Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2023

Νάξιοι Μελιστές: Τυπική Διάταξη Ακολουθιών από 22α έως 28η Οκτωβρίο...

Νάξιοι Μελιστές: Τυπική Διάταξη Ακολουθιών από 22α έως 28η Οκτωβρίο...:  Download σε μορφή pdf  ΕΔΩ

Νάξιοι Μελιστές: Ψαλτικό Κυριακοδρόμιο! Κυριακή Στ΄ Λουκά! 22.10.2023

Νάξιοι Μελιστές: Ψαλτικό Κυριακοδρόμιο! Κυριακή Στ΄ Λουκά! 22.10.2023: Οι Ακολουθίες τού Εσπερινού, του Όρθρου και τής Θείας Λειτουργίας της Κυριακής Στ΄ Λουκα! Επιλογή, Επιμέλεια και Στοιχειοθεσία μελών: Α) pap...

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2023

Ὁ Ἅγιος Σαδώκ (19 Ὀκτωβρίου)

                          Ὁ Ἅγιος Σαδώχ, ἤ Σαδώκ

 


                                  Ἡ Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στό Εἰκονοστάσιο τοῦ Ναοῦ του στήν Πάτμο



Αὔριο, 19 Ὀκτωβρίου, στή Χώρα τῆς Πάτμου, κοντά στό Μοναστηράκι « Ἅγια τῶν  Ἁγίων», γιορτάζει τό Ἐκκλησάκι πού εἶναι ἀφιερωμένο στή μνήμη τοῦ  Ἁγίου Σαδώθ, ἤ Σαδώκ, Ἐπισκόπου Περσίας. Τό Ἐκκλησάκι αὐτό «προσκεκολλημένον» στόν Ἅη Γιάννη τῶν Μυρῶν, «ἀνηγέρθη ὑπό Πατμίου πλοιάρχου», ὁ ὁποῖος διασώθηκε ἀπό μεγάλη θαλασσοταραχή στόν Περσικό κόλπο, ἐπικαλούμενος τό Ὄνομα τοῦ Ἁγίου.

                                                       Τό Ἱερό Βῆμα




Ὁ ῞Αγιος Σαδώκ ἦταν Ἐπίσκοπος στήν Περσία. Διδάσκοντας ὅμως στό λαό τήν πίστη στόν Χριστό καί πείθοντας πολλούς νά προσέλθουν στόν  ἀληθινό Θεό, προκάλεσε θυμό καί μεγάλη ὀργή στούς πυρολάτρες Μάγους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν στρατιῶτες, γιά νά τόν συλλάβουν. Τήν προηγούμενη μέρα ὁ Ἅγιος εἶδε στόν ὕπνο του τόν προκάτοχό του Ἐπίσκοπο Ἱερομάρτυρα Συμεών, νά κάθεται σέ μακριά σκάλα καί νά τόν καλεῖ νά ἀνέβει κοντά του, λέγοντάς του ὅτι τόν καλεῖ ὁ Βασιλεύς καί Κύριος. Αὐτό ὅμως ἐφανέρωνε τήν ἀνάβαση διά τοῦ μαρτυρίου. Μέχρις νά διηγηθεῖ αὐτά ὁ ῞Αγιος, ἀφοῦ ἀπέστειλαν στρατιῶτες οἱ Μάγοι, συνέλαβαν αὐτόν καί τούς Χριστιανούς πού βρίσκονταν μαζί του καί τούς ὁδήγησαν στό βασιλέα Σαπώρ Βύ (311-380 μ.Χ.), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό. Ἀμέσως τούς ἔριξαν στή φυλακή, τούς ἐβασάνισαν καί τούς ἀποκεφάλισαν τό 330 μ.Χ. Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τῆς δικαιοσύνης καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

 




Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Δοξαστικό Αίνων Ευαγγελιστού Λουκά

Ο Ευαγγελιστης Λουκάς (18 Οκτωβρίου)

Ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος Οι τέσσερις Ιεροί Ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, κατέχουν ιδιαίτερη τιμή μέσα στην Εκκλησία μας, διότι αξιώθηκαν να γίνουν οι συγγραφείς των τεσσάρων Ευαγγελίων, τα οποία αποτελούν τους τέσσερις στύλους, πάνω στους οποίους στηρίζεται η χριστιανική μας πίστη, μαζί με τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης και την Ιερά Παράδοση. Στο άρθρο μας αυτό θα ασχοληθούμε με τον ιερό ευαγγελιστή Λουκά. Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και είχε ελληνική καταγωγή. Ήταν πολύ μορφωμένος και ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού. Γνώριζε άριστα την ελληνική γλώσσα, όπως και την εβραϊκή. Αυτό φαίνεται καθαρά από τα ιερά συγγράμματά του, το τρίτο Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου κανένας άλλος συγγραφέας της Καινής Διαθήκης δεν μπορεί να φθάσει την καλλιέπεια του λόγου του. Παράλληλα ήταν και άριστος ζωγράφος. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του πριν τη συνάντησή του με τον απόστολο Παύλο. Εικάζουμε ότι ήταν ειδωλολάτρης. Γνώρισε προφανώς τον Χριστιανισμό στην Αντιόχεια. Αφ’ ότου γνώρισε τον απόστολο Παύλο συνδέθηκε μαζί του και έγινε αφοσιωμένος μαθητής του και ακόλουθός του ως το μαρτυρικό του τέλος. Κήρυξε με θέρμη και ζήλο τη νέα σώζουσα πίστη στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Θεσσαλία, την Αχαΐα, την Ασία, την Κύπρο, το Ιλλυρικό, την Ιουδαία και την Μ. Ασία, μεταστρέφοντας πλήθος ειδωλολατρών και Ιουδαίων στον Χριστιανισμό. Θεώρησε σκόπιμο να γράψει, όσα είχε ακούσει από τους αγίους Αποστόλους, τον απόστολο Παύλο, τη Θεοτόκο και άλλους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες, για το θείο Πρόσωπο και το έργο του Κυρίου, δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψή Του. Να μείνει εσαεί αιώνιο γραπτό μνημείο και μαρτυρία στην Εκκλησία του Χριστού. Συνέγραψε λοιπόν το γνωστό μας «Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο», το τρίτο κατά σειράν βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Σε αυτό αρχίζει με τη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και με ζωηρότητα και ακριβή χρονολόγηση περιγράφει τη Γέννηση του Κυρίου, τη δράση, τα θαύματα, το σταυρικό Πάθος και την Ανάστασή Του, με ακριβείς ιστορικές συγκυρίες και χάρη λογοτεχνική. Τέλος αυτός κατέγραψε τις περισσότερες παραβολές του Χριστού με άφθαστη παραστατικότητα. Συνέγραψε επίσης και το πέμπτο κατά σειράν ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης, τις «Πράξεις των Αποστόλων», ήτοι: την πρώτη εκκλησιαστική ιστορία της Εκκλησίας μας, στο οποίο εκθέτει τη δική του εμπειρία για την ίδρυση και την ανάπτυξη της πρώτης Εκκλησίας. Αρχίζει με το θαυμαστό γεγονός της Θείας Αναλήψεως, περιγράφει με καταπληκτικές λεπτομέρειες το μεγάλο και θαυμαστό γεγονός της Πεντηκοστής, το πρώτο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου, τη βάπτιση τριών χιλιάδων ακροατών του και την ίδρυση της Εκκλησίας. Στη συνέχεια αναφέρεται στην ζωή της πρώτης Εκκλησίας, στη δράση των αποστόλων, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος στη δράση του αποστόλου Παύλου. Ως αποδέκτης και των δύο ιερών βιβλίων