Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Ρόμπερτ Μακέιμπ:

 Αγάπησα μια άλλη Ελλάδα, που χάνεται
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ
Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH
Η ζωή παίρνει μερικές αποφάσεις ερήμην μας. Και στην περίπτωση του τότε εικοσαετούς Αμερικανού Ρόμπερτ Μακέιμπ, που ήρθε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με μια Rolleiflex κρεμασμένη στον λαιμό, το ταξίδι δεν κράτησε δέκα ημέρες, όπως είχε προγραμματίσει. Ούτε διήρκεσε ολόκληρο εκείνο το καλοκαίρι, τελικά. Εξήντα συναπτά χρόνια μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και τη χώρα που αγάπησε με πάθος.
Καθισμένος απέναντί μου σε ένα καφέ στην Πλάκα, σκέφτομαι πως είναι λάθος να τον αποκαλούν φιλέλληνα. Η αλήθεια είναι ότι η ψυχική του σύνδεση με τον τόπο μας είναι τόσο ριζωμένη, που είναι απλώς ένας «Ελληνας» που γεννήθηκε αλλού. Βέβαια, όπως συμβαίνει στους παράφορους έρωτες, ο Ρόμπερτ Μακέιμπ αναγκάστηκε να πληρώσει τίμημα βαρύ. Πρωτογνώρισε και φωτογράφησε τα νησιά και την ενδοχώρα μας, πολύ πριν από την έλευση του μαζικού τουρισμού. Εστρεψε τον φακό του στους απλούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου που ζούσαν ακόμα στην παρθένα φύση. Κοινότητες και χωριά που διατηρούσαν την πατρογονική γνώση της παραδοσιακής γεωργίας, της αλιείας, των δεσμών οικογένειας και ενός εσωτερικού σεβασμού προς τον ξένο, που ήταν χιλιάδες χρόνια παλιός, ίδιος με αυτόν που εμφύτευσε στην ελληνική ψυχή ο Ξένιος Δίας.
Αργότερα, ο φωτογράφος βίωσε την καταστροφική αλλαγή, που οδήγησε την Ελλάδα σε μεγαλύτερο ΑΕΠ και πολύ «φτωχότερους» κατοίκους. Μονοπάτια ασφαλτοστρώθηκαν, παραλίες τσιμεντώθηκαν, η δόμηση κατάπιε ολόκληρα βουνά και τα rooms to let εξαΰλωσαν την ομηρική φιλοξενία. Μια πορεία ανεπίστροφη, που ίσως να μπορούσε να είχε γίνει μέσα από άλλες διακλαδώσεις. Ο Ρόμπερτ Μακέιμπ περισσότερο από κάθε άλλον αποτύπωσε για πάντα την Ελλάδα της στέρησης που είχε όνειρα για το μέλλον, μια ακατάβλητη πίστη ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Μια χώρα με «ξυπόλυτη» αξιοπρέπεια που βάδιζε προς τα μπροστά με βήμα ταχύ. Μήπως έφταιξε η μεγάλη μας ανέχεια που μας ώθησε συλλογικά να καλύψουμε το τραύμα της φτώχειας με αλόγιστη ανάπτυξη; τον ρωτώ στην αρχή της κουβέντας μας.
«Ενδεχομένως να είναι έτσι» απαντά. «Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Θέλοντας να ευχαριστήσω έναν εστιάτορα, του οποίου είμαι χρόνια πιστός πελάτης, αποφάσισα να του κάνω δώρο μία αφίσα από μια έκθεση που είχε φωτογραφίες μου από την Κίνα και την Ελλάδα. Φιγουράριζαν από την μια, κάτι καλοντυμένα Κινεζάκια και από την άλλη, δύο ηλιοκαμένα, κουρεμένα –με την ψιλή– Ελληνόπουλα του ’50, που ήταν ευτυχή, χαμογελαστά, αλλά ξυπόλητα. Ο φίλος μου αντέδρασε: «“Δεν μπορούμε να το βάλουμε στον τοίχο μας αυτό. Κοίτα τα παιδιά που δεν έχουν παπούτσια..."» λέει στην «Κ».
Το παρθενικό ταξίδι
Πώς να ήταν άραγε το παρθενικό του ταξίδι στα μέρη μας, κάτι που πρέπει να έχει εντυπωθεί μέσα του με μεγάλη ενάργεια; «Θυμάμαι το 1954, όταν ήρθα πρώτη φορά εδώ» μου λέει. «Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κανένα σχέδιο να σας επισκεφθώ, αλλά σκόπευα να περάσω το καλοκαίρι στην Αμερική. Ομως ο αδελφός μου που θα ερχόταν στην Ελλάδα για να δει έναν φίλο του, κατάφερε να μου βρει ένα τόσο φθηνό εισιτήριο που πείστηκα να τον συνοδεύσω με το πλοίο μέχρι το λιμάνι της Χάβρης και από εκεί με τρένο στη Βενετία και ύστερα με πλοίο για τον Πειραιά. Ηταν το βαπόρι “Αχιλλεύς” που είχε ναυπηγηθεί από τους Ιταλούς ως μέρος της πολεμικής αποζημίωσης προς τη χώρα σας. Περάσαμε από την Κέρκυρα και ύστερα από τον Ισθμό με προορισμό την Αθήνα. Πήγα κατευθείαν στην Ακρόπολη, όπως καταλαβαίνετε. Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση μόλις πάτησα το πόδι μου στην πρωτεύουσα είναι ότι οι δρόμοι δεν είχαν σηματοδότες. Τα ιδιωτικά αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και κυκλοφορούσαν περισσότερο φορτηγά και λεωφορεία. Για να περάσεις απέναντι έπρεπε να περιμένεις να μαζευτεί ένας ικανός αριθμός πεζών στο πεζοδρόμιο για να αποτολμήσουν όλοι μαζί να διακόψουν τη ροή» λέει ο Ρόμπερτ Μακέιμπ, που έχει παραγγείλει τσάι.
Συνεχίζει: «Η Αθήνα τότε δεν είχε εξάπλωση εμπορικών καταστημάτων. Ολες οι γειτονιές ήταν προορισμένες για κατοικίες με ορισμένα μπακάλικα για τα χρειώδη και μόνο στο κέντρο μπορούσες να κατεβείς για ψώνια. Ο κόσμος δεν είχε μεγάλη επαφή με τους ξένους, διότι οι τελευταίοι σπάνιζαν. Συνεπώς, το να είσαι από κάποια χώρα του εξωτερικού ξυπνούσε στους Ελληνες μεγάλη περιέργεια. Αυτοί που μίλαγαν μια ξένη γλώσσα ήταν, πάντως, γαλλόφωνοι. Ηταν μια εποχή όπου οι τουρίστες πρέπει να μην ξεπερνούσαν τις 180.000, ενώ σήμερα έχουν φθάσει τα 26 εκατομμύρια».
Το «αύριο» έγινε «souvenir» στην ταβέρνα της Σαντορίνης
Τι ήταν αυτό που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον Ρόμπερτ Μακέιμπ τότε; «Η φιλοξενία προς τον ξένο ήταν κάτι το εξαιρετικό: οι Ελληνες φέρονταν στον επισκέπτη σαν να ήταν το τιμώμενο μέλος της οικογένειάς τους». Και συνεχίζει: «Θα σας διηγηθώ το δικό μου παράδειγμα, όταν πήγα στην Ιο, μαζί με έναν φίλο που ήταν ο οικογενειακός μας γιατρός στη Νέα Υόρκη. Ο δήμαρχος του νησιού, του παραχώρησε το κρεβάτι του και κοιμήθηκε στο πάτωμα, σαν να ήταν το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο. Για τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν τρελό. Στη Σαντορίνη, ένα ακόμα παράδειγμα από το 1963: Την επισκεφθήκαμε παρέα με τον γιατρό που σας έλεγα. Οσες ημέρες μείναμε εκεί, τρώγαμε πρωί - βράδυ στη μοναδική ταβέρνα του νησιού, στον Λουκά στα Φηρά. Ηταν ένας πρόσχαρος, φτωχός άνθρωπος. Μετά από κάθε γεύμα πηγαίναμε να πληρώσουμε τον λογαριασμό για την παρέα μας, που ήταν συνολικά πέντε άτομα. Μας έλεγε πάντα “Αύριο”. Την τελευταία ημέρα πια, όταν πήγα να κλείσω τον λογαριασμό, αρνήθηκε να πάρει χρήματα και μου είπε με τις λιγοστές ξένες λέξεις που ήξερε. Μας είπε “ Souvenir”. Ηθελε να φύγουμε από το νησί και να τον θυμόμαστε. Και η αλήθεια είναι ότι τον θυμάμαι ακόμα...».
Αν στο πρώτο του ταξίδι η Αθήνα δεν είχε πολλά αυτοκίνητα, τότε πώς ήταν τα νησιά μας;
