Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Η κυρά Αγάπη!

 «Αγάπη, ή ανυποδητη, τό σπουργιτάκι τού Θεού» (Αφανείς καί  χαρισματούχες μορφές εν τώ κόσμω).


Γράφει ο Γιώργος Γαλάτσης

… Τριγυρνούσε ρακένδυτη ή βλογημένη, μια από δω, μια από κει. Έμοιαζε με εκείνα τά κίτρινα και ξερά φύλλα του φθινοπώρου, πού τά σκορπά ό άνεμος μέσα στο δρόμο, στα πεζοδρόμια, στις αυλές των σπιτιών. Τά ρούχα της ήταν γιομάτα μπαλώματα, παπούτσια δεν φορούσε καθόλου, ωσάν την Οσία Ματρώνα την ανυπόδητη, την δια Χριστόν σαλή της Πετρούπολης Ρωσίας.

Καθημερινά έκανε το ίδιο δρομολόγιο. Κατέβαινε από την Παπάφη ( πλησίον του ορφανοτροφείου) εν συνεχεία Κατσιμίδη, Θεαγένους Χαρίση και στο τέλος ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Τό πρόγραμμα της ήταν ως εξής: Τό πρωϊ ξυπνούσε στις 5:00.

Αποστοιθουσε την πρωινή προσευχή ( τόν Όρθρο) κρυφά πίσω από τό ιερό τού ναού – κρυμμένη πίσω από τούς θάμνους στο περίβολο. Έκαμε ασταμάτητες εδαφιαιες μετάνοιες με την ευχή του Χριστού νά βγαίνει ωσάν θυμίαμα μέσα από τά σπλάχνα της, ή προσευχή της άγγιζε την γη με τόν ουρανό.

«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με την αμαρτωλή… Υπεραγία Θεοτοκε σώσον ημάς»…

Μετά κατηφόριζε πλησίον του νοσοκομείου Θεαγένειο. Εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου, συναντούσε χρήστες ναρκωτικών και τούς βοηθούσε με διάφορους τρόπους. Είχε στον ώμο της κρεμασμένο ένα μικρό πλεκτό σακίδιο πού της είχε χαρίσει μία ευλογημένη ψυχή στο ναό. Τούς έδινε καφέ, μπισκότα, παξιμάδια, νερό. Τούς μοίραζε μικρά σταυρουδακια πλεγμένα με τά χέρια της με κλωστή πού τής έδινε η κυρα – Λέλα, πού είχε το μαγαζάκι με ψιλικά κάτω στην γωνία Παρασκευόπουλου και Κωνσταντινουπόλεως. Στήριζε με τόν λόγο της αυτές τις βασανισμένες ψυχές με πολύ αγάπη. Τούς έλεγε λόγους παρηγοριας, τούς έστελνε στον πνευματικό της ενορίας νά αποθεσουν το βάρος πού είχε η ψυχή τους. Θεέ μου τί ομορφιά νά την βλέπεις νά περνά από μπροστά τους και όλοι τους νά την φωνάζουν με το όνομα της.

– Έρχεται ή μητερουλα παιδιά… Αυτή είναι η δικιά μας Αγάπη.

– κ. Αγάπη, μητερουλα, νά σέ ρωτήσω κάτι; Κ. Αγάπη, έχετε ένα μπισκότο; Κ. Αγάπη, θέλω να αλλάξω ζωή, φθάνει πια..

Όλες αυτές οι ψυχές βίωναν την ορφανεια, τόν πόνο, την εγκατάλειψη. Τούτη ήταν το στήριγμα και ή καταφυγή σέ όλα.

Τούς αγκάλιαζε, τούς φιλούσε, τούς παρηγορούσε.

Ο κυρ- Αντώνης, είχε ένα μικρό εστιατόριο πλησίον της Λεωφόρος στρατού. Μεροκαματιάρης, αλλά πάντα πρόσφερε από το υστέρημα του. Καθημερινά τής έδινε 3-4 μερίδες φαγητού . Αυτή όμως τό μόνο πού κρατούσε ήταν τά χορτα και δυο φετουλες ψωμί. Τά υπόλοιπα τά μοίραζε σέ φτωχούς ανθρώπους, σέ αστέγους, σέ εκείνους που είχαν πραγματικά ανάγκη.

