Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

Οικογένεια

Τὸ διαζύγιο

 

το πατρός Δημητρίου Μπόκου

ναπήδησε, καθς τ βλέμμα της πεσε στ ρολόι το τοίχου. ταν ρα πο θ ’ρχόταν ντρας της κα τ φαγητό, γι μι ­κόμα φορά, δ θά ’ταν στν ρα του.

ρχισε ν καθαρίζει βιαστικ τς πατάτες. Στν κατσαρόλα τσι­τσίριζε δυνατ τ κομματιασμένο κοτόπουλο. ριξε μέσα μισ ποτη­ράκι κόκκινο κρασί, τν νακίνησε δυνατ κα χαμήλωσε λίγο τ φω­τιά, καθς πρε ν ροδίζει τ κρέας. εχάριστη μυρωδι πλημμύ­ρισε τν κουζίνα.

Μ πς τν πάθαινε τσι; Πς περνοσε ρα της χωρς ν τ καταλαβαίνει;

λήθεια ταν πς Λίνα δν τ κατάφερνε κα πολ καλά. ταν μαθη π δουλει κι ταν παντρεύτηκε πεσε πότομα στ βαθιά. ταν κι ργαζόμενη, τς βγκε κι Φώτης πολ παιτητικός, τί ν σο κάμει; ταν γύριζε σπίτι δν ξερε π πο ν’ ρχίσει κα πο ν τελειώσει. Τν πιανε γχος κα πονοκέφαλος. Μ κι ταν κα­ταπιανόταν μ κάτι, τς λειπε έρας τς πιδέξιας νοικοκυρς κα δουλει τν παιρνε καπάκι.

πως τ φοβόταν, τ τραπέζι δν ταν στρωμένο ταν ρθε Φώτης.

–  Τ περίμενα! γκρίνιαξε κενος μπαίνοντας. Δ θ φμε ποτ στν ρα μας.

κατάσταση εχε φτάσει στ προχώρητο. Εχε πι βαρεθε.

Εχε παντρευτε τ Λίνα, παρ’ λο πο εχε καταλάβει πς δν ταν κα τόσο σπουδαία στ νοικοκυριό.

–  Θ στρώσει στν γάμο, σκέφτηκε. Θ τν κάμω γ ν τρέ­χει.

Μ στν πράξη, πέντε χρόνια τώρα παντρεμένοι, δν το βγ­κε τόσο εκολο. Παραταν μως κι ατς παιτητικός. Στ μυαλό του εχε πάντα να δεατ πρότυπο γι τ γυναίκα. πρεπε ν εναι καν γι τοτο, γι ’κενο, γι τ να, γι τ λλο. πρεπε…, λο ­πρεπε… Ο προδιαγραφές του ταν πολ ψηλές. Ο παιτήσεις του μεγάλες.

Στν ρχ βάλθηκε ν βοηθάει τ Λίνα, μ ταν εδε πς κεί­νη, ντ ν φιλοτιμηθε, βολευόταν, λλαξε τακτική. Τν φησε μόνη. βοήθητη Λίνα πελάγωσε. Κι σο τς μεναν πίσω ο δουλειές, τόσο τς βαζε τς φωνς κα τν βγαζε χρηστη. σύγκρισή της μ τ ε­δωλο πο εχε στ μυαλό του εσορμοσε κάθεκτη στ σκέψη του. νιωθε τόσο διαψευσμένες τς προσδοκίες του!

Πέρασε να τέταρτο μέχρι ν καταφέρει πιτέλους Λίνα ν σερβίρει τ φαγητό.

–  ν σ’ νδιαφέρει, μπορες ν κοπιάσεις στ τραπέζι! επε ψυ­χρά.

–  Καιρς ταν! μουρμούρισε μς π’ τ δόντια του Φώτης.

διάθεσή του ταν κακ κα δν τό ’κρυβε. Τν πολεμοσε, ,τι κι ν κανε. φτασε στ σημεο ν μ μπορε ν δε τίποτε καλ πά­νω της. θελε μόνο ν κριτικάρει τν κάθε της κίνηση.

κείνη τό ’νιωθε κα ντιδροσε λο κα χειρότερα. μυνόταν σν πληγωμένο ζο. σχέση τους σιγ-σιγ κρύωσε γι τ καλά. ­γιναν μεταξύ τους διάφοροι. κενος πεσε μ τ μοτρα στ παιδ πο τ λάτρευε. κείνη κλείστηκε στν αυτό της ψώνοντας να τε­χος γύρω της.