«Θα σας πω για τις Κυκλάδες. Κάθε νησάκι όπου πήγα ήταν ένας διαφορετικός μικρόκοσμος, διότι δεν υπήρχαν φέριμποτ παρά μόνον καΐκια. Αυτό σήμαινε πρακτικά ότι τα μέρη αυτά είχαν κρατήσει δικά τους ήθη και έθιμα, συνήθειες και πρακτικές, παρά το ότι η πιο μακρινή στεριά απείχε ελάχιστα ναυτικά μίλια. Οι γυναίκες φτιάχναν άλλα κεντήματα, είχαν άλλα τραγούδια και ποιήματα, οι εργάτες είχαν άλλον τρόπο που έκαναν τις ξερολιθιές. Την εποχή εκείνη μπορούσες να κοιτάξεις μία μάντρα ή έναν τοίχο και να καταλάβεις σε ποιο νησί είσαι. Σήμερα οι τοίχοι και οι μάντρες έχουν ομοιομορφία, διότι η τέχνη έχει ξεχαστεί και τα φτιάχνουν όλα ίδια οι μετανάστες από την Αλβανία που είναι καλοί πετράδες». «Ορισμένες φορές», συνεχίζει, «όταν ένα μέρος ήταν δύσβατο και η πρόσβαση πολύ δύσκολη, τότε έβλεπες διαφορές ανάμεσα στους απομονωμένους αυτούς κατοίκους και τους υπόλοιπους που ζούσαν λ.χ. στο λιμάνι. Ακόμα και στην Πάτμο το 1980 προσπαθούσα να πείσω έναν ξυλουργό που δεν είχε φύγει ποτέ από τη Χώρα να έρθει μέχρι το απομακρυσμένο σπίτι μου στην άλλη άκρη του νησιού για να μου κάνει μια εργασία. Η φύση ήταν κυριολεκτικά ανέγγιχτη, με μια απίστευτη ομορφιά. Ηταν άλλος κόσμος».
Είναι κρίμα να βλέπουμε στο μέλλον τα καΐκια μόνο σε φωτογραφίες
Σήμερα υπάρχει ακόμα η έννοια της φιλοξενίας; «Σαφέστατα. Παράλληλα με την εμπορευματοποίηση. Είναι ένα φυσικό παρεπόμενο στον καιρό μας» λέει. O Ρόμπερτ Μακέιμπ μιλάει σιγανά, σχεδόν εξομολογητικά.
Η αλήθεια είναι ότι έχει μάθει ελληνικά από την Ελληνίδα σύζυγό του Ντίνα, αλλά προτιμά πάντα τα αγγλικά.
Ζητάμε από τον μαγαζάτορα να μας φέρει κάτι να τσιμπήσουμε, αλλά μας ανακοινώνει ότι η κουζίνα ανοίγει αργότερα. Τελικά –ίσως με κάποια υπολείμματα φιλοτίμου και από την έκφραση της απογοήτευσής μας– επιστρέφει έπειτα από λίγο: «Θα σας φτιάξω τυροπιτάκια, αν έχετε λιγάκι υπομονή» μας λέει. Καθόμαστε μέσα, τα παράθυρα είναι ανοιχτά και η κουρτίνα μπαινοβγαίνει μέσα έξω από τον αέρα, «χαϊδεύοντας» τα γλαστράκια με τους φουντωμένους βασιλικούς. Στον αέρα ξεχύνεται μια ευωδιά. Να μια κλασική ελληνική εικόνα, σκέφτομαι από μέσα μου.
Αναρωτιέμαι πόσες τέτοιες εικόνες από το παρελθόν, ζουν μόνο στις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Μακέιμπ. «Ηταν μια άλλη εποχή» ξαναλέει ο φωτογράφος με έναν τόνο νοσταλγίας. «Μπορώ να διηγηθώ μια σκηνή, που μας γυρίζει πίσω στον χρόνο» λέει. «Εκεί στη Σαντορίνη, στον Λουκά, ήμουν παρών όταν έγινε, από το τοπικό γραφείο του ΟΤΕ βέβαια, το πρώτο τηλεφώνημα στην Αμερική. Ξέσπασε τέτοιος ενθουσιασμός που ο ταβερνιάρης μας έφερε σε όλους να πιούμε ούζο για να το γιορτάσουμε μαζί με τους υπαλλήλους. Μην νομίζετε ότι και για να τηλεφωνήσεις στην Αθήνα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες που άνοιγε η επικοινωνία. Μπορώ να ανακαλέσω ακόμα και τη Μύκονο στη δεκαετία του ’50 με μετρημένους στα δάχτυλα επισκέπτες. Εγραψα ένα γράμμα στους δικούς μου στην Αμερική: ελάτε να δείτε αυτό το μέρος ακόμα και αν χρειαστεί να κάνετε χιλιάδες μίλια. Η ομορφιά της θάλασσας, της αρχιτεκτονικής και των ανθρώπων είναι κάτι το μοναδικό». Θεωρώ απίστευτα τυχερό τον εαυτό μου που τα πρόλαβα όλα αυτά σε άλλη εποχή. Τώρα πηγαίνω καμιά φορά στη Μύκονο καλεσμένος σε γάμους και δεν μπορώ να την αναγνωρίσω» συμπληρώνει.
«Παρατήρησα την πρόοδο να έρχεται σιγά σιγά. Μέχρι και τη δεκαετία του ’60 είχε κανείς την αίσθηση ότι τα πράγματα δεν θα άλλαζαν τόσο ραγδαία. Με τις τακτικές γραμμές των καραβιών και την αύξηση του μαζικού τουρισμού, η Ελλάδα μεταμορφώθηκε. Χάθηκε η ισορροπία μεταξύ της φύσης και του ανθρώπου, δηλαδή του αριθμού των κατοίκων, των δομημένων περιοχών και των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Η γεωργία και η κτηνοτροφία υποχώρησαν μπροστά στον τουρισμό. Για να είμαι ειλικρινής, κατανοώ ότι η κατάσταση που περιγράφω με ρομαντικά χρώματα είχε και πολλά προβλήματα. Ολα αυτά τα νησιά που σας είπα είχαν ερημώσει από τη μετανάστευση στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Οι μισοί Κυθήριοι λ.χ. είχαν πάει στην Αυστραλία. Ο κόσμος δεν μπορούσε να συντηρήσει τα σπίτια, διότι δεν υπήρχαν χρήματα. Οι άνθρωποι περίμεναν τα εμβάσματα για να επιβιώσουν. Η ζωή δεν ήταν εύκολη, ήταν ένας αγώνας καθημερινός».
Εναλλακτική οδός
Τον ρωτώ αν υπήρξε, κατά τη γνώμη του, μια εναλλακτική οδός για την ανάπτυξη που θα μπορούσε να είχαμε ακολουθήσει τότε. «Δεν νομίζω» μου απαντά με ευθύτητα. «Το εύκολο χρήμα του τουρισμού ήταν μια άμεση λύση σε επείγοντα προβλήματα και ο λόγος για τον οποίον τα νησιά κράτησαν τον πληθυσμό που φυλλορροούσε. Και αν τότε δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, νομίζω ότι σήμερα τουλάχιστον, που υπάρχει η πικρή πείρα της Ισπανίας και της καταστροφής των ακτών της, χρειάζεται μια προσεκτική πολιτική για να διατηρήσετε την ομορφιά που υπάρχει ακόμα στη χώρα».
Και η κρίση; Τι ρόλο θα παίξει τελικά στην εικόνα που έχουν σήμερα τα νησιά; «Πιστεύω ότι ένα από τα καλά που έχω δει είναι πως η γεωργία είχε εξαφανιστεί στα νησιά και τώρα φαίνεται ότι γίνονται προσπάθειες να ξανακαλλιεργηθούν εκτάσεις. Με τη ζήτηση που υπάρχει για τοπικά προϊόντα σίγουρα θα είναι μια σοφή επιλογή. Το πρόβλημα είναι το ζήτημα του νερού, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του διοχετεύεται προς τις ανάγκες του τουρισμού και όχι των αγροτών. Με αυτό θέλω να πω ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε ορισμένα πράγματα».
Μία από τις πρόσφατες εκθέσεις του Ρόμπερτ Μακέιμπ έγινε στην γκαλερί Citronne του Πόρου και συγκέντρωσε φωτογραφίες του της περιόδου 1954 -1964 με τα πλεούμενα του Αιγαίου: «Αισθάνομαι τεράστια θλίψη όταν βλέπω ότι πολλά από αυτά τα καταπληκτικά σκαριά που κάποτε έπλεαν όλο χάρη και ήταν ειδικά φτιαγμένα για να αντέχουν το κύμα στις ελληνικές θάλασσες να έχουν εξαφανιστεί. Τα τελευταία που έχουν απομείνει καταστρέφονται με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που δίνει τις επιδοτήσεις σε όσους αλιείς παραδώσουν την άδεια και σπάσουν το σκάφος τους. Μακάρι να βρεθεί γρήγορα μια λύση, γιατί είναι πραγματικά κρίμα να τα αντικρίζουμε στο μέλλον μόνο μέσα από φωτογραφίες. Είναι ένα κομμάτι της ελληνικής ψυχής» λέει ο Αμερικανός φωτογράφος.
Η συνάντηση
Συναντηθήκαμε ένα πρωί στο «Καφενείο», στην οδό Επιχάρμου 1 στην Πλάκα. Πήραμε καφέ, τσάι και ένα πιάτο με πολύ νόστιμα τηγανητά τυροπιτάκια, διότι η κουζίνα δεν είχε ανοίξει ακόμη. Λογαριασμός 11 ευρώ.
Oι σταθμοί του
1934
Γεννιέται στο Σικάγο.