του αναφέρεται κάποιος «κράτιστος Θεόφιλος», τον οποίο αγνοούμε. Πιθανόν να ήταν κάποιος επιφανής, ο οποίος ζήτησε από τον Λουκά πληροφορίες για τη νέα πίστη. Η ευσεβής παράδοση αναφέρει πως ο Λουκάς υπήρξε και εξαίσιος ζωγράφος, ο οποίος εικονογράφησε το ιερότατο πρόσωπο της Θεοτόκου, με την οποία έζησε αρκετό καιρό στην Ιερουσαλήμ. Φημισμένες Ιερές Εικόνες Της αποδίδονται στον σ’ εκείνον, όπως η Ιερή Εικόνα του Μ. Σπηλαίου, της Παναγίας Κύκκου της Κύπρου, της πόλεως Βιλίνα της Ρωσίας. Στον άγιο Λουκά αποδίδονται επίσης και άλλες γνωστές Ιερές Εικόνες της Θεοτόκου. Η ιεραποστολική του δράση συνέπεσε με την κήρυξη των διωγμών του ρωμαϊκού κράτους εναντίον των Χριστιανών. Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία, βλέποντας την ρώμη της νέας πίστης, φοβήθηκαν για τα άνομα και δεισιδαίμονα συμφέροντά τους και γι’ αυτό έπεισαν τους διεφθαρμένους ρωμαίους να εγείρουν σκληρό διωγμό εναντίον των Χριστιανών, ως δήθεν επικίνδυνους για την έννομη τάξη. Χιλιάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν, με τη βοήθεια των ειδωλολατρών ιερέων, βασανίζονταν φρικτά για να θυσιάσουν στα είδωλα. Όσοι αρνούνταν θανατώνονταν μέσω απερίγραπτων βασανισμών. Έτσι λοιπόν και ο άγιος και ευαγγελιστής Λουκάς έγινε στόχος των φανατικών ειδωλολατρών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, μετά τον μαρτυρικό θάνατο του αποστόλου Παύλου το 68 μ. Χ. ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στα μέρη της Βοιωτίας, όπου με το φλογερό του κήρυγμα μετέστρεφε πλήθος ειδωλολατρών στην αληθινή χριστιανική πίστη. Επίσης ασκούσε και το ιατρικό επάγγελμα, θεραπεύοντας δωρεάν τους αρρώστους. Αυτό θορύβησε και εξόργισε τους ειδωλολάτρες ιερείς της περιοχής, οι οποίοι έβλεπαν να ερημώνουν τα «ιερά» τους και να χάνουν πλούτη από τις δεισιδαίμονες πρακτικές τους, όπως τη μαγεία, την μαντική και τις διάφορες αγυρτείες, τις οποίες πωλούσαν αδρά ως «θεραπείες» στους άτυχους πιστούς του παγανισμού. Παρότρυναν λοιπόν τον φανατισμένο ειδωλολατρικό όχλο, ο οποίος όρμισε και συνέλαβε τον ένθερμο άγιο Λουκά. Μη σεβόμενοι τα γεράματά του τον υπέβαλαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Εξουθενωμένο, τον κρέμασαν σε μια ελιά, όπου παρέδωσε την αγία του ψυχή στο Θεό, σε ηλικία ογδόντα χρονών. Οι Χριστιανοί περιμάζεψαν το τίμιο λείψανό του και το έθαψαν με μεγάλες τιμές κοντά στη Θήβα. Από τη μαρμάρινη λάρνακά του έρρεε μύρο, το οποίο ευωδίαζε σε μεγάλη απόσταση. Γινόταν επίσης εκεί πάμπολλα θαύματα, κάνοντας πολλούς ειδωλολάτρες να γίνονται Χριστιανοί. Ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Κώνστας (337-350) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη τα Ιερά Λείψανά του, όπως και των άλλων αποστόλων, τα οποία εναπέθεσε, ως πολύτιμο θησαυρό, στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Βρισκόταν εκεί ως την άλωση από τους σταυροφόρους το 1204, τα οποία οι αντίχριστοι εισβολείς τα έκλεψαν και τα μετέφεραν στη Δύση. Σήμερα σώζεται η λάρνακα του αγίου στη Βοιωτία, εντός περικαλλούς ναού, όπου συνεχίζονται να επιτελούνται θαύματα. Η ιερή του μνήμη εορτάζεται στις 18 Οκτωβρίου. ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2022/10/o-agios-evangelistis-loukas/

