Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Χερουβικό α. ἤχου ὑπό Γεωργίου Σακέλλη

Παρακαλῶ, ἄν θέλετε νά ἀπολαύσετε μιά καταπληκτική ἐκτέλεση  ἀντιγράψτε τόν παρακάτω σύνδεσμο καί ἀνεβάστε τον στήν Google. Εὐαχαριστῶ



https://youtu.be/D3M836vXoFU?is=jMKOIAikRUe4IbEL

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Τα στιβάνια......

  Μνήμες από τα στιβάνια μου

Εγώ, παιδί μου, γεννήθηκα το 1928 στα Ανώγεια. Εδώ μεγάλωσα, εδώ έκαμα οικογένεια, εδώ παντρεύτηκα, εδώ τα έκαμα όλα.

Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο ήταν σκληρά. Ειδικά τα χρόνια που ήτανε ο Μεταξάς, από το ‘36 μέχρι το ‘40, ήταν σκληρά. Υπήρχε πείνα, πολλή πείνα. Θυμούμαι δηλαδή, μία φορά εχιόνισε. Σηκωθήκαμε τα παιδιά και θωρούμε δεκαπέντε πόντους χιόνι και γελούσαμε, χαιρόμασταν. Η μάνα μου όμως, σοβαρή. Βλέπεις, δεν είχε τι να ψήσει να μας δώσει να φάμε.

Είχε ένα ψωμί, μία κουλούρα, που ‘λέγαν εκείνη την εποχή. Και τηνε βάνει στο νερό και μας εκάνει κουρκοζούνι και μας εδίνει: «Να, φάτε». Φαντάσου τώρα τι εποχές.

Τούτην τη σανιδιά, την ουλή στο πρόσωπό μου, ήταν το ψωμί η αιτία που την έπαθα. Η μάνα μου ήταν μοδίστρα και γάζωνε επαέ σε μία μηχανή. Είχε ένα ψωμί στη βούργια, στο σακίδιο, κι ανέμενε να έρθουν οι άλλοι από το χωράφι για να το φάμε. Μου είχε δώσει ένα κομματάκι, αλλά εγώ ζητούσα κι άλλο: «Δώσε μου μάνα, ψωμί». «Σου έδωσα, όταν έρθουν οι άλλοι και θα σας το μοιράσω, να πάρει ο καθένας την πάρτη του». Πάω να λύσω εγώ τη βούργια να βγάλω το ψωμί και σηκώνεται αυτή να κάνει ότι θα με δείρει. Πέφτω, λοιπόν, από τη σκάλα με τα μούτρα στο καλντερίμι και κάνω τη σανιδιά εκείνη.

Πέρυσι με ρωτούσε ο εγγονός μου: «Μα ήντα σανιδιά είναι αυτή, παππού;» Λέω: «Ένα κομμάτι ψωμί γύρευα της γιαγιάς σου και με πήρε από πίσω κι έπεσα». «Μα για το ψωμί;» μου λέει. Αυτός τώρα έτσι το βλέπει, αλλά τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα. Εδά που θωρώ τα αγαθά σήμερα, πολλές φορές πετάει η θυγατέρα μου ψωμί και φαγητό και στεναχωριέμαι, γιατί θυμάμαι…

Εκείνα τα χρόνια όλοι βοσκεύαν επαέ, ήταν βοσκοί. Ήμουν μοναχογιός κι ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει βοσκό. Αλλά η μάνα μου δεν ήθελε, έλεγε: «Να μάθει τέχνη». Έτσι, το 1941 άρχισα να μαθαίνω την τέχνη της τσαγκαρικής.

Ήμουν δεκατριών χρονών και πήγα σε έναν μάστορα εκείνη την εποχή που ήταν ο καλύτερος, όχι της Κρήτης, της Ελλάδος ολόκληρης. Γαρτζόλη τον λέγανε. Ήταν καλός μάστορας, καλός τεχνίτης, κι αν κάνω καλή δουλειά σήμερα είναι εξαιτίας αυτού, ο Θεός να τον συγχωρέσει. Εδά ακόμη που σου κόβω το στιβάνι, θυμούμαι τον μακαρίτη έτσι όπως το έκοβε. Καλός άνθρωπος, και παλικάρι.

Γίνηκε ο πόλεμος, ήρθαν οι Γερμανοί στην Κρήτη. Ο Γαρτζόλης, που ήταν μεγάλο παλικάρι, μπήκε στην Αντίσταση.