1940
Ο πατέρας του του χαρίζει την πρώτη του φωτογραφική μηχανή.

1954
Πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, σταματώντας και στην Ελλάδα.

1957
Το National Geographic του αναθέτει να κάνει μια ενότητα φωτογραφιών για τα ελληνικά νησιά.

1959
Φωτογραφίζει την Ανταρκτική.

1967
Παρουσιάζει δουλειά του στην Olympic Gallery στη Νέα Υόρκη υπό την αιγίδα του Σπύρου Σκούρα.

1979
Εκδίδεται το βιβλίο του με τίτλο «Metamorphosis».

1998
Φωτογραφίζει την Αβάνα.

2007
Εκδίδει βιβλίο με τις λήψεις του ’50 (εκδ. Πατάκη).

2012
Εκθέτει τις λήψεις του από την Κίνα και εκδίδει βιβλίο με αυτήν την ενότητα.

2014
Εκδίδεται το βιβλίο του με φωτογραφίες των Μυκηνών του 1954 (εκδ. Πατάκη).
ΠΗΓΗ:http://www.kathimerini.gr/

Το μάθημα των Θρησκευτικών



Η αλήθεια είναι…
Έωλα και σαθρά τα επιχειρήματα - προφάσεις
του ιδεολογικού πολέμου του Υπουργείου Παιδείας κατά του μαθήματος των Θρησκευτικών

Ας ξεκαθαρίσουμε ορισμένες λανθασμένες ερμηνείες και παρερμηνείες που υπάρχουν γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών.
1. Είναι απόλυτα λάθος η αφοριστική διατύπωση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών είναι «κατηχητικό».
Η αλήθεια είναι ότι είναι κατά βάση Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή με επιπρόσθετες ενότητες και στοιχεία από τις χριστιανικές ομολογίες και τις θρησκείες σε κάθε βιβλίο κάθε σχολικής τάξης (στη Β΄ Λυκείου το μάθημα είναι καθαρά θρησκειολογικό).
2. Είναι απόλυτα λάθος η συμπερασματική διαπίστωση ότι το μάθημα των Θρησκευτικών που διδάσκεται τόσα χρόνια σε όλες σχεδόν τις τάξεις του ελληνικού σχολείου, δεν έχει αποτελέσματα επειδή δεν πετυχαίνει να κάνει τους μαθητές χριστιανούς, διότι η αλήθεια είναι ότι:
α) Ο στόχος του μαθήματος είναι να προσφέρει πνευματικούς προβληματισμούς ως προς τις δυνατότητες που έχει η χριστιανική πίστη να ανακαινίζει και να εντάσσει τη ζωή στο πλαίσιο της αγάπης και δι΄ αυτής στην προοπτική της αιωνιότητας. Αν κάποιοι (πολλοί ή λίγοι) μαθητές/τριες υιοθετήσουν την εν Χριστώ ζωή, τώρα ή αργότερα, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και όχι μόνον από τη διδασκαλία του μαθήματος.
β) Ακριβώς, επειδή δεν είναι «κατηχητικό» μάθημα και δεν έχει στόχο να επιβάλλει σε κανέναν τίποτε,  απευθύνεται στην ελευθερία του μαθητή/τριας και δεν είναι δυνατό, όπως και σε κάθε άλλο μάθημα, να υπολογίζει ή να μετρά κανείς τα αποτελέσματα, εξετάζοντας με εντελώς εξωτερικά και ηθικιστικά κριτήρια το αν και κατά πόσον γίνονται οι μαθητές χριστιανοί. Το μάθημα έχει πνευματικό χαρακτήρα, το δε θέμα της οντολογικής βελτίωσης του/της μαθητή/τριας είναι εντελώς πνευματικό και ποιοτικό και επομένως δεν χωράνε ποσοτικές μεζούρες και επιφανειακά κριτήρια αποτελεσματικότητας, όπως αυτά που χρησιμοποιούν όσοι επικαλούνται αυτήν την αιτιολογία για να δυσφημίσουν το μάθημα.
γ) Ως  ένα  μάθημα του ελληνικού σχολείου, το μάθημα των Θρησκευτικών πετυχαίνει ό, τι… και τα άλλα μαθήματα (τα Αρχαία, η Γλωσσική διδασκαλία, η Κοινωνιολογία, η Αγωγή του Πολίτη, η Ιστορία, η Γεωγραφία, κ.α.)! Αυτό, επομένως, είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά τον τρόπο και τη φιλοσοφία που μαθαίνουν στο σχολείο τα παιδιά. Μήπως, αν δεν μαθαίνουν οι μαθητές/τριες ορθογραφία ή συντακτικό ή ιστορία δεν ευθύνεται το περιεχόμενο των μαθημάτων αυτών, όσο μάλλον η παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία τους και οι διδάσκοντές τους και μήπως σε αυτήν την κατεύθυνση θα έπρεπε να εστιάσουμε την προσοχή μας και στο μάθημα των Θρησκευτικών και όχι στο περιεχόμενό του;
3.  Είναι απόλυτα λάθος η τοποθέτηση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να αλλάξει, διότι η ελληνική κοινωνία είναι πλέον κατά βάση πολυπολιτισμική.
Η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία δεν έχει γίνει ούτε θα γίνει πολυπολιτισμική επειδή υπάρχουν εντός της κάποιοι μετανάστες. Αυτός ο λανθασμένος ορισμός της πολυπολιτισμικότητας απέτυχε. Είναι επίσης, αλήθεια ότι μέχρι στιγμής ένας και μοναδικός και κυρίαρχος πολιτισμός υπάρχει στην Ελλάδα, ο ελληνορθόδοξος (ας μας υποδείξουν όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, ποιους άλλους πολιτισμούς συναντούν εκείνοι στον ελλαδικό χώρο). Είναι αλήθεια ακόμη, ότι σχεδόν όλοι οι μετανάστες – λαθρομετανάστες – πρόσφυγες και λοιποί αλλοεθνείς και αλλόδοξοι μαθητές που ζουν στη χώρα μας, δέχονται και επιζητούν, με χαρά και πραγματική δίψα, να σπουδάσουν τον πολιτισμός μας. Δεν θα επέλεγαν εξάλλου τη χώρα μας με το συγκεκριμένο πολιτισμικό της επίπεδο, αν είχαν κάτι καλύτερο να διαλέξουν. Επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα και όχι να εγκατασταθούν για παράδειγμα στις ομόδοξές τους πλούσιες μάλιστα χώρες της Αραβικής χερσονήσου.
4. Είναι απόλυτα λάθος η συλλογιστική ότι η ελληνική κοινωνία έχει παγκοσμιοποιηθεί και, συνεπώς, έχει γίνει άθρησκη, λαϊκή, κοσμική και άθεη, οπότε, κατ΄ επέκταση, και το μάθημα των Θρησκευτικών δεν έχει χώρο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, διότι η αλήθεια είναι ότι:
α) Ενώ πράγματι η ελληνική κοινωνία και η νεολαία της ειδικότερα, έχει δεχθεί και δέχεται μια αρκετά μεγάλης έκτασης επίδραση από τον εξαμερικανοποιημένο -  παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής (εξαιτίας του διαδικτύου, των πολυμέσων, των ΜΜΕ και γενικότερα της ευμάρειας που προσφέρει η εποχή μας και της διευκόλυνσης των επικοινωνιών μεταξύ ανθρώπων και λαών), τελικά, όμως η επίδραση αυτή δεν έχει καταφέρει να αλλοιώσει και να αλλάξει το DNA, τον υπαρκτικό πυρήνα του Έλληνα, ούτε τον ελληνικό τρόπο ζωής, στοιχεία που συνεχίζουν να  είναι άρρηκτα δεμένα με αυτό που καλούμε ελληνορθόδοξη παράδοση, την οποία το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο, έρχεται για να την αναδείξει και να τονίσει την ιδιαιτερότητα και το νόημά της για μια αληθινή ανθρώπινη και θεανθρώπινη ζωή. 
β) Υπάρχουν, βέβαια, όπως προαναφέραμε και αλλόδοξοι και άθεοι στη χώρα μας οι οποίοι όμως, οφείλουν να συμβιώσουν δημοκρατικά με τη βούληση της πλειονοψηφίας των πολιτών της χώρας όπου επέλεξαν να ζουν και τελικά να σέβονται τις συνταγματικές επιταγές της ελληνικής πολιτείας, οι οποίες υπάρχουν ακριβώς για να ορίζουν τις συντεταγμένες διαβίωσης μιας ευνομούμενης κοινωνίας  - πολιτείας και όχι να προσπαθούν να επιβάλλουν αυταρχικά, με διάφορα αντιδημοκρατικά μέσα τις αρχές τους στη συντριπτική πλειονοψηφία των ορθοδόξων.
5. Είναι απόλυτα λάθος η άποψη ότι δεν είναι δυνατόν με το νόμο να υποχρεώσουμε τα παιδιά να μάθουν την Ορθόδοξη Πίστη, διότι η αλήθεια είναι ότι:
α) Όλοι οφείλουν να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους, διαφορετικά, όταν ο καθένας ενεργεί κατά το δοκούν και κατά το συμφέρον του ή την ιδεολογία του, η ευνομούμενη πολιτεία μετατρέπεται σε αναρχική και εμπόλεμη ακολασία, με αποτέλεσμα ο βίος των πολιτών να γίνεται επισφαλής, ταραγμένος και ανήσυχος, με ότι αυτό, τελικά, μπορεί να συνεπάγεται γι΄ αυτή την πολιτεία και τους πολίτες της.
β) Είναι επίσης, αλήθεια ότι με την επίκληση των συνταγματικών επιταγών δεν υποχρεώνουμε τα παιδιά να αποδεχθούν με τη βία μια πίστη, αλλά πρώτιστα απευθυνόμαστε στους αρμόδιους κυβερνητικούς πολιτικούς και απαιτούμε από αυτούς να εφαρμόσουν πολιτικές στο χώρο της Παιδείας, που να απορρέουν όχι από τις προσωπικές ή τις κομματικές τους ιδεοληψίες, αλλά από την πιστή τήρηση των συνταγματικών υποχρεώσεων και της θελήσεως του ελληνικού λαού.
6. Είναι απόλυτα λάθος η θέση ότι δεν είναι δυνατόν επ΄ άπειρον με την επίκληση των νόμων να υποχρεώνουμε πολιτικούς, που δεν εμφορούνται από τα χριστιανικά ιδεώδη να εφαρμόσουν πολιτικές χριστιανικές, τη στιγμή, μάλιστα, που και πολλοί χριστιανοί  συμπολίτες μας αδιαφορούν ή και δεν δέχονται να συμπορευθούν με τις χριστιανικές αξίες διότι η αλήθεια είναι ότι:
α) Όντως, πολλοί πολιτικοί μας, από όλο το πολιτικό - κομματικό φάσμα και πολλοί χριστιανοί, επίσης, είναι άγευστοι της χριστιανικής αλήθειας και ζωής και ζουν πελαγοδρομώντας μέσα στους κοσμοπολίτικους ωκεανούς της εκκοσμίκευσης. Όμως, είναι εξ  ίσου αλήθεια ότι οφείλουμε όσοι πιστοί, και δόξα τω Θεώ υπάρχουν ακόμη πάρα πολλοί στην ελληνική επικράτεια, να αγωνιζόμαστε για τα αυτονόητα και να διακηρύττουμε και να ομολογούμε παντού, με δύναμη και παρρησία, την αλήθεια της πίστεως και τη δύναμη του Ευαγγελίου. Ο Χριστός είπε στους μαθητές του: «ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων» (Αυτό που ακούτε μυστικά στο αυτί, διαλαλήστε το σε όλους από τις ταράτσες) (Ματθ. 10, 27).
β) Είναι αλήθεια ότι αγωνιζόμαστε και οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και όταν, οι αδελφοί μας, κληρικοί και λαϊκοί, δεν αγωνίζονται, διότι προσωρινά μπορεί να είναι ολιγόπιστοι, ράθυμοι, κουρασμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι, δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι, αποτραβηγμένοι στα ίδια, συμφεροντολόγοι που δεν τολμούν να αντισταθούν στην πλημμυρίδα της αδιαφορίας και της αθεΐας ή πάλι, διότι κοιμίζουν τη συνείδησή τους ότι έπραξαν το καθήκον τους, εκφωνώντας έναν λόγο ή γράφοντας κάποια κείμενα, χωρίς, όμως, να έχουν ουσιαστικά διάθεση για ομόνοια, συναδέλφωση, αλληλεγγύη και συστράτευση σε έναν αγώνα διαρκείας με συγκεκριμένους στόχους, στρατηγική και τακτική.
γ) Είναι αλήθεια επίσης, ότι αγωνιζόμαστε και θα αγωνιζόμαστε με στρατηγική και τακτική και μάλιστα, με κάθε νόμιμο μέσο, με στόχο πάντα να είμαστε αποτελεσματικοί, έως ότου επιτρέψει ο Θεός, διότι, τελικά, το θέλημα Εκείνου θα τελεσθεί.
7. Είναι ακόμη, απόλυτα λάθος η πρόταση ότι τα νέα πιλοτικά Προγράμματα Σπουδών είναι η πεμπτουσία της ορθής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, διότι η αλήθεια είναι ότι:
α) Αν πράγματι εφαρμοσθούν τα νέα Προγράμματα Σπουδών, θα αλλάξει άρδην ο χαρακτήρας του μαθήματος στη χώρα μας, και αυτή η αλλαγή αυτόματα θα μετατρέψει το μάθημα σε μια κοινωνικο-πολιτικο-φιλοσοφικο-ανθρωπιστικού περιεχομένου πολυθρησκειακή φλυαρία, όπου ενδεχόμενα, ακόμη και η αναφορά στο όνομα του Χριστού να θεωρείται μη πολιτικά και διδακτικά ορθή ή, ακόμη, και μη νόμιμη, δυσκολεύοντας έτσι το έργο του διδάσκοντος και οδηγώντας τους μαθητές στη θρησκευτική σύγχυση και ουσιαστικά στην άρνηση της πίστης τους, στο μηδενισμό και στην αθεΐα.
Τελικά και οι υπέρμαχοι και οι πολέμιοι του μαθήματος των Θρησκευτικών, όλοι, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι νέοι ζητούν την αλήθεια, την οποία φαινομενικά, μέσα στην επαναστατικότητα της εφηβείας τους, μπορεί και να την απορρίψουν. Όμως είναι αλήθεια ότι διψούν και θέλουν την αλήθεια και πρέπει να ακούσουν την αλήθεια και οφείλουμε να τους δώσουμε αυτήν αλήθεια και ας την απορρίψουν προσωρινά. Εμείς θα έχουμε κάνει το χρέος μας απέναντι στα παιδιά μας. Θα έχουμε πραγματοποιήσει τη σπορά του ζωντανού και αγαπητικού λόγου της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παιδείας στις ψυχές των παιδιών και θα τους έχουμε προσφέρει μια ασφαλή παρακαταθήκη γεμάτη με πνευματικά και υπαρξιακά νοήματα για τη ζωή τους.
Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι τελικά, η Λυδία λίθος της επιβίωσής μας ως έθνους και οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε πριν ζήσουμε, ως λαός, λόγω της μη καλλιέργειας της πνευματικής μας ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας ανεπανόρθωτες απώλειες και τελικά, την ταπείνωση των δικών μας Καυδιανών δικράνων.

