Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Οικουμένιος: Τι μας διδάσκει με την Αποκάλυψη 

ο ιερός μαθητής του Χριστού;

 


Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης με τον μαθητή του Πρόχορο κατά τη συγγραφή της Αποκαλύψεως.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Οικουμενίου: Ερμηνεία της Αποκαλύψεως του Ιωάννου

Λόγος πρώτος
Διακηρύσσει κάπου ένα ιερό απόφθεγμα πως όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη· διότι μέσω του Αγίου Πνεύματος οδηγήθηκαν στη σοφία όλοι όσοι μας εκήρυξαν τον λόγο της σωτηρίας, τόσο οι προφήτες όσο και οι απόστολοι και ευαγγελιστές. Όμως ο θεσπέσιος Ιωάννης αναδείχτηκε αγιότερος από όλους τους κήρυκες και πνευματικότερος από κάθε πνευματικό, επειδή έγειρε στο στήθος του Κυρίου και με τη διάπυρη αγάπη του
απέσπασε πλουσιότερη τη χάρη του Πνεύματος.

Γι’ αυτόν τον λόγο ονομάστηκε Υιός της Βροντής, καθώς συγκλόνισε όλο τον κόσμο με τις θεϊκές του διδασκαλίες. Και όσον αφορά την παρούσα πραγματεία του, η οποία αναφέρεται σε μυστήρια λεπτά και διαυγή, δίκαια θα μπορούσε κάποιος να την θεωρήσει άκρως απόρρητη· διότι δεν πραγματεύεται μόνο παρόντα γεγονότα, αλλά και παρελθόντα
και μελλοντικά.

Και τούτο είναι χαρακτηριστικό της κατ’ εξοχήν προφητείας: το να εμπερικλείει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις. Βέβαια, και οι εκτός Εκκλησίας παρουσιάζουν τους μάντεις που κατά τη γνώμη τους γνωρίζουν και τα παρόντα και τα μελλούμενα και τα παρελθόντα, έχοντας φθάσει με την ευφυία τους, καθώς πιστεύω, τους δικούς μας προφήτες· διότι δεν κατείχαν ποτέ την γνώση των απάντων οι χρησμολόγοι τους, για τον λόγο ότι δεν την είχαν ούτε και οι δαίμονες που ενεργούσαν μέσα τους.

Άρα όποιος επιχειρεί να ερμηνεύσει τα πνευματικά, είναι απολύτως απαραίτητο να είναι πνευματικός και σοφός κατά Θεόν, επειδή, σύμφωνα και με τον θείο απόστολο, «πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνειν». Εγώ όμως τόσο απέχω από την ενέργεια του Πνεύματος, όσο και από τη θεία και ανώτατη σοφία· γι’ αυτόν τον λόγο το εγχείρημά μου είναι τολμηρό και επισφαλές: αφού «σε κακοφτιαγμένη ψυχή δεν θα εισέλθει η σοφία ούτε θα κατοικήσει σε σώμα που είναι βυθισμένο στις αμαρτίες», όπως φρονεί ο Σολομών και η αλήθεια.

Συνεπώς, επέλεξα το έργο αυτό σαν άσκηση, για να ελέγξω με αυτόν τον τρόπο την απερισκεψία μου.

Και δεν είναι άγνωστο πως μερικοί προσπάθησαν να υποστηρίξουν για το παρόν σύγγραμμα, ότι είναι νόθο και μη συμβατό με τα υπόλοιπα συγγράμματα του Ιωάννου. Επειδή όμως αυτά που διαλαμβάνει είναι ψυχωφελή και θεόπνευστα και αντάξια του συγγραφέα, εγώ αποδεικνύω ότι είναι γνήσιο και εντάσσεται σε όσα καταξιωμένοι Πατέρες αποδέχτηκαν και επικύρωσαν: ο παμμέγιστος Αθανάσιος στην «Έκθεση των κανονικών βιβλίων της Παλαιάς και της Νέας», ο θεσπέσιος Βασίλειος στη σύντομη εξήγηση «Περί του Υιού», ο θεολόγος Γρηγόριος στην ομιλία του «Εις την των επισκόπων παρουσίαν», ο σοφότατος Μεθόδιος στον λόγο του «Περί αναστάσεως», ο μέγας στα έργα και στη διδασκαλία Κύριλλος στο έκτο βιβλίο της πραγματείας του «Εν πνεύματι και αληθεία», και επιπλέον ο θεσπέσιος Ιππόλυτος στην «Ερμηνεία εις τον Δανιήλ».

Μάλιστα δεν θα αναφέρονταν καν σε αυτό το σύγγραμμα οι τόσο ακριβείς Πατέρες, αν βρισκόταν σ’ αυτό κάτι νόθο και οβελιστέο. Και θα μπορούσα να παραθέσω και άλλους από τους αγίους που επικυρώνουν το σύγγραμμα, αν δεν γνώριζα το μέτρο που προσπαθούν να αποκτήσουν όσοι φρονούν ορθά· γιατί αν το τριπλό σχοινί δεν κόβεται εύκολα σύμφωνα με τον «Εκκλησιαστή», τότε πολύ λιγότερο θα κοπεί το εξαπλό.

Τι, λοιπόν, μας διδάσκει με την Αποκάλυψη ο ιερός μαθητής του Χριστού ο οποίος καυχιέται για τη θεϊκή αγάπη; Πρέπει να ανατρέξουμε στο εξής σε αυτά τα θεσπέσια λόγια, αφού προηγουμένως επικαλεστούμε τις πρεσβείες του προς βοήθειαν.

*

Αποκάλυψη Ιησού Χριστού, την οποία του έδωσε
ο Θεός για να δείξει στους δούλους του αυτά που
είναι καθορισμένα να γίνουν πολύ σύντομα, και
την φανέρωσε στέλνοντάς την με τον άγγελό του
στον δούλο του Ιωάννη. Ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία
για τον λόγο του Θεού και για τον Ιησού Χριστό·
γράφει όσα είδε.

