Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η Εικόνα...!


«Συγκατάμιξις θείου κάλλους»· 
Ἁγία Γραφή καί Ἐκκλησιαστική Τέχνη
Στὴν Ἑλληνικὴ παράδοση, ἀρχαία καὶ χριστιανική, τὸ κάλλος δὲν εἶναι μία ἔννοια ποὺ χαρακτηρίζει τὴν τέρψη τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ ἔχει ὀντολογικὸ πε­ριεχόμενο καὶ χαρακτηρίζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὅποιον τὰ πράγματα ἀληθεύουν, δηλαδὴ ὑπάρχουν πραγματικά1. Τὸ κάλλος δὲν θέλει ἁπλὰ νὰ μᾶς ἀρέσει, νὰ μᾶς διδάξει ἢ νὰ μᾶς ὑποβάλει συναισθηματικά, ἀλλὰ θέλει νὰ μᾶς ἀποκαλύ­ψει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ γήινη πραγματικότητα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὸν θά­νατο καὶ τὴ φθορὰ καὶ μετέχει μιᾶς ἄλλης, ἀθάνατης καὶ οὐράνιας πραγματι­κότητας, ἄφθαρτης καὶ χαρισματικῆς, ποὺ εἶναι μετοχὴ στὸ κάλλος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του. Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα μπορεῖ καὶ συνοψίζεται σὲ ἕνα ἔργο ἐκκλησιαστικῆς τέχνης καὶ κυρίως σὲ μιὰ εἰκόνα, ποὺ λειτουργημένη μέ­σα στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκαταστήσει μιὰ ἀληθινὴ σχέση ἀνάμεσα στὸν πιστὸ καὶ στὸ μυστήριο ποὺ εἰκονίζει2. Ἂς μὴ λησμονοῦμε πὼς στὴ ζωντανὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εἰκόνα εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ Θεοῦ τὸν ὁποῖον ἐκφράζει, πέρα ἀπὸ λέξεις, μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ κάλλους καὶ τοῦ φωτός3. Κατὰ τὴ διάρκεια μίας ἀκολουθίας τὰ λει­τουργικὰ κείμενα καὶ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα ποὺ ἀκοῦμε, συγκρο­τοῦνται γύρω ἀπὸ τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζεται καὶ τὸ σχολιάζουν. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ἡ εἰκόνα, σχολιάζοντας μέσα ἀπὸ σχήματα καὶ χρώματα τὰ δρώμενα καὶ ἑορταζόμενα καὶ ὑπομνηματίζοντας μὲ τὸν δικό της τρόπο τὸ λειτουργικὸ γεγονός4. Κάθε τέχνη εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ λειτουργικὴ τέχνη, γιατὶ προϋποθέτει ἕνα πλαίσιο λατρείας καὶ πίστης γιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ. Πολὺ περισσότερο ἡ εἰκόνα στὴν ὀρθό­δοξη παράδοση εἶναι τέχνη λειτουργική, γιατὶ ἀφ’ ἑνὸς ἡ φύση της βρίσκεται στὴ βάση τῆς λατρείας καὶ ἀφ’ ἕτερου ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα ἀποτελεῖ μέρος τῆς λατρείας, ἰσότιμο καὶ ἰσόκυρο μὲ τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα, τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύει μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ κάλλους. Ἄλλωστε ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι κείμενο πρὸς ἑρμηνεία, ὄχι γλωσσολογικὴ ἀλλὰ βιωματική, ἐμπειρία μετοχῆς στὴ ζωὴ τῶν λόγων τοῦ Κυ­ρίου. Πρέπει τὸ κείμενό της νὰ φωτισθεῖ, νὰ τονιστεῖ καὶ νὰ ἐξαρθεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ κειμένου καὶ βέβαια ἕνας τρόπος γιὰ νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ μετοχὴ στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ «φωτισθῆναι δεῖ πρῶτον καὶ εἴτα φωτίσαι…»5.
Στὰ μάτια τῶν Πατέρων ἡ εὐαγγελικὴ διήγηση καὶ ἡ εἰκόνα εἶναι καὶ οἱ δύο ἐξαγγελίες μέσα στὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῆς Θείας ἀποκαλύψεως. Καὶ οἱ δύο ἔχουν τὸ ἴδιο θέμα καὶ οἱ δύο ἐκφράζουν τὸ ἴδιο πρᾶγμα «καὶ θείαις γραφὲς ἐντυχάνοντες καὶ βίους ἀνδρῶν ἁγίων ἀναγινώσκοντες καὶ εἰκονικὲς ἀναζωγραφίσεις ὀρῶντες, τῶν κατὰ Θεὸν αὐτῶν ἔργων ἐν ἀναμνήσει γινόμεθα. Ἃ γὰρ ὁ λόγος διὰ τῆς ἀκοῆς παρίστησι, ταῦτα γραφὴ σιωπῶσα διὰ μιμήσεως δείκνυσιν»6, λένε τὰ πρακτικὰ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ συμπληρώνουν οἱ ἴδιοι Πατέρες: «Τὰ γὰρ ἀλλήλων δηλωτικὰ καὶ τὰς ἀλλήλων ἔχουσι ἐμφάνσεις»7. Συνεπῶς τόσο ἡ εἰκόνα ὅσο καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ περιγράφοντας ἕνα ἰστο­ρικὸ γεγονός, ἀποκαλύπτουν τὴ σημασία του καὶ δείχνουν πῶς μὲ αὐτὸ φανε­ρώνεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει τὴν εἰκόνα ἀλλὰ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο νὰ διακρίνονται ἀπὸ κάθε ἄλλο φιλολογικὸ κείμενο καὶ κάθε καλλιτεχνικὴ ἔκφραση. Καὶ τὰ δύο, Εἰκόνα καὶ Εὐαγγέλιο, βιώνονται ἐμπειρικὰ καὶ γίνονται δεκτὰ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται νὰ καταστήσει κατὰ χάριν Θεούς. Οἱ Πατέρες τῆς Συνό­δου ὁριοθετοῦν καὶ τὴ σχέση ζωγράφου καὶ τέχνης λέγοντας πώς: «Οὐ τῶν ζω­γράφων ἐφεύρεσις ἡ τῶν εἰκόνων ποίησις, ἀλλὰ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἔγκριτος θεσμοθεσία καὶ παράδοσις… Τοῦ γὰρ ζωγράφου ἡ τέχνη μόνον. Ἡ δὲ διάταξις πρόδηλον τῶν δημαμένων ἁγίων Πατέρων»8. Ἡ εἰκόνα γίνεται μαρτυ­ρία τῆς λειτουργικῆς ζωῆς καὶ τῆς θείας ἑνότητος καὶ δὲν μαρτυρᾶ τὴν καλλι­τεχνικὴ δημιουργία ἢ τὸν αὐτοσχεδιασμὸ μιᾶς καλλιτεχνικῆς ἰδιοφυΐας, οὔτε ἀκόμα ὑπηρετεῖ ἰδιοτελεῖς καλλιτεχνικοὺς σκοπούς, δὲν ἐκφράζει τὸν κατακερματισμὸ τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ λειτουργεῖ ἑνοποιητικὰ μέσα στὴ θεία λατρεία9. Γιὰ τὸν πιστὸ λαὸ ἡ γνωριμία του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν γίνεται μέσα ἀπὸ ἀναπολήσεις καὶ ἱστορικὲς ἀναδρομές, ἀλλὰ ὑπάρχει πάντα ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἡ ἁγία Εἰκόνα ποὺ ἀποτελεῖ πάντα τὸ μέτρο καὶ τὸ κριτήριο τοῦ Ὀρθοδόξου φρονή­ματος καὶ ἡ ἄμεση καὶ ἁπτὴ ἐμπειρία τῆς πίστης τῶν Ὀρθόδοξων περὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτήριάς του κόσμου10.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς χαρακτηρίζει τὴν εἰκόνα «ὑπόμνημα» τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ὑπόμνημά ἐστι ἡ εἰκὼν καὶ ὅπερ τῇ ἀκοῇ ὃ λόγος, τοῦτο τῇ ὀράσει ἡ εἰκών, νοητῶς δὲ αὐτῇ ἑνούμεθα»11.
Κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ε΄ αἰῶνος ὁ Νεῖλος ὁ ἀναχωρητὴς σὲ ἐπιστολή του «Πρὸς Ὀλυμπιόδωρον Ἔπαρχον» σημειώνει τὴν πηγὴ τῆς ἀντλήσεως τῶν εἰκονογραφικῶν θεμάτων καὶ τὸν σκοπὸ τῆς εἰκόνας λέγοντας: «Ἱστοριῶν δὲ Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης ἔνθεν καὶ ἔνθεν χειρὶ καλλίστου ζωγράφου τὸν ναὸν τὸν ἅγιον πληρῶσαι, ὅπως ἂν καὶ οἱ μὴ εἰδότες γράμματα μηδὲ δυνάμενοι τὰς θείας ἀναγινώσκειν Γραφὰς τῇ θεωρίᾳ τῆς ζωγραφίας, μνήμην τε λαμβάνωσιν τῆς γνησίως τῷ ἀληθινῷ Θεῷ δεδουλευκότων ἀνδραγαθίας, καὶ πρὸς ἅμιλλαν διαγείρονται τῶν εὐκλεῶν καὶ ἀοιδίμων ἀριστευμάτων, δι’ ὧν τῆς γῆς τὸν οὐρανὸν ἀντηλλάξαντο, τῶν βλεπομένων τὰ μὴ ὁρώμενα προτιμήσαντες»12.
Ἐκεῖ ποὺ ἀναμφίβολα στέκεται κανεὶς στοχαστικὰ γιὰ τὴν παρουσία τῆς εἰκόνας καὶ τῆς τέχνης γενικότερα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ὅλη συζήτη­ση καὶ οἱ ἀντιπαλότητες ποὺ δημιουργήθηκαν τοὺς πρώτους αἰῶνες, μὲ τὴν ἐπι­κρατοῦσα ἄποψη περὶ τῆς ἀπαγόρευσης τῆς τέχνης καὶ τῆς εἰκόνας, ὡς στοιχεί­ων ποὺ ἡ Παλαιοδιαθηκικὴ παράδοση ἀπαγορεύει. Τὰ γεγονότα τῆς Εἰκονο­μαχίας ἐπίσης πλήγωσαν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ δίχασαν γιὰ χρόνια τὸν πιστὸ λαό, ὅμως οἱ Πατέρες ποὺ ὑπερμάχησαν ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ τῆς τέχνης γενικότερα, ἔδωσαν σαφεῖς καὶ ξεκάθαρες ἀπαντήσεις σχετικὰ μὲ τὶς ἀπαγορευτικὲς διατάξεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ μεγάλος Πατέρας καὶ Θε­ολόγος τῆς περιόδου αὐτῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τοποθέτησε μὲ τὸν σοφώτερο καὶ σαφέστερο τρόπο τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγόρευσης καὶ τὸν σκοπὸ αὐτῆς: «Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς Παλαιᾶς, οὔτε ναοὺς ἐπ’ ὀνόματι ἀνθρώπων ἤγειρεν ὁ Ἰσραήλ, οὔτε μνημόσυνον ἀνθρώπου ἐορτάζετο. Ἔτι γὰρ ὑπὸ κατάραν ἢν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις καὶ ὁ θάνατος κατάκρισις ἤν, διὸ καὶ ἐπενθεῖτο καὶ τὸ σῶμα τοῦ τεθνηκότος ἀκάθαρτον ἐλογίζετο, καὶ ὁ ἁπτόμενος αὐτοῦ. Νῦν δέ, ἀφ’ οὗ ἡ Θεότης τῇ ἡμετέρᾳ φύσει συνενεκράθη, οἶόν τι ζωοποιὸν καὶ σωτήριον φάρμαρκον, ἐδοξάσθη ἡ φύσις ἡμῶν, καὶ πρὸς ἀφθαρσίαν μετεστοιχειώθη. Διὸ καὶ ὁ τῶν ἁγίων θάνατος ἑορτάζεται καὶ ναοὶ αὐτοῖς ἐγείρονται καὶ εἰκόνες ἀναγράφονται… Ἡ γὰρ εἰκὼν θρίαμβός ἐστιν καὶ φανέρωσις καὶ στηλογραφία εἰς μνήμην τῆς νίκης τῶν ἀριστευσάντων καὶ διαπρεψάντων καὶ τῆς αἰσχύνης τῶν ἡττηθέντων καὶ καταβληθέντων δαιμόνων»13.
Κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἴδιος ὃ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη θέτει τὰ ὅρια καὶ τὶς προϋποθέσεις ποὺ θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ κατασκευά­σει ναὸ ἢ εἰκόνα, διότι θεωρεῖται ἀπαραίτητη προϋπόθεση ἡ καθαρότητα τοῦ προσώπου, λέγοντας «οὐκ οἰκοδομήσεις μοι σὺ οἶκον ἐπεῖ ἀνὴρ αἱμάτων σὺ εἶ…»14 καὶ βέβαια ὅλο τὸ κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα κείμενο ποὺ ὁ Θεὸς δίνει ἐντολὲς καὶ συμβουλὲς γιὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν κα­λύτερη κατασκευὴ τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης μὲ προτάσεις γιὰ τὴν αἰσθητικὴ τοῦ ἔργου καὶ μὲ τὶς παραμικρότερες κατασκευαστικὲς λεπτομέρειες. Ἐπομέ­νως, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ βασικὸς λόγος ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξη γιὰ τὴν κατασκευὴ εἰκόνων, ἦταν «διὰ τὸ πρὸς τὴν εἰδωλολατρείαν εὐόλισθον»15, καὶ πρωτίστως ὁ ἀσταθὴς χαρακτήρας τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ συχνὰ ξεχνοῦσε τὸν εὐεργέτη του καὶ παρεκτρέπονταν σὲ προσκύνηση τῶν εἰδώλων. «Ὁρᾶς ὡς τῆς εἴδωλολατρειας ἕνεκα ἀπαγορεύει τὴν εἰκονογραφίαν καὶ ὅτι ἀδύνατον εἰκονίζεσθαι Θεόν, τὸν ἄποσον, καὶ ἀπερίγραπτον, καὶ ἀόρατον, οὐδεὶς γὰρ εἶδος αὐτοῦ φησὶν ἐωράκατε… πῶς εἰκονισθήσεται τὸ ἀόρατον; πῶς εἰκασθήσεται τὸ ἀνείκαστον; Πῶς γραφήσεται τὸ ἄποσον; καὶ ἀμέγεθες καὶ ἀόριστον; πῶς ποιωθήσεται τὸ ἀνείδεον; πῶς χρωματουργηθήσεται τὸ ἀσώματον; Δῆλον ὡς, ὅταν ἴδῃς διὰ σὲ γενόμενον ἄνθρωπον τὸν ἀσώματον, τό­τε δράσης τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα, ὅταν ὁρατὸς σαρκὶ ὁ ἀόρα­τος γένηται, τότε εἰκονίσεις τὸ τοῦ ὀραθέντος ὁμοίωμα»16. «Οἱ Ἑβδομήκοντα (Ὀ’) ἀπέδωσαν ὡς εἰκόνα τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «τσέλεμ», ποὺ ἑρμηνεύεται μὲ βά­ση παλαιοϊουδαϊκὲς καὶ Βαβυλωνιακὲς πηγὲς ὡς «ἐμφάνιση», «ἀντιπροσώπευση», «ἰσοτιμία», «ὑποκατάστατο». Ταυτόχρονα ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς πλαστικῆς ἀπεικονίσεως τῆς διαστατικῆς ἀντιπροσωπευτικῆς παρουσίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ χωρία τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνος ταυτίζεται ἢ ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς «δόξης», τὸ Ἑβραϊκὸ «καβὸντ Γιαχβέ», ποὺ σημαίνει κάτι τὸ ἀντικειμενικὰ μέγιστο ποὺ προσφέρε­ται στὸν ἄνθρωπο σὰν ἄμεση ἐμπειρία καὶ αἴσθηση»17. Εἶναι ἡ ἐμφάνιση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἁγιότητος τοῦ Γιαχβέ, ποὺ γίνεται συνήθως αἰσθητὴ σὰν «φῶς» καὶ σὰν «δύναμη». Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου», δηλαδὴ ἐμφάνιση καὶ φανέρωση τοῦ Θεού18 καὶ ἡ κλήση τῶν πι­στῶν εἶναι νὰ γίνουν «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ»19. Ἀναμφίβο­λα ἡ ἀπαγόρευση στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τῆς κατασκευῆς εἰκόνος, εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸν φόβο τῆς προσβολῆς τῆς καθαρότητος τῆς λατρείας, δεδομένου ὅτι ὁ Ἰσ­ραὴλ εἶχε πολλὲς φορὲς φανερώσει μιὰ τάση εἰδωλολατρικῆς προσέγγισης τῆς εἰκόνος, ὅπως λέει ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης20, ὅμως σημειώνει ὁ ἴδιος πατὴρ «εἰ σὺν ὁ νόμος εἰκόνας ἀπαγορεύει, αὐτὸς δὲ εἰκόνος ἐστὶ προχάραγμα, τί φήσομεν; Εἰ ἡ σκηνὴ σκιὰ καὶ τύπου τύπος, πῶς μὴ εἰκονογραφεὶν ὁ νόμος διακελεύεται; Ἀλλ’ οὐκ ἔστιν οὕτω ταῦτα, οὐκ ἔστι. Καιρὸς δὲ μᾶλλον τῷ παντὶ πράγμα­τι. Πάλαι μὲν ὁ Θεός, ἀσώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος, οὐδαμῶς εἰκονίζετο. Νῦν δὲ σαρκὶ ὀφθέντος Θεοῦ καὶ τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος, εἰκονίζω Θε­οῦ τὸ ὁρώμενον»21.
Ἡ μανιχαϊστικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ σχέση κόσμου καὶ ὕλης δὲν βρῆκε ἔδαφος στὸν Νέο Ἰσραήλ, ὅπου ὁ Θεὸς πλέον τοῦ διδάσκει τὸ μέτρο καὶ τὴν αἰσθητικὴ τελειότητα, ὡς στοιχεῖα κοινωνίας καὶ σωτηρίας. «Ὅρα τί φησὶν ἡ Γραφὴ» λέ­ει ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «ἰδοὺ ἀνακεκληκα ἐξ ὀνόματος Βεσελεὴλ τὸν τοῦ Ὤρ, ἐκ φυλῆς Ἰούδα. Καὶ ἐνέπλησα αὐτὸν πνεῦμα θεῖον, σοφίας καὶ συνέ­σεως καὶ ἐπιστήμης ἐν παντὶ ἔργῳ διανοεῖσθαι καὶ ἀρχιτεκτονεῖν καὶ ἐργάζεσθαι τὸ χρυσίον καὶ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χαλκόν, καὶ τὴν ὑάκινθον καὶ τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον τὸ νηστὸν καὶ τὴν βύσσον τὴν κεκλωσμένην καὶ τὰ λιθουργικὰ εἰς τὰ ἔργα καὶ τὰ τεκτονικὰ εἰς τὰ ξύλα, ἐργάζεσθαι κατὰ πάντα τὰ ἔργα. Καὶ ἐγὼ δεδωκα αὐτὸν καὶ τὸν Ἐλιὰβ τὸν τοῦ Ἀχισαμάχ, ἐκ φυλῆς Δὰν καὶ παντὶ συνετῷ καρδίᾳ ἐγὼ δέδωκα σύνεσιν καὶ ποιήσουσιν πάντα ὅσα σοὶ συνέταξα»22. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ μὲ τόση λεπτομέρεια παραγγέλ­λει ὁ Θεός, ὁ χαλκός, ὁ χρυσός, ὁ ἄργυρος, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἀκόμη εὐτελέστε­ρα ὡς πρὸς τὴν ἀξία, μὲ τὴν δωρεὰ τῆς χάριτός Του καὶ τὴν σύνεση ποὺ δίδει στὸ λαὸ γίνονται στοιχεῖα δοξολογικά, ἀλλὰ καὶ προσανατολιστικὰ τῆς νέας πορείας τοῦ νέου Ἰσραήλ. «Ἐὰν τὸν νόμον τηρεῖτε, Χριστὸς οὐδὲν ὑμᾶς ὠφε­λήσει. Οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε. Οὐχ ἐώρα Θεὸν ὁ πάλαι Ἰσραήλ, ἡμεῖς δὲ ἀνακεκαλυμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμεθα»23. Πολὺ εὔστοχα σχολιάζει ὁ μέγας Πατὴρ Δαμασκηνὸς «καλὸς ὁ νόμος, ὡς λύχνος φαίνων ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἀλλ’ ἕως ἡ ἡμέρα διαυγάζῃ. Ἤδη δὲ ἀνέτειλε φωσφόρος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καὶ ὕδωρ ζῶν τῆς θεογνωσίας, θαλάσσας ἐθνῶν ἐκάλυψε καὶ πάντες Κύριον ἔγνωμεν. Παρῆλθε τὰ παλαιά, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά. Φησὶ γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος πρὸς Πέτρον, τὴν κορυφαίαν ἀκρότητα τῶν ἀποστόλων: Εἰ σὺ Ἰουδαῖος ὤν, ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ Ἰουδαϊκῶς, πῶς τὰ ἔθνη ἀναγκάζεις Ἰουδαΐζειν;» Καὶ στὴν πρὸς Γαλάτας γρά­φει: «Μαρτύρομαι παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ, ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον πληρῶσαι»24. Αὐτὸ ποὺ ἴσως πρέπει νὰ τονιστεῖ εἶναι ὅτι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ ἡ στροφή του πρὸς τὴν ἀνεικονικότητα (π.χ. στὸ Ἰσλὰμ ἢ καὶ τὸν ἀρχαῖο Ἰσραήλ) φανερώνει τὴν ἀπομάκρυνσή του κυρίως ἀπὸ τὴν ἀρχική του ὁμοιότητα μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἑπομένως μέσα στὴν πτωχεία του ὁ ἄνθρωπος ἐκφράζει τὴν ἔννοια τοῦ ἀπείρου μὲ γεωμετρικὰ σχή­ματα καὶ ἀραβουργήματα ποὺ θεωρεῖ ὅτι ἐνισχύουν τὴν ἰδέα τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα ἡ τάξη τῶν ἀγγέλων ποὺ φύλαξε ἀνέπαφή τη φύση της καὶ ἐξα­κολούθησε νὰ εἶναι δοχεῖο θείας δόξας, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ κατασκευάστηκαν τὰ ὁμοιώματά της καὶ τοποθετήθηκαν στὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ βιβλικὴ βάση τῆς εἰκόνος ἀνατρέχει στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καὶ κυρίως ἐντοπίζεται στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως ὅπου ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ πρῶτος ποιητὴς εἰκόνος, τῆς εἰκόνος Του. Ὁ πατερικὸς λόγος εἶναι ἐνδεικτικὸς τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ μᾶς τὴν παραθέτει ὁ Δαμασκη­νός: «Αὐτὸς ὁ Θεὸς πρῶτος ἐγέννησε τὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ Λόγον Αὐτοῦ, εἰκόνα Αὐτοῦ ζῶσαν, φυσικήν, ἀπαράλλακτον, χαρακτήρα τῆς Αὐτοῦ ἀϊδιότητος. Ἐποίησέ τε τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Αὐτοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν»25.
Ἔτσι δημιουργημένος ὁ ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργοῦ, εἶναι ἐπίσης δημιουργός, καλλιτέχνης καὶ ποιητής. Ὁ Θεὸς εὐχαριστεῖται μὲ κάθε ἔργο τέχνης ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ εἰκόνα τῆς δόξης Του καὶ τῆς λαμπρότητάς Του. Γι’ αὐτὸ ὅταν ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ ὅλη τη δύναμη τῆς ψυχῆς του τὴν ὡραιότη­τα, τότε εἶναι σὰν νὰ περιποιεῖ τὸν χαρακτήρα τῆς ὁμοιώσεώς του26.