Του Παναγιώτη Τσαγκάρη
Γενικού Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)
ΠΗΓΗ: zoiforos@gmail.com

Ἡ Ρωμηοσύνη


«Ἡ Ρωμηοσύνη διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς, 
γιατί ἔχει τὸν ἡρωισμὸ καὶ τὴν ἁγιωσύνη, 
δηλαδὴ τὸ ρωμαίϊκο φιλότιμο 
τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό»
Εἰκόνα τοῦ «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ»
Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη» τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Ρωμανίδου 
Κατὰ παράκληση φίλων ἑτοίμασα γιὰ ἐκτύπωση αὐτὸ τὸ δοκίμιο χάρη ἐκείνων ποὺ συγκινοῦνται μὲ τὴν Ρωμηοσύνη μας, παρ' ὅλη τὴν ὀργανωμένη καὶ ἔντονη πλύση ἐγκεφάλου ποὺ δεχόμαστε γιὰ νὰ τὴν ἐγκαταλείψουμε καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσουμε μὲ τὸν Γραικισμό, τὸν ὁποῖο προσπαθοῦν οἱ Εὐρωπαῖοι νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα καὶ οἱ Ρῶσοι μετὰ τὴν Ἅλωση, ὅπως περιγράφουμε σὲ αὐτὸ τὸ δοκίμιο.
Αὐτὸ τὸ πόνημα εἶναι περίληψη τῶν ὅσων διδάσκω περὶ τῶν ἱστορικῶν καὶ ἰδεολογικῶν πλαισίων καὶ θεμελίων τῆς ρωμαίϊκης ὑπόστασης τοῦ Γένους.
Ὁ ἀναγνώστης θὰ διαπιστώσει ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκτιθέμενα ἐδῶ, ἑρμηνευτικὰ ἀλλὰ καὶ ἱστορικά, ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὰ ἐν χρήσει ἐνχειρίδια τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων τῆς Ἑλλάδας ὅπως...

καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐμφάνηση τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτὰ τὰ ἑρμηνευτικὰ καὶ ἱστορικὰ στοιχεῖα ὅπως ἐμφανίζονται στὴν Ἑλλάδα εἶναι πιστὴ παραλλαγὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς, ρωσικῆς καὶ ἀμερικανικῆς περὶ αὐτῶν τῶν θεμάτων, ἐπιστήμης.
Τὰ περισσότερα γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται σὲ αὐτὸ τὸ δοκίμιο, σὰν γεγονότα δὲν δημοσιεύονται γιὰ πρώτη φορά. Ἔχουν σχεδὸν ὅλα δημοσιευθεῖ καὶ ὑπάρχουν διάσπαρτα σὲ παλαιὰ καὶ νέα βιβλία, ξένα καὶ ἑλληνικά.

Ἡ προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ ρωμαίϊκη σύνθεση καὶ ἑρμηνεία τῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γνωστῶν στοιχείων.
Ἀκριβῶς σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο αὐτὴ ἡ μελέτη εἶναι ἀντίθεση καὶ διαμαρτυρία κατὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς, ρωσικῆς, καὶ ἀμερικανικῆς σύνθεσης καὶ ἑρμηνείας, στὴν ὁποία ὑποδουλώθηκε ἡ Ρωμηοσύνη μέσω τοῦ Νεογραικισμοῦ ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Ἑλλάδα.
Μὲ Γραικισμὸ καὶ Νεογραικισμὸ ἐννοοῦμε ὄχι τὸν Νεοελληνισμό, ἀλλὰ μόνο τὸ μὴ ρωμαίϊκο μέρος τοῦ Νεοελληνισμοῦ.

Ὁ Νεοογραικισμὸς ὅπως καὶ ὁ πρὶν τὴν Ἅλωση Γραικισμὸς εἶναι ἀπὸ τὴν φύση τους δουλεία χειρότερη τῆς Φραγκοκρατίας καὶ Τουρκοκρατίας.
Ἡ Φραγκοκρατία καὶ ἡ Τουρκοκρατία ἦταν ὑποδουλώσεις τοῦ σώματος.
Ὁ Γραικισμὸς καὶ Νεογραικισμὸς εἶναι ὑποδουλώσεις τοῦ πνεύματος.
Οἱ Ρωμηοὶ τῆς Φραγκοκρατίας καὶ τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι ὅσοι δὲν ἀκολούθησαν τὸ παράδειγμα ἐκείνων ποὺ φράγκεψαν καὶ τούρκεψαν.
Οἱ σημερινοὶ ἐναπομείναντες Ρωμηοὶ ἀσφαλῶς δὲν τουρκεύουν ἀλλ' οὔτε φραγκεύουν οὔτε γραικεύουν.