Είναι καλό να επισημάνουμε εξαρχής ότι, αφού ενδιέτριψε σε όλα τα συγγράμματά του ο θεσπέσιος Ιωάννης στα θεϊκά λόγια που αρμόζουν στον σωτήρα μας Ιησού Χριστό, στο παρόν σύγγραμμα ασχολείται περισσότερο με όσα αφορούν στον άνθρωπο, ώστε να μη θεωρηθεί ότι γνωρίζει καλύτερα τα θεϊκά από τα ανθρώπινα. Διότι απόδειξη της ανόθευτης θεολογίας είναι ότι, όπως ακριβώς πιστεύουμε ότι ο θεός Λόγος γεννήθηκε από τον Θεό και Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες και πριν από κάθε χρονικό διάστημα, και ότι είναι συνάναρχος και ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, και από κοινού κυβερνά τους αιώνες και ολόκληρη τη νοητή και αισθητή κτίση, σύμφωνα με τη διδασκαλία του σοφότατου Παύλου που αναφέρει στην προς Κολασσαείς επιστολή ότι δι’ αυτού απέκτησαν ύπαρξη τα πάντα, όσα είναι στον ουρανό και όσα στη γη, τα αόρατα και τα ορατά, θρόνοι και κυριότητες, αρχές και εξουσίες· ό,τι υπάρχει είναι δημιουργημένο δι’ αυτού, και αυτόν έχει σκοπό του· αυτός είναι η κεφαλή του σώματος και της εκκλησίας· αυτός είναι η απαρχή, ο πρωτότοκος εκ των νεκρών, ώστε να γίνει σε όλα εκείνος πρώτος, κατά τον ίδιο τρόπο πιστεύουμε μας και για τη σωτηρία μας, όχι μόνον χωρίς να χάσει τη
θεότητα αλλά και προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη σάρκα, εμψυχωμένη νοερά, ώστε ο Εμμανουήλ να θεωρείται από δύο ενωμένες φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη, που
σύμφωνα με τη δογματική διδασκαλία έχουν πλήρως τις φυσικές ιδιότητες και τις διαφορές, χωρίς να υπάρξει σύγχυση ή αλλοίωση αυτών που ενώθηκαν, και χωρίς βέβαια
να διαιρούνται μετά την άρρητη και ασύλληπτη ένωση.

Είναι λοιπόν εξίσου βδελυκτέοι και οι δύο, τόσο ο Νεστόριος όσο και ο Ευτυχής, που ήταν τα εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους κακά. Άρα για να είναι το δόγμα του σωτήρα μας διατυπωμένο με πιστότητα και ενάργεια γι αυτόν, αφού ανέπτυξε στα υπόλοιπα συγγράμματα όσα αφορούν τη θεότητα του Κυρίου, όπως προαναφέραμε, εδώ χρησιμοποιεί κατά κόρον λέξεις και νοήματα ανθρώπινα: αλλ’ όμως, ούτε μέσα στα συγγράμματα εκείνα δημοσίευσε τα θεία χωρίς τα ανθρώπινα, ούτε σε αυτό εδώ τα ανθρώπινα χωρίς τα θεία. Έκανε μεγάλη χρήση του μέτρου στα γραπτά του.

Από εδώ αρχίζει να αφηγείται «Αποκάλυψη Ιησού Χριστού» την οποία του έδωσε ο Θεός, σαν να λέει «Η παρούσα Αποκάλυψη έχει δοθεί από τον Πατέρα στον Υιό, και από τον Υιό έχει δοθεί σ’ εμάς» τους δούλους του. Και ονομάζοντας δούλους του Χριστού τους αγίους,
διαφύλαξε την θεϊκή του ιδιότητα.

Σε ποιον άραγε θα μπορούσαν να δουλεύουν οι άνθρωποι, παρά μονάχα στον ποιητή και δημιουργό των ανθρώπων; Και ποιος ο δημιουργός των ανθρώπων και ολόκληρης της κτίσης; Κανείς άλλος εκτός από τον μονογενή Λόγο και Υιό του Θεού· γιατί «τα πάντα δι’ αυτού δημιουργήθηκαν» διακηρύσσει ο παρών συγγραφέας στο Ευαγγέλιό του.

Και τι θέλει να πει προσθέτοντας ότι αυτά που «είναι καθορισμένα να γίνουν πολύ σύντομα, αν και δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμη τα µελλούμενα, και κύλησε ήδη πάρα πολύς χρόνος από τότε που λέχθηκαν αυτά, πεντακόσια και πλέον χρόνια;

Θέλει να πει ότι όλοι οι αιώνες λογαριάζονται ως μηδέν στα µάτια του χωρίς τέλος αιώνιου Θεού διότι «χίλια χρόνια», λέει ο προφήτης, «στα μάτια σου, Κύριε, είναι σαν την ημέρα τη χτεσινή, που πέρασε, και σαν τη βάρδια τη νυχτερινή». Γι’ αυτό, εποµένως, πρόσθεσε το πολύ «σύντομα» όχι γιατί είχε στο νου του το χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση όσων θα γίνουν, άλλα τη δύναμη και την αιωνιότητα του Θεού.

Πράγματι κάθε χρονική διάρκεια, έστω κι αν είναι πάρα πολύ µεγάλη και μακριά, συγκρινόµενη προς την αιωνιότητα του Θεού είναι πολύ μικρή.

Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν, λέει, μου φανέρωσε αυτά πού είναι καθορισμένα να γίνουν, χωρίς ο ίδιος να φανερωθεί και να µιλήσει, άλλα καθοδηγώντας µε µέσω του αγγέλου του. Αντιλαµβάνεσαι την ειλικρίνεια του θεσπέσιου τούτου, που οµολόγησε ότι μέσω του αγγέλου του αποκαλύφθηκαν και δεν τα άκουσε από το στόµα του Κυρίου.