ΣΧΟΛΗ ΓΟΝΕΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ - ΟΜΙΛΙΑ π. ΛΥΒΙΟΥ 16/10/2023

Τα στιβάνια......

  Μνήμες από τα στιβάνια μου

Εγώ, παιδί μου, γεννήθηκα το 1928 στα Ανώγεια. Εδώ μεγάλωσα, εδώ έκαμα οικογένεια, εδώ παντρεύτηκα, εδώ τα έκαμα όλα.

Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο ήταν σκληρά. Ειδικά τα χρόνια που ήτανε ο Μεταξάς, από το ‘36 μέχρι το ‘40, ήταν σκληρά. Υπήρχε πείνα, πολλή πείνα. Θυμούμαι δηλαδή, μία φορά εχιόνισε. Σηκωθήκαμε τα παιδιά και θωρούμε δεκαπέντε πόντους χιόνι και γελούσαμε, χαιρόμασταν. Η μάνα μου όμως, σοβαρή. Βλέπεις, δεν είχε τι να ψήσει να μας δώσει να φάμε.

Είχε ένα ψωμί, μία κουλούρα, που ‘λέγαν εκείνη την εποχή. Και τηνε βάνει στο νερό και μας εκάνει κουρκοζούνι και μας εδίνει: «Να, φάτε». Φαντάσου τώρα τι εποχές.

Τούτην τη σανιδιά, την ουλή στο πρόσωπό μου, ήταν το ψωμί η αιτία που την έπαθα. Η μάνα μου ήταν μοδίστρα και γάζωνε επαέ σε μία μηχανή. Είχε ένα ψωμί στη βούργια, στο σακίδιο, κι ανέμενε να έρθουν οι άλλοι από το χωράφι για να το φάμε. Μου είχε δώσει ένα κομματάκι, αλλά εγώ ζητούσα κι άλλο: «Δώσε μου μάνα, ψωμί». «Σου έδωσα, όταν έρθουν οι άλλοι και θα σας το μοιράσω, να πάρει ο καθένας την πάρτη του». Πάω να λύσω εγώ τη βούργια να βγάλω το ψωμί και σηκώνεται αυτή να κάνει ότι θα με δείρει. Πέφτω, λοιπόν, από τη σκάλα με τα μούτρα στο καλντερίμι και κάνω τη σανιδιά εκείνη.

Πέρυσι με ρωτούσε ο εγγονός μου: «Μα ήντα σανιδιά είναι αυτή, παππού;» Λέω: «Ένα κομμάτι ψωμί γύρευα της γιαγιάς σου και με πήρε από πίσω κι έπεσα». «Μα για το ψωμί;» μου λέει. Αυτός τώρα έτσι το βλέπει, αλλά τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα. Εδά που θωρώ τα αγαθά σήμερα, πολλές φορές πετάει η θυγατέρα μου ψωμί και φαγητό και στεναχωριέμαι, γιατί θυμάμαι…

Εκείνα τα χρόνια όλοι βοσκεύαν επαέ, ήταν βοσκοί. Ήμουν μοναχογιός κι ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει βοσκό. Αλλά η μάνα μου δεν ήθελε, έλεγε: «Να μάθει τέχνη». Έτσι, το 1941 άρχισα να μαθαίνω την τέχνη της τσαγκαρικής.

Ήμουν δεκατριών χρονών και πήγα σε έναν μάστορα εκείνη την εποχή που ήταν ο καλύτερος, όχι της Κρήτης, της Ελλάδος ολόκληρης. Γαρτζόλη τον λέγανε. Ήταν καλός μάστορας, καλός τεχνίτης, κι αν κάνω καλή δουλειά σήμερα είναι εξαιτίας αυτού, ο Θεός να τον συγχωρέσει. Εδά ακόμη που σου κόβω το στιβάνι, θυμούμαι τον μακαρίτη έτσι όπως το έκοβε. Καλός άνθρωπος, και παλικάρι.

Γίνηκε ο πόλεμος, ήρθαν οι Γερμανοί στην Κρήτη. Ο Γαρτζόλης, που ήταν μεγάλο παλικάρι, μπήκε στην Αντίσταση.