Φώτης προχώρησε στ τραπέζι, λλ ψαχνόταν μέσα του γι ν’ ρπαχτε. Τ φαγητ ταν καλό, π’ τ καλύτερα πο μπορο­σε ν φτιάξει Λίνα, μ τώρα ατ τν φηνε συγκίνητο. Μ τν πρώτη μπουκι ξύνισε τ μοτρα.

–  Σιγ τ πράμα! Ατν τν ηδία περιμέναμε τόση ρα;

–  Ν μν τ φς, ν δ σ’ ρέσει! ντεπιτέθηκε Λίνα.

–  Μ προκαλες κι π πάνω; Κα βέβαια δ θ τ φάω! Χάρι­σμά σου, κυρία μου! Οτε γι τ σκυλι δν κάνει τ φαΐ σου.

σπρωξε πότομα τ πιάτο πέρα κα σηκώθηκε. Δν εχε πρό­θεση γι τέτοια σκηνή, μ φο το προέκυψε, δν σκόπευε ν κάνει πίσω. Προχώρησε γεμάτος θυμ πρς τ νδότερα. Πάνω στ κρεβά­τι τους ρθώνονταν στοίβα τ πλυμένα ροχα περιμένοντας τ σίδε­ρο. ναψε πι πολ καθς τ εδε.

–  Κι ατ τί θέλουν δ πέρα; Θ μείνουν καμι βδομάδα σι­δέρωτα;

–  Θ τ σιδερώσω ταν γ θελήσω! πάντησε ργισμένη κα Λίνα. ρκετ πιά! Δν θ δουλεύω μ τ δικό σου πρόγραμμα.

–  ς πόναγες λιγάκι περισσότερο ατ τ σπίτι!

–  Πόνεσες ποτ σ γι μένα;

–  τσι νομίζεις; Κα γιατί σ πρα τότε; λλ τέτοιος βλάκας ­μουνα!

–  γάπησες μόνο τ γυναίκα πο χεις στ μυαλό σου! Ατ τ εδωλο πο φτιαξες μ τν ρρωστημένο γωισμό σου. Ατ κρι­βς γαπς. Τν ψεύτικη πτασία τς τέλειας, μ νύπαρκτης γυναί­κας, πο ζωγράφισες κατ τ κέφια σου σύ, τέλειος! δραστή­ριος! κανός! ντε ν τ βρες λοιπν κα παράτα με στ δυστυχία μου!

Λίνα ξέσπασε σ λυγμος κα πεσε μ τ πρόσωπο στ κρε­βάτι. Φουρκισμένος Φώτης τν κοίταξε μήχανος, στριφογύρισε ­ναποφάσιστος δυ–τρες φορς κα τέλος ρπαξε τ σακάκι του κα βγκε βροντώντας δυνατ τν πόρτα πίσω του.

Δν ξερε πο πήγαινε κι οτε πο τν νοιαζε. ταν να φαί­στειο πο βραζε.

Πς κατάντησαν τσι; Τί φταιγε κα δν μποροσαν ν βρον κρη; Ζητοσε τ πι λογικ πράγματα το κόσμου! Σκοτωνόταν γι ν μν λείψει τίποτε π’ τ σπίτι τους. Μέχρι κα δεύτερη δουλει ε­χε βρε γι ν τ βγάζουν πέρα νετα.

κούραστο μελίσσι ο σκέψεις του βούιζαν στ κεφάλι του. Κα­τέβηκε στν κεντρικ πλατεία, διέσχισε τ λεωφόρο, βρέθηκε ν περ­πατάει δίπλα στν χθη το χείμαρρου, πο μέσα π δροσερς δεν­τροστοιχίες κι νθισμένα παρτέρια διέτρεχε τν πόλη τους. Στάθηκε γι λίγο στ προστατευτικ πεζούλια τς χθης κι βλεπε τ κρυ­στάλλινα νερ πο κυλοσαν νάμεσα στς στρογγυλεμένες πέτρες.

Τ βουητ τς πόλης σμιγε μ τ θολούρα το μυαλο του, μ δν κατάφερε ν σκεπάσει ναν εχάριστο χο π κουδουνάκια στν πέναντι χθη. Σήκωσε τ κεφάλι του πότομα.

Δυ πέροχα λογα, τραβώντας μι κομψ μαξα, νηφόριζαν μ’ λαφρ τροχασμ τ λεωφόρο. Παραξενεύτηκε. π πο ξεφύ­τρωσαν ατά; Δν εχαν συνηθίσει σ τέτοια θεάματα. πως κα νά ’χε, ταν χάρμα ν τ χαζεύεις. νέβηκαν, καμαν τν γύρο τς πλα­τείας κα πραν πάλι ν κατεβαίνουν π’ τ μεριά του. Νά τα, πο τώρα πέρναγαν δίπλα του.