 1.Γιανναρά Χ., Δεισίμων μορφή, περ. ΑΝΤΙ Αθήνα 1984, σ. 101.
BOBRINSKOY B., Προλεγόμενα στὸ M. QENOT, Εἰκόνα ἡ θέα τῆς Βασιλείας, μτφρ. Στ. Γιαγκάζογλου, εκδ. Τέρτιος, 1993.
  1. Ὅπ.π. 49.
  2. Τσομπανη Τ., Ἡ Μεγάλη Εἴσοδος στὴν εἰκονογραφία, Θεσσαλονίκη, 1997, σ. 21.
  3. Γρηγοριου Θεολόγου, Ἀπολογητικὸς τῆς εἰς Πόντον φυγῆς, PG 35,480.
  4. Mansi XIII 300 α
  5. Mansi XIII 377 C-380.
  6. Mansi XIII 252 C.
  7. Ἀρχιμ. Βασίλειου, Εἰσοδικόν, σ. 125.
  8. Γιανναρά Χ., Εἰκονοκλάστες, περ. Σύνορο, τ. 36, σ. 99.
  9. Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος Α’ Ἀπολογητικὸς πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τς ἁγίας εἰκόνας,
    Migne
    PG, 94,1232, ιζ’.
  10. PG. 79,577.
  11. Λόγος β’ PG 94,1296.
  12. βλ. Παραλειπομένων Α’, κβ’ 8 καὶ PG 94,1296.
  13. PG 94,1237.
  14. PG 94,1240.
  15. Γιανναρά Χ., ὅπ.π. σ. 95 π.χ. Ψαλμ. 8,6: «ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλοις, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αύτόν…», ἢ Α’ Κορ. 11,7: «εἰκὼν καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου».
18.Β’ Κορ. 4,4.
  1. Ρωμ. 8,29.
  2. PG 94,1237.
  3. PG 94,1245.
  4. PG 94, 245-248.
  5. PG 94,1248.
  6. Ὅπ.π., 1253.
  7. Ὅπ.π. PG 94,1317.
  8. Π. Ευδοκιμωφ, Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας, θεολογία τῆς ὡραιότητος, ἐκδ. Πουρναρᾶ,
    Θεσσαλονίκη 1980, σ. 23.
Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Θεολογία», τεῦχος δεύτερο τοῦ 2014.Ὁ Τρύφων Τσομπάνης εἶναι Ἐπίκουρος Καθηγητὴς τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολής Α.Π.Θ. Εικόνα: Ο Θεός και οι άγγελοί Του στον ουρανό. Μικρογραφία από βυζαντινό χειρόγραφο.
ΠΗΓΗhttps://antifono.gr

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Μητρόπολις Ν. Ζηλανδίας

Ομιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας κ  Μύρων

'Ἡ Ἀποκάλυψη|.


 «ΠΡΟΤΥΠΑ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ»
Ὁ Ἱερός Κλῆρος τῆς Μητροπόλεώς μας, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ, συνῆλθε σήμερα στό Μητροπολιτικό Μέγαρο τῆς Ἀρναίας γιά νά συζητήση καί νά ἀναζητήση ἁγνά πρότυπα Ἱερωσύνης βγαλμένα μέσα ἀπό τόν ἁγιογραφικό κάλαμο. 
Καλεσμένος ὁ Ὁμότιμος Ἐπίκουρος Καθηγητής στό Τμῆμα Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ. στόν Τομέα Βιβλικῆς Γραμματείας καί Θρησκειολογίας μέ εἰδίκευση στήν Κ.Δ., Αἰδ. Πρωτ. π. Ἰωάννης Σκιαδαρέσης.