«Ο οποίος», γράφει ο Ιωάννης, «έδωσε μαρτυρία για τον λόγο του Θεού και για τον Ιησού Χριστό, όσα είδε».

Το ίδιο σχήµα χρησιμοποιεί και στο Ευαγγέλιο, υπερασπιζόμενος ότι είναι αξιόπιστος διδάσκαλος, µε το να πει ότι «αυτός είναι που μαρτυρεί περί αυτών και που τα έγραψε, κι εμείς γνωρίζουμε ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή». Και τώρα, λέει πως είναι μάρτυρας του θείου λόγου που του αποκαλύφθηκε -εννοεί την παρούσα Αποκάλυψη και τη μαρτυρία που δόθηκε από τον Χριστό-, ότι δηλαδή με τη μαρτυρία καθίσταμαι µάρτυρας και συγγραφέας.

 

Η έκδοση του τόμου, Οικουμενίου, «Ερμηνεία της Αποκαλύψεως του Ιωάννου» έγινε από την Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους.

ΠΗΓΗ:  ps://www.pemptousia.gr/2021/12/ikoumenios-ti-mas-didaski-me-tin-apokalipsi-o-ieros-mathitis-tou-chr

 

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Ο Ελληνισμός!!

 Η Σταυροαναστάσιμη πορεία του Ελληνισμού πηγή ελπίδας για το μέλλον

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Φέτος που συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως καλό είναι να αναρωτηθούμε: Πώς επιβίωσε το Έθνος μας μετά από αιώνες Τουρκοκρατίας; Οι απαντήσεις περιέχουν χρήσιμα μηνύματα για τη δύναμη επιβιώσεως και για την αναζήτηση των νέων στόχων και οραμάτων του Ελληνισμού.

1) Η Ορθόδοξη Εκκλησία  διαφύλαξε την Πίστη, την εθνική συνείδηση και καλλιέργησε αγωνιστικό πνεύμα. Επί Τουρκοκρατίας όποιος χανόταν για την Ορθοδοξία χανόταν και για τον Ελληνισμό. Οι εξισλαμισμένοι τούρκευαν και μετετρέποντο σε διώκτες του Έθνους μας. Η Εκκλησία με τους ιεροκήρυκες, τα μοναστήρια- σχολεία και κυρίως με τους Νεομάρτυρες διέσωσε τη σπίθα που άναψε τη φλόγα της Ελευθερίας.

2) Υπήρχε πίστη στη διαχρονική συνέχεια του Ελληνισμού. Λόγιοι και κληρικοί, αγωνιστές και απλός λαός, όλοι είχαν την συνείδηση ότι πρέπει να ελευθερωθούν, διότι είναι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων και της Ελληνορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Κολοκοτρώνης δηλώνει στον Άγγλο Χάμιλτον ότι συνεχίζει τον αγώνα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης απαγορεύει στους στρατιώτες του να πουλήσουν αρχαία αγάλματα λέγοντας: «Γι’ αυτά πολεμήσαμε».

3) Η Μεγάλη Ιδέα ήταν το όραμα και η πηγή ελπίδας. Τίποτε σημαντικό δεν επιτυγχάνεται χωρίς όραμα. Ο Ελληνισμός ουδέποτε εγκατέλειψε την ελπίδα για απελευθέρωση όλων των εδαφών που τού ανήκαν επί Βυζαντίου/Ρωμανίας. Σήμερα μία από τις αιτίες της πολύπλευρης κρίσης είναι το γεγονός ότι ως Έλληνες δεν έχουμε βρει μία νέα Μεγάλη Ιδέα για να μας συναρπάσει και να μας ανυψώσει πνευματικά.



4) Μας κράτησε όρθιους η αγάπη των Ελλήνων για τα γράμματα. Άλλοτε σε Κρυφά Σχολειά και άλλοτε –κυρίως μετά το 1650- σε φανερά εκπαιδευτήρια, οι υπόδουλοι μάθαιναν γράμματα με βασικά εγχειρίδια το Ψαλτήρι, την Οκτώηχο και το Ευαγγέλιο. Στα ανώτερα μαθήματα εδιδάσκοντο  οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και κείμενα του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.

5) Μας βοήθησε πολύ η ικανότητα των Ελλήνων στο εμπόριο και στη ναυτιλία. Έμποροι από την υπόδουλη Ελλάδα έφευγαν για τη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη, συγκέντρωναν χρήματα και επέστρεφαν για να ανοικοδομήσουν εκκλησίες και σχολεία. Το ναυτικό των νησιών και των παραλίων πόλεων ξεκίνησε ως εμπορικό, αλλά το 1821 μετετράπη σε πολεμικό.

6) Το κοινοτικό σύστημα υπήρξε αυτοφυής δημοκρατικός θεσμός και  ένδειξη αλληλεγγύης προς τους πάσχοντες. Των Ελλήνων οι κοινότητες ήταν η προέκταση της ενορίας, εξέλεγαν τους δημογέροντες, φρόντιζαν για την παιδεία και βοηθούσαν τις χήρες και τα ορφανά.

7) Ουδέποτε ξεριζώθηκε το αντιστασιακό πνεύμα του Ελληνισμού. Δεκάδες εξεγέρσεις οργανώθηκαν πριν από το 1821.

Με πυξίδα αλάνθαστη τα διδάγματα αυτά ο Ελληνισμός  πρέπει σήμερα να επιδείξει πνεύμα αντίστασης και όχι υποταγής απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα, η οποία εκφράζεται με τον Νέο Οθωμανισμό του Ερντογάν. Δυστυχώς μία μειοψηφία επιχειρεί την αναθεώρηση της Ιστορίας  με πρόθεση να εξωραϊσθεί η Οθωμανική τυραννία και να ξεχαστούν οι σφαγές των Νεοτούρκων κατά του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Το πνεύμα των αναθεωρητών είναι: Αφού οι Οθωμανοί Τούρκοι ήσαν «καλοί» άρα και τώρα είναι καλοί γείτονες και δικαιούνται μερίδιο από το Αιγαίο, την Κύπρο, ίσως και συνδιοίκηση στη Θράκη. Πρόκειται για απαράδεκτη νοοτροπία, η οποία αλλοιώνει το παρελθόν σκοπίμως.