Ὅπως οἱ Γραικοὶ πρὶν τὴν Ἅλωση εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φράγκευσαν, ἔτσι καὶ οἱ Νεογραικοὶ γραίκεψαν καὶ ἔγιναν οἱ σημερινοὶ Γραικύλοι τῶν Εὐρωπαίων καὶ Ρώσων καὶ τώρα τῶν Ἀμερικάνων ἐξαδέλφων τῶν Εὐρωπαίων.
Τὸ γραικεύω εἶναι σχεδὸν ἴδιο μὲ τὸ φραγκεύω.
Σημαίνει σήμερα ἀμερικανεύω, ρωσεύω, φραντσεύω, γερμανεύω, δηλαδὴ γίνομαι πνευματικὸς δοῦλος τῶν ἔξω τῆς Ρωμηοσύνης.
Ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει σαφῶς ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ συμμαχίας καὶ δουλείας. Γίνεται σύμμαχος μὲ ὁποιονδήποτε, ἐφ' ὅσον συμφέρει στὸ Ἔθνος, ἀλλὰ ποτὲ δοῦλος τῶν συμμάχων.

Ὁ Γραικύλος ὅμως νομίζει ὅτι συμμαχία σημαίνει πνευματικὴ δουλεία, δηλαδὴ συγχώνευση πολιτισμῶν καὶ σύγχυση ἰδεολογιῶν. Ὁ Γραικύλος δὲν γίνεται μόνο σύμμαχος, ἀλλὰ γίνεται καὶ θέλει νὰ γίνει ἕνα πράγμα μὲ τὸν σύμμαχο. Νομίζει ὅτι συμμαχία εἶναι τὸ νὰ προσφέρεται γιὰ ἔρωτα σὰν δούλη πρὸς κύριο γιὰ νὰ ἀποκτήσει ἰσχυρὸ προστάτη, ὁ ὁποῖος θὰ σώσει τὴν Ἑλλαδίτσα του. Ὁ Νεογραικίλος εἶναι συνεχιστὴς τῆς παράδοσης τῶν Γραικύλων πρὶν τὴν Ἅλωση, οἱ ὁποῖοι μᾶς κήρυτταν τὴν ἀνάγκη τῆς φράγκευσης τοῦ πνεύματος, γιὰ νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὴν δουλεία τοῦ σώματος.

Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Γραικύλος φοβᾶται καὶ ἄρα οὔτε εἶναι οὔτε μπορεῖ νὰ εἶναι Ρωμηός, ἐφ' ὅσον φοβᾶται τὴν πνευματικὴ ἀνεξαρτησία καὶ ἐλευθερία. Θέλει ἐλευθερία τοῦ σώματος μόνο. Καὶ γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ καν νὰ φανταστεῖ ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη ὄχι μόνο δὲν ὑποδουλώνεται πνευματικά, ἀλλὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο ἡγετικὴ πολιτιστικὴ δύναμη. Πῶς μπορεῖ ὁ Γραικύλος νὰ ἔχει αἰσθήματα καὶ πεποίθηση ἡγέτη, ὅταν εἶναι δοῦλος;
Ὁ Ρωμηὸς ἔχει ἡγετικὰ αἰσθήματα ἀπὸ τὴν Ρωμηοσύνη του.
Ὁ Γραικύλος τὸν ἡγέτη κάμνει μόνο μέσα στὴν Ἑλλαδίτσα του, ἀφοῦ τὰ ἡγετικά του αἰσθήματα καὶ τὴν πολιτικὴ του δύναμη ἀντλεῖ ἀπὸ πηγὴ ἔξω τῆς Ρωμηοσύνης καὶ ἐκτός τῆς Ἑλλαδίτσας του.

Ὁ Ρωμηὸς εἶναι ἀπὸ τὴν Ρωμηοσύνη του ἀετός. Οἱ Ρωμηοὶ εἶναι μεταξύ τους ἀετοὶ καὶ πρὸς τοὺς ξένους ἀετοί.
Ὁ Γραικύλος κάμνει τὸ λιοντάρι στοὺς Ρωμηοὺς μὲ τὴν βοήθεια τῶν ξένων, ἀλλὰ εἶναι φρόνιμο ποντικάκι στοὺς ξένους.
Δὲν ἐνδιαφέρει τὸν Ρωμηὸ τί λένε οἱ ξένοι γι' αὐτόν, γιατί τὰ κριτήριά του εἶναι ρωμαίϊκα.
Ὁ Γραικὸς ἀγωνίζεται νὰ βρεθεῖ σὲ θέση νὰ διατυμπανίζει τί καλὰ λένε οἱ ξένοι γι' αὐτόν, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀξία του, γιατί τὰ κριτήριά του δὲν εἶναι ρωμαίϊκα ἀλλὰ εὐρωπαϊκά, ρωσικὰ καὶ ἀμερικανικά.

Ὁ Ρωμηὸς εἶναι σκληρὸς καὶ ἐλεύθερος καὶ ποτὲ ἀφελής. Καὶ ὅταν τὸ σῶμα του ἢ τὰ συμφέροντά του σκλαβωθοῦν, κάμνει ἑλιγμοὺς καὶ ὑποκρίνεται ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις, γιὰ νὰ παραμείνει μὲ τὴν εὐφυία του ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο ἐλεύθερη ἡ Ρωμηοσύνη του. Μὲ περηφάνεια τὸν Καραγκιόζη κάμνει καὶ πάντοτε ἀδούλωτος ἀετὸς τῆς Ρωμηοσύνης παραμένει.
Ὁ Νεογραικισμὸς ἀρκετὰ ζημίωσε τὸ Ρωμαίϊκο μὲ τὴ λεγόμενη ξενομανία του, ἡ ὁποία εἶναι στὴν πραγματικότητα δουλοπρέπεια στὰ ἀφεντικά του.

Ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ Νεογραικοὶ εἶναι χωρισμένοι μεταξὺ τῶν ἀφεντικῶν τους, συμπεριφέρονται ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον Γραικύλο ὅπως τὰ ἀφεντικά τους. Οἱ Γραικύλοι τῶν Ρώσων φέρονται πρὸς τοὺς Γραικύλους τῶν Ἀμερικάνων ὅπως οἱ Ρῶσοι φέρονται πρὸς τοὺς Ἀμερικάνους καὶ ἀντιστρόφως. Τὸ ἴδιο κάμνουν οἱ Γραικύλοι τῶν Φραντσέζων, Ἄγγλων, Γερμανῶν, κ.λ.π.

Γι' αὐτὸ παρατηρεῖται τὸ περίεργο φαινόμενο νὰ ἐρωτεύεται ὁ Γραικύλος τὸν Ρῶσο φίλο του καὶ νὰ μισεῖ τὸν Γραικύλο τῶν Ἀμερικάνων καὶ ἀντίστροφα.
Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι ἕκαστος θεωρεῖ τὸν ἄλλο Γραικύλο ἐχθρὸ καὶ προδότη τοῦ Ἔθνους.
Ἐξ ἀπόψεως ὅμως Ρωμηοσύνης οἱ Γραικύλοι εἶναι ὅλοι προδότες.
Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Ρωμηὸς ἀποφεύγει τὶς συμμαχίες. Ὄχι. Ὀνειροπόλος καὶ ἀφελὴς δὲν εἶναι. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν γίνεται πνευματικὰ ἢ σωματικὰ δοῦλος τοῦ συμμάχου. Γίνεται σύμμαχος πιστὸς στὰ συμφωνημένα ἀλλὰ ἰδεολογικὰ καὶ πνευματικὰ ἀδέσμευτος.

Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει πάλι ὅτι δέχεται μόνο τὰ ρωμαίϊκα καὶ τίποτα τὸ ξένο. Δέχεται ὁτιδήποτε τὸ καλὸ καὶ τὸ κάμνει ρωμαίϊκο. Ὅπως γίνεται σύμμαχος μὲ ὅποιο συμφέρει ἐθνικά, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἀποκτᾶ ὅλα ὅσα χρειάζονται ἀπὸ τὴ σοφία τῶν ἐπιστημόνων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ προσαρμόζει στὸν ρωμαίϊκο πολιτισμό του. Ποτὲ δὲν συγχέει τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες μὲ τὸν πολιτισμό, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι καὶ ὁ βάρβαρος μπορεῖ νὰ ἔχει ἢ νὰ ἀποκτήσει καὶ νὰ προαγάγει τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὲς στὴν ὑποδούλωση καὶ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων.

Γι' αὐτὸ ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι πνευματικὰ ἡγέτης καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὡς τεχνοκράτες καὶ ὡς οἰκονομικὴ δύναμη, ἡγέτες.
Ἀλλὰ οἱ Νεογραικοὶ ἔχουν τόσο πολὺ συνηθίσει νὰ συγχέουν τὸ τεχνοκρατικὸ καὶ τὸ οἰκονομικὸ στοιχεῖο μὲ τὴν πνευματικὴ ἡγεσία, ὥστε δὲν ἀντιλαμβάνονται πλέον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι σήμερα πολιτιστικὸς ἡγέτης ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων ἐκτός τῆς Ἑλλαδίτσας τους.

Ὁ Γραικύλος νομίζει ὅτι τέτοια ἡγεσία εἶχαν μόνο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ φαντάζεται τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν φύλακα τῶν ἐρειπίων τους. Θεωρεῖ συνεχιστὲς καὶ ἡγέτες τοῦ πολιτιστικοῦ ἔργου τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων τοὺς Εὐρωπαίους. Δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβει ὅτι μόνο ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι συνεχιστὴς καὶ ἡγέτης τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Γι' αὐτὸ ὁ Γραικύλος εἶναι ὁ κύριος συντελεστὴς στὴν καλλιέργεια τοῦ δουλοπρεποῦς φρονήματος τοῦ νεογραικικοῦ πνεύματος στὴν Ἑλλάδα. Ὁ Γραικύλος ἔχει ἐμπιστοσύνη στὰ ξένα ἀφεντικά του.