Μέ γλαφυρότητα, ἀλλά καί μέ θεολογική ἐνάργεια ὀ Ὁμιλητής παρουσίασε τό θέμα του: «Πρότυπα Ἱερωσύνης ἀπό τήν Ἀποκάλυψη», ἐντυπωσιάζοντας τόσο τόν Σεβασμιώτατο, ὃσο καί τόν Ἱερό μας Κλῆρο μέ τήν πληθώρα τῶν ἀναφορῶν στήν Καινή καί Παλαιά Διαθήκη καί συγκεκριμένως στό Ἱερό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου. Ὁμολογουμένως ἡ εὐχέρεια τῆς κινήσεως τῆς σκέψεώς του στήν Ἀποκάλυψη ἦταν μοναδική. Τούς δέ Κληρικούς μας ἱκανοποίησε ἀπόλυτα τό γεγονός ὃτι ὁ Μαθητής τῆς ἀγάπης, φωτισμένος ἁγιοπνευματικά καί ὂντας θεόπνευστος, μπορεῖ καί σήμερα μέ τά ἲδια ἀκριβῶς λόγια καί τά ἲδια θέματα νά μιλήση στόν σημερινό Διάκονο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου, τόν Ἱερωμένο!
Τά κύρια σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Ἰωάννου ἒχουν ὡς ἑξῆς:
Ἡ Ἀποκάλυψη εἶναι βιβλίο καί γιά τό παρόν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἓνα Προφητικό Βιβλίο πού ἀναφέρεται καί στό “νῦν”.
Ὁ Ὁμιλητής ἒκανε ἰδιαίτερη ἀναφορά στίς ἑπτά ἐπιστολές τῶν Α΄καί Γ΄κεφαλαίων τῆς Ἀποκαλύψεως πρός τούς ἀντιστοίχους Πρεσβυτέρους τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀλλά καί στόν ἲδιο τόν συγγραφέα της, τόν Ἰωάννη.
Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου ὁ Ἰωάννης παρατηρεῖ ὃτι ἐργάζεται ἱεραποστολικῶς, ἀπορρίπτοντας ψευδοδιδασκάλους καί ψευδοπροφῆτες, ὃμως ἡ προοδός της δέν μπορεῖ νά εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλά στόχος της ἠ μεγάλη ἀγάπη πρός τόν Κύριο καί τόν πλησίον. Μήνυμα τῆς ἐπιστολῆς πρός τούς Ἐφεσίους εἶναι νά ἀληθεύουμε ἐν ἀγάπῃ καί νά ἀγαποῦμε ἐν ἀληθείᾳ. Ἡ σταυρωμένη καί σαρκωμένη ἀγάπη νά εἶναι χειροπιαστή.
Γιά τούς Σμυρναίους ὁ Ἰωάννης μᾶς λέει ὃτι ἡ πίστη ἒχει ἐναγκαλιστῆ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἒχει ἐγκολπωθῆ τό Ἐσφαγμένο-Ἐσταυρωμένο Ἀρνίο. Ἡ Ἱερατική ζωή χωρίς τόν Σταυρό δέν νοεῖται, ἡ ἀποδοχή τοῦ Σταυροῦ χαρακτηρίζει τήν Ἱερωσύνη.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Περγάμου εἶναι διαποτισμένη ἀπό ἒντονα εἰδωλολατρικά καί μυστικιστικά στοιχεῖα. Ὁ γεροντισμός καί ἠ ἂκριτος προφητολογία καθιστοῦν τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας περιττό. Ὁ ψευδογεροντισμός ἀλλοιώνει τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας.
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Θυατείρων, μᾶς λέει ὁ Ἰωάννης, ἀνέχεται μιά θολή ψευδοθρησκευτικότητα, ἀνέχεται τή γνώση βαθέων τοῦ Σατανᾶ, μέ ἀποτέλεσμα νά καθίσταται τό Εὐαγγέλιο ἀνώδυνο καί νά ὁδηγεῖται ἡ πίστη σέ πνευματικούς ἐπικινδυνούς ἀκροβατισμούς. Πρόκειται γιά τήν ἐλιτίστικη πνευματικότητα πού νοθεύει τό Εὐαγγέλιο.
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Σάρδεων διακονεῖ τό εἶναι καί τό φαίνεσθαι, ὁδηγούμενη σέ μιά πνευματική σχιζοφρένεια καί πνευματικό θάνατο.
Ἡ ὑποκρισία ὑπερισχύει τῆς ἀγάπης.
Στούς Φιλαδελφεῖς ὁ Ἰωάννης παρατηρεῖ ὃτι ἡ ἐν ταπεινώσει σιγουριά τῆς Ἱερατικῆς μας ζωῆς ὀφείλει νά στηρίζεται στή δύναμη τοῦ σταυροῦ καί ὂχι στό κοσμικό ἒχειν μας. Ἡ δύναμη τῆς ἐξουσίας καί τῆς κοσμικότητας θανατώνει τήν πνευματικότητα.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Λαοδικείας ὁ Ἰωάννης βλέπει νά ζῆ μέσα στήν αὐτοϊκανοποίηση, διχασμένη, λέγοντας καί ναί καί ὂχι στόν Χριστό. Οἱ πιστοί ζῶντας μέσα σέ ἓνα κλῖμα ἐπάρκειας, ἐγκλωβίζονται στό παρόν, ζῶντας σέ μιά τυφλότητα καί γυμνότητα πνευματική. Συμπέρασμα: ὀφείλουμε νά ζοῦμε Προφητική Ἱερωσύνη, νά ἀσκοῦμε ποιμαντική δεχόμενοι τόν ἁγιοτριαδικό λόγο ὡς προφητική ἐμπειρία καί μήνυμα.
Κατόπιν ὁ ἒμπειρος διδάσκαλος τῆς θεολογίας ὡμίλησε γιά τά μέτωπα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίση ὀ μαθητής τῆς ἀγάπης ποιμαντικά. Καί αὐτά ἦσαν οἱ αἱρετικοί Γνωστικοί πού ἒθεταν τούς Ἀγγέλους πάνω ἀπό τόν Χριστό, ἡ Πολιτική ἐξουσία πού ἐπεδίωκε τήν Αὐτοκρατορική λατρεία, ὁ πόλεμος τῶν Ἰουδαίων καί τό μέτωπο τῆς μαγείας.
Συμπερασματικά ὁ π. Ἰωάννης ξεκαθάρισε ὃτι σύμφωνα μέ τήν Ἀποκάλυψη ἐμεῖς οἱ Κληρικοί δέν εἲμαστε σύμβουλοι τοῦ Θεοῦ, δέν γίναμε Κληρικοί γιά νά κρίνουμε τόν ἂνθρωπο, ἀλλά γιά νά ἀκολουθήσουμε τή γραμμή τῶν Προφητῶν, γιά νά ζήσουμε τήν προφητική Ἱερωσύνη. Ἡ προφητική καί χαρισματική διακονία μας καθιστᾶ τήν Ἱερωσύνη μας οὐσιαστική. Βέβαια ὁ Ἰωάννης μέ αὐτή τήν περιγραφή τῆς Ἱερωσύνης θέτει ψηλά τόν πῆχυ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς!
Ἐπακολούθησε εὐρύς διάλογος ἀνάμεσα στόν Ὁμιλητή, στόν Ἐπίσκοπό μας καί στούς Κληρικούς μας. Τό δέ συμπέρασμα πού ἐξήχθη ἦταν ὃτι ὀφείλει ὁ κληρικός νά εἶναι φορέας τῆς Προφητικῆς Ἱερωσύνης.
Συζητήθηκαν, βεβαίως, καί διοικητικά θέματα, ἐνῶ ὁ Τοπογράφος Μηχανικός κ. Ἀθανάσιος Ἀγαλῆς πού ἐπελήφθη τό θέμα τῆς καταγραφῆς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας τῶν Ἐνοριῶν μας στό Κτηματολόγιο, ἐνημέρωσε γιά τίς τελευταῖες ἐξελίξεις πάνω στό θέμα, εὐχαριστῶντας τούς Πατέρες γιά τήν ὡραία συνεργασία μαζί τους.

Ιερά Μονή Πάτμου!


Πρίν ἀπό ....  46 χρόνια...

Τὸ παρακάτω κείμενο γράφτηκε πρὶν ἀπὸ 46 χρόνια καὶ ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη ἐργασία (πολυγραφημένο ἀντίτυπο) τοῦ τότε μαθητὴ τῆς Β΄ Λυκείου τοῦ Πειραματικοῦ Σχολείου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Βασίλη Καψαμπέλη, μὲ τίτλο Περιπλάνησι στὰ 45 τετρ. χιλμ. τῆς Πάτμου, Φεβρουάριος 1973.


Κεφάλαιο 5.   Οἱ μοναχοί

«Πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι σπουδαῖοι. Εἶναι μεγάλοι
ἔτσι ποὺ κανεὶς δὲν στοχάζεται ποτὲ πὼς εἶναι μεγάλοι»
(Οὐίλιαμ Σαρόγιαν, Ἀνθρώπινη Κωμωδία)

        Ἴσως κάποτε κάνω τόσα ταξίδια, ὥστε ἡ Πάτμος νὰ μὴν εἶναι παρὰ μιὰ μακρινὴ ἀνάμνησι· ἴσως κάποτε οἱ ξένοι τόποι ποὺ ποθῶ νὰ δῶ μὲ κάνουν νὰ ξεχάσω τὸ μικρὸ ἱερὸ νησί· ὅμως καὶ τότε ἀκόμα ξέρω σίγουρα πὼς δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσω ποτὲ τὶς ἕξι μέρες ποὺ ἔζησα στὸ Μοναστήρι τοῦ Θεολόγου· κι αὐτὸ χάρις στὴ φιλοξενία τῶν μοναχῶν.

        Ὅταν ἔφθασα στὴν Πάτμο ἦταν πολὺ πρωί· ὡστόσο ἀνέβηκα στὸ Μοναστήρι κι ἐκεῖ περίμενα νὰ ἔρθη ἡ ὥρα νὰ μὲ δεχθῆ ὁ Ἡγούμενος. Κατὰ τὶς 9 μπόρεσα νὰ τὸν δῶ. Μὲ δέχθηκε μὲ νησιώτικη εὐγένεια. Ὥσπου νἄρθη τὸ πατροπαράδοτο σπιτίσιο ποτὸ καὶ τὰ μπισκότα ἐξήγησα ποιὸς εἶμαι· ἔδειξα τὸ συστατικό μου γράμμα καὶ παρακάλεσα νὰ μείνω λίγο καιρὸ στὸ Μοναστήρι. Ὑπῆρχε ὁπωσδήποτε τὸ πρόβλημα τοῦ φαγητοῦ. Τὸ Μοναστήρι δὲν ἦταν κοινόβιο κι ἔτσι δὲν ἑτοιμαζόταν φαγητὸ μέσα σ' αὐτό. Ἔπρεπε νὰ βγαίνω τὸ μεσημέρι καὶ νὰ τρώω ἔξω, ὅπως κι ὅσοι μοναχοὶ δὲν μαγειρεύουν μόνοι τους. Τὸ βράδι ἦταν πιὸ εὔκολο γιατὶ μποροῦσε νὰ μοῦ ἑτοιμάζη κάτι ὁ ξενοδόχος τῆς Μονῆς. Φυσικὰ δὲ εἶχα καμμιὰ ἀντίρρησι νὰ τρώω ἔξω, ἀφοῦ μάλιστα οἱ πόρτες εἶναι ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ δείλι ἀνοικτές, κι ἔτσι μὲ παρέπεμψαν στὸν ξενοδόχο τῆς Μονῆς.

        Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἄκουσα μιὰ χαρούμενη φωνὴ ἀπὸ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς ταράτσες τῆς Μονῆς. Μέσα ἀπὸ ἕνα δαίδαλο ἀπὸ ἐσωτερικοὺς διαδρόμους καὶ στενὲς σκάλες ἀνεβήκαμε στὸν ξενῶνα, μὲ τὴ φιλόξενη ἐπιγραφὴ στὴν πόρτα (=«Ξένους ξένιζε μὴ Θεοῦ ξένος γένῃς») καὶ μπήκαμε στὸ μικρὸ καὶ κάπως ἀνεξάρτητο συγκρότημα. Ὕστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χὼλ κι ἕνα διάδρομο βρεθήκαμε στὴν κουζίνα, ἐξοπλισμένη μὲ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα, κι ἀπὸ 'κεῖ στὰ δύο ὑπνοδωμάτια καὶ στὶς τουαλέττες. Ὅλα ἔλαμπαν ἀπὸ καθαριότητα. Πράγματι ἡ καθαριότης εἶναι αὐτὸ ποὺ παρατηρεῖ ὁ ἐπισκέπτης ἀμέσως στὸ Μοναστήρι. Ἐπίσης οἱ μοναχοὶ εἶναι σχολαστικὰ καθαροί, κι ὄχι λίγοι μοῦ μίλησαν μὲ θλίψη γιὰ τὴν βρῶμα τῶν ἀδελφῶν τους τοῦ Ἄθω, ποὺ ἐπισκέφθηκαν στὸ «ἱερὸ», γιὰ τὸν ἕλληνα μοναχό, ταξίδι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ ὑπνοδωμάτιό μου στὸ μέγεθος ἑνὸς εὐρύχωρου κελλιοῦ, μὲ δυὸ κρεββάτια σιδερένια. Στοὺς τοίχους μία ἢ δύο θρησκευτικὲς εἰκόνες· δυὸ καρέκλες· ἕνα τραπέζι μ' ἕνα βαρὺ κεντητὸ τραπεζομάντηλο. Πηγαίνω στὸ κλασσικὸ χωριάτικο παράθυρο, μὲ τὰ τζάμια ἀπ' ἔξω καὶ παντζούρια ἀπὸ μέσα, μονοκόμματα, ποὺ κλείνοντας ἐπιτυγχάνουν τέλεια συσκότησι. Τὸ ἄνοιξα· ὁλόκληρη ἡ δυτικὴ πλευρὰ τῆς Χώρας φαινόταν ἀπὸ 'κεῖ καὶ πιὸ πέρα τὸ ἥσυχο κοιμητήριο πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, ποὺ ἁπλωνόταν γαλήνια ὣς πέρα στὸ Ἰκάριο καὶ στὴν Σάμο. «Ἐλπίζω νὰ σᾶς ἀρέσει», μοῦ εἶπε ὁ ξενοδόχος. Ἃν μ' ἄρεσε! Ἔτσι ἄρχισε ἡ διαμονή μου στὴ Μονὴ τοῦ Θεολόγου.