Ο Ελληνισμός και σήμερα πρέπει να διατηρήσει την αισιοδοξία του και να μην παρουσιάζει συμπτώματα εθνικής κατάθλιψης. Η πρεία του Γένους ήταν και είναι Σταυροαναστάσιμη. Η Τουρκοκρατία ήταν η Σταύρωση. Η Επανάσταση του 1821 ήταν η Ανάσταση. Αναστηθήκαμε διότι δεν χάσαμε τις ρίζες μας και την ταυτότητά μας. Η Ορθοδοξία, η ελληνική γλώσσα, η ιστορική συνείδηση θα μας βοηθήσουν να έχουμε οδοδείκτες και όραμα για το μέλλον.

Ακούμε από πολλούς την ένσταση ότι τα έθνη και οι εθνικές ταυτότητες θα ισοπεδωθούν από την παγκοσμιοποίηση. Ως Χριστιανοί γνωρίζουμε ότι μόνον ο Θεός ορίζει τις νομοτέλειες στη ζωή μας. Τα ανθρώπινα αλλάζουν εύκολα, έρχονται και παρέρχονται. Ειδικά δε για την Παγκοσμοποίηση έχουμε την παραδοχή και από σοβαρούς μελετητές των διεθνών εξελίξεων ότι μπορεί  να ανατραπεί ή να παραμείνει στάσιμη και να μην ισοπεδώσει τα έθνη και τα εθνικά κράτη.



Το 1993 ο διάσημος Αμερικανός πολιτειολόγος Φράνσις Φουκουγιάμα με το βιβλίο του «Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος Άνθρωπος» πρέβλεπε την επικράτηση της οικονομικής και πολιτιστικής παγκοσμοποίησης και την διάδοση του αμερικανικού πολιτικού και οικονομικού προτύπου σε όλον τον κόσμο. Τώρα αναθεωρεί τις απόψεις του. Με το βιβλίο του «Ταυτότητα» ζητεί συγγνώμην και δέχεται ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι νομοτέλεια και ότι πέραν από την οικονομία υπάρχουν δυνάμεις που κινούν τα έθνη, όπως είναι η εθνική ταυτότητα, ο πολιτισμός, η θρησκεία, Το μήνυμα του  νέου βιβλίου του είναι ότι τα έθνη θα συνεχίσουν να βασίζονται στη γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητά τους. Και μάλιστα τονιζει ότι αυτό είναι καλό, αρκεί να σεβόμαστε τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δηλαδή να μην συνδέεται η θρησκευτική πίστη με αυταρχισμό και φανατισμό.

Είναι χαρακτηριστική η συνηγορία του Φουκουγιάμα, πρώην θεωρητικού της παγκοσμοποιήσεως, υπέρ των εθνικών κρατών. Γράφει σχετικά:

¨Η ιδέα ότι τα κράτη είναι παρωχημένα και ότι θα πρέπει να αντικατασταθούν από διεθνείς φορείς πάσχει, διότι κανένας δεν κατάφερε να σκεφθει μία καλή μέθοδο ώστε αυτοί οι διεθνείς φορεις να υπόκεινται σε δημοκρατικη λογοδοσία. Η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών εξαρτάται από κοινές νόρμες, από κοινές προοπτκιές και εν τέλει από κοινή κουλτούρα, και όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν στο επίπεδο ενός εθνικού κράτους, αλλά δεν υπάρχουν διεθνώς» (1).

Την ίδια πρόβλεψη για την αναστροφή της παγκοσμιοποιήσεως και για την επιβίωση των εθνικών κρατών και των εθνικών ταυτοτήτων κάνει και ο Έλληνας Καθηγητής της Γεωπολιτικής σε γαλλικά πανεπιστήμια Γεώργιος Πρεβελάκης, Γράφει σχετικά:

«Η εθνική κλίμακα θα παραμείνει ως υποδομή του παγκοσμίου συστήματος. Από ορισμένες απόψεις θα ενισχυθεί…… Ταυτοχρόνως η «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση, χωρίς να εξαφανιστεί τελείως, θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει. Ένα τόσο ευρύ διασυνδεδεμένο σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Αυτό απέδειξαν διαδοχικά η οικονομική κρίση του 2008 και η υγειονομική του 2020» (2).

Τα έθνη, λοιπόν, θα επιβιώσουν. Η εθνική ταυτότητα κάθε λαού είναι δικαίωμά του και υποχρέωσή του να την διατηρήσει. Εμείς ως Έλληνες θα διαφυλάξουμε την ιερή παρακαταθήκη που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας. Το ερώτημα είναι ποιο θα είναι το όραμα για το μέλλον. Ποια θα είναι η νέα Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού; Μέχρι το 1922 απελευθερώναμε εδάφη και πληθυσμούς που είχαν ριζωμένη την Ορθοδοξία και την Ελληνικότητα. Σήμερα πιστεύω ότι το όραμα για το Έθνος και ιδίως για τους νέους μας πρέπει να έχει επίκενρο την Παιδεία, τις Αξίες, την οικουμενική καλλιέργεια των ελληνορθδόξων γραμάτων και τα πανανθρώπινα μηνύματα του Ευαγγελίου και των Πατέρων.

Η ιδέα δεν είναι δική μου. Την αντλώ από τον Άγιο Νεκτάριο, αλλά και από τον Ιωάννη Καποδιστρια, τον πρώτο Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος.

Έγραφε το 1896 ο Άγιος Νεκτάριος: «Εάν η φιλοσοφία εγένετο παιδαγωγός εις Χριστόν έπεται ότι ο Έλλην πλασθείς φιλόσοφος επλάσθη Χριστιανός, επλάσθη ίνα γνωρίση την αλήθειαν και διαδώ (να διαδώσει) αυτήν τοις έθνεσι. Ναι, ο Έλλην εγεννήθη κατά Θείαν Πρόνοιαν διδάσκαλος της Ανθρωπότητος» (3).