Μια μέρα που ήμασταν στο τσαγκάρικο, παίχτηκε μια μπαλοθιά, μας ειδοποιήσανε ότι πιάσανε τον Σήφη. Ο Γαρτζόλης μού λέει:

«Νικόλα, ήρθε η ώρα να πoθάνουμε». Βγάνει την ποδιά, τη βγάνω κι εγώ, και κλειδώνει το μαγαζί και πάει στο σπίτι και φέρνει ένα τουφέκι γερμανικό. Το παίρνει κάτω και ‘γω τον ακολουθούσα. Στον δρόμο, μου λέει: «Στάσου. Φύγε, άλλαξε πίσω γιατί εγώ έχω πάει στον πόλεμο. Εσένα θα σε σκοτώσουν, είσαι μοναχογιός και δε θέλω να ‘χω τύψεις». Εγώ δε γύρισα, αλλά τον ακολουθούσα από κοντά.

Πάμε στην κορυφή της Μεσομένης κι είναι εκεί άλλοι τρεις. Ζυγώνει δύο Γερμανούς ένας αντάρτης από κάτω, που είχαν πιάσει τον Σήφη στου Μάκρη τον ποταμό. Σκοτώνει τον έναν τον Γερμανό εκείνος και τον άλλο τού έπαιξαν τα τουφέκια από πάνω που ήμασταν εμείς και τον σκότωσαν.

720χ961stivania
920x760anogeiaolokaftoma1


Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν έκαψαν οι Γερμανοί τ’ Ανώγεια. Θυμάμαι τα πάντα, τα πάντα, από την καταστροφή του χωριού. Ήταν ημέρες της Παναγίας, στις 13 Αυγούστου ‘44. Εντάκαραν, ξεκίνησαν οι Γερμανοί κι έκαιγαν το χωριό, μέρες της Παναγίας. Εμείς με κάτι συγχωριανούς μου ακούσαμε ότι κάτι γίνεται στο χωριό και κινήσαμε να πάμε να δούμε.

Ερχόμαστε επαέ και βλέπουμε το σπίτι μας χαλασμένο όλο, διαλυμένο. Μόνο ένας τοίχος όρθιος και κρεμόταν ακόμη στον τοίχο ένα τηγάνι της μάνας μου, έπαε που ήταν η παραστιά. Φεύγουμε και πάμε στο Αρμί. Περνούσαμε κι ήτανε παντού πεταμένα ρούχα, τυριά, μια γουρούνα σκοτωμένη, ζώα σκοτωμένα… Κι είδαμε κι έναν άνθρωπο, έναν άντρα σκοτωμένο.

Ακούμε φωνές: «Οι Γερμανοί κατεβαίνουν, φύγετε!» Κατεβαίνουμε στο Κουνούπι κι εκεί ήταν ο Δακανάλης, ένας γέρος συγχωριανός μας, και του είχανε σπάσει και τα δυο του χέρια. Έκλαιγε και μούγκριζε. Τον σιμώνουμε και τότε οι Γερμανοί που γλακούσανε, τρέχανε από κάτω, μας βάλλουν με τα ταχυβόλα. Ήμασταν με έναν χωριανό μαζί που είχε πολεμήσει στον πόλεμο, στην Αλβανία, και μου λέει: «Μη φοβάσαι, τα ταχυβόλα δε φτάνουν έπαε». Τον σηκώνει τον γέρο σαν το σταφύλι και φεύγουμε.

Δεν ξαναπήγαμε στο χωριό, σκορπίσαμε σε άλλα χωριά, χωριά που δεν κάψανε. Εμείς πήγαμε στο Μεσοχωριό στο Μονοφάτσι, ο πατέρας μου μας πήγε εκεί γιατί είχαμε συγγενείς. Εκεί ξεκίνησα εγώ πάλι να κάνω τον τσαγκάρη με έναν άλλον συγχωριανό, τον Καλομοίρη. Κάναμε τους τσαγκάρηδες για να βγάλουμε κάτι τις, το πιο πολύ για να επιβιώσουμε.

Δεν πέρασε λίγος καιρός, ήμασταν στο Χαράκι και γίνεται η μεγάλη «τυλιξιά» τότες του Μονοφατσίου. Μας μαζεύουν όλους στο χωριό, προβάλλει ένας Γερμανός και λέει: «Όσοι Ανωγειανοί είστε στο Μονοφάτσι, να τραβηχτείτε από εκεί». Πηγαίνουμε εγώ, ο συνέταιρός μου ο Καλομοίρης, ο πατέρας του κι άλλοι τέσσερις. Μας λέει: «Εσείς είστε Ανωγειανοί, Μυλοποταμίτες;» «Ναι». Μας βάζουν στον γύρο. Πιάσανε και τους Σκουλάδες τότε από το Αρκάδι, πιάσανε πολλούς ακόμα Ανωγειανούς. Μαζέψανε είκοσι εφτά άτομα.