        Ὀργάνωσα στὰ γρήγορα τὴν ζωή μου: Ξύπνημα ἀρκετὰ πρωί. Μέχρι τὸ μεσημέρι μελέτη στὴ βιβλιοθήκη, συζήτησι μὲ τοὺς μοναχοὺς στὰ κελλιά τους, ἐπισκέψεις στὸ Μουσεῖο. Τὸ μεσημέρι βγαίνω γιὰ φαγητό. Τὸ ἀπόγευμα ἀνάπαυσι, διάβασμα, γράψιμο. Κατὰ τὶς ἑπτὰ ἀνεβαίνει ὁ ξενοδόχος γιὰ τὰ τηγανιτά μου αὐγά, τὴ σαλάτα καὶ τὸ γιαούρτι. Στὸ μεταξὺ ἔρχονται καὶ δυὸ τρεῖς ἄλλοι νέοι μοναχοὶ ἢ δόκιμοι καὶ μοῦ κάνουν παρέα. Περνᾶμε τὴν ὥρα μέχρι τὸν ὕπνο συζητώντας καὶ λέγοντας ἀστεῖα. Κοιμᾶμαι συνήθως νωρίς.

        Καλύτερη ὥρα γιὰ νὰ δῆ κανεὶς τοὺς μοναχοὺς καὶ νὰ συζητήση μαζί τους εἶναι τὸ πρωί, ἀπὸ 9 μέχρι 12. Τότε οἱ πολὺ γέροι βρίσκονται ἐλεύθεροι στὰ κελλιά τους ἐνῶ οἱ περισσότεροι στὶς διακονίες ὅπου συνήθως μπορεῖ κανεὶς νὰ τοὺς πιάση κουβέντα. Ἄλλωστε εἶναι κι ἡ πιὸ «κοσμικὴ» ὥρα τῆς ἡμέρας τους, ποὺ ξεκινάει μὲ ὄρθρο στὶς 3 τὸ πρωί, ὕστερα ἀναπαύσι μέχρι τὶς 8 καὶ μετὰ διακονίες στὴν ἐκκλησία, στὰ γραφεῖα, στὴ βιβλιοθήκη. Τὸ μεσημέρι οἱ μοναχοὶ τρῶνε κατὰ τὶς δώδεκα καὶ μετὰ λίγη ἀνάπαυσι, ἑσπερινὸς 3-4 τὸ ἀπόγευμα, διακονίες, κι ἀπ' τὶς 7,30-8,30 (ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κίνησι τῶν ξένων) μαζεύονται στὰ κελλιά τους, ὅπου τέσσερις-τέσσερις ἢ πέντε-πέντε συζητᾶνε τὰ προβλήματα τῆς Μονῆς καὶ θυμοῦνται τὰ παλιά. Ἂν εἶναι Πέμπτη, Σάββατο ἢ Κυριακή, τὸ πρωί, μετὰ τὸν ἑσπερινὸ ἀκολουθεῖ λειτουργία.

        Ἡ ἐπίσκεψι στὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν καὶ ἡ συζήτησι μαζί τους εἶναι μιὰ σπάνια ὀπτικοακουστικὴ ἐμπειρία, γιὰ τὴν γραφικὴ εἰκόνα τῶν κελλιῶν καὶ τὴν συνομιλία μ' αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τόσο ξεχωριστοὺς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ τὸ πιὸ ἐξωτερικὸ στοιχεῖο, τὴν ἐνδυμασία, ὣς τὸ πιὸ μύχιο, τὸ πιὸ σημαντικό: τὴν φιλοσοφία ζωῆς. Οἱ συναντήσεις μαζί τους ἄρχιζαν μὲ τὸ κλασσικὸ νησιώτικο κέρασμα, πρῶτο δεῖγμα μιᾶς ἐγκάρδιας φιλοξενίας. Συνήθως μοῦ φτιάχνουνε καφὲ ἢ ποτό. Ὁ πατὴρ Θεόκλητος τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ μὲ ρώτησε ἦταν: «θὲς ἕνα καφεδάκι;». Ὁ πατὴρ Νικόδημος μοῦ πρόσφερε ἕνα ἀπὸ τὰ θαυμάσια τοπικὰ ποτά. Ὁ νεαρὸς Ἀρτέμιος, λουκούμι. Πουθενὰ δὲν πῆγα χωρὶς να μ' ἀκολουθήση ὁ δίσκος γιὰ νὰ μὲ φιλέψουν.

        Ὁ πατὴρ Θεόκλητος ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ εἶδα. Μὲ δέχτηκε μὲ μεγάλη προθυμία στὸ λιτὸ κελλί του. Ἀνοίγοντας τὴν παλιὰ ξύλινη πόρτα βρέθηκα σ' ἕνα πολὺ μικρὸ θάλαμο. Ἀριστερὰ ἦταν μιὰ πολὺ μικρὴ κουζίνα-ἀποθήκη καὶ στὸν ἀπέναντι τοῖχο ἡ πόρτα γιὰ τὸ κυρίως δωμάτιο, μιὰ αἴθουσα 4x5 μέτρα. Σ' ἕνα τοῖχο τὸ σιδερένιο κρεββάτι, ὅμοιο μὲ τὸ δικό μου. Ἀπὸ πάνω μιὰ παλιὰ ὄμορφη σύνθεσι ταπισσερί: σκλαβοπάζαρο στὴν Ἀνατολή. Ἕνας καναπές, ἕνα μπαοῦλο, τὸ εἰκονοστάσι. Δίπλα στὸ κρεββάτι ἕνα κομοδίνο κι ἀπέναντι ἕνα τραπέζι μὲ πολλὰ μπουκάλια, ποτήρια, βιβλία, ἕνα κομπολόϊ, ἕνα τρανζίστορ. Σὲ μιὰ γωνιὰ μιὰ ὀμπρέλλα καὶ κρεμασμένα ράσα. Στοὺς τοίχους πλῆθος φωτογραφίες ἀπὸ τὸ '20 ὣς τὰ σήμερα. Κάπου μιὰ μικρὴ ξύλινη σκάλα ποὺ ὁδηγεῖ σ' ἕνα ὑπερυψωμένο τμῆμα τοῦ κελλιοῦ σχηματίζοντας ἕνα μικρὸ ὀντά.

        Ὁ πατὴρ Θεόκλητος εἶναι πάνω ἀπὸ 75 χρονῶν. Στὴν Μονὴ εἶναι ὁ ἀρχαιότερος, μένει ἐδῶ 50-55 χρόνια τώρα. Ὅταν ἦταν μικρὸς δὲν πολυήθελε νὰ γίνει μοναχός, μὰ ἦταν ἀπὸ γονεῖς φτωχοὺς καὶ τελικὰ πῆγε στὴ Μονή: ἕνα στόμα λιγότερο. Μὲ δυσκολία συζητάω μὲ τὸν τόσο εὐγενικό, ἀλλὰ ἀσυνήθιστο μοναχό. Καταγράφω τὰ λόγια του: «Ἐγὼ δοκιμάστηκα γιὰ νὰ γίνω μοναχὸς 2 χρόνια. Ὁ μοναχὸς ἔπρεπε νὰ μαθαίνει νὰ εἶναι ταπεινός, ὑπάκουος: ὅ,τι πεῖ ὁ Ἡγούμενος. Κι ὕστερα μ' ἔκαναν. Δὲν ἔμαθα καὶ γράμματα. Ποιὸς νοιαζόταν τότε γιὰ γράμματα… Ἄλλαξε ὁ κόσμος σήμερα. Ὅλοι οἱ καλοὶ φύγανε, κι ἀπομείναμε ἐμεῖς… καὶ σακατεμένοι: Ὁ ἕνας τοῦ πονάει ἐτοῦτο, ὁ ἄλλος ἐκεῖνο. Ἐγὼ πρόφθασα πενῆντα μοναχούς. Πόσοι μείναμε τώρα; Καὶ θὰ φύγουμε κι ἐμεῖς σὲ λίγο… Νἄρθη ἡ ὥρα μας νὰ φύγουμε… (γελᾶ). Ὅλοι θὰ φύγουμε. Κανένας δὲν θ' ἀπομείνει… Ἂν φοβάμαι τὸν θάνατο; Τὸν θάνατο τώρα πιά…».

        Ὁ πατὴρ Θωμᾶς εἶναι κι αὐτὸς ἕνας ἀπ' τοὺς πιὸ γηραιοὺς μοναχούς. Τὸν συνάντησα στὸ σπίτι του, χτισμένο ἀπὸ τὸν παπποῦ του, ἕναν ἀπ' ἐκείνους τοὺς παλιοὺς ἀρχιτέκτονες-τεχνίτες τῆς νησιώτικης οἰκοδομικῆς. Ὅλα ἐκεῖ μέσα θυμίζουν τὰ περασμένα: οἱ ξύλινες σανίδες ποὺ εἶναι στρωμένο τὸ δάπεδο, ὁ τεράστιος μπρούτζινος πολυέλαιος (κάπου ἑνάμισι μέτρο) ποὺ κρέμεται ἀπ' τὸ ταβάνι, τὸ θαυμάσιο «ἰνδιάνικο» ντουλάπι ἀπ' τὴν Αἴγυπτο, οἱ ἀτέλειωτες φωτογραφίες καὶ τυπωμένες ζωγραφιὲς παλαιοῦ τύπου ποὺ βρίσκονται στοὺς τοίχους, ἀκόμη κι ἡ πελώρια γκριζωπὴ γάτα ποὺ τρίβεται στὰ πόδια του. Ὁ πατὴρ Θωμᾶς μοῦ φέρνει ἕνα φωτογραφικὸ ἄλμπουμ… Ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Ἰταλοῦ μαρκήσιου στὸ Μοναστήρι… Τὸ '20. Ἐδῶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ '35. Φαίνεται κι ὁ Μακάριος Ἀντωνιάδης, ὁ τελευταῖος ἀσκητὴς στὴν Πάτμο… Ἐδῶ… Ἐδῶ… Ἡ ἀτμόσφαιρα πυκνώνει, μιὰ βαριὰ μυρουδιὰ παρελθόντος ξεχύνεται στὸ δωμάτιο, τὰ γαλάζια μάτια τοῦ γέρου γίνονται ὀνειροπόλα. Τὸν κοιτάζω νὰ δείχνει ἥρεμα τὸ φορτίο ποὺ κουβαλάει, ἀνύποπτος ἴσως κι ὁ ἴδιος γιὰ τὸ πόσο συντριπτικὸ εἶναι. Ὁ καιρὸς περνάει καμμιὰ φορὰ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβης… Τοῦ παίρνω μιὰ φωτογραφία, τοῦ ὑπόσχομαι νὰ τοῦ τὴν στείλω. Μοῦ χαρίζει ἄλλες δυὸ ἔγχρωμες ποὺ τοῦ τὶς πῆραν ἄλλοι ταξιδιῶτες. Καὶ φεύγω.

        Ὁ μόνος μοναχὸς ποὺ ἀποσύρεται ποὺ καὶ ποὺ σὲ σκῆτες εἶναι  ὁ πατὴρ Νικόδημος. Τὸν βρῆκα στὸ Μοναστήρι, ὅπου ἔμενε ἐκεῖνο τὸν καιρό. «Καλὸς δουλευτής», ὅπως μοῦ εἶπε ἕνας ντόπιος, ἀποσύρεται πότε-πότε στὴν Παναγιὰ τοῦ Γερανοῦ ἢ στὸ Κουβάρι γιὰ νὰ δουλέψη τὴ γῆ, νὰ σκεφθῆ καὶ νὰ ἡσυχάση. Αὐτὴ ἡ συχνὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύσι καὶ ἡ περισυλλογὴ ποὺ πέφτει, μιὰ καὶ σπάνια χρησιμοποιεῖ τὰ λιγοστά του γράμματα, τὸν ἔχουν κάνει ἥρεμο καὶ καλοσυνάτο. Μιλάει ἀργὰ καὶ σιγά, χαμογελάει μὲ εὐγένεια, προτιμάει τὴν σιωπὴ ἀντὶ νὰ λέγη ὁτιδήποτε. Τὰ ἐλάχιστα βιβλία ποὺ ἔχει διαβάσει τοῦ ἔχουν χαρίσει μιὰ τεράστια γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κι ὅ,τι λέει τὸ συνοδεύει κατάλληλα μὲ μιὰ σχετικὴ φράσι. Ὅταν τὸν ρώτησα ἂν φοβᾶται τὸν θάνατο, μοῦ ἀπάντησε: «ὅταν δὲν εἶσαι ἔτοιμος τὸν φοβᾶσαι». Ἀπὸ αὐτὸν ἄκουσα καὶ κάτι, ποὺ ὅσοι τὸ λένε θεωροῦνται ἐπικίνδυνοι ἐπαναστάτες καὶ θεομάχοι: πὼς οἱ νέοι δὲν πρέπει νὰ πηγαίνουν γιὰ μοναχοί, «νὰ μένουνε στὸν κόσμο, νὰ δουλεύουν, κι ὕστερα, ὅταν γεράσουν, νὰ πηγαίνουν στὰ μοναστήρια νὰ ἡσυχάσουν».