Κάτι αντίστοιχο έλεγε ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο ευλαβής Ορθόδοξος διπλωμάτης και πολιτικός, λίγα χρόνια πριν από την Επνάσταση του 1821. Ο Γιώργος Καραμπελιάς παραθέτει την έκθεση ενός Αυστριακού στρατιωτικού που τον παρακολουθούσε το 1816:

«Η Ελλάς πρέπει κατά τον Καποδίστρια να κηρυχθεί ομοφώνως υφ΄όλων των Δυνάμεων χώρα αφιερωμένη αποκλειστικώς και μόνον εις τας επιστήμας και εις την διαφώτισιν του ανθρωπίνου γένους….Κειμένη μεταξύ Ασίας και Ευρώπης ευκόλως θα κατανοή η Ελλάς το νόημα της μυστικοπαθούς επιστήμης της Ανατολής, ενώ από την άλλην πλευράν θα δέχεται το εκλεπτυσμένον πνεύμα των Ευρωπαίων, δημιουργούσα κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν δι΄ολόκληρον την ανθρωπότητα σωτήριον ισορροπίαν» (4).

Ας γίνει, λοιπόν, η επέτειος του 1821 εφαλτήριο για μία νέα δημιουργική πορεία του Ελληνισμού. Δυσκολίες θα υπάρχουν πάντα. Αλλά δεν πρέπει να απογοητευόμαστε. Να θυμόμαστε την ελπίδα που καλλιεργούσε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Στα δύσκολα χρόνια της δουλείας, όταν είχαν αποτύχει δεκάδες κινήματα για την απελευθέρωση, ο Πατροκοσμάς μιλούσε για το Ποθούμενον που θα έλθει οπωσδήποτε, αρκεί να κρατήσουν οι Έλληνες την Ορθόδοξη Πίστη,  την ελληνική γλώσσα και την ιστορική συνείδηση. Έτσι θα επιβιώσουμε! Ο Ελληνισμός έχει μέλλον αρκεί να αξιοποιήσει δημιουργικά  το παρελθόν του.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)   Φράνσις Φουκουγιάμα: Ταυτότητα, εκδόσεις Ροπή, Αθήνα 2020, σελίδα 198.

(2)   Γεώργιος Πρεβελάκης: Ο κόσμος και τα σύνορα στην μετα- κορωνοϊό εποχή, επίλογος το βιβλίο του Αλέξανδρου Μαλλιά: Σύνορα, εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα 2020, σελίδα 205.

(3)   Άγιος Νεκτάριος, Επίσκοπος Πενταπόλεως: Η Ελληνική Φιλοσοφία ως Προπαιδεία του Χριστιανισμού, ομιλία του 1896, ανθολογείται στο Συλλογικό Έργο «Ελληνορθόδοξη Παράδοση», Αθήνα 2003, επιμέλεια Κωνσταντίνου Χολέβα, σελίδες 47-48.

(4)   Γιώργος Καραμπελιάς: 1821-  Η Παλιγγενεσία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015, σελίδες 278- 279.

(Άρθρο του συντάκτη στο περιοδικό ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, τεύχος 6, Νοέμβριος 2021)

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

"Φως ιλαρόν"Μέλος παλαιόν εκ παραδόσεως - Ι.Μ. Αγ.Ιωάννου Πάτμου

Αντώνης Πεζανάκης με ιεροσπουδαστές Ε Σ Κ ψάλλουν στον Αγ Νικάλαο Σπλάντ...

ΣΑΛΠΙΣΩΜΕΝ - ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΣΙΑΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Δοξαστικό Αγίου Νικολάου, Ήχ. Δ', Μέλος Αργόν. Ψάλλει Γέρων Δαμασκηνός ...

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας.

      Ὁ Ἅγιος Νικόλαος καί ἡ ...  Πάτμος!


Ἕνας ἀπό τούς πιό ἀγαπημένους καί συμπαθεῖς Ἁγίους τῶν Πατμίων εἶναι ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας. Εἶναι ὁ προστάτης τῶν θαλασσινῶν, γι᾿ αὐτό εἶναι τόσο γνωστός καί τόσο συμπαθής.  Σ᾿ Αὐτόν προσεύχονται οἱ Ναυτικοί μας, ἰδιαίτερα σέ περιπτώσεις κινδύνου. Σ΄ Αὐτόν καταφεύγουν συγγενεῖς καί φίλοι τῶν ναυτιλομένων προκειμένου νά τόν παρακαλέσουν, γιά νά προστατεύει αὐτούς πού ταξιδεύουν.

Ὁ σεβασμός αὐτός στόν Ἅγιο τῶν θαλασσῶν, φαίνεται καί ἀπό τό πλῆθος τῶν Ἱερῶν Ναῶν, μικρῶν καί μεγάλων, πού εἶναι ἀφιερωμένοι στό Ὄνομα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας μας..

Τήν πρώτη θέση, ἀνάμεσα σέ ὅλους αὐτούς τούς Ναούς, κατέχει ὁ Ἐνοριακός Ναός στή Σκάλα. Στή Σκάλα ἐπίσης καί συγκεκριμένα στό Καστέλλι (μαζί μέ τόν Ἅη Γιώργη) βρίσκεται τό ἐξωκκλήσι τοῦ Ἅη Νικόλα, ἰδιοκτησίας τῆς οἰκογένειας Κρητικοῦ. Ἡ πρόσβαση δέν εἶναι καί τόσο ἄνετη, ἀλλά ἡ τοποθεσία εἶναι μαγευτική.

Στήν ἀπέναντι  πλευρά τοῦ Καστελλιοῦ, πρίν ἀπό λίγα χρόνια ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀείμνηστου Λουκᾶ Βιολέντη ἔκτισε ἕναν περικαλλέστατο Ναΐσκο στή μνήμη τοῦ ἀδικοχαμένου παιδιοῦ της Νικόλα.