Ένας ξάδερφος της μάνας μου κάτεχε τη γλώσσα, τη γερμανική. Λίγοι άνθρωποι την κατέχανε τότε, μην ξανοίγεις εδά που την κατέχουν κι όρνιθες...

“Μίλησε με τους Γερμανούς και κατάφερε και με ξεμπέρδεψε εμένα, με άφησαν. Όλους τους υπόλοιπους, τους εξαφάνισαν.”

Τους σκότωσαν όλους, μαζί και τον Καλομοίρη, τον συνέταιρό μου. Γλίτωσα μόνο εγώ κι ένας ακόμη από το Χαράκι. Κακές εποχές. Ό,τι σου λέω, κακές εποχές.

Φεύγουν οι Γερμανοί, τελειώνει ο πόλεμος και γυρίζουμε στα Ανώγεια. Αρχίζουν οι επανορθώσεις και χτίζουμε επαέ τα κουμάκια, μικρούς στεγασμένους χώρους, εκεί που άλλοτε ήταν τα σπίτια μας.

Με τα θρανία του σχολείου, έχτισα εγώ. Επειδή είχαν χαλάσει το σχολείο κι είχαν πεταχτεί τα θρανία έξω, επήγα και πήρα θρανία τότες, τα βάλαμε σαν τάβλες και κάναμε τον οντά επαέ, κομμάτι-κομμάτι. Όλοι οι Ανωγειανοί που γύρισαν επαέ, σύνδραμαν ο ένας στον άλλο, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον για να στεγαστούμε. Σκληρή εποχή, αλλά επιβιώσαμε. Παντρεύτηκα και μια κοπελιά, την Όλγα Βρέντζου και κάναμε πέντε παιδιά, τρεις γιους και δύο κόρες.

Το ‘49 άρχισα κι έκανα τον τσαγκάρη, επίσημα πια. Εγώ κάνω στιβάνια, δεν κάνω παπούτσια και τέτοια. Γιατί έχει ιστορία το στιβάνι. Θέλει δυο μέρες να το κάνεις.

Τα πρώτα στιβάνια που έκανα ήταν του Σαουνατσόκωστα. Μέχρι που πέθανε του έκανα στιβάνια, δεν πήγε ποτέ σε άλλον τσαγκάρη. Γιατί όταν κάνεις καλή δουλειά, σε μαθαίνει ο κόσμος. Εγώ βάζω καλά υλικά, βάζω καλά δέρματα, τα διαλέγω εγώ. Αφού όταν πάω στον έμπορο και παίρνω τα δέρματα κι είναι εκεί τίποτα νέοι, ο δερματέμπορος τους λέει: «Ο μόνος που ξέρει και ψωνίζει είναι ο Φασουλάς». Παίρνω πάντα μικρά δέρματα, γιατί το μικρό δέρμα είναι σαν τον μικρό άνθρωπο, τον νέο άνθρωπο, που είναι η προβιά του καλή. Άμα είναι μεσογέρικο, δεν έχει καλή προβιά. Θα σου δείξω δέρματα που βάζω εγώ να τρελαθείς, είναι σαν το λουκούμι.

Τη δουλειά την κάνω επιμελώς. Θα το καρφώσω καλά, θα το ράψω καλά, αφού βλέπεις αυτές τις ραφές εδά κι σαν να είναι της μηχανής. Να ξέρεις, πιο καλό είναι το χειροποίητο, πάντα. Γιατί σήμερα τα κολλάνε, το βάζουν στην πρέσα. Βράχηκε; Ξεκολλά. Ενώ εγώ το στιβάνι που κάνω, παράδειγμα αυτό το στιβάνι που φορώ εδά εγώ, μπορεί να το φορείς τρία χρόνια να μην κουνήσει.

Αυτό εδώ το έχω ράψει στο χέρι, με τις δύο βελόνες. Ενώ σήμερα οι τσαγκάρηδες δεν το ράβουν, το γαζώνουν μόνο με τη μηχανή. Άμα το γαζώνεις μόνο με τη μηχανή πάει ο άλλος, αρμέγει και πάει του προβάτου του νύχι και το ξεκαπακώνει. Πιο καλό είναι το χειροποίητο, πάντα.

