀδιασπάστου ἑνότητος τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τῆς
ἀγάπης πρός τόν πλησίον, εἶναι ἀδιανόητον νά ἀδιαφορῇ διά τόν ἀδελφόν. Ὁ
«κλειστός ἄνθρωπος» ἐκπροσωπεῖ ἐδῶ μίαν κατ᾿ ἐξοχήν ἠλλοτριωμένην μορφήν
ἀνθρωπίνου εἶναι.
Εἶναι
χαρακτηριστικόν δι᾿ αὐτό τό πνεῦμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι ἡ παιδεία εὑρίσκεται
εἰς τό κέντρον τῆς σκέψεως καί τῆς δράσεώς των. Ἡ παιδεία ὄντως προϋποθέτει
πάντοτε τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς αὐτήν ἀπευθύνεται, αὐτήν θέλει νά
στρέψῃ πρός τό «ἀγαθόν». Δέν ὑπάρχουν αὐτοματισμοί εἰς τόν ἐξανθρωπισμόν τοῦ
ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία εἶναι πάντοτε χρέος, ἐπιδίωξις καί σκοπός, faciendum ὄχι
factum.
Ἡ πεῖρα τῶν
αἰώνων διδάσκει ὅτι ἡ διαπαιδαγώγησις τῆς νέας γενεᾶς εἶναι ἐγχείρημα δυσχερές
καί ἰδιαιτέρως ἀπαιτητικόν. Εἰς τά ἐγγενῶς περίπλοκα προβλήματα τοῦ
παιδαγωγικοῦ ἔργου ἔρχονται σήμερον νά προστεθοῦν πρωτόγνωροι περιστασιακαί
δυσκολίαι, εἰς τάς ὁποίας ἀνήκει ἡ κυριαρχία τῶν νέων τεχνολογιῶν καί τῶν
οἰκονομικῶν κριτηρίων εἰς τόν χῶρον τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἠλεκτρονικός
ὑπολογιστής εἶναι θαυμαστόν ἐργαλεῖον καί εἰς τό σχολεῖον, ἐπιβάλλει ὅμως
εὐχερῶς τήν ἄτεγκτον τετράγωνον λογικήν του, τήν μεταβολήν τῶν πάντων, καί τῶν
προσώπων, εἰς data, εἰς «δεδομένα». Ἡ μετατροπή τῶν σχολείων εἰς «παραδείσους
τῶν νέων τεχνολογιῶν» δέν λύει τό πρόβλημα τῆς παιδείας. Ἀλυσιτελής εἶναι καί ἡ
προσέγγισις καί ὀργάνωσις τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποκλειστικῶς ἐπί τῇ βάσει οἰκονομικῶν
κριτηρίων. Τό νά καταστοῦν οἱ ὅροι σχολεῖον, ἐκπαιδευτικός καί μαθητής
«οἰκονομικαί κατηγορίαι», ἴσως νά ἀνταποκρίνεται εἰς τό πνεῦμα τῶν καιρῶν, δέν
ἐκφράζει ὅμως τήν ἀλήθειαν τῆς παιδείας. Τό παιδαγωγικῶς «δέον» δέν συμπίπτει
κατ᾿ ἀνάγκην μέ τήν κυρίαρχον εἰς μίαν ἐποχήν ἀνθρωποεικόνα. Αὐτή λειτουργεῖ ὡς
πρόκλησις διά τήν λυσιτελεστέραν λειτουργίαν τῆς παιδείας, ὄχι ὅμως ὡς
κανονιστική ἀρχή της.
Συνάρτησιν τῶν
νέων δεδομένων εἰς τόν χῶρον τῆς παιδείας ἀποτελεῖ καί τό γεγονός ὅτι ἡ
καλλιέργεια τῶν πνευματικῶν ἐπιστημῶν ὑποχωρεῖ ἐνώπιον τῆς κυριαρχίας τῆς
θετικῆς, τῆς τεχνολογικῆς καί οἰκονομικῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως. Ἡ χρηστική
γνῶσις ἐκτοπίζει τήν ἀνθρωπιστικήν καί πνευματικήν παιδείαν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ
αὐτό πού ὑπερβαίνει τό ἁπλῶς «χρήσιμον». Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτή
ἀποτελεῖ ἀνθρωπολογικήν καί παιδαγωγικήν ἀστοχίαν. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι
«δεμένος στόν πάσαλο τῆς στιγμῆς», δέν ἐγκλωβίζεται εἰς τό παρόν, ἡ ὑπαρκτική
ὁλοκλήρωσίς του δέν ταυτίζεται μέ τήν ἱκανοποίησιν τῶν βασικῶν ἀναγκῶν του.