Μία κυρία, πού εργάζονταν σέ ένα σούπερ μάρκετ, τής έδινε γάλα. Ήξερε ότι θά πάει για καλό σκοπό. Η μητέρα Αγάπη, περνούσε κρυφά και – Ω τού θαύματος – άφηνε δύο μπουκάλια γάλα σέ μία μητέρα πού ήταν πολύτεκνη. Χτυπούσε το κουδούνι της και τό απεθετε στην είσοδο, για νά το παραλάβει.

Το απόγευμα πήγαινε έξω από τόν ναό, πού γινόταν ό εσπερινός. Κρατούσε ένα καθαρό κερί στο χέρι και όποιος έμπαινε στην αυλή, του έλεγε «διάφορα». Οι περισσότεροι την φώναζαν τρελή, και την κορόιδευαν, μα μετέπειτα όλα αυτά πού τούς είπε προσωπικά, τούς «βγήκαν» στην ζωή τους με απόλυτη ακρίβεια. Το βράδυ αποσυρόταν σέ ένα εγκαταλειμμένο κτίριο, και εκεί αναπαυε τό ταλαιπωρημένο σαρκιο της. Για κρεβάτι είχε κάτι σανίδια και για μαξιλάρι κάτι χαρτόνια στο προσκεφάλι. Δίπλα της ένα μικρό Ευαγγέλιο, ένα κερί, και μία εικόνα της Παναγίας πού προσεύχονταν νυχθημερόν με ευλάβεια και με πολλά δάκρυα. Πάντα ενθυμουνταν εκείνον τον λόγο σέ ένα κήρυγμα της Κυριακής :

Ματθ. 19,21 φη ατ ησος· ε θέλεις τέλειος εναι, παγε πώλησόν σου τ πάρχοντα κα δς πτωχος, κα ξεις θησαυρν ν οραν, κα δερο κολούθει μοι.

Ματθ. 19,21 Είπε εις αυτόν ο Ιησούς· “Εάν θέλης να είσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τα υπάρχοντά σου, μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα αποκτήσης θησαυρόν στον ουρανόν, και έλα ακολούθησέ με”.

Τής είχε μείνει στην καρδιά της εκείνος ο λόγος. Όταν πέθανε ό σύζυγος της, πώλησε την περιουσία της, την μοίρασε σέ ιδρύματα και τό μόνο πού κράτησε ήταν το φουστάνι της πού φορούσε ως χήρα. Η ίδια από τότε ανέλαβε τη δύσκολη και σκληρή άσκηση της διά Χριστόν Σαλής κι άρχισε να περιπλανιέται από δω κι από κει .

Ούτε κάν παπούτσια είχε, διότι ακόμα κι αυτά πού φορούσε μέχρι πρότινος, περνώντας από ένα μικρό στενάκι μία γυναίκα ήταν χάμω στον δρόμο και ήταν ανυποδητη. Την λυπήθηκε, έσκυψε, έβγαλε τα υποδήματα της και τής τά έδωσε. Δεν έδινε καμία σημασία αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι, αν έκανε κρύο ή ζέστη. Κεινα τά ποδαράκια της είχαν πιάσει μία κρούστα πού δεν ένιωθε τίποτα, μήτε κρύο, μήτε ζέστη.