720x720stivania1
720x720stivania

Κάνω πάντα καλή δουλειά, ο πελάτης που θα μπει εδώ, τον προσέχω σαν τα μάτια μου.

Δηλαδή, μου παραγγέλνεις ένα ζευγάρι στιβάνια εσύ και σαν να τα κάνω εγώ του εαυτού μου. Θέλω να ευχαριστηθείς. Έχει σημασία αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό έρχονται κι από τη Σητεία κι από το Αμάρι κι από το Χαράκι κι από τα Χανιά παραγγελίες, από τη Λοχριά, από το Μονοφάτσι, από το Μελιδοχώρι, από όλα τα χωριά.

Ήμουν τυχερός, έκατσα με καλό μάστορα και μου ερμήνευσε καλά τη δουλειά. Μετά που έγινα τσαγκάρης εγώ, όσα στιβάνια έβαλε ο Γαρτζόλης, ο δάσκαλός μου, εγώ του τα έκανα. Εδά πενήντα χρόνους που ζούσε ο μακαρίτης, όσα στιβάνια θα ερχόταν, δεν του πήρα ποτέ λεφτά. Το έβρισκα σαν υποχρέωση και του τα έκανα όλα τα στιβάνια, κι αυτός με καμάρωνε.

Είμαι ο παλαιότερος τσαγκάρης της Κρήτης για τα στιβάνια. Όλοι οι τσαγκάρηδες της Κρήτης έρχονται έπαε και τους δείχνω πώς θα κάνουνε τα μονοκόμματα στιβάνια. Το μονοκόμματο έχει μια ραφή μόνο, μια από την από πίσω μεριά, είναι σπάνια δουλειά, δεν μπορεί να την κάνει ο καθένας. Δείχνω όλα τα μυστικά της δουλειάς, γιατί όπου να ‘ναι θα πεθάνω.

Από το ‘41, μέχρι σήμερα, άλλη δουλειά δεν έκαμα. Ογδόντα χρόνια στιβάνια. Συνεχίζω, γιατί μ’ αρέσει. Η χειρότερη μου μέρα είναι η Κυριακή, που δεν καταγίνομαι. Άμα δεν έχω δουλειά είμαι γκρινιάρης και μανισμένος, ανήσυχος. Ακόμα και τώρα που είμαι ενενήντα τριών χρονών, θέλω να δουλεύω και να αποδίδω, γιατί την τέχνη μου εγώ την αγάπησα.

Γροίκα να δεις, αυτά τα στιβάνια είναι του εγγονού μου, του Νικόλα. Του έχω κάνει τέσσερα ζευγάρια. Ένα άσπρο του έχω κάνει, καφέ του έχω κάνει, μαύρα του έχω κάνει. Προχθές είδε το δέρμα, μου λέει: «Κάνε μου τα, παππού!» και του τα έκανα.

Ερευνητής/τρια
Καλλέργης Νίκος
Επιμέλεια
Μάγια Φιλιπποπούλου
Πηγη: https://www.istorima.org/graptes/150/mnimes-apo-ta-stivania-mou/

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Αγγειοπλαστική

Το τραγούδι της ελληνικής γης. Ένα ταξίδι στην ελληνική αγγειοπλαστική


Δεν υπάρχει άλλη τέχνη που να έχει διαμορφώσει το ευτελεστερο υλικό-μία χούφτα λάσπη-σε αριστούργημα. Το χώμα το ελληνικό, από την προϊστορία μέχρι και σήμερα, έδωσε λύσεις στις βιοτικές ανάγκες του απλού λαού αλλά και μετασχηματίστηκε σε έργο τέχνης στα χέρια μεγάλων λαϊκών καλλιτεχνών. Μέχρι και την δεκαετία του ΄70, εποχή κατά την οποία το πλαστικό άρχισε να κυριαρχεί στην καθημερινότητα, τα πήλινα σκεύη κάθε είδους αποτελούσαν το βασικό υλικό του ελληνικού νοικοκυριού. Οι γενιές των δεκαετιών εκείνων θυμούνται ακόμα τις απλωμένες στάμνες, εκεί, λίγο πριν τη διασταύρωση του Αμαρουσίου ή στην προκυμαία της Αίγινας. Ακόμη και ο ελληνικός κινηματογράφος αποθεώσε την πήλινη στάμνα, όταν αυτή πήρε τον ρόλο του προξενητή στη γνωστή ταινία της «θείας από το Σικάγο».