Στήν παλιά εἴσοδο τοῦ συγκροτήματος τοῦ Ἱεροῦ Σπηλαίου τῆς Ἀποκάλυψης βρίσκεται τό ὑποβλητικό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πού ἀνακαινίσθηκε τά τελαυταῖα χρόνια ἀπό τήν Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία.



                           Ἡ Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου (22x19 εκ.) τοῦ 11ου αἰώνα.  

                         Οἱ μικροσκοπικές της ψηφίδες εἶναι ἀπό χρυσό καί σμάλτο.

                           Εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ψηφιδωτή τῆς "μικρογραφικῆς ὁμάδας"

                    καί θεωρεῖται ὅτι ἦταν κτῆμα τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου.

                   Φυλάσσεται στό Μεγάλο Σκευοφυλάκιο (Μουσεῖο)  τῆς Μονῆς

 

 Στή Χώρα, στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κοντά στά «Καμπαναριά» καί δίπλα ἀπό τό «Ἀρχονταρίκι - Γουμενικό» ὑπάρχει παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Νικόλαο, γιά τό ὁποῖο ἡ παράδοση τῆς Μονῆς ἀναφέρει ὅτι σ᾿ αὐτό προσευχόταν ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος. Μάλιστα σέ μιά γωνιά ὑπάρχει ἕνα ξύλο, τοποθετημένο ὁριζόντια, πάνω στό ὁποῖο ἀκουμποῦσε τά χέρια Του καί τό κεφάλι Του κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς του (θά πρέπει κάθε Πάτμιος, σέ δεδομένη εὐκαιρία,  νά προσκυνήσει τόν ἱερό αὐτό χῶρο).

Σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τήν Ἱερά Μονή βρίσκεται ὁ Ἅη Νικόλας τῶν Ἀπαλωνιῶν (τήν ὀνομασία του τήν ὀφείλει στό γεγονός ὅτι βρισκόταν κοντά στά ἁλώνια τῆς Μονῆς καί χρησίμευε γιά τόν Ἐκκλησιασμό τῶν ἐργατῶν καί τοῦ ἐπιστάτη τῶν ἁλωνιῶν) καί ἀποτελοῦσε μέρος τῆς οἰκίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νεοφύτου Γριμάνη.  Περιῆλθε, ἀπό προίκα, στήν ἰδιοκτησία τοῦ Ποθητοῦ Νικολαΐδη καί σήμερα ἀνήκει στό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ, ὕστερα ἀπό δωρεά τῆς οἰκογένειας τοῦ ἀείμνηστου Περικλῆ Βάλβη. Τό οἴκημα αὐτό στεγάζει σήμερα τό λαογραφικό μουσεῖο τοῦ Νησιοῦ μας μέ τήν ἐπωνυμία «Ἀρχοντικό Νικολαΐδη». Στό Παρεκκλήσι του ὑπάρχουν Εἰκόνες μεγάλης ἀξίας. Στό Εἰκονοστάσιό του διασώζεται ἡ ἐπιγραφή: «Ἐγένετο τό παρόν τέμπλον δ΄ἐξόδων Νεοφύτου ἀρχιερέως ἀνεκαινίσθη διά συνδρομῆς καί ἐξόδων Νικηφόρου Ἀσημίτση έν ἔτει 1816, Ἰανουαρίου 2».

Κοντά στή συνοικία τῆς Μεγάλης Παναγιᾶς βρίσκεται ὁ Ἅη Νικόλας ὁ Κουδουνᾶς, ἤ τοῦ Καράσερη, ἀπό τό ἐπώνυμο τοῦ ίδιοκτήτη. Τό ὄνομά του τό ὀφείλει στό γεγονός ὅτι ἐκεῖ «ἐσταυλίζοντο» τά πρόβατα τῆς Μονῆς καί ἀπό τα «κουδούνια τους» πῆρε αὐτή τήν ἐπωνυμία. Στόν διώροφο πύργο του ἔμεναν οἱ βοσκοί τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἐκκλησιαζόντουσαν στόν Ναό αὐτό.  Σήμερα μέ εὐθύνη τῆς ἰδιοκτήτριας Ἱερᾶς Μονῆς γίνεται προσπάθεια γιά τήν ἀνακαίνιση τῶν κτισμάτων αὐτῶν.

Κοντά στήν πλατεῖα τῆς Ἁγιά- Λεβιᾶς βρίσκεται ὁ Ἅη Νικόλας ὁ Γέρος, ἤ τοῦ Ταλλαρᾶ (ἰδιοκτησίας τοῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ Παναγίας τῶν Κοιμητηρίων). Τό πρῶτο προσωνύμιο ὀφείλεται στό ὅτι ὁ  Ἅγιος ἀπεικονίζεται σάν «γέρος», τό δέ δεύτερο στόν πρόγονο τοῦ τελευταίου κτήτορα μέ τό ὄνομα Ἀνδριανόπουλος (τό «κοσμητικό ἐπίθετο «Ταλλαράς», τοῦ τό «κόλλησαν» γιατί κάθε φορά πού ἐπέστρεφε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, στήν ὁποία ἔκανε ἐμπόριο καλτσῶν, ἀπό τήν καλτσοβιομηχανία τῆς Πάτμου, ἔλεγε ὅτι: «νά, ἔφερα πολλά τάλλαρα»).

Ἐξωκκλήσια τοῦ Ἁγίου Νικολάου βρίσκονται ἐπίσης στήν περιοχή πρός «τά Τρία»   καί στοῦ «Μάγκουρη». Νότια τῆς Χώρας καί κοντά στόν «Ἀρτικοπό» βρίσκεται ὁ Ἅη Νικόλας τῆς Κατσούραινας, κοντά στήν ὁμώνυμη πηγή (πηάδι), ἀπό τό ὁποῖο μέχρι πρόσφατα οἱ «Χωριανές» γέμιζαν τίς λαΐνές τους. Σέ ἔγγραφο (χοτζέτι) τοῦ 1733 ὑπάρχει ἡ υπογραφή: « Φραντζῆς Κατζούρας κατά καιρόν Βοεβόδας».