        Ὡστόσο δὲν εἶναι οἱ γέροι αὐτοὶ ποὺ ἐπικρατοῦν στὸ Μοναστήρι. Οἱ δύο δόκιμοι, κάπου 17 χρονῶν, κι ἄλλοι πέντε ἢ ἕξι, ἡλικίας κάτω ἀπ' τὰ 30, κάνουν τὸ Μοναστήρι κατ' ἐξοχὴν νεανικό. Αὐτὸ τὸ γεγονός, σὲ συνάρτησι καὶ μὲ τὸ ὅτι στὴ Μονὴ ὁ Ἡγούμενος δὲν εἶναι ἰσόβιος, κι ἔτσι ὑπάρχουν τώρα δυὸ ἢ τρεῖς ποὺ ἔχουν διατελέσει ἤδη ἡγούμενοι, κάνει τὸ κλῖμα τῆς Μονῆς φιλικό, ἀδελφικό. Ποτὲ ἐδῶ δὲν ἔχει δημιουργηθεῖ πρόβλημα, ποτὲ δὲν διατυπώθηκε παράπονο. Οἱ μοναχοὶ εἶναι τυχεροὶ ἂν στὶς διακονίες τους (μουσεῖο κλπ.), ὑπάρχει καὶ ἄλλος, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀλλάξουν καμμιὰ κουβέντα. Τὰ κοινὰ πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα (γενικὰ ἡ μορφωτικὴ στάθμη ἀρκετὰ ὑψηλή) ἀποτελοῦν ἀκόμη ἕναν κρῖκο μεταξύ τους. Ὅλοι ἀναλαμβάνουν τὶς ἐργασίες κατὰ τὶς δυνατότητές τους. Ἄλλοι φροντίζουν τὴν ἐκκλησία, ἄλλοι εἶναι στὸ μουσεῖο, ἄλλοι στὰ γραφεῖα. Οἱ πιὸ γέροι δὲν ἔχουν πιὰ ὑπηρεσία, ἂν καὶ ἔχει ἡ Μονὴ ἔλλειψι ἀνθρώπων, κυρίως τὸ καλοκαίρι. Οἱ πιὸ μορφωμένοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν βιβλιοθήκη.   

        Ὅλοι ζοῦν ἀγαπημένοι, στὸ ὁποῖο συντελεῖ ἴσως καὶ τὸ ὅτι ὅλοι εἶναι Πάτμιοι, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπ' τὴ Χώρα. Ἀλλὰ κι ὅσοι ἀκόμη δὲν εἶναι ντόπιοι, γρήγορα προσαρμόζονται στὸ φιλελεύθερο Μοναστήρι καὶ νιώθουν τὴν οἰκογειακή του ἀτμόσφαιρα. Ὁ πατὴρ Κάλλιστος π.χ., ἂν καὶ Ἄγγλος, βρῆκε σ' αὐτὸν τὸν τόπο τὸ πιὸ ἀσφαλὲς λιμάνι, τὸ καταφύγιό του. «Στὴν ἀρχὴ ἔλεγα πὼς θάρθω ἐδῶ ἀφοῦ πάρω τὴν σύνταξίν μου», μοῦ εἶπε, «τώρα δὲν βλέπω τὴν ὥρα νὰ ἀποσυρθῶ ἀπ' τὴ δουλειά μου καὶ νὰ ἔρθω ἐδῶ· καὶ μοῦ φαίνεται πὼς τελικὰ θὰ παραιτηθῶ γιὰ νὰ ἔρθω πιὸ γρήγορα». Ὁ πατὴρ Κάλλιστος ἦταν προτεστάντης ποὺ ἀσπάσθηκε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔγινε ἱερεύς. Ταυτόχρονα ἔγινε ἀδελφὸς τῆς Μονῆς καὶ ἔρχεται ὅποτε βρῆ καιρό. Τώρα ὑπηρετεῖ σὰν καθηγητὴς στὴν Ὀξφόρδη καὶ εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀξιόλογες μορφὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ.

        Ἀξίζει νὰ δῆ κανεὶς τοὺς μοναχοὺς μετὰ τὸν ἑσπερινό. Ἡ ἀπογευματινὴ τελετή, σύντομη κι ἀπίστευτα ἀπαλὴ στὴν σιγαλιὰ τοῦ ἀπομεσήμερου, ἔχει μόλις τελειώσει κι ὅλοι μαζεύονται στὴν κεντρικὴ αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ. Καθισμένοι στὰ στασίδια τοῦ ἐξωνάρθηκα, στὰ πεζούλια ἢ στὰ χείλη τοῦ μεγάλου πηγαδιοῦ, συζητοῦν κι ἀστειεύονται μεταξύ τους, χωρισμένοι σὲ μικρὲς ὁμάδες. Λένε τὶς δυσκολίες τῆς ἡμέρας, συζητᾶνε τὰ προβλήματά τους στὴν ἐκτέλεσι τῶν καθηκόντων τους ποὺ ὁ καταπληκτικός, μερικὲς φορές, ἀριθμὸς τουριστῶν ἀναγκάζει νὰ παραμελοῦν καμμιὰ φορά. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἡγούμενος κουβεντιάζει κι αὐτὸς καὶ ἀστειεύεται μαζί τους. Καὶ μοιάζουν σὰν μιὰ μεγάλη οἰκογένεια, σὰν μιὰ ὄμορφη κοινότητα ποὺ βασίζει τὴν σταθερότητα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὰ μέλη της στὴν ἀγάπη καὶ στὸν ἀλληλοσεβασμό.

        Τὴν τελευταία νύχτα μου στὸ Μοναστήρι παρακάλεσα τὸν δόκιμο, τὸν Νικόλα, νὰ μὲ ξυπνήσει γιὰ τὸν ὄρθρο. Ὅταν κατέβηκα, ἡ πρωινὴ ἱεροτελεστία εἶχε ἤδη ἀρχίσει. Σκοτεινὲς μορφὲς κάθονταν στὰ στασίδια, μέσα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου ἢ στὸν νάρθηκα, καὶ ἄκουγαν, μὲ τὸ κεφάλι μέσα στὰ χέρια, τὶς ψαλμωδίες, καθὼς ἄλλοι ὄρθιοι, ὑμνοῦσαν ἢ διάβαζαν. Στὸ μισόφωτο τῆς ἐκκλησιᾶς, ποὺ φωτιζόταν ἀπὸ δυὸ χρωματιστὰ λαμπατὲρ πάνω ἀπὸ τὰ δύο ἀναλόγια, ἡ ὅλη τελετουργία ἔπαιρνε, μέσα στὴν νυχτερινὴ σιγαλιά, μιὰ ἀπροσδόκητη μορφή, ποὺ γέμιζε τὶς ψυχὲς μὲ μιὰ πρωτόγνωρη, γιὰ τὴν πλούσια συνήθως σὲ ἤχους καὶ κίνησι, ὀρθόδοξη λειτουργία, μυστικοπάθεια. Αὐτὸ ποὺ σ' ὅλη τὴν παραμονή μου εἶδα στὸ Μοναστήρι, τὸ πρόσεχα ἐδῶ πιότερο: ἡ θαυμαστὴ γαλήνη, ἡ ἡρεμία, ἡ ἡσυχία. Θἄλεγε κανεὶς πῶς ἀπ' αὐτὴ τὴν πρωινὴ μυσταγωγία ἀντλοῦν οἱ μοναχοὶ τὴν γαλήνη καὶ τὴν ὑπομονὴ μιᾶς ὁλόκληρης ἡμέρας.

        Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὄρθρου ἀνέβηκα στὴν ταράτσα νὰ δῶ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Καλημέρισα χαρούμενα αὐτὸν τὸν παπποῦ τῶν Θεῶν καθὼς φάνηκε ἀπὸ μακριὰ ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Τὸν καλημέρισα καὶ μαζί του μοῦ φάνηκε πὼς χαιρέτησα κι ὅλα τὰ πλάσματα ποὺ πρωτοεἶδαν σήμερα τὸ φῶς του κι ὅλα ὅσα βγῆκαν σὰν κι ἐμένα νὰ τὸν προϋπαντήσουν. Ἦταν αὐτὸ μιὰ ἥρεμη παραδοχὴ τοῦ κόσμου, μιὰ σιωπηλὴ κατάφασι στὴν ἀπέραντη ἀδελφότητα τῶν ἀνθρώπων, ἕνα εἶδος μυστικοῦ σύνδεσμου μ΄ ὅλη τὴν πλάσι, ποὺ ἔνιωσα μέσα μου γιὰ πρώτη φορὰ νὰ γεννιέται. Καὶ θἄθελα νὰ μείνω κολλημένος σ' αὐτὴ τὴν πολεμίστρα γιὰ πάντα, ἀπὸ φόβο μήπως ξεχάσω κάποτε αὐτὴ τὴν πρωινὴ συμφωνία ποὺ ἔκανα ἐδῶ στὸ ἀρχαῖο Μοναστήρι. Μὰ δὲν γινόταν· αὔριο-σήμερα ἔπρεπε νὰ φροντίσω γιὰ τὴν μετακόμησί μου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν ἐγκατάστασή μου στὴν Σκάλα καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ μικρὸς, πολὺ μικρὸς ἀγῶνας ποὺ ἔπρεπε νὰ κερδίσω αὐτὴ τὴ μέρα, γιατὶ αὔριο θὰ ὑπῆρχε κάποιος ἄλλος καὶ μεθαύριο κάποιος ἄλλος, ὅπως γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κάθε μέρα κλείνει μέσα της ἕνα μικρὸν ἀγῶνα, ποὺ πρέπει νὰ κερδηθῆ. Γι' αὐτὸ εὐχήθηκα δύναμι σ' ὅλους, στὰ ἑκατομμύρια τῶν ἄγνωστων συναγωνιστῶν καὶ κατέβηκα στὸν ξενῶνα νὰ ἐκμεταλευτῶ τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς νύχτας.


Ὁ κ. Βασίλης Καψαμπέλης σήμερα εἶναι ψυχίατρος καὶ ψυχαναλυτής, μέλος τῆς Ψυχαναλυτικῆς Ἑταιρείας Παρισιοῦ. Ἔκανε τὶς ἰατρικές του σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ψυχιατρικὴ εἰδικότητα στὸ Παρίσι, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται ἀπὸ τὸ 1980. Οἱ ἐργασίες του πραγματεύονται κυρίως τὶς ψυχωτικὲς ὁριακὲς παθολογίες, τὶς σχέσεις ψυχιατρικῆς ψυχοπαθολογίας καὶ ψυχανάλυσης, τὴν ἀνάλυση τῶν ἱδρυματικῶν ἀγωγῶν. Ἔχει δημοσιεύσει διάφορα βιβλία καὶ κείμενά του βραβεύτηκαν ἀπὸ γαλλικὰ ἱδρύματα. Διετέλεσε διευθυντὴς τοῦ νοσοκομείου Eau Vive τῆς Ἑταιρείας Ψυχικῆς Ὑγείας τοῦ 13ου διαμερίσματρος Παρισιοῦ (1999-2006) καὶ στὴ συνέχεια γενικός της διευθυντῆς. Τώρα διευθύνει τὸ Κέντρο Ψυχανάλυσης τῆς ἑταιρείας αὐτῆς.


[ΣτΕ. Ἡγούμενος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Θεοδώρητος (Μπουρνῆς), ὁ ὁποῖος διετέλεσε Καθηγούμενος ἐπὶ πολλὰ ἔτη (1963-1975, 1981-1986), καὶ ἀπεβίωσε (ἐνῶ ἡγουμένευε) τὸ 1986, σὲ ἡλικία 56 ἐτῶν. Ὁ μοναχὸς Θεόκλητος (Καραμανώλης) ἀπεβίωσε ἐπίσης τὸ 1986, σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν, ὁ μοναχὸς Θωμᾶς (Κάππος) τὸ 1985, σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν, ἐνῶ ὁ μοναχὸς Νικόδημος (Γρύλλης) πρόσφατα, τὴν Καθαρὰ Δευτέρα τοῦ 2019, σὲ ἡλικία 98 ἐτῶν, ἀκάματος μέχρι τὴν ὕστατη ὥρα. Ὁ πατὴρ Κάλλιστος Γουέαρ, ὁ ὁποῖος εἶχε καρεῖ μοναχὸς στὴ Μονὴ τῆς Πάτμου τὸ 1966, ἐνῶ ταυτόχρονα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης, ἀναδείχθηκε τὸ 1982 βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας καὶ τὸ 2007 Μητροπολίτης Διοκλείας· σήμερα εἶναι 85 ἐτῶν καὶ ἐπισκέπτεται τακτικὰ τὴν Πάτμο καὶ τὴ Μονή. Ὁ «νεαρὸς» μοναχὸς Ἀρτέμιος (Καμίτσης) εἶναι ὁ μετέπειτα Ἱερομόναχος καὶ Ἀρχιμανδρίτης Ἀμφιλόχιος, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Ἐκκλησιάρχης καὶ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς (1997-2000)· σήμερα εἶναι 66 ἐτῶν καὶ πλέον ἐγκαταβιεῖ στὴν Ἀθήνα. Ὁ δόκιμος Νικόλας (Σιφουνιός), μετονομασθεὶς σὲ Δωρόθεος, ἐκάρη μοναχὸς τὸ ἴδιο ἔτος καὶ στὴ συνέχεια προχειρίσθηκε σὲ διάκονο, ἀργότερα ὅμως ἔπαψε νὰ ἀνῆκει στὴν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς· σήμερα εἶναι 64 ἐτῶν καὶ ἐγκαταβιεῖ στὴν Ἀθήνα].