Σέ μία άλλη περίσταση, έβγαλε την ζακέτα την πλεκτή και την χάρισε σέ μία κοπέλα πού προσπαθούσε να ζεστάνει το μωρό της έξω από το νοσοκομείο Ιπποκράτειο. Προσμενε η κοπέλα, με δάκρυα νά ολοκληρωθεί μία απλή εξέταση. Τής είπε:

«Δέσποινα, το μωρό σου, απόψε θά επιδεινωθεί ή υγεία του. Μήν στεναχωριέσαι, οι γιατροί, τούτα τα ευλογημένα πλάσματα του Θεού, τούτοι οι άγγελοι θά στο σώσουν». Δεν είναι τίποτα, απλώς, νά πάτε στον π. Κύριλλο νά εξομολογηθειτε. Αφήσατε στην άκρη την αγάπη σας και μαλώνετε τακτικά. Νά είστε αγαπημένοι από τούδε και στο εξής με τόν σύζυγό σου και όλα θά πάνε κατ’ ευχην. Σημείων μέγα αγαπητή μου. Το παιδί τό πρωί θά είναι καλά. Η δύσπνοια πού το ταλαιπωρεί, είναι αποτέλεσμα της ζωής σας. Χριστός παιδιά μου. Ο Άγιος Ραφαήλ μαζί σας.

Είχαν περάσει σχεδόν 10 χρόνια στην διακονία αυτή και στον αγώνα της κοντά στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους.

… Κείνο τό χειμωνιάτικο πρωινό του Δεκέμβρη του 1978 , πού ή πόλη της Θεσσαλονίκης είχε σκεπαστεί με πυκνές νιφάδες χιονιού και ή παγωνιά περουνιαζε τά χέρια και τα πόδια των κατοίκων της, η μητέρα Αγάπη αφησε την τελευταία της πνοή. Κάποιοι περίοικοι έβλεπαν ένα φως νά βγαίνει μέσα από τά παλιά χαλάσματα. Πίστεψαν ότι ήταν μία μικρή φωτιά πού βάζουν άστεγοι της περιοχής για νά ζεσταθούν. Όταν όμως πλησίασαν είδαν ακέραιο το σώμα της μετασταντος, νά κείτεται κάτω και τά χεράκια της νά είναι σταυρωμένα με τό κομποσχοίνι ανάμεσα στα δάχτυλα της. Ειδοποιήθηκε ο ιερέας τής ενορίας. Ο κόσμος από στόμα σε στόμα έλεγε: Η κ. Αγάπη πέθανε. Μαθεύτηκε στην γειτονιά τριγύρω.

– Εκοιμήθη ή αγάπη… Αξια, Αγία… Ο ιερός ναός του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ήταν καταμεστος από ανθρώπους. Η πλειονότητα αυτών, πτωχοί, ναρκομανείς, άρρωστοι, μα και συνάμα επιφανείς άνθρωποι, πού έζησαν και βίωσαν τό φιλανθρωπικό έργο της, έκλαιγαν πού έχασαν την γλυκιά τους μανούλα. Όλοι τριγύρω με ευλάβεια είχαν μαζευτεί πάνω από το φέρετρο της με δάκρυα στα μάτια. Η αυλή της εκκλησίας ακόμα και τά σοκάκια τριγύρω είχαν γεμίσει από ανθρώπους που την αγαπούσε. Μήτε τό κρύο, μήτε τό χιόνι πού έπεφτε δυνατά, δεν εμπόδισε τόν κόσμο νά περιέλθει στο ναό για νά δώσει τόν τελευταίο αποχαιρετισμό σ’αυτό το γλυκό και ελεήμων πλάσμα του Θεού , στην μητέρα Αγάπη.

Αυτή ήταν ή μητερουλα Αγάπη. Με τόν βίο της, έγινε υπόδειγμα και παράδειγμα μίμησης Χριστού. Τό ονομα της ακόμη και σήμερα ακούγεται εκεί στις γειτονιές. Το γλυκύτερο όμως φίλοι μου είναι το εξής:

Ο κυρ- Αντώνης ο εστιατορας, μαζί με πολλά παιδιά πού ζούσαν στο δρόμο, ( ο Κωστής , η δάφνη, ο δημητρος, η βούλα, και ιδιαιτέρως ο Μάνος – ( αυτός πού ήταν ο μάγκας τής γειτονιάς και » καθάρισε» από τά ναρκωτικά χάριν της) δραστηριοποιήθηκαν και έγινε το θαύμα..

Δημιούργησαν μία φιλανθρωπική ομάδα με τό όνομα:

» Μητέρα Αγάπη»

Πλήθος αστέγων και πτωχών καθημερινά, λάμβαναν και λαμβάνουν δύο γεύματα την ημέρα.