Ιδιαίτερα η περίπτωση του Αμαρουσίου συμπυκνώνει ουσιαστικά όλη την πορεία της Ελληνικής αγγειοπλαστικής από την ύπαιθρο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ένα τυχαίο γεγονός, ο γάμος του Σιφνιού αγγειοπλάστη Αγγελή Παλαιού με Μαρουσιώτισσα, τον οδήγησε να εγκατασταθεί, ήδη από το 1833, στο μικρό για την εποχή εκείνη συνοικισμό της Αττικής, γεγονός που παρακίνησε και άλλους Σιφνιούς μάστορες αγγειοπλάστες να προτιμήσουν την περιοχή για εγκατάσταση. Το Μαρούσι είχε παχιά κόκκινη άργιλο και άφθονο νερό. Για άλλη μία φορά, όπως και στη Σίφνο, η φύση προσέφερε επιλογές στους Σιφνιούς μάστορες αγγειοπλάστες που βρέθηκαν στην Αθήνα, προκειμένου να δώσουν νεά ώθηση στην παραδοσιακή τέχνη που κληρονόμησαν, αλλά και στο ταλέντο τους. Η μεγάλη άνθηση της αγγειοπλαστικής στο Μαρούσι συνδυάστηκε με ένα χωροταξικό δεδομένο: Η πλατεία του Αμαρουσίου, όπου βρισκόταν η περίφημη βρύση με τα λιοντάρια, μετατράπηκε στο κέντρο της υδροδότησης των εκτός σχεδίου γειτονιών της άναρχα επεκτεινόμενης Αθήνας. Κάθε μέρα δεκάδες νερουλάδες με τις σούστες τους, ανάμεσά τους και ο μαραθωνοδρόμος Σπύρος Λούης, γέμιζαν με μαρουσιώτικο νερό τα κανάτια που αγόραζαν από τους Σιφνιούς κανάταδες και τα πουλούσαν στις γειτονιές που στερούνταν υδροδότησης. Έτσι, το Μαρούσι πήρε τη μορφή κεραμούπολης.

Σε όλη την Ελλάδα, οι τεχνίτες του πηλού ανέλαβαν να κατασκευάσουν επί αιώνες αγγεία για την αποθήκευση της σοδειάς, όπως τα πιθάρια και τα κιούπια, για τη μεταφορά κυρίως των υγρών προϊόντων, όπως η στάμνες και τα φλασκιά, για τις επιτραπέζιες χρήσεις, όπως τα πιάτα, οι πιατέλες, οι λεκάνες και τα ποτήρια

Για το μαγείρεμα έφτιαχνα τσουκάλια, τηγάνια και μπρίκια. Πήλινα σκεύη κατασκευάζονταν για την παραγωγή του κρασιού και του μελιού και για τις βαφές των υφασμάτων. Τα κεραμίδια, τα τούβλα, οι καμινάδες και οι σωλήνες φτιάχνονταν συνήθως σε εργαστήρια ειδικευμένα μόνο σε αυτά τα αντικείμενα. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν τα αγγεία που κατασκευάζονταν για να χρησιμοποιηθούν σε διάφορα έθιμα. Οι λαηνίδες του γάμου ήταν ειδικές στάμνες με πολλές βλάβες που συμβόλιζαν τους γονείς του ζευγαριού, τους νεόνυμφους και τις ευχές για την απόκτηση πολλών απογόνων.

Η διακόσμηση των πήλινων αγγείων ήταν μία ξεχωριστή διαδικασία στην οποία είχαν τον αποκλειστικό ρόλο οι γυναίκες της οικογένειας των αγγειοπλαστών. Η λεπτότητα και η ευαισθησία στην εκτέλεση των διακοσμήσεων χαρακτηρίζει τα αγγεία όλων των εργαστηρίων. Η διακόσμηση αυτή αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του μέτρου του λαϊκού πολιτισμού ο όποιος ήξερε πάντα να συνδυάζει το καλό γούστο με την απλότητα και την συμμετρία.

Σε μία άλλη περιοχή της Ελλάδας, την Κρήτη, ο πηλός υπήρξε η πρώτη ύλη κατασκευής μοναδικών αγγειοπλαστικών αντικειμένων καθημερινής χρήσης για τέσσερεις περίπου χιλιετίες. Οι Κρητικές ομάδες αγγειοπλαστών, από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο, μετακινούνταν σε όλη την Κρήτη όπως περίπου οι πλανόδιοι των μεσαιωνικών συντεχνιών. Τις ομάδες αποτελούσαν:

Ο μάστορας υπεύθυνος για την επιλογή της περιοχής και του χώρου όπου θα δουλεύαν όλο το καλοκαίρι. Αυτός ήταν και ο κατασκευαστής πιθαριών.