Μια μέρα που ήμασταν στο τσαγκάρικο, παίχτηκε μια μπαλοθιά, μας ειδοποιήσανε ότι πιάσανε τον Σήφη. Ο Γαρτζόλης μού λέει:

«Νικόλα, ήρθε η ώρα να πoθάνουμε». Βγάνει την ποδιά, τη βγάνω κι εγώ, και κλειδώνει το μαγαζί και πάει στο σπίτι και φέρνει ένα τουφέκι γερμανικό. Το παίρνει κάτω και ‘γω τον ακολουθούσα. Στον δρόμο, μου λέει: «Στάσου. Φύγε, άλλαξε πίσω γιατί εγώ έχω πάει στον πόλεμο. Εσένα θα σε σκοτώσουν, είσαι μοναχογιός και δε θέλω να ‘χω τύψεις». Εγώ δε γύρισα, αλλά τον ακολουθούσα από κοντά.

Πάμε στην κορυφή της Μεσομένης κι είναι εκεί άλλοι τρεις. Ζυγώνει δύο Γερμανούς ένας αντάρτης από κάτω, που είχαν πιάσει τον Σήφη στου Μάκρη τον ποταμό. Σκοτώνει τον έναν τον Γερμανό εκείνος και τον άλλο τού έπαιξαν τα τουφέκια από πάνω που ήμασταν εμείς και τον σκότωσαν.

720χ961stivania
920x760anogeiaolokaftoma1


Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν έκαψαν οι Γερμανοί τ’ Ανώγεια. Θυμάμαι τα πάντα, τα πάντα, από την καταστροφή του χωριού. Ήταν ημέρες της Παναγίας, στις 13 Αυγούστου ‘44. Εντάκαραν, ξεκίνησαν οι Γερμανοί κι έκαιγαν το χωριό, μέρες της Παναγίας. Εμείς με κάτι συγχωριανούς μου ακούσαμε ότι κάτι γίνεται στο χωριό και κινήσαμε να πάμε να δούμε.

Ερχόμαστε επαέ και βλέπουμε το σπίτι μας χαλασμένο όλο, διαλυμένο. Μόνο ένας τοίχος όρθιος και κρεμόταν ακόμη στον τοίχο ένα τηγάνι της μάνας μου, έπαε που ήταν η παραστιά. Φεύγουμε και πάμε στο Αρμί. Περνούσαμε κι ήτανε παντού πεταμένα ρούχα, τυριά, μια γουρούνα σκοτωμένη, ζώα σκοτωμένα… Κι είδαμε κι έναν άνθρωπο, έναν άντρα σκοτωμένο.

Ακούμε φωνές: «Οι Γερμανοί κατεβαίνουν, φύγετε!» Κατεβαίνουμε στο Κουνούπι κι εκεί ήταν ο Δακανάλης, ένας γέρος συγχωριανός μας, και του είχανε σπάσει και τα δυο του χέρια. Έκλαιγε και μούγκριζε. Τον σιμώνουμε και τότε οι Γερμανοί που γλακούσανε, τρέχανε από κάτω, μας βάλλουν με τα ταχυβόλα. Ήμασταν με έναν χωριανό μαζί που είχε πολεμήσει στον πόλεμο, στην Αλβανία, και μου λέει: «Μη φοβάσαι, τα ταχυβόλα δε φτάνουν έπαε». Τον σηκώνει τον γέρο σαν το σταφύλι και φεύγουμε.

Δεν ξαναπήγαμε στο χωριό, σκορπίσαμε σε άλλα χωριά, χωριά που δεν κάψανε. Εμείς πήγαμε στο Μεσοχωριό στο Μονοφάτσι, ο πατέρας μου μας πήγε εκεί γιατί είχαμε συγγενείς. Εκεί ξεκίνησα εγώ πάλι να κάνω τον τσαγκάρη με έναν άλλον συγχωριανό, τον Καλομοίρη. Κάναμε τους τσαγκάρηδες για να βγάλουμε κάτι τις, το πιο πολύ για να επιβιώσουμε.