Συνέχισαν το έργο της και έκαμαν πράξη τό λόγο τού ιερού Ευαγγελίου πού λέγει τά εξής:

ταν δ λθ Υἱὸς το νθρπου ν τ δξ ατο κα πντες ο γιοι γγελοι μετ᾿ ατο, ττε καθσει π θρνου δξης ατο, κα συναχθσεται μπροσθεν ατο πντα τ θνη, κα φοριε ατος π᾿ λλλων σπερ ποιμν φορζει τ πρβατα π τν ρφων, κα στσει τ μν πρβατα κ δεξιν ατο, τ δ ρφια ξ εωνμων. ττε ρε βασιλες τος κ δεξιν ατο· δετε ο ελογημνοι το πατρς μου, κληρονομσατε τν τοιμασμνην μν βασιλεαν π καταβολς κσμου. πενασα γρ, κα δκατ μοι φαγεν, δψησα, κα ποτσατ με, ξνος μην, κα συνηγγετ με, γυμνς, κα περιεβλετ με, σθνησα, κα πεσκψασθ με, ν φυλακ μην, κα λθετε πρς με. ττε ποκριθσονται ατ ο δκαιοι λγοντες· κριε, πτε σε εδομεν πεινντα κα θρψαμεν, διψντα κα ποτσαμεν; πτε δ σε εδομεν ξνον κα συνηγγομεν, γυμνν κα περιεβλομεν; πτε δ σε εδομεν σθεν ν φυλακ, κα λθομεν πρς σε; κα ποκριθες βασιλες ρε ατος· μν λγω μν, φ᾿ σον ποισατε ν τοτων τν δελφν μου τν λαχστων, μο ποισατε. ττε ρε κα τος ξ εωνμων· πορεεσθε π᾿ μο ο κατηραμνοι ες τ πρ τ αἰώνιον τ τοιμασμνον τ διαβλ κα τος γγλοις ατο. πενασα γρ, κα οκ δκατ μοι φαγεν, δψησα, κα οκ ποτσατ με, ξνος μην, κα ο συνηγγετ με, γυμνς, κα ο περιεβλετ με, σθενς κα ν φυλακ, κα οκ πεσκψασθ με. ττε ποκριθσονται ατ κα ατο λγοντες· κριε, πτε σε εδομεν πεινντα διψντα ξνον γυμνν σθεν ν φυλακ, κα ο διηκονσαμν σοι; ττε ποκριθσεται ατος λγων· μν λγω μν, φ᾿ σον οκ ποισατε ν τοτων τν λαχστων, οδ μο ποισατε. κα πελεσονται οτοι ες κλασιν αἰώνιον, ο δ δκαιοι ες ζων αἰώνιον. (Ματθ. 25, 31-46).

Τούτη, ήταν ή αγάπη, ευλογημένη γυναίκα, ένα πλάσμα του Θεού, πού ανέβλυζε χάρη, έκανε πράξη του Ευαγγελίου περί ελεημοσύνης. Ενα σπουργιτακι τού Θεού, πού » μάζευε» ψιχουλακι – ψιχουλακι» τίς ευλογίες και τίς πρόσφερε απλόχερα στους ανθρώπους πού είχαν ανάγκη. Τίποτα δεν κρατούσε για τον εαυτό της. Όλα για τούς ανθρώπους που πονούσαν και υπέφεραν.

Τά πρώτα και τά τελευταία λόγια της και συνάμα ο λόγος της τριγυρνούσε πάνω στην φράση του Ευαγγελίου: «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΕΛΕΗΜΟΝΕΣ, ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΕΛΕΗΘΗΣΟΝΤΑΙ» (Ματθ. 5,7)

Γιώργος ΓΑΛΑΤΣΗΣ.
Κολχικό Λαγκαδά.
Μάρτιος τού 2024.

Η εικόνα είναι έργο της Natalia Shemelina από το dreamstime

το «σπιτάκι της Μέλιας»