Ὅταν ὁ μέγας φιλόσοφος Ἀριστοτέλης ὁ Σταγειρίτης ὁρίζῃ τόν ἄνθρωπον ὡς «ζῶον
λόγον ἔχον», κατονομάζει τήν ἔντασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τήν ἀνθρωπίνην
ὕπαρξιν, μεταξύ τῆς βιολογικῆς μας ὑποστάσεως καί τῆς διαστάσεως τοῦ «λόγου»,
δηλαδή τῆς σκέψεως, τῆς γλώσσης καί τῆς ἐπικοινωνίας. Ὑπάρχει ὅμως μία τρίτη
διάστασις: ὁ «λόγος ὑπάρξεως», ὁ σκοπός καί τό νόημα τῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν
δύναται νά ζήσῃ ἄνευ νοηματοδοτήσεως τῆς ὑπάρξεώς του. Ἡ γνησία παιδεία, ὡς
«ἀνθρωποποιΐα», εἶναι ἀδιανόητον νά παραμελῇ τήν ἀνάπτυξιν τῆς πνευματικῆς
διαστάσεως.
Εἰς τήν
Πατερικήν παράδοσιν, ὁ σκοπός αὐτός τῆς ἀγωγῆς συνδέεται μέ τήν παιδείαν ὡς
«μετάληψιν ἁγιότητος»[10], ὡς ἀνάδειξιν τοῦ ὑψηλοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ
«περιαγωγή τῆς ψυχῆς» πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐνισχύει τήν ἱκανότητα τοῦ
ἀνθρώπου νά ἀντιμετωπίσῃ τάς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐπιγείου βίου καί τάς ὁριακάς
καταστάσεις, ἐνῷ ἡ συρρίκνωσις καί ὁ ἐγκλωβισμός τῆς ὑπάρξεώς μας εἰς τήν
ἐνθαδικότητα συμπίπτει μέ ὑπαρκτικήν ἐξασθένησιν. Ἐάν βλέπωμεν τήν ζωήν ὡς
Σισύφειον ἔργον καί τόν θάνατον ὡς τό ὁριστικόν τέλος, τότε ἡ ὕπαρξίς μας
βυθίζεται εἰς τόν φόβον καί τήν ἀπαισιοδοξίαν.
Ἡ ραγδαία
ἀνάπτυξις καί ἡ παγκόσμιος κυριαρχία τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ δέν θά
καταστήσῃ ἀσήμαντα καί ἀνενεργά ὅσα γνωρίζομεν διά τόν ἄνθρωπον, τήν ἐλευθερίαν
του καί τήν condition humaine, ἔστω καί ἄν ἀσόφως πολλάκις διαδίδονται τοιαῦται
θεωρήσεις. Ὅσον «ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων ᾖ», ἡ ἀγωγή καί ἡ παιδεία θά ἀσκοῦν
ἀνθρωποποιητικόν ρόλον, θά ἀναφέρωνται εἰς τήν ἐπιβίωσιν καί τό εὖ ζῆν, εἰς τήν
γνῶσιν καί τήν πίστιν, εἰς τήν οἰκείωσιν τῆς παραδόσεως καί εἰς τήν συμβολήν
μας εἰς τόν πολιτισμόν, εἰς τήν συμβίωσιν μετά τῶν συνανθρώπων μας καί εἰς τήν
πολιτικήν, εἰς τήν εὐθύνην μας ὡς προσώπων καί εἰς τήν νοηματοδότησιν τῆς
ὑπάρξεώς μας, θά ἐκπροσωποῦν αὐτό τό ὁποῖον «ὀφείλει» νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος.
Λίαν εὐστόχως
ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν συμπλήρωσιν δεκαετίας
ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος, διεκήρυξεν, ὅτι «ἡ ἐπιστημονική
γνῶσις δέν κινητοποιεῖ τήν ἠθικήν βούλησιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, καίτοι
γνωρίζει τούς κινδύνους, συνεχίζει νά δρᾷ ὡς ἐάν δέν ἐγνώριζεν»[11]. Ἡ
πνευματικότης καί ἡ ὑπεύθυνος ἐλευθερία δέν ἀναπτύσσονται αὐτομάτως καί
παραλλήλως πρός τήν ἐπιστημονικήν κατάρτισιν καί τήν τεχνογνωσίαν. Ἀπαιτοῦνται
ἠθική καί θρησκευτική ἀγωγή, παιδεία πνευματικῶν ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι θά ἀντλοῦν ἐκ
τῆς ἀκενώτου πηγῆς τῆς πίστεως, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκλεκτή
ὁμήγυρις,
Ἡ ταυτότης
μιᾶς κοινωνίας κρίνεται ὄχι μόνον ἐπί τῇ βάσει τῆς τεχνολογικῆς καί οἰκονομικῆς
ἀναπτύξεως, τῆς ὀργανώσεως τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς ζωῆς, ἀλλά καί ἀπό τήν
παρουσίαν ἐκείνων τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος
δέν εἶναι μόνον πολίτης τοῦ κόσμου ἀλλά καί πνευματικόν ὄν, τό ὁποῖον
ἀφουγκράζεται τήν φωνήν τοῦ οὐρανοῦ καί ποθεῖ τήν αἰωνιότητα. Εἰς τάς
ἐκκοσμικευμένας κοινωνίας, ἡ «λήθη τοῦ Ὑπερβατικοῦ» δέν ἔφερεν αἰσιοδοξίαν,
ἀλλά παρήγαγε «λήθην τῆς ἐλπίδος». Προφανῶς, οὔτε ἡ ἄρνησις τοῦ τελικοῦ
νοήματος τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου, οὔτε ἡ τοποθέτησις τοῦ περιεχομένου τῆς
ἐλευθερίας ὅπου καί ὅπως ὁ καθείς νομίζει, ἀποτελοῦν αὐθεντικήν ὑπαρκτικήν
ἔκφρασιν.