Ναὶ μὲν ὁ Ρωμηὸς ἔχει ἀπόλυτη πεποίθηση στὴν Ρωμηοσύνη του, ἀλλὰ οὔτε φανατικὸς οὔτε μισαλλόδος εἶναι καὶ οὔτε ἔχει καμία ξενοφοβία. Ἀντίθετα ἀγαπᾶ τοὺς ξένους ὄχι ὅμως μὲ ἀφέλεια.
Τοῦτο διότι γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους καὶ ὅλες τὶς φυλὲς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη χωρὶς διάκριση καὶ χωρὶς προτίμηση. Ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ εἶναι ἡ ὕψιστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλὰ κατανοεῖ ἄριστα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν Ρωμηό, ὄχι ὅμως περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κάτοχο τῆς ἀλήθειας ἀλλ' τὸ ἴδιο ἀγαπᾶ τὸν κήρυκα τοῦ ψέματος. Ἀγαπᾶ τὸν ἅγιο, ἀλλ' ἀγαπᾶ τὸ ἴδιο ἀκόμη καὶ τὸν διάβολο.

Γι' αὐτὸ ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι αὐτοπεποίθηση, ταπεινοφροσύνη, καὶ φιλότιμο καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθηση, ἰταμότητα καὶ ἐγωισμός. Ὁ ἡρωισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ἀληθινὴ καὶ διαρκῆς κατάσταση τοῦ πνεύματος καὶ ὄχι ἀγριότητα, βαρβαρότητα καὶ ἁρπακτικότητα.
Οἱ μεγαλύτεροι ἥρωες τῆς Ρωμηοσύνης συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων.
Ἡ Ρωμηοσύνη διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς, γιατί ἔχει τὸ ἴδιο θεμέλιο γιὰ τὸν ἡρωισμὸ της ὅπως καὶ γιὰ τὴν ἁγιωσύνη της, δηλαδὴ τὸ ρωμαίϊκο φιλότιμο τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Παρόλα αὐτὰ οἱ Γραικύλοι ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι σήμερα προπαγανδίζουν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν Ρωμηοσύνη καὶ νὰ γίνουμε Εὐρωπαῖοι, γιατί δῆθεν ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὴν Ρωμηοσύνη.

Τὸ δοκίμιο τοῦτο δὲν προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξει τίποτα. Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν ἀποδεικνύεται. Περιγράφεται. Δὲν χρειάζεται ἀπολογητές. Εἶναι ἁπλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ δέχεται κανεὶς ἢ τὸ ἀπορρίπτει. Γι' αὐτὸ τὰ παιδιὰ τῶν Ρωμηῶν ἢ παρέμεναν πιστοὶ καὶ σκληροὶ Ρωμηοὶ ἢ φράγκευαν ἢ τούρκευαν.

Καὶ σήμερα ἄλλοι παραμένουν Ρωμηοί, ἄλλοι ὅμως ἀμερικανεύουν, ρωσεύουν, φραντσεύουν, ἀγγλεύουν, δηλαδὴ γραικεύουν.
Στὸ παρελθὸν οἱ Ρωμηοὶ εἶχαν τὴν ἡγεσία καὶ ἦταν ὀργανωμένοι μὲ ρωμαίϊκη ἐπιστήμη καὶ παιδεία καὶ ἐπικρατοῦσαν στὸ Ρωμαίϊκο.
Μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἑλλαδίτσας τῶν ἑλλαδιτσιστῶν ὅμως οἱ Ρωμηοὶ ἐκτοπίστηκαν ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ ἀνέλαβαν αὐτὴν οἱ Γραικύλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἵδρυσαν τὸν Νεογραικισμὸ μὲ ἐπίσημο πρόγραμμα νὰ μὴν εἴμαστε πλέον Ρωμηοὶ ἀλλὰ τὰ ταπεινὰ καὶ φρόνημα γραικύλα παιδιὰ τῶν Εὐρωπαίων καὶ Ρώσων.

Ὄχι μόνο ἔγινε αὐτὸ ἀλλὰ οὔτε προσπάθησαν οἱ Νεογραικύλοι νὰ τὸ ἀποφύγουν. Ἤσαν ὑπερήφανοι γιὰ τὴν ὑποδούλωσή τους στὸν πολιτισμὸ τῶν Εὐρωπαίων καὶ Ρώσων καὶ τὴν διατυμπάνιζαν σὲ ὅλες τὶς πολιτιστικές τους ἐκδηλώσεις, τὴν μουσική, τοὺς χορούς, τὴν ἀρχιτεκτονική, τὶς ἐνδυμασίες κ.λ.π.
Τὰ πρῶτα κόμματα τῆς "ἐλεύθερης" Ἑλλάδας δὲν ἦταν τὸ φραντσέζικο κόμμα, τὸ ἀγγλικὸ κόμμα καὶ τὸ ρωσικὸ κόμμα;

Καὶ μέχρι σήμερα ποὺ τὰ ὑπουργεῖα παιδείας καὶ ἐξωτερικῶν ἀποτελοῦν μέρος τῆς κομματικῆς πολιτικῆς, δὲν συνεχίζεται ἡ ἴδια κατάσταση;
Ἡ παιδεία καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἴδιο γιὰ ὅλους τούς Ρωμηοὺς καὶ ἔξω ἀπὸ κομματικὲς διαμάχες. Αὐτὸ ὅμως μπορεῖ νὰ γίνει μόνο ὅταν ἡ ἐπιστήμη τῆς Ἑλλάδας ποὺ ἔχει σχέση μὲ θέματα πολιτισμοῦ ξαναβρεῖ τὰ ρωμαίϊκα κριτήρια καὶ μὲ βάση αὐτὰ ξαναδημιουργήσει ἢ ἀναστήσει τὴν ἀδέσμευτη ἀπὸ τὶς περὶ Ρωμηοσύνης πλαστογραφίες τῶν ξένων, ἐπιστήμη.

Μπρὸς στὸ μέγεθος τοῦ προκειμένου θέματος αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι μία προσπάθεια ὄχι λύσης ἀλλ' ἁπλὰ ἀποκάλυψης σημαντικῶν προβλημάτων ἢ θεμάτων τὰ ὁποία ἐμποδίζουν στὴν ἀνάπτυξη μίας ρωμαίϊκης θεώρησης τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας τοῦ Γένους.

Οὐσιαστικὰ τὸ πόνημα τοῦτο εἶναι προσκλητήριο στοὺς Ρωμηοὺς καὶ τὲς Ρωμαίγισσες (ὅπως τὶς ὀνομάζει ὁ Μακρυγιάννης) νὰ ἀναλάβουν τὸν ἐπιστημονικὸ ἀγώνα, νὰ ἀναστήσουν τὴν Ρωμηοσύνη ἀπὸ τὸν ἐπιστημονικὸ θάνατο, τὸν ὁποῖο ἐπεξεργάστηκαν γι' αὐτὴν 1) οἱ Φράγκοι ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα, 2) οἱ Ρῶσοι μετὰ τὴν Ἅλωση, 3) οἱ Γραικοὶ πρὶν τὴν Ἅλωση καὶ 4) οἱ Νεογραικοὶ τῆς δούλης στοὺς Εὐρωπαίους καὶ Ρώσους Ἑλλαδίτσας τοῦ 19ου αἰώνα, οἱ ὁποῖοι μετέτρεψαν τὴν ρωμαίϊκη Ἐπανάσταση τοῦ 1821 σὲ ἥττα τῆς Ρωμηοσύνης καὶ θρίαμβο τοῦ Γραικισμοῦ τοῦ Καρλομάγνου καὶ τοῦ Νεογραικισμοῦ τῶν "Φιλελλήνων" τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.

Τὰ χρώματα τοῦ ἐξώφυλλου εἶναι τὰ χρώματα τῆς Ρωμηοσύνης ποὺ διασώζονται μέχρι σήμερα στὰ λάβαρα τῶν Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων.
Ὁ χρυσὸς ἀετὸς εἶναι ἡ Ρωμηοσύνη τῶν ρωμαίϊκων τραγουδιῶν καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀετοῦ εἶναι ὁ χρυσὸς σταυρός.
Ἡ σημαία τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ὁ χρυσὸς σταυρὸς ἐπάνω σὲ κόκκινο πανί.
Κάποτε οἱ Ρωμαίϊσσες ἔβαφαν τὰ μαλλιὰ τους κόκκινα καὶ φοροῦσαν φουστάνια μὲ τὰ ἐθνικὰ αὐτὰ χρώματα.
Γιὰ τοὺς Ρωμηοὺς τὰ ἐθνικὰ χρώματα καὶ σύμβολα δὲν εἶναι συζητήσιμα. Εἶναι ρωμαίϊκα.
Οἱ Γραικύλοι ποτὲ δὲν θὰ τὰ ἐπαναφέρουν χωρὶς τὴν ἄδεια τῶν ἀφεντικῶν τους.
Ὁ Ρωμηὸς ἀφεντάδες δὲν ἔχει καὶ θὰ τὰ ἐπαναφέρει μαζὶ μὲ τὸ προγονικό τοῦ Γένους σύνθημα:

« Ἡ Ρωμανία Νικᾶ »
Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
14 Σεπτεμβρίου 1974
Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης

Μεταφορὰ πρὸς τή δημοτική ἀπό τὸν Δ. Ν. Λόγγου
ΠΗΓΗ: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ - «Βυζαντινή Μουσική» (Ι. Δαμαρλάκης)

Η Μοναχή Αγαθονίκη, ...