 Στόν «Μανώλακα» ὑπάρχει τό ὁμώνυμο Ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἰδιοκτησία  τῆς Ἱερᾶς Μονῆς «Εὐαγελισμός Μητρός Ἠγαπημένου».

Πρός τά δυτικά τῆς Χώρας, στήν περιοχή τοῦ «Κοσκινᾶ» - κάτω ἀπό τό Νιοχώρι - βρίσκεται τό Ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, δίπλα ἀπό τό Ἐκκλησάκι τοῦ Ἅη Παντελέμονα (ἐδὼ καί λίγο διάστημα ἀνήκουν σέ κάποιον ἀλλοδαπό).

Στά Σάψιλα ὑπάρχει τό ιδιαίτερα γραφικό Ναΐδριο τοῦ Ἁγίου, ἰδιοκτησία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, πού τό φροντίζει ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεολόγου καί τῆς Γιακουμίνας Ματθαίου. Καθημερινά οἱ ψαράδες μας καί οἱ ναυτικοί μας, διατηροῦν ἄσβεστο τό καντηλάκι του. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι «ἡ κερά τὀ Μαριό, κατηφόριζε ἀπό τά Τρία καί ἀπό τόν Ἅη Σίδερο, κάθε Σάββατο βράδυ γιά νά θυμιάσει και νά ἀνάψει τά καντηλάκια τοῦ Ἁγίου. Ἕνα Σάββατο ἀνοίγοντας τήν πόρτα, ἀντίκρυσε πέντε, ἕξι πειρατές νά κοιμοῦνται. Δέν φοβήθηκε, παρακάλεσε «ἀπό μέσα της» τόν Ἅγιο, λέγοντάς του: «ἄν θέλεις νά σέ θυμιάσω καί ν᾿ ἀνάψω τό καντήλι σου, κοίμησέ τους γιά τά καλά». Προσπαθώντας νά μήν πατήσει πάνω σέ κάποιον ἀπ΄ αὐτούς, θύμιασε, ἄναψε τά καντήλια καί πῆρε τό δρόμο γιά τή Χώρα, μέ ὅση δύναμη εἶχε. Οἱ πειρατές, μετά ἀπό λίγο, ξύπνησαν, μᾶλλον ἀπό τή μυρωδιά τοῦ λιβανιοῦ, κατάλαβαν τί εἶχε συμβεῖ καί ἄρχισαν νά ψάχνουν· εὐτυχῶς δέν πρόλαβαν τήν ἡλικιωμένη στά χρόνια, ἀλλά γενναία στήν ψυχή «ἀρχόντισσα» τῆς Χώρας.

Ἐπίσης, στό Μελοάκι κατασκευάσθηκε πρόσφατα, ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ κ. Νικολάου Γρύλλη, καπετάνιου, ἕνα ἀκόμη Ἐκκλησάκι, πρός τιμή τοῦ Ἁγίου, πού τόσο εὐλαβεῖται ἡ οἰκογένεια αὐτή, ὅπως βέβαια καί ὅλοι οἱ ναυτικοί μας.

Στό βόρειο μέρος τῆς Πάτμου, πέρα ἀπό τόν Κάμπο, στήν περιοχή  Ἄβδελος, ἤ Εὔδηλος ὑπάρχει τό πολύ παλιό Ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου (ἡ ἀνέγερσή του ἀποδίδεται στούς ἐργάτες πού ἔφερε ἀπό τήν Πόλη ὁ  Ὅσιος Χριστόδουλος).


Πρέπει νά τονιστεῖ, ὅτι σέ ὅλες σχεδόν τίς Ἐκκλησίες τοῦ Νησιοῦ μας καί σέ πολλά σπίτια, ὑπάρχει ἡ Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀπόδειξη τῆς μεγάλης εὐλάβειας πρός τόν μεγάλο αὐτό Ἅγιο, προστάτη τῶν πτωχῶν, τῶν ὀρφανῶν, τῶν χηρῶν, τῶν ναυτικῶν, τῶν ὁδοιπόρων καί κάθε πονεμένου ἀνθρώπου.

Ἄς μᾶς προστατεύει πάντοτε ὁ Ἅγιος Νικόλαος!!!

Συνέντευξη του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών κ. Λουκά Χριστοφόρου στην ε...

Ο Ἀγιος Σάββας (5 Δεκεμβρίου)

                           Αγ. Σάββας ο Ηγιασμένος

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού


Ανάμεσα στους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας σημαντική θέση κατέχουν οι μεγάλες ασκητικές και μοναχικές μορφές. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος.

Γεννήθηκε το έτος 439 στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία, οι οποίοι ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Ο πατέρας ήταν στρατιωτικός και κατά συνέπεια ήταν αναγκασμένος να μεταναστεύει. Όταν ο Σάββας ήταν μικρός, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει με τη σύζυγό του στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το παιδί του στην ανατροφή σε κάποιον συγγενή του ονόματι Ερμία. Αλλά ενωρίς τον εγκατέλειψε λόγω της κακής συμπεριφοράς της συζύγου του προς αυτόν. Αποφάσισε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, καταφεύγοντας στη Μονή Φλαβιανών, όπου, παρά το νεαρό της ηλικίας του έδειξε ασυνήθιστο ζήλο για τη μοναχική ζωή και την άσκηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα ξεπέρασε σε αρετές τους μοναχούς. Μάλιστα άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της αγιότητάς του. Κάποτε κάνοντας το σημείο του σταυρού μπήκε μέσα σε πυρακτωμένο φούρνο, για να σώσει τα ενδύματα των μοναχών, τα οποία είχε λησμονήσει ο φούρναρης, χωρίς να υποστεί την παραμικρή φθορά.