Ἔχει λεχθῆ ὅτι
τόν ἄνθρωπον «τόν τρομάζει ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι μόνον ῾ἐκ τοῦ κόσμου τούτου᾿».
Εἶναι ἐξόχως ἀποκαλυπτικόν, ὅτι είς τήν ἐποχήν μας, εἰς τήν ὁποίαν ἡ
ἐπιστημονική γνῶσις καί ἡ τεχνολογία εἶναι ἡ «μεγάλη δύναμις», πού ἀλλάζει
ριζικῶς τήν ζωήν εἰς ὅλας τάς πτυχάς της, καί ἡ τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεῖ
μίαν βαθεῖαν καί πρωτόγνωρον τομήν εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ
θρησκευτική πίστις ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ἑτέρα «μεγάλη δύναμις», ἐκπρόσωπος ὅσων ὁ
ἴδιος ἄνθρωπος «δέν μπορεῖ νά δώσῃ στόν ἑαυτό του», ὡς καί τῆς ἀληθείας ὅτι τό
ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι πάντοτε «περισσότερον ἀπό αὐτό πού δύναται νά συλλάβῃ
ἡ ἐπιστήμη». Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, ἡ πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας
ἐμφανίζεται ὡς ἀποκάλυψις τῆς ἰσχύος ἀλλά καί τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως.
Ἡ θρησκευτική πίστις καί ἡ θεολογία ἀναγνωρίζουν τήν δύναμιν τῆς ἐπιστημονικῆς
γνώσεως, παραπέμπουσαι ἐν ταὐτῷ μετ᾿ ἐμφάσεως εἰς τό «πέραν τῆς γνώσεως».
Μέ αὐτάς τάς
σκέψεις καί τά αἰσθήματα, εὐχαριστοῦντες καί αὖθις διά τήν πρόσκλησιν καί τήν
τιμήν, μεταφέρομεν εἰς πάντας ὑμᾶς τούς παρόντας καί εἰς τούς ἠγαπημένους σας
τήν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς,
πρεσβείαις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν πυρσευσάντων πᾶσαν τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι
δογμάτων θείων, τήν ζείδωρον χάριν καί τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ τῆς σοφίας καί
τῆς ἀγάπης.
1. Ἰωάννου
Ζηζιούλα, «Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους,
τόμος ΣΤ’, Ἀθήνα 1976, σ. 559.
2. Βασιλείου
Τατάκη, Ἀπομνημονεύματα, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1993, σ. 512.
3. Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΚΘ’, ΒΕΠΕΣ 59, σ. 250,30.
4. π. Γ.
Φλωρόφσκυ, «Οἱ δρόμοι τῆς ρωσσικῆς θεολογίας», εἰς τό ἔργον τοῦ ἰδίου: Θέματα
Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 227.
5. Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΙΣΤ’, Β’, ΒΕΠΕΣ 59, σ. 92, 26-28.
6. Ὅ.π., Λόγος ΛΑ’,
ΙΗ’, σ. 274, 39.
7. Ὅ.π., Λόγος ΚΖ’,
Β’, σ. 213, 29-214,1.
8. Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου, Λόγος Ε’, ΚΕ’, ΒΕΠΕΣ 58, σ. 345, 4-5.
9. Χαλκηδόνια.
Μνήμη Μελίτωνος Χατζῆ, Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος (1913-1989),
Σύνδεσμος τῶν ἐν Ἁθήναις Μεγαλοσχολιτῶν, Ἀθήνα 1999, σ. 457.
10. Ἰωάννου
Χρυστοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολήν, ΚΘ’, γ’, PG
63, 205.
11. Ἐγκύκλιος,
§ 11.
ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/