Γιατί ευλογούνται τα σταφύλια 

την Εορτή της Μεταμορφώσεως;


stafulia

Η Ευλογία των σταφυλιών κατά τη Μεταμόρφωση κατανοείται μέσα από τις θεολογικές, ανθρωπολογικές και κοσμολογικὲς διαστάσεις της εορτής αυτής.
Ο Κύριος «ημέρας εξ» η «ωσεί ημέρας οκτώ», μετά την πρόρρηση του Πάθους Του,«εις όρος υψηλόν… μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών (Πέτρου, ᾿Ιακώβου και ᾿Ιωάννου), και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος,τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως».
Αυτός είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αλλά και ο κυρίαρχος των εσχάτων. Αυτός είναι η άμπελος «εν ουρανοίς μεν έχουσα την ρίζαν, επί γης δε τα κλήματα·άμπελος κλαδευομένη το σώμα, αλλ᾿ ου την ρίζαν· άμπελος μετά τρίτην ημέραν του κλαδευθήναι βλαστάνουσα τον βότρυντής αναστάσεως».
Είναι φυσικό, λοιπόν, με τη Μεταμόρφωση του Κυρίου να φωτίζεται και να δοξάζεται ολόκληρος ο κόσμος.
Η κτίση φαιδρύνεται και αποκτά τη λαμπρότητα που είχε κατά το χρόνο της δημιουργίας. Γι᾿ αυτόν ακριβώς το λόγο και η κτίση, ανταποκρινόμενη δοξολογικά σ᾿ αυτή τη δωρεά και την ελπίδα, αναφέρεται προς το Δημιουργό της και τον ευχαριστεί, αλλά και η Εκκλησία στην πιο κατάλληλη εορτή, της Δημιουργίας και των Εσχάτων της ανανέωσης και της
ελπίδας, συνηθίζει να ευλογεί τον κόσμο και τις απαρχές του, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η ανανέωση αρχίζει από το Θεό, περνά μέσα από τη φύση και καταλήγει στη σωτηρία του
ανθρώπου.

Η ευλογία των σταφυλιών, των αντιπροσωπευτικών αυτών απαρχών του κόσμου, είναι μία λειτουργική πράξη που τονίζει -ιδιαίτερα τη δοξολογική και ευχαριστιακή προσφορά της ύλης και των καρπών της γης στο Δημιουργό Θεό και κτίστη των απάντων. Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν ο καρπός αυτός της αμπέλου μας δίδει το κρασί, που ο Χριστός
ευλόγησε στην Κανά, για να τονίσει την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά και μας το παρέδωσε στο Μυστικό Δείπνο, ως το στοιχείο εκείνο, που μαζί με το ψωμί, την ώρα της θείας Λειτουργίας αφθαρτοποιούνται χαρισματικά, μεταποιούμενα σε Κυριακό «σῶμα καὶ αἷμα», θεία Ευχαριστία.
Εκτός τούτων, η ευλογία των σταφυλιών τονίζει και την ανάγκη συνεχούς πνευματικής καρποφορίας και μεταμορφωτικής πορείας του ανθρώπου, καθόσον «οι τω ύψει των αρετών διαπρέψαντες, και της ενθέου δόξης αξιωθήσονται».
Γ.Σκαλτσή.Καθηγητου Α.Π.Θ-Απόσπασμα
Περιοδ. «Εφημέριος», Σεπτέμβριος 2000

vimaorthodoxias.gr

Τα παιδιά μας....

Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο.
 Γονείς θέλουν!

Μια συζήτηση με τον ψυχαναλυτή Νίκο Σιδέρη
Πώς προέκυψε το συμπέρασμα ότι τα παιδιά θέλουν γονείς και όχι ψυχολόγο;
Εδώ και 4-5 χρόνια, συναναστρεφόμενος με κόσμο σε διάφορες δημόσιες δραστηριότητες ή στην ιδιωτική μου θεραπευτική πρακτική, οι περισσότεροι γονείς μού έλεγαν το εξής: «Έχουμε προβλήματα με το παιδί. Μήπως πρέπει να το πάω σε ψυχολόγο;» Από την αδρή λοιπόν κατεύθυνση που τους έδινα, ακούγοντας λίγα πράγματα, πρόσεξα ότι 9 στις 10 φορές τούς έλεγα ότι σαν γονείς να κάνετε αυτό, εκείνο, και κατέληγα να τους λέω ότι το παιδί δεν χρειαζόταν ψυχολόγο, αλλά γονείς. Αυτή η φράση καμπάνισε σιγά σιγά στο μυαλό μου, μάζεψε όλες αυτές τις θεραπευτικές εμπειρίες και γνώσεις που βρίσκονται πίσω από αυτό το βιβλίο και άνοιξε τον δρόμο για να γεννηθεί η άποψη ότι 9 φορές στις 10 τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο, αλλά γονείς. Μιλώντας, βέβαια, πάντα για συνηθισμένα παιδιά, με συνηθισμένους γονείς, σε συνηθισμένες οικογένειες. Εκεί πέρα είναι κατά κανόνα θέμα ανατροφής και όχι θεραπείας.

Πότε ξεκινάει η διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού;
Η διαπαιδαγώγηση ξεκινάει πριν ακόμα γεννηθεί το παιδί, από τη στιγμή που υπάρχει μέσα στη φαντασία και στην επιθυμία των γονέων. Οι γονείς τότε καλούνται να ρυθμιστούν οι ίδιοι σωστά, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στη γονεϊκή λειτουργία, να μπορέσουν να λειτουργήσουν ως γονείς. 
Αν δεν είναι έτοιμοι αυτοί, όταν γεννηθεί το παιδί, θα υπάρξουν τριβές. Διότι, δυστυχώς, τα περισσότερα πράγματα δεν τα συζητούν οι άνθρωποι, γιατί τα θεωρούν αυτονόητα. Είναι αυτά που έχουν οι ίδιοι σαν ηθικές αξίες και σαν τεχνογνωσία, φυτεμένα βαθιά μέσα στο μυαλό τους από τις προηγούμενες γενιές, από τους γονείς τους. 
Υπάρχει μεν με τα χρόνια εξέλιξη, αλλά υπάρχει και ένας πυρήνας ηθικών αναφορών και μια γενική ιδέα του κόσμου, που μεταβιβάζεται έστω και ασυνείδητα.

Μπορούμε να αποφύγουμε τα λάθη των γονιών μας; Τι γίνεται αν κάποιος δεν συμφωνεί με τον ηθικό πυρήνα των γονιών του;
Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να είναι κανείς ειλικρινής με τον εαυτό του και να εξετάσει πολύ προσεκτικά και με νηφαλιότητα τι είναι σωστό και τι λάθος, τι μπορεί να κρατήσει και τι όχι. 
Η σχέση παιδιού και γονιού είναι γεμάτη πάθος και περιστατικά, που σημαίνει ότι δεν έχουμε αρκετή απόσταση ώστε να κρίνουμε. Συνεπώς δεν πρέπει να βιαζόμαστε να μετατοπίσουμε στους γονείς μας τα λάθη και τις ευθύνες. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως υπερβάλλουμε κάπου, επηρεασμένοι από τις δύσκολες συναισθηματικές διαστάσεις που έχουν οι στενές σχέσεις, όπως είναι αυτές μεταξύ παιδιών και γονιών. 
Από τη στιγμή που είναι ειλικρινής και στοχαστεί, και ενδεχομένως κουβεντιάσει και με κάποιους ανθρώπους που εμπιστεύεται, είναι στο χέρι του να πει δεν θα το κάνω έτσι, θα το κάνω αλλιώς.

Τι σημαίνει, όμως, να είσαι γονιός;
Το να είσαι γονιός είναι τέχνη, που σημαίνει ότι απαιτεί τεχνογνωσία και ευαισθησία, είναι στάση ζωής. Μέχρι και την προηγούμενη γενιά, αυτή η μετάβαση γινόταν αυθόρμητα. 
Όμως με τις ραγδαίες αλλαγές στις Δυτικές κοινωνίες, έχουν χαθεί πολλές κοινές αναφορές ανάμεσα στους γονείς μας και στους σημερινούς νέους γονείς. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν χάσματα και στην τεχνογνωσία πώς μεγαλώνεις ένα παιδί, αλλά και στην αίσθηση του κόσμου που χαρακτηρίζει τη μία γενιά μετά την άλλη. 
Υπάρχει, λοιπόν, ένα κομμάτι που μεταδίδεται κοινωνικά, υπάρχει όμως κι ένα κομμάτι που εξαρτάται από τις παρούσες συνθήκες κάθε φορά, και είναι αλήθεια ότι αυτή η τέχνη του γονιού μαθαίνεται. Είτε διδάσκεται ρητά, είτε με έμμεσο αυθόρμητο τρόπο. Γονιός λοιπόν γίνεσαι, δεν γεννιέσαι.             