Ο σοτομάστορας αγγειοπλάστης ειδικός στα μικρότερα αγγεία.

Ο χωματάς, ειδικός στην εξόρυξη των αργίλων, τη μεταφορά και παρασκευή του πηλού.

Ο καμινιαρης, συλλέκτης ξύλων και φρύγανων για την πυρά, την οποία ήλεγχε σε όλη τη διάρκεια του ψησίματος των δοχείων.

Ο τροχάρης, που κινούσε με τα χέρια το τροχί, μικρό και χαμηλό τροχό στον οποίον πλαθονται τα πιθάρια.

Ο κουβαλητής, συνήθως νέο παιδί, βοηθός του χωματά και του καμινιάρη, φρόντιζε τα υποζύγια και ασχολιόταν με τα διάφορα θελήματα.

Οι εκτεταμένες ανασκαφές στην Κρήτη, ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, απέδειξαν την άρρηκτη συνέχεια της σπουδαίας αυτής λαϊκής τέχνης από την Μινωική περίοδο μέχρι τις μέρες μας.

Αλλά και στη Μακεδονία, η αγγειοπλαστική τέχνη ήκμασε επί αιώνες όπως μαρτυρούν ευρήματα τα οποία αποτελούν πλέον εκθέματα τοπικών μουσειακών συλλογών όπως η συλλογή κεραμικών του λαογραφικού και εθνολογικού μουσείου Μακεδονίας-Θράκης.

Όπως έχουνε αποδείξει οι μελετητές, τα κεραμικά της Βόρειας Ελλάδας, από μορφολογική άποψη, μπορούν να ενταχθούν σε μία ευρύτερη βαλκανική ζώνη με διακριτικά γνωρίσματα που περιλαμβάνει και τα κεραμικά της νότιας Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Από το 1922, Έλληνες τεχνίτες από τα μεγάλα αγγειοπλαστικά κέντρα της Ανατολικής Θράκης και κυρίως της Μικράς Ασίας εγκαθίστανται στη Βόρεια Ελλάδα, ενισχύοντας το ντόπιο δυναμικό και δίνοντας με τις γνώσεις και την εμπειρία τους νέα πνοή στην κεραμική της περιοχής. Τα εργαστήρια που διαμορφώθηκαν στην περιοχή αποτελούν κορυφαίο δείγμα πετυχημένου συνδυασμού των δύο παραδόσεων, της μακεδονίτικης και της μικρασιάτικης.

Τα τελευταία χρόνια, η αγγειοπλαστική, και μέσω του τουρισμού, κέρδισε ξανά τη θέση της στην ελληνική καθημερινότητα. Ο εύπλαστος πηλός επιτρέπει την αφομοίωση νέων τεχνοτροπιών και στυλ διακόσμησης, κάνοντας επισκέπτες από όλο τον κόσμο να αγοράζουν αντικείμενα από πηλό, προκειμένου να μεταφέρουν στην πατρίδα τους αντιπροσωπευτικό δείγμα του μακραίωνος Ελληνικού πολιτισμού.

ΠΗΓΗ:https://www.pemptousia.gr/2023/05/to-tragoudi-tis-ellinikis-gis-ena-taxidi-stin-elliniki-angioplastiki/

Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Συντήρηση Χειρογράφων!

 Παλεύοντας με τη φθορά των σελίδων


 

Παλεύοντας με τη φθορά των σελίδων.
Η βιβλιοδεσία στο πέρασμα των αιώνων.

Χωρίς καμία αμφιβολία, στο βιβλίο οφείλεται η διατήρηση της σοφίας του ανθρώπινου πολιτισμού και η παράδοση της από γενεά σε γενεά. Ιδιαίτερα πριν την τυπογραφία, από αρχαιοτάτων χρόνων, έντονο ήταν το ενδιαφέρον να διασωθεί ο καταγεγραμμένος πολιτισμός.

Το γεγονός ότι αρχαιότατα χειρόγραφα διασώθηκαν μέχρι σήμερα οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στους απλούς εκείνους χειροτέχνες που σε κάθε εποχή και για κάθε είδους κειμένου ήξερα να δώσουν στο βιβλίο το δέσιμο που του άρμοζε.