Γιὰ τὴν μεταγραφὴ τοῦ κειμένου ἀπὸ πολυγραφημένο ἀντίτυπο τῆς ἐργασίας τοῦ Β. Καψαμπέλη καὶ τὴν σημείωση γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἀναφέρονται σὲ αὐτό.

Ι. Μ. Μελιανός, Πάτμος 13/10/2019

Υ.Γ. Ἐπικοινωνήσαμε μέσω e-mail μὲ τὸν κ. Καψαμπέλη στὶς 18/10/2019 καὶ λάβαμε ἐκ μέρους του τὸ ἀκόλουθο μήνυμα:

Αγαπητέ κ. Μελιανέ,
 Το γράμμα σας ανακάλεσε πολύτιμες αναμνήσεις μέσα μου. Σάς περιγράφω τα καθέκαστα αυτής της μονογραφίας γύρω από την Πάτμο.
 Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Ελλάδα ήταν ακόμη όπως ξέρετε βασίλειο, «Βασίλειο της Ελλάδος», βασιλευομένη δημοκρατία· περίπου «βασιλευομένη» βέβαια, διότι ο βασιλιάς ήταν ήδη αυτοεξόριστος στο εξωτερικό από χρόνια, και καθόλου «δημοκρατία», διότι την κυβερνούσαν οι συνταγματάρχες τού πραξικοπήματος του 1967. Σ’ αυτή την βασιλευομένη δημοκρατία λοιπόν υπήρχε ένα ίδρυμα, το «Ίδρυμα Βασιλεύς Παύλος», πού έδινε υποτροφίες σε μαθητές λυκείου, με τον εξής τρόπο. Κατά την διάρκεια της Πέμπτης γυμνασίου (Β Λυκείου) οργανωνόταν ένας πανελλαδικός (προαιρετικός) διαγωνισμός εκθέσεως ιδεών, από τον οποίο επιλέγονταν καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά μαθητές. Στους μαθητές αυτούς απονεμόταν μία υποτροφία 2000 δραχμών με αποστολή να επισκεφθούν το καλοκαίρι κάποια σχετικά άγνωστη ή παραμεθόρια περιοχή της Ελλάδας και να συντάξουν μια μονογραφία, κάτι σαν οδοιπορικό. Τα κείμενα υποβάλλονταν κάποιους μήνες μετά, και πέντε από αυτά βραβεύονταν, με αποστολή να γράψουν μια δεύτερη μελέτη, αυτή τη φορά θεωρητικού περιεχομένου.
 Πέρασα αυτό τον διαγωνισμό κατά το σχολικό έτος 1971-1972 (ήμουν λοιπόν τότε στην Β Λυκείου τού Πειραματικού Αθηνών), πήρα την υποτροφία, και πήγα στην Πάτμο το καλοκαίρι τού 1972. Συνέταξα την μονογραφία μου και την υπέβαλα αρχές 1973 (και μάλιστα ήταν μεταξύ των πέντε πού βραβεύτηκαν).
 Τα καθέκαστα της παραμονής μου στην Πάτμο, τα περιγράφω στο κείμενο, τουλάχιστον τα πιο δημόσια· όπως είδατε, το μοναστήρι μού παρείχε φιλοξενία για κάποιες μέρες, και στην συνέχεια έμεινα σε ένα ξενοδοχείο στην Σκάλα. Συνάντησα τούς μοναχούς πού αναφέρω, συνδέθηκα πολύ μαζί τους, και τούς ξαναείδα στην συνέχεια, πηγαίνοντας διακοπές στην Πάτμο, όταν είχα πιά ήδη τελειώσει την Ιατρική της Αθήνας και ήμουν στην Γαλλία για την ειδικότητα της ψυχιατρικής (του «ψυχής ιατρείου», όπως αναγράφεται και στην βιβλιοθήκη της οποίας είστε γραμματέας). Στο κείμενο πού μού στείλατε διάβασα με πολύ συγκίνηση τι απέγιναν οι μοναχοί των οποίων είχα κάνει τότε την γνωριμία, και με τούς οποίους είχαμε ατέλειωτες ολονύκτιες μεταφυσικές συζητήσεις, από αυτές πού διαπλάθουν την εφηβεία.
 Μπορείτε βέβαια να χρησιμοποιήσετε για αναδημοσίευση όσα αποσπάσματα θέλετε από την μονογραφία μου, θα είναι χαρά και τιμή μου.

 Με τούς θερμούς μου χαιρετισμούς,
 Βασίλης Καψαμπέλης

Η Ακολουθία των Κεκοιμημένων


Σημαινόμενα στην Ακολουθία 
των Κεκοιμημένων

Ερώτηση: «Τι σημαίνουν στη Νεκρώσιμη Ακολουθία η ψαλμωδία του Αμώμου, ο ασπασμός του νεκρού, η έκχυση ελαίου κατά την ταφή και η μετά από αυτήν τεσσαρακονθήμερος θεία Λειτουργία;»
Για τα σημαινόμενα στην Ακολουθία των κεκοιμημένων υλικό αντλούμε από τον ερμηνευτή των λειτουργικών θεμάτων άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης. Σχετικά με τον Άμωμο, ψαλμό 118, που εντάχθηκε στην Ακολουθία τον 11ο αι.[1], ο άγιος τονίζει ότι οι στίχοι του Αμώμου, σε τρεις μάλιστα στάσεις, ψάλλονται για να τονισθεί η μεγάλη σημασία του νόμου του Θεού για την ψυχή του απελθόντος αδελφού (PG 155, 681 D 684 A), «την τε πολιτείαν προγράφουσι του Σωτήρος και την των αγίων ζωήν», σύμφωνα με την οποίαν οφείλει να ζήσει ο καθένας μας [2]. Σύγχρονοι δε ερμηνευτές της Νεκρωσίμου Ακολουθίας επισημαίνουν την ωφέλεια που έχει η ψαλμωδία του Αμώμου και για τους ζώντες, αφού το άκουσμά του διεγείρει προς μετάνοιαν και κατάνυξη (PG 155, 684 A). Το «Αλληλούια» που ψάλλεται σε κάθε στίχο της πρώτης στάσης του Αμώμου σημαίνει τη δευτέρα του Κυρίου παρουσία, το δε «Ελέησόν με Κύριε», που ως εφύμνιο ψάλλεται μετά από κάθε στίχο της δεύτερης στάσης, είναι «η οικειοτάτη και θεοφιλής προσευχή» [3]. Τα Ευλογητάρια που ακολουθούν, ως νεκρώσιμα ιδιόμελα, είναι στιχηρά του Αμώμου.


Μετά τα αναγνώσματα διαβάζεται πάλι ευχή «και μετ’ αυτήν ο ύμνος του ασπασμού και ο επιτελεύτιος ασπασμός». Η πράξη αυτή του ασπασμού γίνεται «διά την μετάβασιν και τον από της ζωής ταύτης χωρισμόν και ως κοινωνία και ένωσίς εστιν». Ο άγιος Συμεών βλέπει τον συμβολισμό αυτό στην προοπτική της πλήρους κοινωνίας όλων των πιστών με τον Χριστό κατά την Ανάσταση. Τον ασπασμό ακολουθεί «πάλιν επί τω τέλει ευχή, ως σφραγίς τελούσα των ύμνων» και γίνεται η απόλυση (PG 155, 685 B).
Ο ασπασμός και το «αιωνία η μνήμη» που ακολουθεί είναι σαν απόθεση του κεκοιμημένου στον Θεό «και δέησις υπέρ αυτού παρ’ ημών». Η δε τελική ευχή «ως δώρόν εστι και τελείωσις και εις την του Θεού απόλαυσιν παραπέμπουσα». Γι’ αυτό και γίνεται η κατάθεση του λειψάνου στον τάφο και ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος «εις την της Τριάδος δοξολογίαν». Η ταφή έρχεται ως εφαρμογή και εκτέλεση του θείου προστάγματος «γη ει
και εις γην απελεύση» (Γεν. 3, 19).
Η διά του σταυρού σφράγιση του τάφου και η έκχυση «σταυροειδώς» του ελαίου κηρύττουν την Ανάσταση. Διότι μολονότι είμαστε θνητοί, «αλλ’ όμως αναστησόμεθα διά του υπέρ ημών σαρκωθέντος τε και αποθανόντος σαρκί και αναστάντος και την ανάστασιν ημίν χορηγήσαντος» (ΡG 155, 685 CD). Όπως δε στο Βάπτισμα υπάρχει νερό και λάδι,
έτσι αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιούνται και στην ταφή, για όσους έζησαν με πίστη. Με το νερό ο νεκρός νίπτεται στην αρχή της τελετής «σταυρού τύπω», με το λάδι δε αλείφεται στο τέλος. «Το γαρ έλαιον των αγώνων εστί σημαντικόν και ότι ο κοιμηθείς, καλώς και ευσεβώς αγωνισάμενος, τετελείωται και του θείου ελέους αξιωθήσεται και της λαμπράς ιλαρότητος του θείου φωτός» [4].
Όταν τέλος ρίχνεται το χώμα πάνω στο σώμα, επιλέγεται ευχαριστήριος ευχή «ως σφραγίς και τελείωσις». Όλοι τότε προσκυνούν τον Θεό δώδεκα φορές υπέρ του κεκοιμημένου «εις εξιλέωσιν της αυτού ζωής». Οι προσευχές δε γι’ αυτόν είναι συνεχείς και «καθ’ εσπέραν τε και πρωί ου παύονται». Εκείνο που περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα ωφελεί τους κεκοιμημένους είναι η τέλεση της θείας Ευχαριστίας κάθε ημέρα. Αφήνει μάλιστα να εννοηθεί ότι όσο περισσότερες Λειτουργίες γίνουν για κάποιον απελθόντα, τόσο περισσότερο ωφελείται αυτός, αλλά ωφελούνται και οι προσφέροντες. Τουλάχιστον όμως η επί τεσσαρακονθήμερον τέλεση της θείας Ευχαριστίας είναι αναγκαία· «Τι γαρ άλλο επωφελέστερον του θύεσθαι τον Χριστόν υπέρ ημών;» (PG 155, 688 BC).
Σημειώσεις:
1. Ιωάννης Μ. Φουντούλης, «Νεκρώσιμα Τελετουργικά», στο Τελετουργικά Θέματα, «Ευσχημόνως και κατά τάξιν» [Σειρά «Λογική Λατρεία», 12], Αθήνα: Αποστολική Διακονία 2002, σ. 154.
2. Ανδρέας Θεοδώρου, «Άμωμοι εν οδώ Αλληλούια». Σχόλιο ερμηνευτικό στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, Αθήνα: Αποστολική Διακονίας 1990, σ. 38.
3. Ανδρέας Θεοδώρου, ο.π., σ. 38-39. 4. ΡG 155, 688Α. Για τη χρήση του ελαίου στην εκκλησιαστική ταφή βλ. πρωτ. Δ.Β. Τζέρπος, Η ακολουθία του Νεκρωσίμου Ευχελαίου…, Αθήνα 2000, σ. 125-141.
 Εφημέριος, έτ. 68ον, τεύχ. 4ον, Ιούλιος – Αύγουστος 2019.

Δοξολογία

Αργή Δοξολογία ήχος α' τετράφωνος
Πέτρου Μπερεκέτου του Γλυκή.