δειχναν θαυμάσια ζα, μ ταν λοφάνερο πς δν μοια­ζαν μεταξύ τους. ταν διαφορετικ ράτσα τ καθένα. Τ να, ψηλό­τερο π τ’ λλο, μ λεπτότερα πόδια κα μικροκαμωμένο κεφάλι, ­δειχνε πι νευρικ κι εκίνητο. Τ λλο, μ γκωδέστερο σμα, σχυ­ρος μυνες κα πλατει ράχη, ταν σαφς δυνατότερο, λλ πι δυσκίνητο. Κα τ δύο μως ταν πέροχα δείγματα τς ράτσας τους.

Παρ τ διαφορά τους, ποτελοσαν να τέλεια συντονισμένο ζευγάρι. βηματισμός τους ταν μοιόμορφος κα μαξα διέγραφε μιν μαλότατη πορεία χωρς κλυδωνισμούς. Πς τ κατάφερναν;

Μ χάρη στν νθρωπο πο κρατοσε στ χέρια του τ χαλι­νάρια. Δν εχε μαστίγιο. Οτε κα φώναζε. ντιθέτως! Σιγοτραγου­δοσε κα σφύριζε εθυμα. σκυβε κάθε λίγο στ’ λογά του κα τος μιλοσε. Τ φώναζε μ τ’ νομά τους, τ χάιδευε μ τν παλάμη του μαλακά.

Στ δάχτυλά του μως παιζε συνεχς τ χαλινάρια. Μ’ ατ συντόνιζε τ βμα τους. Μ’ να λαφρ τράβηγμα νέκοπτε τν γρή­γορο ρυθμ το εκίνητου λόγου. Φρόντιζε ν εναι στν δια γραμ­μ κα τ δυό τους. Κανένα πι μπροστά, κανένα πι πίσω. Συγκρα­τοσε τ γρήγορο, παρακινοσε τ ργό. τσι κατάφερνε κα τ δυό τους ν τρέχουν στν διο ρυθμό. Τ βήματά τους χοσαν συγχρο­νισμένα σν χτύποι ρολογιο. Τκ-τάκ, τκ-τάκ, τκ- τάκ.

ταν τέλειος συντονιστής! Πραγματικς νίοχος!

Τ λογα μ τ μάξι χάθηκαν τελικ π’ τ μάτια του, μ Φώτης σάλευτος κοίταζε στ βάθος το δρόμου πίσω τους. Στ’ α­τιά του μεινε ν χε να γοητευτικ τκ-τάκ.

Ατ ταν! ρυθμός! τέλειος συγχρονισμός!

Ν λοιπν τί το λειπε! δ ταν τ λάθος του!

Δν πρχε διος ρυθμς νάμεσα σ’ ατν κα τ Λίνα. Α­τς τρεχε, κείνη βραδυποροσε. καθένας θελε τ δικό του. Συν­τονισμς μηδέν. Πο ν βρεθε ρυθμός, ταν γάπη χει κάνει φτερά;

δ κριβς βρισκόταν τραγωδία. Χωρς ν τ ντιληφθε, εχε βάλει τς μεγάλες του παιτήσεις ναγκαία προϋπόθεση γι τ σχέση τους. Τν γάπη τν ννοοσε μόνο π ρους. προϋπόθε­τη γάπη το ταν διανόητη. φο δν παιρνε ατ πο θελε, δν δινε κι ατς τίποτε. Δν τν νδιέφερε πραγματικ Λίνα. Το­ποθετοσε τν πχυ στ ψος πο ατς θελε κι φο κείνη δν τν φτανε, μοιραα τν πέρριπτε.

Τί θ γινόταν μως ν κοβε λιγάκι τ φόρα του; ν κατέβαζε λίγο τν πχυ; ν βαζε λίγο φρένο στν κούρσα του; Δ θ τν πρό­φταινε τότε κι κείνη; Δ θά ’φταναν τσι πι εκολα σ κάποιο συγ­χρονισμό;

Τ νερ τρεχαν φλύαρα κάτω π’ τ πόδια του, μ Φώτης κουμπισμένος στ πεζούλι τς χθης δν τά ’βλεπε. χρόνος κυλοσε χωρς ν τ νιώθει. Γι πρώτη φορ ναρωτιόταν γι πολ βαθι πράγματα μέσα του.