Οι Βαβυλώνιοι, έχοντας δημιουργήσει μία τεράστια παρακαταθήκη γραπτών κειμένων στον πηλό, οδηγήθηκαν στην αρίθμηση των «κεραμιδιών» τα οποία ταξινομούνταν σε σειρές και τα συντηρούσαν κατά ομάδες. Όταν επιτεύχθηκε η γραφή πάνω σε κάποιο υλικό που εύκολα τυλιγόταν σε ρόλο –μετάξι, πάπυρος ή περγαμηνή- το πρόβλημα της σελιδοποίησης και φύλαξης λύθηκε ευκολότερα.

Πολλοί κύλινδροι μαζί, δεμένοι και κρυμμένοι σε κουτιά από αρωματικό ξύλο για μεγαλύτερη προστασία βρέθηκαν μέσα στη γη, έχοντας διασωθεί από κάθε αγριότητα της εποχής τους. Επίσης, τα καμωμένα σε φύλλα φοινίκων οι μπαμπού βιβλία άλλων νοτιοανατολικών πολιτισμών διατηρήθηκαν σε θήκες από κορμούς δέντρων και άλλες ξύλινες κατασκευές.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν την ιδέα να διπλώνουν πολλά φύλλα του ίδιου μεγέθους στη μέση, οπότε, με κάποιον τρόπο γραφής στη ράχη, έδιναν το παραλληλεπίπεδο σχήμα που ονομάστηκε κώδικας» (codex).

Υπάρχουν ενδείξεις ότι το σχήμα αυτό ήταν ήδη γνωστό στους Ασσύριους από το 722 π.χ. αλλά το συναντάμε πια τελειοποιημένο από τους Κόπτες μοναχούς πάνω σε περγαμηνή που αντικατέστησε τον πάπυρο μέσα στον πρώτο αιώνα αυτής της χιλιετηρίδας.

Η διακόσμηση των πρώτων αυτών βιβλίων είναι εμπνευσμένη από την αιγυπτιακή τέχνη: δέρμα χαραγμένο, χρωματισμένο με ένθετα ανάγλυφα ή επίπεδα. Τα σχέδια σχεδόν πάντα γεωμετρικά, ευθείες γραμμές που σχηματίζουν ορθογώνια, τετράγωνα ή ρόμβους και περικλείουν κυρίως κύκλους, σταυρούς και άλλα σχήματα, όλα δουλεμένα με μικρά εργαλεία πάνω σε υγρό δέρμα. Φαίνεται πως οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι παρέλαβαν την τεχνική αυτή από τους Κόπτες, με την προσθήκη των δικών τους αραβουργημάτων, ήδη από τον 13ο αιώνα, ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν υγρό χρυσό πάνω στο δέρμα.

Στην Ευρώπη, μέχρι τον 12ο αιώνα, τα πρώτα βιβλία είναι σπάνια και ανεκτίμητα. Όχι μόνον επειδή τη συγγραφή τους έχουν αναλάβει οι αντιγράφεις στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών αλλά κυρίως επειδή η βιβλιοδεσία τους είναι έργο αργυροχρυσοχόων. Η ραφή στηρίζεται πάνω σε έντερα ζώων, το δέρμα των οποίων χρησιμεύει στο ντύσιμο χωρίς όμως να είναι κολλημένο πάνω στα ξύλινα καπάκια. Επιβάλλεται η χρήση μεταλλικών κλειστών για να συγκρατηθεί η περγαμηνή κώμα ακόμα και καρφιών για την ενίσχυση των άκρων.

Με την οικονομική άνθηση του 12ου αιώνα δημιουργείται μία πολιτιστική αναγέννηση. Οι βιβλιοθήκες δεν εργάζονται πια μόνο στα μοναστήρια αλλά εγκαθίστανται δίπλα στα πανεπιστήμια και κάτω από τον οικονομικό έλεγχο αυτών. Το αναγνωστικό κοινό μεγαλώνει και απαιτούνται πλέον βιβλία μικρότερα σε σχήμα, περισσότερο εύχρηστα αλλά και πολύ πιο ανθεκτικά. Τα ξύλινα καπάκια λεπταίνουν αισθητά ώσπου να αντικατασταθούν από το χαρτόνι στο τέλος του 13ου αιώνα. Ως προς τη διακόσμηση, η χάραξη των δερμάτων με τα μικρά εργαλεία, δίνει τη θέση της σε μεγάλες εγκοπές που προβάλλουν ανάγλυφο η εσόγλυφο το κυρίως θέμα, πάντα θρησκευτικό, με σκούρο καφέ πάνω στο φυσικό άβαφο δέρμα.