Δεν πέρασε λίγος καιρός, ήμασταν στο Χαράκι και γίνεται η μεγάλη «τυλιξιά» τότες του Μονοφατσίου. Μας μαζεύουν όλους στο χωριό, προβάλλει ένας Γερμανός και λέει: «Όσοι Ανωγειανοί είστε στο Μονοφάτσι, να τραβηχτείτε από εκεί». Πηγαίνουμε εγώ, ο συνέταιρός μου ο Καλομοίρης, ο πατέρας του κι άλλοι τέσσερις. Μας λέει: «Εσείς είστε Ανωγειανοί, Μυλοποταμίτες;» «Ναι». Μας βάζουν στον γύρο. Πιάσανε και τους Σκουλάδες τότε από το Αρκάδι, πιάσανε πολλούς ακόμα Ανωγειανούς. Μαζέψανε είκοσι εφτά άτομα.

Ένας ξάδερφος της μάνας μου κάτεχε τη γλώσσα, τη γερμανική. Λίγοι άνθρωποι την κατέχανε τότε, μην ξανοίγεις εδά που την κατέχουν κι όρνιθες...

“Μίλησε με τους Γερμανούς και κατάφερε και με ξεμπέρδεψε εμένα, με άφησαν. Όλους τους υπόλοιπους, τους εξαφάνισαν.”

Τους σκότωσαν όλους, μαζί και τον Καλομοίρη, τον συνέταιρό μου. Γλίτωσα μόνο εγώ κι ένας ακόμη από το Χαράκι. Κακές εποχές. Ό,τι σου λέω, κακές εποχές.

Φεύγουν οι Γερμανοί, τελειώνει ο πόλεμος και γυρίζουμε στα Ανώγεια. Αρχίζουν οι επανορθώσεις και χτίζουμε επαέ τα κουμάκια, μικρούς στεγασμένους χώρους, εκεί που άλλοτε ήταν τα σπίτια μας.

Με τα θρανία του σχολείου, έχτισα εγώ. Επειδή είχαν χαλάσει το σχολείο κι είχαν πεταχτεί τα θρανία έξω, επήγα και πήρα θρανία τότες, τα βάλαμε σαν τάβλες και κάναμε τον οντά επαέ, κομμάτι-κομμάτι. Όλοι οι Ανωγειανοί που γύρισαν επαέ, σύνδραμαν ο ένας στον άλλο, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον για να στεγαστούμε. Σκληρή εποχή, αλλά επιβιώσαμε. Παντρεύτηκα και μια κοπελιά, την Όλγα Βρέντζου και κάναμε πέντε παιδιά, τρεις γιους και δύο κόρες.

Το ‘49 άρχισα κι έκανα τον τσαγκάρη, επίσημα πια. Εγώ κάνω στιβάνια, δεν κάνω παπούτσια και τέτοια. Γιατί έχει ιστορία το στιβάνι. Θέλει δυο μέρες να το κάνεις.

Τα πρώτα στιβάνια που έκανα ήταν του Σαουνατσόκωστα. Μέχρι που πέθανε του έκανα στιβάνια, δεν πήγε ποτέ σε άλλον τσαγκάρη. Γιατί όταν κάνεις καλή δουλειά, σε μαθαίνει ο κόσμος. Εγώ βάζω καλά υλικά, βάζω καλά δέρματα, τα διαλέγω εγώ. Αφού όταν πάω στον έμπορο και παίρνω τα δέρματα κι είναι εκεί τίποτα νέοι, ο δερματέμπορος τους λέει: «Ο μόνος που ξέρει και ψωνίζει είναι ο Φασουλάς». Παίρνω πάντα μικρά δέρματα, γιατί το μικρό δέρμα είναι σαν τον μικρό άνθρωπο, τον νέο άνθρωπο, που είναι η προβιά του καλή. Άμα είναι μεσογέρικο, δεν έχει καλή προβιά. Θα σου δείξω δέρματα που βάζω εγώ να τρελαθείς, είναι σαν το λουκούμι.