Ψάλλουν Πατέρες της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου
κατά την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου
κ.κ. Βαρθολομαίου.
21 Οκτωβρίου 2019.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Μία ἀληθινή ἱστορία


Ἡ Παναγία, τό λάδι καί τό ψωμί
Γιάννη Πρόφη λαογράφου-συγγραφέα
REUHJRH4
Ἡ κυρα-Μαρία, ἡ «Καραβίδαινα», νεωκόρος, «κλησάρισσα» στὴν ἐνορία τῆς «Παναγίας τοῦ Κουρσαλᾶ» στὸ Κορωπί, μπῆκε στὴν παγωμένη ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ βροχερὸ χειμωνιάτικο ἀπόγευμα τῆς Κατοχῆς. Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔρημη. Τὸ λιγοστὸ φῶς ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὰ πλαϊνὰ παράθυρα δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ μέσα μέρος της, στὴ μεριὰ τοῦ τέμπλου. Οὔτε καντήλι οὔτε κερὶ ὑπῆρχε ἀναμμένο. Ποῦ νὰ βρεθεῖ λάδι; Εἶχε περάσει σχεδὸν μία βδομάδα καὶ τὰ καντήλια ἦταν ὅλα σβηστά. Κι ἡ ἴδια ἡ κλησάρισσα, χήρα γυναῖκα, ἤτανε νηστικιὰ ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες. Δὲν εἶχε λίγο ψωμὶ νὰ βάλει στὸ στόμα της, οὔτε ξεροκόμματο. Καμμιὰ δουλειὰ δὲν εἶχε νὰ κάνει στὴν ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα ἡ κυρὰ-Μαρία. Τὶς δουλειὲς τὶς εἶχε κάνει ὅλες ἀπὸ τὸ πρωί. Στὴν ἐκκλησιὰ μπῆκε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει παρέα στὴ φιλενάδα της, τὴν Παναγία τοῦ τέμπλου, καὶ νὰ κλάψει τὸν πόνο της. Πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθισε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ βυθίστηκε στὶς σκέψεις της. Ἡ εἰκόνα ἤτανε σκοτεινή, μόνο ἕνα ἀντιφέγγισμα στὸ ἀσημένιο της φωτοστέφανο φαινόταν. Κι ἄλλες φορὲς εἶχε καθίσει ἔτσι κοντὰ στὴν Παναγία, ἀλλὰ τότε ἡ εἰκόνα ἤτανε φλύαρη, τῆς μιλοῦσε καὶ τῆς ἔλεγε πολλά.
Σήμερα ὅμως ἦταν ἐντελῶς σιωπηλὴ καὶ ἀμίλητη. Ἡ κυρα-Μαρία κατάλαβε: Ἡ Παναγία ἤτανε στενοχωρημένη, γιατί τὸ καντήλι της ἤτανε σβηστό. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ καὶ γονάτισε μπροστά Της. Σὰ βρύση τρέξανε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς τὰ δάκρυα. «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια (1) , ψιθύρισε, κᾶνε τὸ θᾶμα σου! Στεῖλε μου λίγο λάδι νὰ σ΄ ἀνάψω τὸ καντήλι σου, γιατί κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σὲ βλέπω νἆσαι μέσα στὸ σκοτάδι. Μοῦ μαυρίζει ἡ καρδιά μου… Ὅσο γιὰ μένα, ἕνα μικρὸ κομματάκι ψωμὶ μοῦ φτάνει… Ἐσὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, κᾶνε τὸ θᾶμα σου!…» Ἐδῶ ἡ κυρα-Μαρία τελείωσε τὴν προσευχή της, σηκώθηκε ὄρθια, σκούπισε τὰ δάκρυά της καὶ περίμενε ἀπόκριση. Περίμενε, περίμενε, ἀλλὰ τίποτα, ἄκρα σιωπή, οὔτε ἕνας ψίθυρος δὲν ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα. Ἀπελπίστηκε ἡ κυρα-Μαρία. Ἔπιασε τὸ κεφάλι της ἀνάμεσα στὶς παλάμες της καὶ θρήνησε: «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια, ξανάπε, μόι! πῶς καταντήσαμε ἔτσι ἐμεῖς οἱ δύο; Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί (2) …» Πῆγε καὶ ξανακάθισε στὸ σκαμνὶ καὶ περίμενε μήπως ἀκούσει κάτι.
Ἀσημένια Παναγία, εἰκὼν τέμπλου Ἱ. Μ. Βηθλεὲμ Κορωπίου Ἀττικῆς
                       Ἀσημένια Παναγία, εἰκὼν τέμπλου Ἱ. Μ. Βηθλεὲμ Κορωπίου Ἀττικῆς

Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα τόσο τὴν ἔπνιγε ἡ ἀπελπισία. «Δὲν μπορεῖ, κάτι θὰ γίνει», σκέφτηκε σὲ μία στιγμή, γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν ἑαυτό της. Καὶ νά, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σιωπή, κάτι τῆς φάνηκε ὅτι ἄκουσε, σὰν κάποιος νὰ γύρισε τὸ χερούλι τῆς πόρτας. Ἀλλὰ ὁ ἦχος ἤτανε τόσο ἐλαφρὺς καὶ σιγανός, ποὺ νόμισε ὅτι τ’ ἀφτί της τὴν ξεγέλασε. Δὲν ἔδωσε σημασία καὶ παραδόθηκε καὶ πάλι στὶς μαῦρες σκέψεις της. Ὅμως τώρα τῆς φάνηκε πὼς ἄκουσε μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἀνάλαφρα βήματα, σιγανὰ καὶ ἤρεμα, ποὔρχονταν πρὸς τὸ μέρος της. Γύρισε καὶ κοίταξε πίσω της. Εἶδε μία σκοτεινὴ γυναικεία μορφὴ μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι. Τρόμαξε λίγο, μὰ ἀμέσως μπόρεσε νὰ ξεχωρίσει στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας ἕνα μικρὸ χαμόγελο καὶ ἡσύχασε. «Κάποια γνωστὴ θἆναι», σκέφτηκε κι ἀμέσως ρώτησε: «Ποιά εἶσαι, θέλεις τίποτα;» Ἡ ἀπόκριση ἦρθε ἀμέσως: «Ἡ Κοῦλα εἶμαι, Μαρία μου… Ἡ Κοῦλα τοῦ Ἠλία τοῦ Πρόφη… Εἶναι σκοτάδι ἐδῶ μέσα, γι’ αὐτὸ δὲν μὲ γνώρισες… «Ἄ, ἡ Κοῦλα εἶσαι; Καλῶς τηνε…», τῆς εἶπε ἡ κλησσάρισσα καὶ συνέχισε: «Καὶ πῶς ἦρθες τέτοια ὥρα ἐδῶ, μόι Κοῦλα; Ἀπόψε δὲν ἔχουμε λειτουργία…». «Τὸ ξέρω, ἀλλὰ ἦρθα νὰ σοῦ φέρω αὐτά», εἶπε ἡ γυναῖκα κι ἀμέσως ξεκρέμασε ἕνα μικρὸ ταγάρι ποὖχε στὸν ὦμο της καὶ τὄδωσε στὴν κλησάρισσα. «Καὶ τί ’ναι αὐτὰ ποὺ ἔφερες;», ξαναρώτησε αὐτὴ μὲ λαχτάρα καὶ τὸ μυαλό της πῆγε στὸ λάδι καὶ στὸ ψωμί. «Σοῦ ‘φερα ἕνα μικρὸ μπουκάλι μὲ λάδι καὶ μισὸ καρβέλι ψωμί, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔψησα σήμερα στὸ φοῦρνο», ἀπάντησε ἡ Κοῦλα. «Καὶ πῶς σηκώθηκες νἄρθεις ἐδῶ, μόι Κοῦλα, μὲ τέτοιο νερόχιονο ποὺ ρίχνει ἔξω;», ρώτησε αὐτὴ παίρνοντας στὰ χέρια της τὸ ταγάρι. Ἡ Κοῦλα κάθησε καὶ σκέφτηκε, δὲν εἶχε ἕτοιμη ἀπάντηση νὰ δώσει, ἀλλὰ στὸ τέλος τὴ βρῆκε: «Δὲν ξέρω, ἀλλὰ νά, ἐκεῖ ποὺ καθόμουνα στὸ τζάκι μόνη μου, σὰν κάποιος νὰ μὲ ἔσπρωξε καὶ νὰ μοῦ ’πε: Σήκω καὶ πήγαινε στὴν Παναγία, νὰ δώσεις λάδι καὶ ψωμὶ στὴ Μαρία τὴν κλησάρισσα. Γι’ αὐτὸ σοῦ τὰ ἔφερα…». Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ἡ κυρα- Μαρία ταράχτηκε. Τὰ μάτια της πλημμύρισαν καὶ πάλι μὲ δάκρυα. Πῆγε μπροστὰ στὴν εἰκόνα κι ἔκανε ἀμέτρητα σταυροκοπήματα. Κι εὐχαριστοῦσε τὴν Παναγία μὲ λόγια ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει κανείς. Κι ὅταν τελείωσε, γύρισε καὶ εἶπε στὴν Κοῦλα: «Ἐγὼ ξέρω, μόι Κοῦλα, ποιός σ’ ἔστειλε. Νά, αὐτὴ ἡ Παναγία, ἡ Ἀσημένια, σ’ ἔστειλε. Τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ καθόσουνα στὸ τζάκι, ἐγὼ ἔκανα προσευχὲς καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ κάνει τὸ θᾶμα Της, νὰ στείλει λίγο λάδι ν’ ἀνάψω τὸ καντήλι Της καὶ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ νὰ φάω κι ἐγώ… Καὶ νὰ ποὺ ἔκανε τὸ θᾶμα… Ἔστειλε ἐσένα νὰ τὰ φέρεις… Σ’ εὐχαριστῶ, Παναγία μου, καὶ σένα Κοῦλα μου!». Ἡ Κοῦλα δάκρυσε τώρα ἀπὸ χαρά. Δὲν τολμοῦσε οὔτε νὰ τὸ φανταστεῖ πὼς ἡ Παναγία τὴν εἶχε διαλέξει νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία Της. Ἤτανε πολὺ μεγάλη αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ τῆς ἔκανε. Πῆγε καὶ γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ τὴ μελωδική της φωνὴ ἔψαλε ταπεινὰ μία προσευχή: «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι…». «Ἔλα τώρα  ν’ ἀνάψουμε τὸ καντήλι της, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἔχουμε σπίρτα», εἶπε τώρα ἡ κλησάρισσα στὴν Κοῦλα. «Φέρε ἐσὺ τὸ καντήλι καὶ σπίρτα ἔχω ἐγὼ μαζί μου», ἀπάντησε αὐτή.
Ἔβαλε ἡ κυρὰ Μαρία τὸ σκαμνὶ κάτω ἀπὸ τὴν καντῆλα, ἀνέβηκε πάνω καὶ κατέβασε τὸ ποτῆρι τοῦ καντηλιοῦ. Ἡ Κοῦλα τὸ γέμισε μὲ λάδι. Βάλανε καινούργιο λουμίνι, τὸ ἀνάψανε καὶ ἡ κυρα-Μαρία ἀνέβηκε καὶ πάλι πάνω στὸ σκαμνὶ καὶ ξανάβαλε τὸ ποτήρι στὴ θέση του. Ἀνάψανε μετὰ καὶ τὸ καντήλι τοῦ Χριστοῦ, δεξιὰ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἡ ἐκκλησιὰ φωτίστηκε ὁλόκληρη. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὴν εἴχανε δεῖ τόσο φωτισμένη. Ἡ Παναγιὰ στὴν εἰκόνα τῆς φαινότανε τώρα εὐχαριστημένη. Στὰ χείλη τῆς διακρίνανε ἕνα μικρὸ χαμόγελο. Ἡ ἐκκλησιὰ ζεστάθηκε ἀπότομα κι ἡ παγωνιὰ κι ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκαν. Οἱ δύο γυναῖκες γονάτισαν τώρα μαζὶ μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ ψιθύριζαν προσευχές. Ἔψαλαν στὸ τέλος, «Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Σηκώθηκαν μετὰ ὄρθιες, φίλησαν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ στάθηκαν ἀρκετὴ ὥρα νὰ τὶς κοιτάζουν. «Τώρα ἂς πηγαίνουμε», εἶπε σὲ κάποια στιγμὴ ἡ κυρα-Μαρία.
Ἡ κ. Κοῦλα
                                                                   Ἡ κ. Κοῦλα

Κάνανε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ σταυρό τους, προχώρησαν μαζὶ πρὸς τὰ ἔξω κι ἔκλεισαν τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς. Τώρα ἔξω εἶχε σκοτεινιάσει ἐντελῶς. Χαιρετηθήκανε, φιληθήκανε κι ἡ κάθε μία ἑτοιμάστηκε ν’ ἀναχωρήσει γιὰ τὸ σπίτι της. «Νἆσαι καλά, μόι Κοῦλα, ποὺ ἦρθες, γιατί πῆρες ἀπὸ πάνω μου μεγάλη σταναχώρια. Ἀπόψε θὰ κοιμηθῶ ἥσυχη», εἶπε ἡ κλησάρισσα. «Δὲν ἔκανα καὶ τίποτα σπουδαῖο, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴν πεῖς σὲ κανένα τίποτα», ἀπάντησε ἡ ἄλλη φεύγοντας. «Ἔννοιά σου καὶ δὲν θὰ τὸ πῶ», τὴν καθησύχασε ἡ κυρα-Μαρία. Ἡ κλησάρισσα δὲν κράτησε τὸν λόγο της. Κάποτε διηγήθηκε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ θεῖτσα Ἑλένη τοῦ Λουκᾶ τοῦ Πρόφη. Κι ἐκείνη τὸ εἶπε στὶς κόρες της. Κι οἱ κόρες της μᾶς τὸ διηγήθηκαν ὅταν ἔγινε τὸ μνημόσυνο τῆς μαμᾶς, σαράντα μέρες μετὰ τὸν θάνατό της καὶ πενήντα χρόνια μετὰ τὸ γεγονός. Ὅλοι τότε νιώσαμε νὰ γεμίζει ὁ ἀέρας γύρω μας μὲ μίαν «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς».

1. Ἀρβανίτικα: Shërmëri ergjënde= Παναγία ἀσημένια.
2. Ἀρβανίτικα: Ti pa val edhe u pa bukë= Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί.
ΠΗΓΗ: https://enromiosini.gr/

Πέρδικα..