Μετά από δέκα έτη παραμονής του στη Μονή, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην στους Αγίους Τόπους. Ο ηγούμενος, ύστερα από θεία οπτασία, του έδωσε την άδεια και έτσι ο Σάββας έφτασε στην Ιερουσαλήμ, όπου φιλοξενήθηκε στην Μονή του Αγίου Πασσαρίωνος, το χειμώνα του 456 -457. Παρά τις παρακλήσεις των αδελφών της Μονής να μείνει μαζί τους, εκείνος αποφάσισε να αναχωρήσει για την έρημο, κοντά στον φημισμένο ασκητή Μ. Ευθύμιο.

Ο άγιος Ευθύμιος, διαβλέποντας την πνευματική πορεία του νεαρού μοναχού, αρνήθηκε να τον δεχτεί στη Λαύρα του και τον έστειλε στην Μονή του Αββά Θεοκτίστου. Εκεί ο Σάββας επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, υποδεικνύοντας τέλεια υπακοή και ταπεινοφροσύνη. Ιδιαίτερα αγαπούσε τις ακολουθίες και την προσευχή. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ασκήθηκε υπό την ηγουμενία του Θεοκτίστου και του Μάριδος. Κατόπιν ζήτησε από τον ηγούμενο Λογγίνο να αποσυρθεί σε παρακείμενο σπήλαιο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία. Εκεί, για πέντε ολόκληρα χρόνια, έμενε νηστικός όλη την εβδομάδα και έτρωγε μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, προσευχόμενος και εργαζόμενος το εργόχειρό του. Κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής αποσύρονταν πιο βαθιά στην έρημο του Ρουβά, μαζί με τον άγιο Ευθύμιο, προσευχόμενοι και αγρυπνούντες. Η τροφή τους αποτελούνταν από λίγα άγρια πικρά χόρτα της ερήμου και νερό. Αυτή η άσκηση συνεχίστηκε ως το θάνατο του αγίου Ευθυμίου το 473.

Κατόπιν ο Σάββας, διάγοντας το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, προχώρησε πιο βαθιά στην έρημο, όπου συνδέθηκε με τους φημισμένους αγίους ασκητές Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη και Γεράσιμο Ιορδανίτη. Το 483 ίδρυσε δική του Λαύρα, ανατολικά του χειμάρρου των Κέδρων, συγκεντρώνοντας περίπου εβδομήντα αναχωρητές, υπό την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ίδιος διέμενε σε παρακείμενο σπήλαιο, όπου πάλευε σκληρά με τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων. Ως δείγμα της αγιότητάς του ανέβλυζε μύρο από τη σπηλιά του. Λίγο αργότερα οι αναχωρητές της Λαύρας του έφτασαν τους εκατόν πενήντα. Κάποιοι μοναχοί τον συκοφάντησαν στον Πατριάρχη Σαλλούστιο και ζήτησαν την αντικατάσταση της ηγουμενίας του. Όμως ο Πατριάρχης, όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες, αλλά τον χειροτόνησε πρεσβύτερο το 491.

Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε μακριά και για τούτο πλήθος μοναχών συνέρρεαν στη Λαύρα του, άλλοι να πάρουν την ευλογία του και άλλοι να μείνουν κοντά του. Ο ίδιος, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο ενέτεινε τον πνευματικό του αγώνα και την άσκησή του. Το έτος 494 άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, διότι ο πρότερος ναός δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές ανάγκες των πολυπληθών μοναχών της Λαύρας. Αλλά και πάλι δέχτηκε νέα συκοφαντία εναντίον του. Για να ηρεμίσει η Λαύρα, αποφάσισε να φύγει. Για πέντε χρόνια περιόδευσε την Παλαιστίνη και τη Μ. Ασία, ιδρύοντας Λαύρες. Το 512 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), να εκθρονίσει τον αιρετικό μονοφυσίτη Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία (494-512). Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ηγήθηκε του αγώνα των Ορθοδόξων κατά της φοβερής αιρέσεως του μονοφυσιτισμού.

Το 530 έφτασε για δεύτερη φορά στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) να προστατέψει τους πληθυσμούς από τις επιδρομές των αλλοφύλων και από τις ταραχές των ντόπιων. Ήδη ήταν ενενήντα χρονών. Με την επιστροφή του στην Παλαιστίνη αρρώστησε και κοιμήθηκε ειρηνικά στις 5 Δεκεμβρίου του 532. Το 547 βρέθηκε το ιερό του λείψανο άφθορο, το οποίο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 το άρπαξαν οι σταυροφόροι και το μετέφεραν στην Βενετία. Το 1965 επεστράφη στην Λαύρα του, στην Παλαιστίνη, όπου παραμένει εκεί, ως πολύτιμος θησαυρός, αγιάζοντας και θαυματουργώντας τους πολυάριθμους προσκυνητές, οι οποίοι συρρέουν από τα πέρατα του κόσμου. Άλλωστε η φημισμένη Μονή του παραμένει ως τα σήμερα φωτεινός πνευματικός φάρος της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Δεκεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης.

Ο άγιος Σάββας έλαβε την προσωνυμία από την Εκκλησία Ηγιασμένος, διότι υπήρξε όντως αγιασμένο σκήνωμα της Χάριτος του Θεού. Με την βαθιά του πίστη στο Θεό, με τον προσωπικό του αγώνα κατά των παθών του και με την καλλιέργεια των αρετών του, αγιάστηκε ο ίδιος και αγίασε και συνεχίζει να αγιάζει τους άλλους. Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση των πιστών ως πρότυπο αληθινού Χριστιανού και ανθρώπου, διότι ο ίδιος είχε ενδυθεί από μικρός το Χριστό και έζησε σε όλη του τη ζωή με αυτό το θεϊκό αυτό ένδυμα.

ΠΗΓΗ: https://enromiosini.gr/arthrografia/ag-savvas-o-igiasmenos/