Τη δουλειά την κάνω επιμελώς. Θα το καρφώσω καλά, θα το ράψω καλά, αφού βλέπεις αυτές τις ραφές εδά κι σαν να είναι της μηχανής. Να ξέρεις, πιο καλό είναι το χειροποίητο, πάντα. Γιατί σήμερα τα κολλάνε, το βάζουν στην πρέσα. Βράχηκε; Ξεκολλά. Ενώ εγώ το στιβάνι που κάνω, παράδειγμα αυτό το στιβάνι που φορώ εδά εγώ, μπορεί να το φορείς τρία χρόνια να μην κουνήσει.

Αυτό εδώ το έχω ράψει στο χέρι, με τις δύο βελόνες. Ενώ σήμερα οι τσαγκάρηδες δεν το ράβουν, το γαζώνουν μόνο με τη μηχανή. Άμα το γαζώνεις μόνο με τη μηχανή πάει ο άλλος, αρμέγει και πάει του προβάτου του νύχι και το ξεκαπακώνει. Πιο καλό είναι το χειροποίητο, πάντα.

720x720stivania1
720x720stivania

Κάνω πάντα καλή δουλειά, ο πελάτης που θα μπει εδώ, τον προσέχω σαν τα μάτια μου.

Δηλαδή, μου παραγγέλνεις ένα ζευγάρι στιβάνια εσύ και σαν να τα κάνω εγώ του εαυτού μου. Θέλω να ευχαριστηθείς. Έχει σημασία αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό έρχονται κι από τη Σητεία κι από το Αμάρι κι από το Χαράκι κι από τα Χανιά παραγγελίες, από τη Λοχριά, από το Μονοφάτσι, από το Μελιδοχώρι, από όλα τα χωριά.

Ήμουν τυχερός, έκατσα με καλό μάστορα και μου ερμήνευσε καλά τη δουλειά. Μετά που έγινα τσαγκάρης εγώ, όσα στιβάνια έβαλε ο Γαρτζόλης, ο δάσκαλός μου, εγώ του τα έκανα. Εδά πενήντα χρόνους που ζούσε ο μακαρίτης, όσα στιβάνια θα ερχόταν, δεν του πήρα ποτέ λεφτά. Το έβρισκα σαν υποχρέωση και του τα έκανα όλα τα στιβάνια, κι αυτός με καμάρωνε.

Είμαι ο παλαιότερος τσαγκάρης της Κρήτης για τα στιβάνια. Όλοι οι τσαγκάρηδες της Κρήτης έρχονται έπαε και τους δείχνω πώς θα κάνουνε τα μονοκόμματα στιβάνια. Το μονοκόμματο έχει μια ραφή μόνο, μια από την από πίσω μεριά, είναι σπάνια δουλειά, δεν μπορεί να την κάνει ο καθένας. Δείχνω όλα τα μυστικά της δουλειάς, γιατί όπου να ‘ναι θα πεθάνω.

Από το ‘41, μέχρι σήμερα, άλλη δουλειά δεν έκαμα. Ογδόντα χρόνια στιβάνια. Συνεχίζω, γιατί μ’ αρέσει. Η χειρότερη μου μέρα είναι η Κυριακή, που δεν καταγίνομαι. Άμα δεν έχω δουλειά είμαι γκρινιάρης και μανισμένος, ανήσυχος. Ακόμα και τώρα που είμαι ενενήντα τριών χρονών, θέλω να δουλεύω και να αποδίδω, γιατί την τέχνη μου εγώ την αγάπησα.

Γροίκα να δεις, αυτά τα στιβάνια είναι του εγγονού μου, του Νικόλα. Του έχω κάνει τέσσερα ζευγάρια. Ένα άσπρο του έχω κάνει, καφέ του έχω κάνει, μαύρα του έχω κάνει. Προχθές είδε το δέρμα, μου λέει: «Κάνε μου τα, παππού!» και του τα έκανα.

Ερευνητής/τρια
Καλλέργης Νίκος
Επιμέλεια
Μάγια Φιλιπποπούλου
Πηγη: https://www.istorima.org/graptes/150/mnimes-apo-ta-stivania-mou/