Τι χρειάζεται ένα παιδί για να μεγαλώσει σωστά;
Ένα παιδί για να μεγαλώσει σωστά θέλει αγάπη και κανόνες. Για να είμαι πιο ακριβής, δεν θέλει αγάπη γενικώς. Αλλιώς αγαπάς τον εραστή σου και την ερωμένη σου, αλλιώς αγαπάς τον φίλο σου, τον γνωστό σου, κάποιον συγγενή. Κάθε αγάπη πρέπει να ταιριάζει με τον δέκτη της. Το παιδί θέλει έντεχνη αγάπη, με ειδική συνταγή. Αυτή η συνταγή έχει τρία συστατικά.
Το πρώτο είναι η παρουσία, το δεύτερο η αποδοχή και το τρίτο η άφοβη καθοδήγηση.
Η παρουσία σημαίνει ότι το παιδί θέλει να αισθάνεται ότι οι γονείς του ήταν ανέκαθεν εκεί, πριν έρθει αυτό στον κόσμο, και θα είναι πάντα εκεί ό,τι και να γίνει. Μπορεί να το μαλώσουν, να του πουν οτιδήποτε, αλλά θα του πουν «μα τι είναι αυτό που έκανες, ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ». Δηλαδή θα είναι πάντα κοντά του.
Το δεύτερο είναι η αποδοχή. Ότι δηλαδή θα κάνει κάτι σωστά, κάτι άλλο λάθος, θα είναι και όμορφο και άσχημο, αλλά θα αγαπιέται επειδή είναι παιδί τους. Που σημαίνει ότι οι γονείς λένε στο παιδί «σε θέλουμε να υπάρχεις έτσι όπως είσαι. Έχεις μια θέση μεταξύ μας». Αυτό είναι τεράστιας σημασίας για το παιδί, γιατί έτσι νιώθει την αποδοχή και στον έξω κόσμο.
Η άφοβη καθοδήγηση σημαίνει ότι κρατάς το παιδί σου σταθερά από το χέρι για να παίξει, για να πάτε βόλτα κ.ο.κ., και όπου πρέπει το συγκρατείς ή του δείχνεις τι πρέπει να κάνει.

Είναι σαν να θέτεις όρια;
Είναι κάτι παραπάνω από όρια. Ο κανόνας είναι βαθύτερη...  έννοια από τα όρια. Σαν να παίζεις μουσική, όπου υπάρχει η έννοια του σωστού και του φάλτσου. Το παιδί ζητάει να του δώσεις την τέχνη του ζην. Αυτό είναι ο κανόνας. 
«Μπορεί να έχει λάθη αυτό που σε μαθαίνουμε, μπορεί εσύ να βρεις άλλους τρόπους να το κάνεις καλύτερα, αλλά εμείς αυτό ξέρουμε και σου το μεταδίδουμε, ώστε να ξέρεις την τέχνη της ζωής σε αυτό το περιβάλλον που ζεις τώρα, για να μπορείς να τα βγάλεις καλά πέρα».
Πώς θα ξέρει ένας γονιός πότε να θέσει τα όρια και ποιοι είναι οι κανόνες;
Σε αυτά ο καθένας έχει ήδη μέσα του μια γνώση. Και με αυτά που έχει στο μυαλό του, με αυτά πορεύεται. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας για όλους τους ανθρώπους, για όλες τις οικογένειες, για όλα τα παιδιά. 
Το βασικότερο απ’ όλα, γιατί είναι η βάση της ανθρώπινης σχέσης, είναι ότι οι γονείς πρέπει να μάθουν στο παιδί τους να σέβεται τους γονείς τους επειδή είναι γονείς του και όχι για άλλον λόγο. Σε μια συνηθισμένη οικογένεια, το παιδί δεν είναι καλός κριτής για το πώς θα του φερθούν οι γονείς για να είναι καλοί γονείς. Οι γονείς θα πορευθούν όπως οι ίδιοι καταλαβαίνουν. 
Απλώς πρέπει να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους, ούτως ώστε αν δουν ότι κάτι δεν πάει καλά, να το σκεφτούν, να το συζητήσουν μεταξύ τους, με τους συγγενείς τους και, στο τέλος, ας πάνε να μιλήσουν με κάποιον ειδικό, αν δεν μπορούν να το λύσουν.

Στην αγάπη πρέπει να υπάρχουν όρια; Μερικές φορές από τη μεγάλη αγάπη πνίγουμε τον άλλον…
Αυτό είναι φάλτσο, επειδή η αγάπη των γονιών πρέπει να είναι έντεχνη αγάπη και όχι λουτρό αγάπης, που πετάς μέσα το παιδί και ό,τι γίνει. 
Πρέπει να ξέρεις ότι το παιδί δεν είναι εξάρτημα δικό σου, δεν ζει για εσένα, για να εκπληρώσει τα δικά σου ανεκπλήρωτα όνειρα και να γιατρέψει τις δικές σου απογοητεύσεις, αλλά φτιάχνεις ένα πλάσμα που από την πρώτη στιγμή της ζωής του έχει αυτοτέλεια. Στις σχέσεις εξάρτησης γράψε λάθος. 
Σε κάθε τέχνη υπάρχει το σωστό και το λάθος. Στη μουσική το λέμε φάλτσο, στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, φάουλ. Όταν παίζεις ένα έντεχνο παιχνίδι, υπάρχει η έννοια του φάουλ. Η τέχνη του γονιού είναι η τέχνη της έντεχνης αγάπης που ταιριάζει στη σχέση του παιδιού με τον γονιό.

Ποια είναι τα πιο συχνά λάθη που κάνουν οι γονείς;
Το πιο δυσάρεστο και διαδεδομένο στο Δυτικό κόσμο είναι ότι οι γονείς φοβούνται να είναι γονείς. 

Φοβούνται το τρίτο στοιχείο, αυτό της άφοβης καθοδήγησης. Εν μέρει αυτό γίνεται για προσωπικούς λόγους. Κάποιοι είχαν πληγωθεί όταν ήταν παιδιά, κι αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού έμεινε ασυνείδητα ή ασυναίσθητα. Γιατί ο καθένας κουβαλάει τραύματα και απογοητεύσεις. Αυτό που κάνει ασταθή τα πράγματα σήμερα και τους γονείς να φοβούνται να είναι γονείς, κι αυτό είναι το σύνηθες λάθος, είναι το γεγονός ότι η κοινωνία δεν τους εξοπλίζει με την τεχνογνωσία και τους συναισθηματικούς πόρους που θα τους έδειχναν πώς μεγαλώνεις ένα παιδί και ότι αξίζει τον κόπο να μεγαλώνεις ένα παιδί ακόμα και όταν χρειάζεται να κάνεις τον διαιτητή που θα σφυρίξει φάουλ, που θα δυσαρεστήσει, δηλαδή, τον αγαπημένο του. 
Όταν ο προπονητής ή ο δάσκαλος της μουσικής σού λέει τι να κάνεις και σε διορθώνει, το κάνει για να σε βοηθήσει να γίνεις καλύτερος, δεν σε κατακρίνει.

Σε επώδυνες καταστάσεις, όπως ένα διαζύγιο, πώς θα αποφύγουν οι γονείς τα λάθη;
Το νόημα που θα πάρει ένα διαζύγιο εξαρτάται από το πώς θα το βιώσει ένα παιδί και κυρίως από το πώς θα του μιλήσουν οι μεγάλοι γι’ αυτό το πράγμα. Και θα πρέπει να του μιλήσουν λέγοντάς του αλήθεια και όχι ψέμα. Αν επιχειρήσουν να πουν ψέμα σε ένα παιδί, το παιδί μπορεί να μην καταλαβαίνει το πρακτικό αντίκρισμα του ψέματος, αλλά καταλαβαίνει το συναισθηματικό αντίκρισμα. Συνεπώς θα μιλήσουν στο παιδί κάπως έτσι: 

«Χωρίζουμε για τον απλό λόγο ότι θέλαμε να είμαστε μαζί, επειδή αγαπηθήκαμε, κάναμε έναν, δύο, πέντε καρπούς της αγάπης μας και μετά, επειδή αποκλίνουν οι δρόμοι της αγάπης, επιλέξαμε να ζήσουμε χωριστά». 
Αν, λοιπόν, οι γονείς το έχουν αφομοιώσει αυτό και το ζήσουν χωρίς τεράστιο δράμα (όχι χωρίς πόνο, γιατί πάντα ένας χωρισμός έχει πόνο, ακόμα κι όταν έχει εκπνεύσει η σχέση συναισθηματικά) και μιλήσουν με αυτόν τον απλό τρόπο στα παιδιά τους, και δεν προσπαθήσουν να πουν ποιος έφταιγε, ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, τότε το παιδί θα πληγωθεί, θα πονέσει, γιατί, μην αυταπατόμαστε, το παιδί έχει ανάγκη και από τους δύο γονείς, αλλά θα μπορέσει να χωνέψει αυτήν τη νέα σχέση μεταξύ των μεγάλων, από τη στιγμή που δεν πλήττεται η σχέση με τους γονείς του. «Δεν χωρίζουν οι γονείς σου. Χωρίζουν τα δύο μέρη του ζευγαριού και θα συνεχίσουν να είναι γονείς σου σε όλη σου τη ζωή. Όσο σε αγαπούσαμε θα σε αγαπάμε».

Δεν είναι, όμως, τόσο αυτονόητα για όλους τους γονείς.              
Όταν αποφασίζεις μια συμβίωση με σκοπό την οικογένεια, βλέπεις τον κόσμο περίπου από την ίδια οπτική γωνία που τον βλέπει και ο άλλος. 

Όταν χωρίσουν οι άνθρωποι, βλέπουν πια τα πράγματα από τελείως διαφορετική οπτική γωνία. Και εκεί είναι μεγάλος ο πειρασμός και οι περισσότεροι άνθρωποι την πατάνε γιατί προσπαθούν να βρουν γιατί έγινε. Όταν χωρίζεις δεν βγάζεις άκρη. 
«Βρεθήκαμε μαζί για το καλό, δεν μας βγήκε και πάμε παρακάτω». Αν αυτή την απλή αλήθεια την δεχτούν οι γονείς, ότι όταν χωρίσεις είναι αλλιώτικος ο τρόπος που βλέπει ο καθένας τα πράγματα, τότε είναι σχετικά εύκολο, αλλά όχι ανώδυνο, να βάλουν σε τάξη τη ζωή τους, ξέροντας ότι κάποια πράγματα θα τους πληγώσουν, αλλά ο χρόνος, η καλή σχέση και ο καλός λόγος θα επουλώσουν τις πληγές. Αρκεί να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και να μην φοβούνται να είναι γονείς.

ΠΗΓΗ:www.familylife.gr

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://hamomilaki.blogspot.gr/