Του Ζάχου Ξηροτύρη
Ένας θαυμάσιος συνδυασμός φτερών της δίνει ομορφιά και χάρη, είναι από τα ωραιότερα και πλέον συμπαθητικά πουλιά, είναι το Δημοτικότερο πουλί. Η ελληνική πετροπέρδικα είναι ένα ξεχωριστό είδος που δεν έχει την όμοιά της από όλα τα είδη πέρδικας στον κόσμο όλο.
Εκείνο το όμορφο και καταξάστερο μάτι της γυρίζει ζερβά δεξιά σαν να βιγλίζει Ανατολή και Δύση. Τα μάτια της και κείνο το φρύδι της με το γιορδάνι μας λέει ό Γρανίτσας αποτελούν «αριστουργήματα συνθέσεως φωτός και χρώματος».
Σπίθες πετούν τα μάτια της και βλέπουν ζερβά, δεξιά, πίσω και μπρος φοράει λέει ό λαός τα «τηρογιάλια» και τηράει ανήσυχα προς όλες τις πλευρές. Μα κείνο το περπάτημά της; ο ίδιος ο Γρανίτσας λέει «εάν ιδήτε πέρδικα να περπατεί θα ομολογήσετε ότι πλέον αρμονικό, ρυθμικό, ευφρόσυνο περπάτημα είναι αδύνατον να έχουν και αυτοί οι άγγελοι».
Ο άνθρωπος δε βρίσκει λόγια να εξυμνήσει τη χάρη της και την ομορφιά της. Είναι το Δημοτικότερο και άγαπητότερο πουλί μα και πολύ κοινωνικό δεν του αρέσει η μοναξιά και ζει κοπαδιαστά και όταν περπατάει δεν ξέρεις αν περπατάει ή πετάει, τόση είναι η σβελτάδα του.
Το Δημοτικό τραγούδι πολυτραγούδησε την πέρδικα με τις ομορφιές της, κι ακόμη και τη φωλιά της «Απάνω στην τριανταφυλλιά που φτιάνει η πέρδικα φωλιά, με σύρματα και φλουριά και με σαρανταπέντ’ αυγά. Κι’ αναταράχθ’ η πέρδικα και πέσαν τα τριαντάφυλλα. Το μάθαν κι οι αρχόντισσες και παν να μαζέψουν, να φτιάσουν άνθινο νερό να λούσουν νύφη και γαμπρό».
Τούτο δεν είναι αλήθεια, τη φωλιά της τη φτιάνει στα ριζώματα στο χώμα, μα ο λαϊκός τραγουδιστής θέλει όλο και πιο πολύ να την παινέψει και την παινεύει ποιητική αδεία.
Αγαπάει τις πλαγιές, τις δροσιές και τα χορτάρια όπως μας λέει το τραγούδι «ήμουν ψηλά στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια» της αρέσουν πολύ και τα σταφύλια «έτρωγα το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Όπως ο κούκος έχει το κουκοστάφυλο για ειδική τροφή του έτσι και η πέρδικα έχει και την ξέχωρη τροφή της το περδικοτρίφυλλο, με κείνα τα μωβ σποράκια που πήρε και τ’ όνομά της. Αλλά και τι δεν τρώει η πέρδικα, όλα τα σπόρια και τα δημητριακά τα σιτοκάλαμπα και τα ρημάζει. Και δεν τη νοιάζει μήπως βαρυστομαχιάσει, τρώει στουρναροχάλι καλαγαρίζει τη φωνή της και έπειτα τα στέλνει στο στομάχι της για να χωνέψει καλύτερα.
Δεν ξέρω αν συμφωνούν οι στομαχολόγοι γιατροί, μα κι αν δεν συμφωνούν ο λαός το πιστεύει και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει γνώμη, πάντως στο στομάχι της βρίσκουμε πάντα χαλίκια.
Ξυπνάει με τα χαράματα και σημαίνει το πρωινό εγερτήριο, σαλπιγκτής ο Κώτσος (σ.σ. αρσενική, ενήλικη πέρδικα) και έπειτα ακολουθεί συναυλία που φέρνει συγκίνηση στους κυνηγούς και στους ξοχίτες.
T’ όνομα της το πήραν οι περδικόβρυσες και τα περδικοτσίμαρα. Δεν υπάρχει βουνό χωρίς περδικόβρυσες. Το πέταγμά της από τις πλαγιές και τα περδικοτσίμαρα μοιάζει με επίθεση ιππικού και τάγματος Τσολιάδων, είναι τόσο άξαφνο και θορυβώδες που τρόμαξε κι αυτός ο ατρόμητος Κατσαντώνης. Το πέταγμά τους μοιάζει με σχηματισμό σμήνους αεροπλάνων.
Δε είναι τόσο γλυκιά η μελωδία της Πέρδικας, μα είναι εξαιρετικά ρυθμικό, ο λαός όμως τη συμπάθησε τόσο πολύ που τη λέει αηδονολαλούσα. Μας το λέει και δω το Δημοτικό τραγούδι για τον αετό που τόσο την κυνηγάει: «Κάλλιο να φας αετέ τα νύχια σου τα κλαδοπόδαρά σου, παρά να φας την πέρδικα την αηδονολαλούσα, που στην Ανατολή λαλεί κι’ ακούγεται στη Δύση».
Δεν διακρίνεται μόνο για την ομορφιά της, άλλά και για τη νοστιμιά της. Το Δημοτικό τραγούδι που τίποτε δεν παραλείπει να τραγουδήσει και δω η ερωτευμένη νέα την ψητή πέρδικα θέλει να προσφέρει στον αγαπημένο της «απόψε μαυρομάτα μου με σένα θέλα μείνω. Κι’ αν απομείνεις ξένε μου τι θέλε να μου κάνεις, έχω ψαράκια στο νταβά και Πέρδικα ψημένη».
Είναι πολύ κοκέτα «ανάμεσα στα μάτια της έχει τα τηρογιάλια» για να κοιτάει την ομορφιά της και την κορμοστασιά της, αληθινή βασίλισσα του βουνού «για ιδές την πέρδικα πώς περπατεί λεβέντικα». Όλη τη μέρα πετάει και γυρίζει εδώ και κει παίρνει και ένα και δυο αμμόλουτρα μα είναι πάντα πεντακάθαρη.
Όλοι στην πέρδικα θέλουν να μοιάσει η καλή τους για τη μητρική της τρυφερότητα και στοργή, «τήρα μη μοιάσεις του λαγού όπου γεννάει κι’ αρνιέται, μοιάσε της Πετροπέρδικας τής αηδονολαλούσας που κάνει δέκα οχτώ πουλιά κανένα δεν αρνιέται. Κι’ αν πέσει άετος και πάρει έν’ άπ’ τα πουλιά της κάνει καιρούς να πιει νερό χρόνους να κελαηδήσει».
Απίστευτο είναι κείνο το σκόρπισμα που κάνουν τα μικρά της στο ειδικό κράξιμο της μάνας. Λές και τα κατάπιε η γης κι ας ήταν μπροστά στα μάτια σου, αναποδογυρίζουν και παίρνουν το χρώμα της γης και ούτε που διακρίνονται.
Στοργικό πουλί η πέρδικα θυσιάζεται για τα μικρά της, ανήσυχη ως που να τα μεγαλώσει μάς το λέει ο ποιητής Ζαλοκώστας «απάνω από το κοτρόνι επισκοπεί, παρακολουθεί και συμβουλεύει τα μικρά της και πότε τους γλυκομιλεί και πότε τα μαλώνει. Άκου της μάνας τη λαλιά κι’ ανέβα στο λιθάρι γιατ’ η καρδιά μου λαχταρά αγαπητό παιδί μου».
Είναι εξίσου και στοργική σύζυγος και το Δημοτικό τραγούδι όπως πάντα ταυτίζει και παρομοιάζει τα πουλιά με τους ανθρώπους· «Σαν περδικούλα χλίβεται σαν το παπί μαδιέται» εδώ παρουσιάζει το τραγούδι τη γυναίκα του Λουκά Καλιακούδα όταν το θάνατο του άντρα της στη μάχη της Γραβολίμνης.
Πιστός σύζυγος η πέρδικα και σύντροφος, δεν ξέρει τι θα πει συζυγική απιστία και σαν χάσει το ταίρι της αρνιέται να ταιριάσει. Δείχνει την αγάπη της Αλκυόνης προς τον Κύηκα, δεν αποχωρίζεται το σύντροφό της, άγνωστο γι’ αυτή το διαζύγιο και ή ασυμφωνία χαρακτήρος. Μαθήματα ηθικής συμπεριφοράς και αγάπης που λείπουν από τον άνθρωπο μάς τα δίνουν τα πουλιά.
Έκείνο το λυγερό περπάτημά της κι η κορμοστασιά της, εκείνη η φτερωτή της πανοπλία «π’ έχει τα νύχια κόκκινα και τα φτερά γραμμένα», το διαπεραστικό της μάτι και κείνο το στήθος της σαγήνεψαν τους ερωτευμένους κι αποκαλούν αγαπημένες τους Περδικόστηθες και Περδικομάτες.
Και διαλαλητής της ομορφιάς, της χαράς και της λύπης, της αγάπης γίνεται, μόνο σκλάβα δε γίνεται, ούτε ζει ούτε τραγουδάει αν δεν είναι ελεύθερη.
Δεν είναι κανένας λέει ό Γρανίτσας που να τραγούδησε την καλή του και να μην την πει περδικομάτα, όπως και όλοι οι εραστές ανακάλυψαν ότι όλες είναι περδικόστηθες οι αγαπημένες τους.
Κι’ ακόμα όταν δεν ανταποκρίνεται στον έρωτα του και τότε πέρδικα την αποκαλεί και την παρακαλεί «Τρικαλινή μου Πέρδικα και Λαρισινή Τρυγόνα, σ’ όλον τον κόσμο ήμερη σε μένα στέκεις άγρια».
Που έγινε γάμος, χαρά και πανηγύρι και δεν τραγουδήθηκε προνομιακά αυτός ο σύντροφος της ερημιάς. Και δεν είναι μόνο προσωποποίηση της ομορφιάς άλλά και της εξυπνάδας «όσο για την εξυπνάδα της φθάνει νά ιδεί κανείς πως πάλλουν τα μάτια της για να την εκτιμήσει» γράφει ό Λυκούδης.
Όλες αυτές οι χάρες, οι αρετές και ομορφιές την έκαμαν βασίλισσα των Βουνών.
Δεν τη βρίσκουμε μόνο στα τραγούδια της χαράς και της λύπης ή του γάμου και της ξενιτιάς. O άνθρωπος την αγάπησε, έζησε μαζί της και τη θέλει για συντροφιά της ερημιάς «κείνος που δεν τού ΄τυχε δεν το καταλαβαίνει, τ’ είναι η φωνή ενός πουλιού στην ερημιά ακουσμένη» λέει ό ποιητής· και πιο πολύ ένιωσε την ανάγκη της ο Κλεφταρματωλός γι’ αυτό ζητάει «να με κοιμίζουν πέρδικες να με ξυπνούν τ’ άηδόνια».
Μεγάλη οικειότητα είχε ο λαός και κλεφταρματωλός με την πέρδικα, κι αυτήν ρωτάει ο λαός να την πληροφορήσει πώς πολεμούν οι κλέφτες και καπεταναίοι. «Νάμουν μιά πετροπέρδικα στα πλάγια του Πετρίλου, ν’ άκουρμαστώ πως πολεμούν οι κλέφτες κι οι αρματολοί κι’ ο Γιάννης Μπουκοβάλας».
Την πετροπέρδικα ρωτάει ο λαός γιατί είναι λυπημένη μετά τη μάχη στο Σαρακηνό της Μακρινίτσας, «για πες μου πετροπέρδικα γιατ’ είσαι λυπημένη» και κείνη απαντάει «γιατί γυναίκες χήρεψαν μανάδες ορφανέψαν». Δεν είναι στις συνήθειες της πέρδικας σαν είναι λυπημένη να τραγουδάει, σωπαίνει κι αν τραγουδήσει «πικρά το λέει μια πέρδικα πικρά φαρμακωμένα. Πικρά τραγούδησε και για το θάνατο τού Κατσαντώνη». «Πικρά το λέει μια πέρδικα στ’ Άντώνη το κεφάλι».
Δε συμπονούν μόνο τα πουλιά την κλεφτουριά και πιο πολύ ο παντοτινός της σύντροφος η πέρδικα, άλλά και κατασκοπεύουν τον εχθρό, όπως όταν βγήκε Τούρκικη παγανιά για τον Λεπενιώτη «… συχνολαλεί μια πέρδικα συχνολαλεί και λέει. Βγήκε Μουχτάρης παγανιά γι’ αυτόν τον Λεπενιώτη κι’ ο Λεπενιώτης άρρωστος στο χέρι λαβωμένος». Κλέφτες και πουλιά τραγούδησαν μαζί τον πόθο της λευτεριάς.
Πλάι-πλάι με τους πολεμιστές στέκουν οι πετροπέρδικες, χαίρονται μαζί τους και λυπούνται σα δε μπορούν να φέρουν τα μαντάτα από την κλεφτουριά του Μωρηά στη Ρούμελη και κλαίνε και μοιρολογούν σαν άνθρωποι όπως τους θέλει ο λαός μ’ ανθρώπινη λαλιά «μια περδικούλα του Μωρηά να ταξιδέψει δε μπορεί πέρα για να περάσει, να πάει χαμπέρι των κλεφτών».
Δεν είχε όπλο η πέρδικα να συμπαρασταθεί στον πόλεμο, συμπαραστάθηκε όμως με τη λαλιά της και τη συντροφιά της. Μ’ αυτή τη λαλιά τραγούδησε χαρούμενα άλλά και λυπητερά «κλαίω για την κλεφτουριά, για τους καπεταναίους, που τους χαλάει ο Αλή πασάς ‘ς τα Γιάννενα, ‘ς τη λίμνη». Και άλλοτε πάλι φέρνει στο λαό μαντάτα «είδα μαυρίλα από τουρκιά με κόκκινα μπαϊράκια· είδα τους Τούρκους να χυμούν με λύσσα σαν γεράκια». Μ’ αυτή την πέρδικα και με το γλυκόλαλο αηδόνι παρομοιάζει ο λαός ότι αγαπητό έχει στον επίγειο τούτον κόσμο. Και μεις οι Νεοέλληνες για ανταμοιβή την ξεκληρίσαμε από τα ελληνικά βουνά.
ΖΑΧΟΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ ΝΕΑ, Ιανουάριος 1980 – Αρ. τεύχους 581
ΠΗΓΗ: https://dasarxeio.com/2019/10/20/71912/