Τα εργαστήρια πληθαίνουν και παρόλη τη θεματική μονοτονία, δεν λείπουν οι καινοτομίες, όπως ο χρωματισμός και η διακόσμηση των φύλλων γύρω γύρω στα βιβλία, η διακόσμηση με χρυσό μετά τον 13ο αιώνα και τη εμφάνιση χρωματισμένων δερμάτων σε τόνους του κόκκινου και πρασίνου μετά τον 14ο.

Τα «μοναστικά», διακοσμητική που χρησιμοποιούνται μέχρι τότε, περνούν και στον επόμενο αιώνα, οπότε, από το 1522, το χαρτί αντικαθιστά πλήρως την περγαμηνή. Και παρόλο που ο Γουτεμβέργιος τύπωσε την πρώτη του Βίβλο και σε περγαμηνή και σε χαρτί, χρειάστηκαν 70 χρόνια- 1450 έως 1522, ως την πλήρη αποδοχή και καθιέρωση του τυπωμένου βιβλίου αντί του χειρογράφου.


Πρέπει λοιπόν η βιβλιοδεσία να προλάβει τη μαζική παραγωγή των βιβλίων που αριθμεί περίπου 20 εκατομμύρια τόνους από το 1450 στο 1.500 μόνο στην Ευρώπη. Το μεγάλο βήμα της προόδου αυτή τη φορά θα κάνουν οι Έλληνες βυζαντινοί βιβλιοδέτες πολλοί από τους οποίους, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οδηγήθηκαν σε εργαστήρια της Δύσης. Είναι εκείνοι, οι οποίοι επινόησαν έναν καινούργιο τρόπο δέσης, όπου οι κάθετες πάγκοι στήριξης δεν εξέχουν από τη ράχη του βιβλίου όπως παλιότερα τα έντερα που χρησιμοποιούνταν, αλλά ενσωματώνονται μέσα σε εγκοπές που γίνονται με πριόνι. Επίσημα, ο τρόπος αυτός της γραφής επιτράπηκε στη Γαλλία μόνο το 1750 αν και τα περισσότερα βιβλία ράβονταν έτσι από πολύ νωρίτερα.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η βιβλιοδεσία αναγνωρίστηκε ως μία καινούργια και πολύ ενδιαφέρουσα μορφή της διακοσμητικής τέχνης και απλώθηκε εξαιρετικά γρήγορα σε όλη την Ευρώπη. Οργανώθηκαν τα πρώτα συνδικάτα του επαγγέλματος και άρχισε να αυξάνεται με ραγδαίο ρυθμό ο αριθμός αυτών που συμμετέχουν στις διεθνείς εκθέσεις. Εκδοτικοί οίκοι σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Γαλλία δημιουργούν βιβλιοδετικά αριστουργήματα και παράγουν συλλεκτικές εκδόσεις, οι οποίες γίνονται ανάρπαστες, όχι μόνο από βιβλιόφιλους αλλά και από συλλέκτες τέχνης. Σύντομα διαπιστώθηκε πως η καλλιτεχνική βιβλιοδεσία κατέστησε το βιβλίο ακόμη πιο αγαπητό, συνδυάζοντας το περιεχόμενο με την καλαισθησία της μορφής. Σύντομα, οι απλοί άνθρωποι θέλησαν να συντηρήσουν με καλλιτεχνική βιβλιοδεσία τα αγαπημένα τους βιβλία, δημιουργώντας έτσι μία προσωπική καλαίσθητη βιβλιοθήκη.

Το βέβαιον είναι πως σήμερα, εποχή που το βιβλίο βάλλεται από νέες μορφές ηλεκτρονικής ανάγνωσης, η βιβλιοδεσία είναι σε θέση να καταστήσει το βιβλίο ξεχωριστό αντικείμενο ενισχύοντας τους δεσμούς του αναγνώστη μαζί του και διατηρώντας ζωντανή την ελπίδα ενός αναγνωστικού κοινού που θα μπορεί πάντοτε να αναγνωρίζει τη μαγεία της ανάγνωσης και της προσωπικής σχέσης με τις επόμενες σελίδες ενός βιβλίου πο, έστω και αν έχει διαβαστεί, θα παραμένει ισοβίως ένας αγαπημένος φίλος.

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2023/05/palevontas-me-ti-fthora-ton-selidon/