Τί εναι τελικ γάπη;

Ν’ ποδέχομαι τν λλον πως κι ν εναι, ν τν χρησιμο­ποι πως μο ρέσει; ταν δ μο χρειάζεται πλέον δ μ’ εχαρι­στε, μετράει καθόλου γι μένα; Πς βλέπω τ γυναίκα μου; Μήπως μς π’ τς δικές μου νάγκες κα μόνο; Μίλησα ποτ μαζί της γι τ δικά της νειρα, τ δικά της νδιαφέροντα;

Ποι εναι μεγαλύτερη ξία γι μένα; Μήπως αυτός μου; γαπάω κανέναν τελικά;

Πρε ν περπατάει ργ τν νήφορο, ταν να μικρ προ­σκυνητάρι στ γωνι το δρόμου, μ ναμμένο τ καντηλάκι του, τράβηξε τν προσοχή του. Βλέποντας πίσω π΄ τν τρεμάμενη φλόγα μι φτωχικ εκόνα τς Σταύρωσης, εκόνα τς πέρτατης γάπης κα θυσίας, συλλογίστηκε:

Πόσο νυπέρβλητα πολύτιμος εναι πάντα νθρωπος γι τν Θεό! Γιατί δν παύει νά ’ναι μοναδικς γι κενον, κόμα κι ταν δν πετυχαίνει τίποτε; Γιατί χει πάντα νόημα τ ν σταυρώνεται Χρι­στός, κόμα κα γι τν πι ποτυχημένο νθρωπο; Πς μπορε Θες τελικ κα γαπάει τν νθρωπο χωρς προϋποθέσεις;

Μπρς στ πύθμενο μυστήριο μις τέτοιας γάπης νιωσε πάμφτωχος. Δν ταν τίποτε, φο δν εχε γάπη.

Τάχυνε τ βμα του καθς λιος ξακόντιζε τς τελευταες του χτίδες στ γ. Στν ξώπορτα το σπιτιο του κοντοστάθηκε. Μπκε, προχώρησε ργά, σταμάτησε στν πόρτα τς κρεβατοκάμα­ρας. Λίνα ταν ξαπλωμένη χωρς ν κοιμται.

–  Πρα τ διαζύγιο! τς επε. Τν διωξα τν λλη. Ατν πο λεγες πς εχα στ μυαλό μου.

Γύρισε κα τν κοίταξε παράξενα.

–  λήθεια! ξανάπε ατός. Τώρα θ τρέχουμε μαζ στν διο, τν δικό σου ρυθμό.

Λίνα νακάθισε.

–  Μ τί λές; Πιωμένος εσαι;

–  χι βέβαια! Εμαι νηφάλιος, πολ νηφάλιος. σως πρώτη φορ πο τ μυαλό μου εναι ξεκάθαρο.

Τν κοίταζε χωρς ν καταλαβαίνει.

–  χι, δν εναι κανένα κόλπο, μ φοβσαι! συνέχισε Φώτης. Μο πρε πολύ, μ πιτέλους τ κατάλαβα. γνοια μου τώρα θά ’ναι ν’ νακαλύπτω, ντ ν προκαθορίζω, τ γυναίκα μου. Ν σ’ ­γαπ γι’ ατ πο εσαι, χι γι’ ατ πο θά ’θελα γ ν εσαι!

Λίνα τινάχτηκε ρθια μ τ μάτια διεσταλμένα. Προσπάθησε ν σταθε, μ σκοτοδίνη σκέπασε τ μυαλό της. Τ πόδια της τρί­κλισαν, πγε ν πέσει. π’ τ πότομο σήκωμα; π’ τ μεγάλη κπλη­ξη;

Μ καθς γειρε στ πλάι, να χέρι τν ρπαξε π τ μέση. Τ βλέμμα της ντάμωσε τ βλέμμα του, καθς τ κεφάλι της πεφτε βαρ στν μο του.

π’ τ στιγμιαο ­κενο ντάμωμα μως μι ζεστ χτίνα ξεπή­δησε κα κατέβηκε στν καρδιά της.

λιος τς γάπης λοφώτεινος ρχισε ν’ νατέλλει κα πάλι νάμεσά τους…

Πάσχα 2005

ντιύλη
. Ν. γ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Εκόνα: «Μαζ σου» ργο το Daniel Gerhartz πό: Pinterest

Κείμενα το π.Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ

τό «σπιτάκι τς Μέλιας"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου