Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

Kαταβασίες Χριστουγέννων Νικολαίδης Εμμανουηλίδης

Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης

 Ένας υμνωδός από τον Άθωνα. 

«Από το Καρούλι, ανηφορίζων προς δυσμάς, προχωρείς εις τα ανώμαλα υψώματα, κατά μήκος της μεσημβρινής παραλίας της Αγιορειτικής Χερσονήσου και, μετά ημίσειαν περίπου ώραν, φθάνεις εις το κελλίον του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, ήγουν του ανήκοντος εις την Σκήτην της Μικράς Αγίας Αννης. Ούτος ο ευλογημένος μοναχός Γεράσιμος κατάγεται από την Βόρειον Ήπειρον και ασκητεύει επί 30 έτη εις το Άγιον Όρος, κέκτηται δε παρά Θεού το χάρισμα του υμνογράφου …».

(Απόσπασμα από προσκυνηματικό οδηγό του Αγίου Όρους, 1950).


Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος (1905-1991)
(Φωτογραφία: Douglas Little) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr

Ο κατά κόσμον Αναστάσιος-Αθανάσιος γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1903 στην Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου Βορείου Ηπείρου. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του. Με το τέλος του δημοτικού σχολείου ο έφηβος πλέον Αναστάσιος έμελλε να εγκαταλείψει το περιβάλλον του χωριού. Ήδη ο πατέρας του είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, όπου εργαζόταν. Και ο ίδιος έπρεπε να τον ακολουθήσει για να εργαστεί κοντά του. Έτσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του.

Ο ίδιος περιγράφει την αναχώρησή του από το χωριό: «Από την Δρόβιανη δεν θυμούμαι αν έφυγα με σκοπό να ξαναγυρίσω». Ο χωρισμός αυτός κόστισε σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Ιδιαίτερα στην μητέρα του Αθηνά. Ο ανηψιός του μας πληροφορεί σχετικά: «Για πρώτη φορά άκουσα για τον γέροντα το 1941, όταν επιστρέψαμε από Ελλάδα, εγώ, η μαμά μου Ευθαλία και ο πατέρας μου Κίμων, όπου με είχαν φέρει για κάποια χειρουργική επέμβαση. Όταν, λοιπόν, επιστρέψαμε στο σπίτι, με ρώτησε η γιαγιά μου· τον θείο σου τον είδες; Τον αντάμωσες; Εγώ με απορία την κοίταξα στα μάτια και ρώτησα· ποίον; Και μου λέει· τον Γεράσιμο. (Ήξερε ότι έγινε μοναχός, γιατί είχαν αλληλογραφία).  Όχι, της λέω. Ήμουν 5-6 χρονών τότε. Έκτοτε άρχισα να ζώ την αγωνία της γιαγιάς μου, μήπως κλείσει τα μάτια της μή βλέποντάς τον ποτέ, πράγμα που έγινε κιόλας».

Από την Β. Ήπειρο στην Αθήνα

Αρχικά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, κοντά στον πατέρα και την θεία του, Φωτεινή Χαρμπάτση-Γεωργίου. Στην συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. Στην νέα του διαμονή συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Ο ζήλος του για τα γράμματα εντυπωσιακός. Μετά το γυμνάσιο συνέχισε τις σπουδές του σε κάποια ανώτερη σχολή ελληνικής παιδείας.

Στην Αθήνα φρόντισε και για την πνευματική του ζωή και εκκλησιαζόταν τακτικά. Θυμάται ο ίδιος: «Η ενορία μας ήταν ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Συνήθως πηγαίναμε επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, όπου ήτο η παλαιά Ριζάρειος Σχολή, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου, επειδή ήταν κοντά. Εκεί κατ’ επανάληψη λειτούργησε και ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, τον οποίο είδα. Ήρχετο από την Αίγινα καμμιά φορά. Ένας πολύ σεβάσμιος, πολύ … Πού να ξέρω εγώ ότι αυτός είναι άγιος! Ήταν όπως στο ύψος μου· ταπεινός, γεμάτος χάρη· όταν ομιλούσε ολίγα “άλατι ηρτυμένα”, αυτά τα θυμούμαι. Δεν θυμούμαι άλλους λειτουργούς».

Στην Αθήνα καλλιέργησε την σκέψη να γίνει μοναχός και σκέφθηκε να φύγει έγκαιρα, πριν αναλάβει άλλες υποχρεώσεις. Και δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να πραγματοποιήσει την κλίση του. Έτσι έρχεται στο Άγιον Όρος στις 15-8-1922 σύμφωνα με δική του διήγηση, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Μοναχολογίου του αρχείου της Μονής Μεγίστης Λαύρας στις 15-8-1923.


Από την Αθήνα στο Άγιον Όρος

Στο Άγιον Όρος εγκαταβιώνει ως δόκιμος στην σκήτη της Αγίας Αννης. Συγκεκριμένα στην Μικρά Αγία Αννα, στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου, έχοντας ως γέροντα τον μικρασιάτη ιερομόναχο Μελέτιο Ιωαννίδη.

Εδώ, σ’ αυτή την ερημική, άνυδρη, αυχμηρή και άγονη τοποθεσία της Μικράς Αγίας Αννης, βρίσκει απόλυτη πνευματική χαρά και εκπλήρωση του ονείρου της ζωής του. Μπορεί πλέον απερίσπαστα να επιδοθεί στην άσκηση της πνευματικής ζωής και στην μελέτη των ιερών εκκλησιαστικών κειμένων.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1924 κατά την διάρκεια της αγρυπνίας στην μνήμη του αγίου Γερασίμου Κεφαλληνίας έγινε η μοναχική κουρά του παίρνοντας το όνομα του αγίου.

Ο μοναχός Γεράσιμος, προσαρμοσμένος πλήρως στην νέα του ζωή, αποτέλεσε πρότυπο υπακοής, ταπεινώσεως και κάθε αρετής. Παράλληλα με την τέλεση των καθημερινών μοναχικών ακολουθιών και την μελέτη, οι δύο μοναχοί της καλύβης, γέροντας και υποτακτικός, εργάζονταν για την επιβίωσή τους ως άνθρωποι. Ο Γέροντας Μελέτιος γνώριζε καλά και ασκούσε από χρόνια την τέχνη κατασκευής ξυλόγλυπτων σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή προσφορών για την θεία Λειτουργία. Κοντά σ’ αυτόν και ο νέος μοναχός Γεράσιμος έμαθε την τέχνη αυτή, την οποία και ασκούσε φίλεργα.

Εκείνο, όμως, το οποίο τον γοήτευε ήταν η ενασχόληση με τα γράμματα. Μας λέει σχετικά: «Εδώ, όταν ήρθα, καλλιέργησα και ανακεφαλαίωσα τις γνώσεις μου. Τους αρχαίους συγγραφείς, όλα τα χόρτασα, όλα τα χώνεψα. Είχα μερικά βιβλία απ’ έξω, που τα έδωσα σε ορισμένα πτωχά παιδιά που μ’ επισκέφθηκαν από την Συκιά απέναντι».

Μετά την παρέλευση λίγων ετών, ο γέροντας Μελέτιος φεύγει οριστικά για την Αθήνα, αφήνοντας τελείως μόνο του τον νέο μοναχό Γεράσιμο. Ο τελευταίος εξηγεί τους λόγους: «Ο γερο-Μελέτιος έφυγε το 1924-1925. (σημ. Αυτήν την χρονολογία αναφέρει ο Γέροντας· όμως η έρευνα δείχνει ότι ο Γέροντας Μελέτιος πρέπει να αναχώρησε το 1927-1928.). Ήμουν 24-25 ετών. Εκείνος έφυγε, επειδή τον παραπλάνησαν οι ζηλωταί, για να κάνει τον παπά έξω. Δεν με πήρε μαζί του. Εγώ έφυγα από τον κόσμο για να ’ρθώ εδώ· όχι να γυρίσω πάλι πίσω».

Κάτω από την καλύβη του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται η καλύβη Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Σε αυτήν εγκαταβιούσε ο ασκητής Γέροντας Αβιμέλεχ († 1965). Το 1946 υποτάχθηκε σ’ αυτόν ο μετέπειτα ιερομόναχος Διονύσιος. Με τον π. Διονύσιο συνδέθηκε ο π. Γεράσιμος και αργότερα, το 1966, ενώθηκαν σε μία μόνη συνοδεία. Ο μοναχός Γεράσιμος γίνεται κτίτορας του ναού των αγίων Πατέρων Διονυσίου του ρήτορος και Μητροφάνους. Συγκεκριμένα, το 1956 στο σπήλαιο όπου ασκήτευσαν οι δύο όσιοι κτίζει μικρό ναΐδριο και το 1960 το συμπληρώνει με την λιτή. Στο μεταξύ, η συνοδεία αυξάνει.

Ο Γέροντας Γεράσιμος, εκτός των άλλων, φημιζόταν για την διάθεση φιλοξενίας, την οποία ενέπνευσε και στους υποτακτικούς του. Είναι άξιο λόγου ότι η ασκητική και αναχωρητική του βιοτή σε τίποτα δεν έπληξε την κοινωνικότητά του. Οι προσερχόμενοι σ’ αυτόν λαϊκοί επισκέπτες πάντοτε έφευγαν ωφελημένοι και γοητευμένοι, καθώς ο λόγος του ήταν πάντοτε προσεγμένος. Συνετός στις αποκρίσεις του, απέφευγε συστηματικά τις άκαιρες συζητήσεις και φλυαρίες· επιδίωκε πάντοτε την σιωπή, την οποία και θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών».

Εκτός από τους λαϊκούς, οι επισκέπτες ήταν πολλές φορές κληρικοί ή και μοναχοί, που έρχονταν με τον ίδιο σκοπό: να ακούσουν τον γέροντα, να ωφεληθούν πνευματικά και να διδαχθούν από την ενάρετη ζωή του. Κατά την διάρκεια της ζωής του, του ανατέθηκαν  μοναχικά διακονήματα. Διετέλεσε βιβλιοθηκάριος και τυπικάρης του Κυριακού της σκήτης Αγίας Αννης. Ως βιβλιοθηκάριος μάλιστα ασχολήθηκε με την σύνταξη και δημοσίευση καταλόγου των χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης του κυριακού της σκήτης.  Με την ιδιότητα αυτή βοήθησε πολλούς επιστήμονες στην εύρεση και απόκτηση αντιγράφων των χειρογράφων.  Ο ίδιος συνέταξε αξιόλογες μελέτες και άρθρα.

Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις υμνογράφων, που το μεγαλύτερο μέρος του έργου του χρησιμοποιήθηκε αμέσως στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι προσιτό, παρά το γεγονός ότι ένα μικρό μόλις τμήμα του έχει εκδοθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές ακολουθίες κυκλοφορούν ευρύτατα σε δακτυλογραφημένα φωτοαντίγραφα.

Αλλά και την ίδια την υμνογραφία την θεωρεί προέκταση της προσευχής, κοινωνία με τον Θεό και τους αγίους: «Έχω τον άγιο μπροστά. Γι’ αυτό και δεν θέλω επικοινωνία με κανέναν. Η υμνογραφία, η πνευματική αυτή εργασία, είναι ένωση της ψυχής μετά του Θεού· είναι μία θαυμασία προσευχή· είναι μία μεταρσίωσις του νοός· είναι μία μυστική θεωρία· είναι ένα μυστήριον, που δεν ερμηνεύεται και με λόγους δεν εξωτερικεύεται. Η υμνογραφία είναι η υπάτη φιλοσοφία. Δεν εκφράζεται με αυτά τα λόγια. Πρέπει κανείς να την δοκιμάση για να την αισθανθή».


Υμνογραφικό έργο

Ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος υμνογράφος της μεταβυζαντινής εποχής. Το έργο του γνώρισε μεγάλη απήχηση και η φήμη του ως υμνογράφου ξεπέρασε σύντομα το ασκητικό κελλί και διαδόθηκε σε ολόκληρο το Άγιον Όρος. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι η αναγνώριση του έργου δεν συνέβη κατά το τέλος ή έστω την διάρκεια της υμνογραφικής παραγωγής, αλλά ήδη από τα πρώιμα στάδιά της.

Η Εκκλησία αποδέχθηκε πολύ νωρίς το έργο του νέου υμνογράφου της και το ενέταξε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Επανειλημμένα επαινεί το έργο και τιμά το πρόσωπο του υμνογράφου. Οι ύμνοι ψάλλονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, εντάσσονται δηλαδή στην λειτουργική χρήση, παράλληλα με τα έργα των προγενέστερων μεγάλων υμνογράφων της. Η ευρεία απήχηση του έργου φαίνεται και από την μεγάλη ζήτηση των διαφόρων ακολουθιών, από ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να συμπληρωθούν τα εκκλησιαστικά βιβλία.

Όπως ήταν φυσικό, η πανθομολογούμενη αναγνώριση της αξίας του έργου του υμνογράφου προκάλεσε και την, συνδεόμενη με αυτήν, απονομή διαφόρων διακρίσεων, τόσο από την Εκκλησία όσο και από την Πολιτεία.

Η Εκκλησία τίμησε τον υμνογράφο με πολλές διακρίσεις. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο του απονέμει την ευαρέσκειά του. Η ανώτατη εκκλησιαστική διάκριση δόθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν ο π. Γεράσιμος ονομάστηκε Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αναφέρει το σχετικό πατριαρχικό γράμμα με ημερομηνία 25 Αυγούστου 1955.

Πέρα από τις παραπάνω εκκλησιαστικές διακρίσεις ο υμνογράφος έλαβε και πολλά μετάλλια και παράσημα. Το 1963 του απονεμήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο σταυρός της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους, για την συμβολή του στην διοργάνωση και επιτυχία των εορτών που είχαν προγραμματισθεί.

Εκτός από την Εκκλησία και η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον υμνογράφο. Η ύψιστη τιμή και ταυτόχρονα αναγνώριση του έργου του προέρχεται από την Ακαδημία Αθηνών. Στις 3 Δεκεμβρίου 1953 από το βήμα του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας έγινε ιδιαίτερος λόγος για το έργο του υμνογράφου. Ύστερα από 15 χρόνια η Ακαδημία Αθηνών απονέμει το αργυρό της μετάλλιο στον υμνογράφο, «διά το υπέροχον υμνογραφικόν του έργον το οποίον τιμά την ελληνικήν γραμματείαν και την θρησκευτικήν ποίησιν».

Ο υμνογράφος Γεράσιμος δεν ήταν «φρέαρ συντετριμμένον», αλλά πηγή «ύδατος ζώντος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. δ΄ 14). Το καθαρό του στόμα ήταν η διέξοδος των πολλών υδάτων της εκκλησιαστικής υμνογραφικής παραδόσεως, στην οποία ήταν ταπεινά ενταγμένος και την οποία με καθαρή καρδιά και συντετριμμένη ψυχή βίωνε σε όλη την ασκητική του ζωή. Έτσι εξηγείται η ασύγκριτη σε ποσότητα (37.000 σελίδες) και εκλεκτή σε ποιότητα υμνογραφική του παραγωγή. Το δοθέν από τον Θεό τάλαντο φιλοπόνως καλλιέργησε και γρηγορών χρησιμοποίησε, ψάλλοντας προς δόξαν Θεού και την τιμή της Θεοτόκου και των αγίων, αλλά και για την οικοδομή και την στήριξη της Εκκλησίας του Χριστού.

Η εκδημία του

Ο Γέροντας Γεράσιμος αποτελεί χαρακτηριστική και γραφική μορφή του σύγχρονου αθωνικού μοναχισμού και δεν λείπει από τις αναφορές των διαφόρων οδοιπορικών και προσκυνηματικών οδηγών του Αγίου Όρους. Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν τον εγκατέλειψαν η σωματική ευρωστία και η πνευματική διαύγεια, που τον χαρακτήριζαν, τα τελευταία χρόνια διαισθανόταν τον θάνατό του. Έτσι, φρόντισε να καταγράψει τις τελευταίες πατρικές του υποθήκες προς τους υποτακτικούς του  και να επιλέξει τον τόπο ταφής του, κοντά στο σπήλαιο των αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους.

Δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας. Μέχρι και την παραμονή της εκδημίας του έγραφε, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η τελευταία του μάλιστα επιστολή, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1991, απευθύνεται προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Το μεσημέρι της Παρασκευής 6 Δεκεμβρίου 1991, έπειτα από αναπνευστική δυσφορία, έμεινε κλινήρης και ξημερώματα Σαββάτου 7 Δεκεμβρίου άφησε στο μοναχικό του κελλί την τελευταία του πνοή, ενώ βάδιζε ήδη το 86ο έτος της επίγειας ζωής του.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθειά συγκίνηση σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, ελληνόφωνο και μή. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε την επομένη με την παρουσία λίγων ιερέων, μοναχών και λαϊκών, που μπόρεσαν να βρεθούν εκεί. Σε ένδειξη σεβασμού και εκτιμήσεως η μονή Αγίου Παύλου πρόσφερε τον τάφο. Η σφοδρή κακοκαιρία, που έπληξε την περιοχή την ημέρα εκείνη, δεν επέτρεψε την παρουσία όλων όσοι θα επιθυμούσαν να παραστούν στην νεκρώσιμη ακολουθία.

Ο Γέροντας Γεράσιμος έμεινε βέβαια περισσότερο γνωστός ως υμνογράφος. Διακρίθηκε, όμως, και ως μοναχός. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως ήταν υμνογράφος επειδή ήταν μοναχός. Στο πρόσωπό του η υμνογραφία δεν ήταν κάτι εξωτερικό ή επίκτητο, αλλά προέκταση του ζωντανού βιώματος ενός δοκιμασμένου και παραδοσιακού αγιορείτη μοναχού, όπως ακριβώς ήταν ο ίδιος.

Διατηρούσε σε ολόκληρη την ζωή του αμείωτη την προθυμία προς τους πνευματικούς αγώνες, και άσβεστη την φλόγα της αγάπης προς την μοναχική ζωή. Ο ίδιος θεωρούσε δωρεά της Θεοτόκου το να είναι κανείς αγιορείτης μοναχός και, κάθε φορά που τύχαινε να βρίσκεται εκτός Αγίου Όρους, διακατεχόταν από έντονη αγωνία μήπως αρρωστήσει και δεν προλάβει να επιστρέψει πίσω.

Ιδιαίτερα διακρίθηκε για την υπακοή και την ταπείνωση. Θεωρούσε πως η τέλεια και αδιάκριτη υπακοή είναι το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως, πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς στην καρδιά του καλού και υπάκουου μοναχού. Και αυτό συνιστούσε πάντοτε στους υποτακτικούς του.

Πράος, ειρηνικός και ήσυχος, δεν έχασε, μέχρι και τα βαθιά του γεράματα, την γλυκύτητα του προσώπου του, παρά την αγριότητα και σκληρότητα του τόπου που κατοικούσε. Αναδείχθηκε, κατά γενική μαρτυρία, «των αρετών θησαυρός, των εν τω Αθω μοναστών θείον καύχημα, ο πράξει και θεωρία καταλαμπρύνας τον νούν και πλησθείς των θείων επιλάμψεων … ως πραΰς και ακέραιος».


Υποθήκες προς τα πνευματικά του τέκνα

«Τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά και περιπόθητα, ακούσατέ μου της ταπεινής φωνής, ήτις χάριτι Κυρίου και βοηθεία της Κυρίας ημών Θεοτόκου θα είπη εις υμάς ρήματα ζωής αιωνίου, ήτοι μικρόν και συνεπτυγμένον, αλλά πρακτικόν λόγον ωφελείας και οικοδομής.

Δόξαν και ευγνωμοσύνην να προσφέρωμεν καθ’ εκάστην ημέραν τω Κυρίω και τη Παναγία Αυτού Μητρί, διότι ηξίωσαν ημάς να έλθωμεν εις τον άγιον τούτον τόπον και να γίνωμεν μοναχοί, όπερ πολλοί επεθύμησαν, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Γενόμενοι μοναχοί να έχωμεν αμείωτον την προθυμίαν προς τους πνευματικούς αγώνας και άσβεστον την φλόγα της αγάπης προς την μοναχικήν ζωήν, ως είμεθα την πρώτην ημέραν της ενταύθα ελεύσεώς μας. Να προσέχωμεν πολύ διά να φυλάττωμεν τον νούν μας καθαρόν από τους πονηρούς και ακαθάρτους λογισμούς, οίτινες μολύνουν την καρδίαν μας, αποδιώκουν μακράν ημών την θείαν χάριν και γινόμεθα παίγνιον του σατανά.

Ιδιαιτέρως σας συνιστώ να προσέξωμεν το έργον της υπακοής, της τελείας και αδιακρίτου υπακοής, ήτις είναι το θεμέλιον της μοναχικής ζωής, γεννήτρια της ταπεινώσεως και πηγή ειρήνης και πνευματικής χαράς εις την καρδίαν του καλού και υπηκόου μοναχού. Υπακοή και ταπεινοφροσύνη είναι δύο πτέρυγες, αίτινες υψώνουν ημάς ταχύτερον εις την πνευματικήν τελειότητα. Υπήκοος μοναχός, εργάτης αρετής· παρήκοος, πλήρης ακαταστασίας.

Να εξομολογήσθε ταχτικώς και ειλικρινώς και να ανοίγητε διάπλατα την καρδίαν σας εις τον πνευματικόν σας πατέρα. Η συνεχής και καθαρά εξομολόγησις καίει τον σατανά, ευφραίνει τον άγγελον φύλακα της ψυχής και πληροί την καρδίαν μας θείας χάριτος.

Να προσέρχεσθε ταχτικότερον εν φόβω Θεού και καθαρά εξομολογήσει εις την μετάληψιν των αγίων και αχράντων Μυστηρίων. Ο μεταλαμβάνων ταχτικώς εν φόβω Θεού ενούται μετά του Κυρίου, φωτίζεται η ψυχή του, λαμβάνει μυστικήν δύναμιν κατά του αοράτου εχθρού, όστις σφόδρα φοβείται την θείαν Μετάληψιν και κατακαίεται υπ’ αυτής και γενικώς ο μεταλαμβάνων εν βαθυτάτη ταπεινώσει αξιούται νοερώς πολλών παρά Θεού πραγμάτων και δωρεών ως εμπράκτως εδοκιμάσαμεν τούτο.

Να μην αμελήτε τον κανόνα σας και τα λοιπά καθήκοντά σας, ήτοι εσπερινόν, απόδειπνον, όρθρον ως και την ανάγνωσιν.

Όταν δε εργάζεσθε να προσπαθήτε να λέγετε την ευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ» και ενδιαμέσως το «Θεοτόκε Παρθένε».

Να έχετε αγάπην μεταξύ σας αδελφικήν, άδολον και ανυπόκριτον, διά να σας επισκιάζη η χάρις του Θεού.

Να αγαπάτε και να σέβεσθε τον πνευματικόν σας πατέρα, ήτις αγάπη και σεβασμός αναφέρεται εις τον Χριστόν.

Να είσθε προσεκτικοί εις τους λόγους σας, συνετοί εις τάς αποκρίσεις σας, να αποφεύγετε τάς ακαίρους συζητήσεις και φλυαρίας και να επιδιώκετε πάντοτε την σιωπήν, ως μητέρα σοφωτάτων εννοιών κατά τον ειπόντα θείον Πατέρα.

Να ευλαβείσθε σφόδρα την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, την έφορον και προστάτιδα ημών, τον αρχηγόν ημών Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον και τους ιδιαιτέρους προστάτας ημών Άγιον Διονύσιον τον Ρήτορα και Άγιον Μητροφάνην, οίτινες υπερίπτανται νοερώς και ευλογούσιν ημάς και να λέγετε εν τακτύή ημέρα της εβδομάδος ανελλιπώς τους χαιρετισμούς και την παράκλησιν αυτών.

Να βιάζεσθε, αγαπητά μου τέκνα, να βιάζεσθε εις το καλόν και γενικώς εις τα μοναχικά σας καθήκοντα και ως λέγει ο Ουρανοβάμων Άγιος Απόστολος Παύλος “βλέπετε πώς ακριβώς περιπατείτε μή ως άσοφοι αλλ’ ως σοφοί εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι”.

Μακάριος ο μοναχός εκείνος, όστις βιάσει τον εαυτόν του και ζήσει εναρέτως κατά τάς δοθείσας υποσχέσεις εν τη κουρά. Ούτος θα αξιωθή μακαρίου τέλους και μετά το τέλος του η Κυρία Θεοτόκος θα απολογηθή υπέρ αυτού προς τον εύσπλαχνον Υιόν της και Θεόν ημών Κύριον Ιησούν Χριστόν, ού η χάρις και το άπειρον έλεος είη μεθ’ υμών. Αμήν.

Και ταύτα πάντα μετά πολλής εν Χριστώ αγάπης και θερμών πατρικών ευχών, ο ταπεινός Γέρων Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης

Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Εν μηνί Αυγούστω 15, 1985

Κατά ταύτην την ημέραν εορτή της Κοιμήσεως της Κυρίας ημών Θεοτόκου ήλθον εις Άγιον Όρος εν έτει 1922.


Βιβλιογραφία:

  • Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης, έκδ. Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1997.
  • Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Χρυσοστόμου, Ο υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι ακολουθίες του σε αγίους της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην μελέτη του βίου και του έργου του, έκδ. Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1995.
  • Του ιδίου, Το έργον του υμνογράφου Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου. Ευρετήρια., έκδ. Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Θεσσαλονίκη 1997, Θεσσαλονίκη 1997.
  • Του ιδίου, Μια σύγχρονη μορφή του Αγίου Όρους, Βέροια 2003.
  • Υμνήτωρ, Τόμος Αναμνηστήριος Γέροντος Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου, Βέροια 2001.

Το κύκνειον άσμα του Γέροντα

Αλλ’ ω Πανύμνητε Δέσποινα, δέξαι παρακαλώ, εν πολλή μητρική ευνοία και συμπαθεία και συγκαταβάσει, ως εδέξατο ο Υιός σου και Θεός ημών τα δύο λεπτά της χήρας, τα ταπεινά μου ταύτα ψελλίσματα, άτινα γονυκλινώς εν πολλύή ευλαβεία προσφέρω τη Θεομητορική σου μεγαλειότητι, «ως δώρα ευπρόσδεκτα και προσφοράν τελείαν», και εν τη φοβερά ώρύα του θανάτου βοήθει μοι τω αναξίω και αμαρτωλώ ικέτη σου, εν δε τω αδεκάστω βήματι του φιλανθρώπου Υιού σου και Θεού ημών, παράστησόν με ακατάκριτον διά της Μητρικής σου παρρησίας, ως υπέσχου, φιλάγαθε Δέσποινα, και πάντας τους ψάλλοντας αυτούς εν ευλαβεία, αξίωσον της ουρανίου βασιλείας. Αμήν.

Δέξασθε ευμενώς, παρακαλώ υμάς, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, το παρόν Θεοτοκάριον, και ψάλλατε τους εν αυτώ κανόνας εν πίστει και ευλαβεία προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, ίνα απαλλάττη υμάς πειρασμών και κινδύνων και πάσης αμαρτίας, μετά δε το τέλος αξιώση υμάς, ταίς Μητρικαίς αυτής πρεσβείαις, της βασιλείας των ουρανών· ής γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· ω η δόξα και το κράτος και η προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και ομοουσίω αυτού Πνεύματι νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2022/12/enas-imnodos-apo-ton-athona%ce%87-gerontas-gerasimos-mikragiannanitis-5-septemvriou-1905-7-dekemvriou-1991/

«Εκ βαθέων»: π. Δημήτριος Λινός - Ηλίας Λιαμής

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Στιχολογία Αίνων, Ήχος Πλ.δ΄ - Ξενοφωντινοί Πατέρες, Χορός Ψαλτών "Χορός...

Αργό Πασαπνοάριο, Ιακώβου Πρωτοψάλτου, Ήχος Πλ.δ΄- Ελληνική Βυζαντινή Χο...

Πάντα εν σοφία, Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, Ήχος Πλ.δ΄ - π. Σπυρίδων Μικρα...

Η Ναυμαχία της Έλλης

 Σαν σήμερα έγινε η Ναυμαχία της Έλλης

Σαν σήμερα έγινε η Ναυμαχία της Έλλης που αποτέλεσε στρατηγικής σημασίας νίκη του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο έλεγχος του Αιγαίου παγιώθηκε, ενώ οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τον θαλάσσιο δρόμο, ώστε να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους που μάχονταν σε Μακεδονία και Θράκη.

Η Ναυμαχία της Έλλης ήταν η πρώτη από την εποχή του Αγώνα της Ανεξαρτησίας αναμέτρηση του ελληνικού και του τουρκικού στόλου, κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Πραγματοποιήθηκε το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου 1912 (16 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) στ' ανοιχτά του ακρωτηρίου Έλλη (Ελές-Μπουρνού στα τουρκικά) της χερσονήσου της Καλλίπολης, κοντά στην είσοδο των Στενών των Δαρδανελλίων. Διήρκεσε μία ώρα και έληξε με νίκη των ελληνικών δυνάμεων.

Τους πρώτους μήνες του Α' Βαλκανικού Πολέμου ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Υπό την ηγεσία του Υδραίου υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη (1855-1935), αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου.
powered by Rubicon Project

Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Άγιος Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος). Αντίθετα, ο τουρκικός στόλος υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων, χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο.

Στα τέλη Νοεμβρίου υπήρχαν πληροφορίες ότι ο τουρκικός στόλος θα επιχειρούσε έξοδο στο Αιγαίο. Το απόγευμα της 1ης Δεκεμβρίου ο ελληνικός στόλος υπό τον υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη απέπλευσε από το ορμητήριό του στον Μούδρο, όταν πληροφορήθηκε ότι το τουρκικό καταδρομικό «Μετζηδιέ» εθεάθη στην είσοδο των Δαρδανελλίων. Η περιπολία του ελληνικού στόλου κράτησε μέχρι το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου 1912, χωρίς να φανεί κανένα ίχνος του εχθρού.

Το ναυτικό σήμα του Π. Κουντουριώτη

Στις 8 το πρωί της ημέρας αυτή κι ενώ ο ελληνικός στόλος είχε πορεία από βορρά προς νότο, έγινε αντιληπτή η έξοδος του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο. Λίγο αργότερα αναγνωρίσθηκαν τα θωρηκτά «Χαϊρεδίν Βαρβαρόσας», ναυαρχίδα του Ραμίζ Μπέη, «Τουργκούτ Ρέις», «Μεσουντιέ», «Ασαρ Τεφίκ», το καταδρομικό «Μετζηδιέ» και μερικά αντιτορπιλλικά. Ο ελληνικός στόλος του Αιγαίου αποτελείτο από τη ναυαρχίδα «Αβέρωφ», τα τρία παλιά θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά», τα τέσσερα νεότευκτα ανιχνευτικά τύπου Λέων, τα δύο νεότευκτα αντιτορπιλλικά «Νέα Γενεά» και «Κεραυνός» και τα οκτώ παλαιότερα μικρά αντιτορπιλικά των τύπων Θύελλα και Νίκη.

Αμέσως σήμανε συναγερμός. Στις 8.55 ο Κουντουριώτης διατάσσει τα ανιχνευτικά να ταχθούν σε μια στήλη αριστερά και σε απόσταση 1000 μέτρων από τη γραμμή των ελληνικών θωρηκτών, ενώ τα υπόλοιπα αντιτορπιλικά πήραν θέσεις προς την πρύμνη των θωρηκτών. Στις 9:00 τα τουρκικά θωρηκτά στράφηκαν προς βορρά, πλέοντας κοντά στην ακτή, ώστε να εξασφαλίσουν την κάλυψη των πυροβόλων των επακτίων φρουρίων και να αυξήσουν τη δύναμη πυρός τους. Ακαριαία ήταν και η αντίδραση του ελληνικού στόλου, που άλλαξε πορεία και τέθηκε σε καταδίωξη του εχθρικού στόλου.

Από τον «Αβέρωφ» εκπέμπεται τότε προς τα πλοία του ελληνικού στόλου το ιστορικό σήμα του ναυάρχου Κουντουριώτη: «Με τη βοήθεια του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με πεποίθησιν εις την Νίκην κατά του εχθρού του Γένους».

Οι πορείες των δύο στόλων άρχισαν να συγκλίνουν και στις 9:05 βρίσκονταν σε απόσταση 14 χιλιομέτρων. Ο Κουντουριώτης ανέμενε να αρχίσει πρώτος ο εχθρός το πυρ, θέλοντας να αποφύγει τη σπατάλη πυρομαχικών έως ότου η απόσταση μειωθεί, ώστε να επιτρέπει δραστική βολή. Πράγματι στις 9.22 η τουρκική ναυαρχίδα άνοιξε πρώτη πυρ από απόσταση 12.500 μέτρων. Ο «Αβέρωφ» ανταπέδωσε τα πυρά και η μάχη γενικεύτηκε.

Από το ξεκίνημα της σύγκρουσης τα τουρκικά θωρηκτά συγκέντρωσαν τα πυρά τους στη νεότευκτη ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου. Το πυρ τους ήταν αρκετά ταχύ και πυκνό, δεν συνδυαζόταν όμως με την ανάλογη ακρίβεια. Αλλά και τα πυρά του ελληνικού στόλου δεν ήταν πολύ ακριβέστερα. Ο «Αβέρωφ» ρίχτηκε στη μάχη χωρίς να έχει προλάβει να εκτελέσει ασκήσεις πυρών μάχης, τα δε παλαιά θωρηκτά είχαν πανάρχαια πυροβόλα με πρωτόγονα μέσα σκόπευσης και διεύθυνσης βολής.

Στις 9.35 η απόσταση μεταξύ των δύο αντιπάλων είχε κατέλθει στα 9.500 μέτρα. Τότε ο ναύαρχος Κουντουριώτης αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο, που από καιρό είχε ωριμάσει μέσα του, δηλαδή να να εκμεταλλευτεί την υπεροχή ταχύτητας της ναυαρχίδας του για να υπερφαλαγγίσει από πρώρας την εχθρική παράταξη, εφαρμόζοντας τον «ελιγμό Ταυ», που πρώτος είχε εφαρμόσει ο Γιαπωνέζος ναύαρχος Τόγκο κατά του ρωσικού στόλου στη Ναυμαχία της Τσουσίμα (27-28 Μαΐου 1905). Αποφάσισε να δράσει ανεξάρτητα από τον λοιπό στόλο, υψώνοντας το σχετικό σήμα Ζ και διέταξε τον κυβερνήτη της ναυαρχίδας του Σοφοκλή Δούσμανη να αυξήσει την ταχύτητα μέχρι το μέγιστο και όρμησε ακάθεκτος κατά του εχθρού.

Ο Τούρκος ναύαρχος, αιφνιδιασμένος από τον ελιγμό του αντιπάλου του, διατάσσει διαδοχική στροφή των πλοίων κατά 180 μοίρες προς τα δεξιά. Η εξέλιξη αυτή σήμανε τη διάσπαση της γραμμής και την άτακτη υποχώρησή του προς τα Στενά γύρω στις 10:00. Η ευκαιρία ήταν μοναδική για τον «Αβέρωφ» να καταδιώξει τα υποχωρούντα τουρκικά πλοία και να πετύχει αποφασιστικό πλήγμα κατά του εχθρικού στόλου. Δυστυχώς, όμως, η ταχύτητα πυρός του είχε μειωθεί δραστικά, εξαιτίας προβλημάτων στα κλείστρα των πυροβόλων. Την ίδια ώρα, τα υπόλοιπα λοιπά ελληνικά πλοία έβαλαν κατά των υποχωρούντων τουρκικών από απόσταση 5.000 μέτρων. Στις 10.25 το πυρ έπαυσε από τα ελληνικά πλοία, καθώς τα τουρκικά χάθηκαν στα στενά των Δαρδανελλίων.

Η Ναυμαχία της Έλλης είχε τελειώσει με μία ακόμη λαμπρή σελίδα να προστίθεται στη ναυτική ιστορία της Ελλάδας. Ο ελληνικός στόλος παρέμεινε κοντά στα Στενά έως τις 14:30, οπότε αποχώρησε με πορεία προς τον Μούδρο, όπου κατέπλευσε νωρίς το βράδυ.

Η επικράτηση του ελληνικού στόλου οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στον τολμηρό ελιγμό του Κουντουριώτη, αλλά και την υπεροχή του «Αβέρωφ» έναντι των πλοίων του τουρκικού στόλου. Η ενέργεια αυτή του Έλληνα ναυάρχου είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί ο «Αβέρωφ» μέσα στο βεληνεκές των επάκτιων πυροβόλων και να υποστεί ορισμένες επιφανειακές βλάβες στα υπερστεγάσματα.

Τα τουρκικά πλοία είχαν βαρύτερες ζημιές, αλλά και απώλειες στο έμψυχο δυναμικό τους, με 58 νεκρούς και 40 τραυματίες. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε ένα νεκρό υπαξιωματικό, τον σηματωρό Κατζιτζάρη και τον ανθυποπλοίαρχο Μαμούρη, που πέθανε λίγες ημέρες αργότερα από μόλυνση του τραύματός του. Οι τραυματίες ανήλθαν στους επτά.

ΠΗΓΗ: https://www.zougla.gr/politismos/article/san-simera-egine-i-navmaxia-tis-elis-2052789

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΗΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ ΣΕ ΗΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΚΩΝ ΠΡΙΓΓΟΥ

Ο παπά Φάνης!

Οι τηλεμαραθώνιοι, Οι Χριστομαραθώνιοι και οι κυνηγοί της χαμένης «Κιβωτού». Του π.Διονυσίου Ταμπάκη ΜΕΤΑ από τους γνωστούς τηλεμαραθωνίους των κυνηγών της χαμένης «Κιβωτού»ας μιλήσουμε για τους πραγματικούς Χριστομαραθωνίους πολύπα θων και αφανών Κληρικών για τους οποίους κανένα συστημικό κανάλι δεν ασχολήθηκε ,ούτε φράγκο έδωσε ποτέ . Γι’αυτούς τους Ιερείς αξία είχαν και έχουν μονάχα οι Χριστομαραθώνιοι και οι μάχες που τόσα χρόνια δίνουν πίσω από τα δημοσιογραφικά πλατό για να κινούνται στα πλάτη και μήκη της δικής τους Χριστοαγάπης πίσω από τις πλάτες της ανθρωπίνης επιβεβαιώσεως. Όμως καιρός επιτέλους να μιλήσω για τον ήρωα μα και οσιότατο Πεθερό μου τον Παπα-Φάνη . Από δεκατεσσάρων χρονών ξενιτεύθηκε στους ωκεανούς του κόσμου όλου για να βοηθήσει την οικογένειά του που ζούσε σκαρφαλωμένη σε ένα ακριτικό και λησμονημένο από τον χάρτη χωριό,την Μελισσόπετρα , απέναντι από το κυρίαρχο βλέμμα της Παναγιάς της Μολυβδοσκέπαστης. Είχε και άλλα οκτώ αδέλφια μικρότερα να στηρίξει και έτσι ένα πρωϊνό πήρε το μικρό δισάκι του και το έβαλε για τον Πειραιά να εργαστεί στα καράβια. Διαμάντι ακέραιο μέσα σε εκείνο το περιβάλλον είχε συνάμα και τρία ναυάγια όπου πάλεψε σαν τον Οδυσσέα για να σωθεί αλλά και να σώσει τους συναδέλφους του. Κάποτες, γύρω στα εικοσιπέντε του, είχε ναυάγιο κοντά στις άγριες θάλασσες της Ιαπωνίας . Το εμπορικό πλοίο είχε αρπάξει φωτιά και όλοι είχαν επιβιβαστεί στην βάρκα για να γλυτώσουν το κορμί τους. Μα μόλις θυμήθηκε πως είχε αφημένο στην μικρή καμπίνα του τον Σταυρό του που είχε μέσα Τίμιο Ξύλο. Αμέσως παράτησε την βάρκα ,ενώ όλοι του φωνάζαν και με κίνδυνο την ζωή του έφτασε στο ασκητικό γιατάκι του και πήρε τον Σταυρό στα χέρια του. Μέχρις να επιστρέψει, μπαρουτοκαπνισμένος απ’την κάπνα, όλοι στην λέμβο είχαν γίνει κάρβουνο από την φωτιά. Μαχητής στην θάλασσα, όπως και στην στεριά .Μα και μαχητής σεμνός και αξιοπρεπής της βασανισμένης Εκκλησιάς μας. Αν και μεγάλωσε μαζί με την ακούραστη και λιτή πρεσβυτέρα και συνοδοιπόρο του ,με αξιοπρέπεια απαράμιλλη 7 παιδιά στην μοναχική ηπειρώτικη γη ,δεν τον πτόησαν ποτέ ούτε οι γκρεμνοί στα απαράκλητα και τραχιά βουνά της Πίνδου , ούτε τα χιόνια,ούτε το αδυσώπητο κρύο ,ούτε οι πάγοι στους έρημους χωματόδρομους γα να προφτάσει με το λιοχάραμα να αρχίσει την Λειτουργία του. Δεν τον φόβισαν ποτέ ούτε οι λύκοι ,ούτε οι αρκούδες που μπροστά του πρόσωπο με πρόσωπο τον αγριοκοκοίταξαν…δεν σκιάχτηκε την ανθρώπινη εγκατάλειψη ,τις αδικίες ,τις περιφρονήσεις ,την ένδεια από κοσμικές παρηγοριές …Δεν τον πτόησε ποτέ η μοναξιά ,η καταφρόνια στο περιθώριο να ζει και να λειτουργεί σαν ασκητής και «ωσει νυκτικόραξ εν οικοπέδω», όταν κάποιο άλλοι αρωματισμένοι, σιδερωμένοι και φινετσάτοι Κληρικοί του Άστεως περιπολούν ενδόξως τα κοινωνικά και εκκλησιαστικά σαλόνια. Τον θυμάμαι τον πεθερό μου πριν γίνω και εγώ Ιερεύς(αν και πάντα αισθανόμουν και αισθάνομαι μπροστά στην δική του Ιερατική λεβεντιά ως κάλπικος νάνος) να του κάμω τον ψάλτη μία μεγάλη Εβδομάδα στα εννιά συνοριακά χωριά.Να κάμει εννιά Επιταφίους και εννιά Αναστάσεις … Και τώρα παρά τα εξήνταπέντε του χρόνια αείζηλος και ακούραστος τρέχει σαν τον Άι- Βασίλη, όχι με κανένα πολυκιβικό και πολυτελή έλκυθρο, αλλά με ένα τρισμεταχειρισμένο και χιλιάρι Fiatάκι , στα ξεχασμένα και πολύκλαυστα ακριτικά χωριά και στις ανηφοριές για να μην αφήσει όσα γεροντάκια απέμειναν ακοινώνητα , αδιάβαστα και ακήδευτα. Όλοι ελάκησαν…γιατροί, αστυνομικοί, δάσκαλοι…μόνο κάποιοι λησμονημένοι παπάδες απέμειναν να φυλάνε θερμοπύλες σαν τον Παπα-Φάνη. Ήταν από τους πρώτους Ιερείς που με κίνδυνο την ζωή του μπήκε στην Αλβανία ,όταν πέθανε ο Ενβέρ Χότζα, για να ξαναλειτουργηθούν οι αλιβάνιστες Εκκλησιές. Έδωσαν εντολή να τον πυροβολήσουν σαν ανέβαινε με τον μποξά και τα ιερά στην πλάτη έναν λοφίσκο. Μα θαυμαστώς ένα απρόσμενο νέφος τον έσωσε από τα παρατεταμένα πολυβόλα. Του το ανέφερε ο ίδιος Στρατιώτης που τον είχε βάλει στον στόχο, όταν μετά από καιρό ο ίδιος ο Παπα-Φάνης του ευρήκε εργασία στα Γιάννενα για να τον βοηθήσει. Αυτά τα λίγα που είναι και’ άλλα κι άλλα τόσα για τον Πεθερό μου τον Παπα-Φάνη του οποίου η μόνη του περιουσία ,μετά από τόσες δεκαετίες αλέρωτου ιδρώτα, είναι τα πολυκαιρισμένα ,μπαλωμένα μα καθάρια ράσα του και η αμπάλωτη συνείδησή του για το ότι έπραττε πάντα και με αρχοντιά σεμνή το τιμημένο χρέος του . ΠΗΓhttps://www.exapsalmos.gr/2022/11/30/oi-tilemarathonioi-oi-christomarathonioi-kai-oi-kynigoi-tis-chamenis-kivotou/Η:

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Η Παρθένος σήμερον, Προεόρτιο Κοντάκιο Χριστουγέννων, Παναγιώτης Νεοχωρί...

Ὅ,τι θέλει ο αδελφός Ἀββᾶ Νικήτα Δύο μο¬ναχοί ἤθε¬λαν νά ἀσκητέψουν μαζί. Ὁ πρῶτος συλλογίστηκε: -Ὅ,τι θέλει ὁ ἀδελφός, ἐκεῖνο καί θά πράξω. Καί ὁ ἄλλος, ὅμως, σκέ¬φθηκε τό ἴδιο: -Θά κάνω πάντα τό θέλημα τοῦ ἀδελφοῦ μου. Κ᾽ ἔζησαν ἔτσι μαζί, μέ πολλή ἀγά¬πη, γι’ ἀρκετά χρόνια. Ὡστόσο, βλέ¬ποντας ὁ διάβολος τήν ἀγάπη καί τήν ὁμόνοιά τους, δέν μποροῦσε νά τό ὑποφέρει, καί βάλθηκε νά τούς χωρί¬σει. Πάει, λοιπόν, ὁ δαίμονας καί στέ¬κεται μπροστά στήν πόρτα τους, καί φαινότανε στόν ἕνα μοναχό σάν πε¬ριστέρι καί στόν ἄλλο σάν κουρούνα. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἕνας στόν ἄλλο: -Βλέπεις, ἀδελφέ, κεῖνο τό περιστέρι; -Δέν εἶναι περιστέρι, τοῦ λέει ὁ ἄλλος, εἶναι κουρούνα. Καί μ’ αὐτή τή διαφωνία, γιά τό τί ἔβλεπε ὁ καθένας, ἄρχισαν νά φι-λονεικοῦν, λέγοντας καί ὑποστηρί¬ζοντας ἄλλο ὁ ἕνας, ἄλλο ὁ ἄλλος. Κ’ ἔφτασαν στό τέλος νά χτυπηθοῦν τόσο πολύ, πού πληγώθηκαν. Καί, πρός μεγάλη χαρά τοῦ διαβόλου, χω¬ρίστηκαν ὁ ἕνας ἀπ’ τόν ἄλλο, ζώ¬ντας σάν ξένοι. Ὕστερ’ ἀπό τρεῖς μέρες, ὅμως, συνῆλθαν ἀπ’ τή μέθη τοῦ θυμοῦ καί μέ σύνεση ξαναγύρισαν στήν πρώτη τους κατάσταση. Ἔβαλαν, λοιπόν, με¬τάνοια ὁ ἕνας στόν ἄλλο, κι ἄρχισαν νά ἐξομολογοῦνται καί νά φανερώνουν ὁ ἕνας στόν ἄλλο ἐκεῖνο πού εἶχαν στήν καρδιά τους ὅταν πρωτοσμίξανε, δη¬λαδή νά κάνει ὁ ἕνας τό θέλημα τοῦ ἄλλου. Καί γνωρίζοντας ἔτσι τόν πό¬λεμο πού τούς εἶχε στήσει ὁ αἰώνιος ἐχθρός, ἔμειναν πιά γιά πάντα μαζί, μέ εἰρήνη καί ὁμόνοια σέ ὅλα. Πηγή: Ησυχαστήριο της Αγίας Τριάδος Λυθροδόντας Ἀπό το Γεροντικό Εικόνα από: Pinterest το «σπιτάκι της Μέλιας»

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος:

Βιογραφικά στοιχεία

Καταρχάς, αναφορικά με την ημερομηνία γέννησης του Οσίου οι απόψεις διίστανται και υπάρχει σύγχυση γύρω από το θέμα. Όπως αναφέρει ο κύριος Καλαμάτας Αθανάσιος στα πρακτικά του επιστημονικού συνεδρίου που διεξήχθη στην Πάρο (1998) διάφοροι λόγιοι και ακαδημαϊκοί του παρελθόντος έχουν τοποθετήσει την ημερομηνία γέννησης του Οσίου μεταξύ του 1722 – 1740.  Προκειμένου, λοιπόν να εξακριβωθεί η ημερομηνία γέννησής του λαμβάνεται υπόψη η μαρτυρία του Ανδρέα Μαμούκα, μαθητή του Οσίου Αθανασίου του Πάριου. Πιο συγκεκριμένα, ο τελευταίος αναφέρει πως ο Όσιος αποσύρθηκε από τη διεύθυνση της σχολής Χίου σε ηλικία ενενήντα χρονών. Παράλληλα, μια επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Δ΄ που αναφέρει ότι το 1811 ο Όσιος δε βρισκόταν πια στη σχολή[1],καθώς και μια επιστολή του Κούμα, που γράφτηκε το 1811 και ανακοινώνει πως ο Πάριος σταμάτησε από τη σχολή[2] καταδεικνύουν την ημερομηνία γέννησής του. Έτσι, φαίνεται πως ο Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος γεννήθηκε το 1721 στο Κώστο Πάρου, πληροφορία που επιβεβαιώνεται και από τον Οικονομίδη (1961)[3], που ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε συστηματικά με το ζήτημα.

Εν γένει, όπως επισημαίνει ο κύριος Καλαμάτας Αθανάσιος, η βιβλιογραφία αναφορικά με την οικογένεια του Οσίου είναι ελάχιστη. Ο πατέρας του ήταν ο Απόστολος Τούλιος, που καταγόταν από τη Σίφνο και μετεγκαταστάθηκε στην Πάρο. Σύμφωνα, με τις πηγές είχε αρκετή περιουσία, κάτι που βοήθησε ώστε ο Πάριος να λάβει και την απαραίτητη μόρφωση. Το επώνυμο του, Πάριος, το έλαβε λόγω της καταγωγής του, από την Πάρο.[4]

Έλαβε τη βασική μόρφωση στην Πάρο και εν συνεχεία σπούδασε στη Σμύρνη, στην Ευαγγελική Σχολή. Το 1751, μετά από έξι χρόνια σπουδών στη Σμύρνη, αποφάσισε να συνεχίσει στην Αθωνιάδα Σχολή. Η επιλογή της σχολής αυτής δεν ήταν τυχαία, καθώς ο Πάριος θαύμαζε βαθιά πολλά από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στη σχολή αυτή, μεταξύ των οποίων και ο Ευγένιος Βούλγαρης. Μετά από μια μακρά παραμονή στη σχολή αυτή, ο Πάριος αποφασίζει να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και αναλαμβάνει διευθυντής του «Ελληνομουσείου» για δύο χρόνια.   Επόμενος σταθμός του είναι η Κέρκυρα, όπου παρακολουθεί μαθήματα κοντά στον Νικηφόρο Θεοτόκη και αποκτά γνώσεις πάνω στη φιλοσοφία, τη ρητορική και τη φυσική.[5]

Το 1764 φεύγει και πάλι για να βρεθεί στην Παλαμιαία Σχολή στο Μεσολόγγι και από εκεί τον καλούν να διδάξει στη Θεσσαλονίκη για τρία χρόνια (1767 – 1770). Το 1770/71 τον καλούν να διδάξει στην Αθωνιάδα και εκεί αναλαμβάνει και τη διεύθυνση της σχολής, κατά τα γραφόμενα. Ταυτόχρονα χρήζεται ιερομόναχος από τον Μακάριο Νοταρά.[6]

Δεν παραμένει στη θέση αυτή για πολύ καθώς ξεσπάει διαμάχη μεταξύ Κολλυβαδιστών και αντικολλυβαδιστών και αναγκάζεται να κρυφτεί στον Άθω και τη Θεσσαλονίκη. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως ο Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος αποτέλεσε ηγετικό στέλεχος του Κολλυβαδικού κινήματος.[7] Μάλιστα, το 1776 καθαιρείται από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά τη θητεία του Οικουμενικού Πατριάρχη Σωφρονίου του Β΄, λόγω της συσχέτισής του με τοκίνημα.[8] Η καθαίρεσή του αναιρείται το 1781 από τη Σύνοδο, κατά την Πατριαρχία του Γαβριήλ του Δ΄.[9]

Για τρίτη και τελευταία φορά αναλαμβάνει να διευθύνει το «Ελληνομουσείο» από το 1777-1786 και γίνεται μέντορας για πολλούς μαθητές, οι οποίοι διατηρούν τη βυζαντινή παράδοση με το έργο τους.[10]Στο διάστημα αυτό δέχεται δύο φορές πρόταση από το Οικουμενικού Πατριαρχείο, τις οποίες απορρίπτει. Την πρώτη φορά του πρότειναν να εργαστεί ως σχολάρχης και δάσκαλος στην Πατριαρχική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και τη δεύτερη να επιλέξει μια επισκοπή, ώστε να χειροτονηθεί Επίσκοπος.[11]

Το 1786 φεύγει από τη Θεσσαλονίκη για να επιστρέψει στην Πάρο. Ωστόσο, το πλοίο προσαράζει στη Χίο όπου αναγκάζεται να παραμείνει καθώς έχει μόλις ξεκινήσει ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 – 1792). Η Χίος αποτελεί και τον τελευταίο σταθμό του βίου του Πάριου, καθώς αποδέχεται την πρόταση των δυνατών του νησιού, λόγω και των πιέσεων από φιλικά του πρόσωπα να οργανώσει και να διευθύνει τη Σχολή της Χίου. Παραμένει στη διεύθυνση από το 1788 – 1811, ενώ παράλληλα διδάσκει και εκεί. Η παρουσία του εκεί συμβάλλει στην προσέλκυση σημαντικών προσώπων, όπως ο Γρηγόριος Σαράφης. Παραιτείται το 1811, σε ηλικία ενενήντα ετών, λόγω της αντίθεσης που εξέφρασε απέναντι στις ιδέες του διαφωτισμού και της διαμάχης που απέκτησε με τους υπερμάχους του.[12]

Στις 24 Ιουνίου 1813 κοιμήθηκε. Το τέλος της ζωής του τον βρήκε στη Χίο, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Ρεστών, όπου είχε αποσυρθεί μετά και την παραίτησή του από τη Σχολή της Χίου.[13]Στην επιτύμβια πλάκα του Πάριου είναι γραμμένο το ακόλουθο χωρίο:

«Η πολύκροτος Αθανασίου φήμη

Η περικλεής και πανένδοτος μνήμη

Πάντων τοις ωσίνενηχεί θαυμασίως

Και εις έπαινον πάντας κινεί αξίως….».

Το παραπάνω χωρίο το έγραψε ο συνασκητής του Όσιος Νικηφόρος, ο οποίος ετάφη αργότερα μαζί του. Αργότερα, τα οστά του Πάριου μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκειο του εκεί ναϋδρίου, αλλά αποτεφρώθηκαν κατά τον εμπρησμό του 1822 μ.Χ.[14]

Τα τίμια λείψανά του διατηρούνται μέχρι και σήμερα και είναι διαθέσιμα για προσκύνημα. Ειδικότερα, μέρος της Κάρας του Οσίου βρίσκεται στον Ιερό Ναό ΜεταμορφώσεωςτουΣωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου, αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στη Μητρόπολη Παροναξίας, στη Μονή Αγίας Άννης Λυγαριάς Λαμίας, αλλά και στους ναούς Αγίου Αθανασίου ΠαρίουΚώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου.[15][16]

[flipbook title=’Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ’ book=’arvanitis_athparios_book’ file=’index.html’][/flipbook]

Παραπομπές:

[1] Έρμής ο Λόγιος (Βιέννη 1812) Φωτογραφική ανατύπωση από το Ε.Λ.Ι.Α

[2]Ρ. Αργυροπούλου, «Ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ Κούμας ως φιλόσοφος». Επιλεγόμενα στην νέα έκδοση της Συνόψεως της Ιστορίας και Φιλοσοφίας, Αθήνα: 1973, σελ.225-243.

[3]Α. Οικονομίδης, «Αθανάσιος ο Πάριος». Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών 1, 1961, σελ. 347-422.

[4]Α. Καλαμάτας,«Ο βίος του Αγίου Αθανασίου Παρίου», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, (Πάρος 29 Σεπτεμβρίου- 4 Οκτωβρίου 1998): “Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος”,  Πάρος 2000, σελ. 47-72.

[5]X. Πόνος, «Η πατερική παράδοση στα συγγράμματα του Αγίου Αθανασίου Πάριου» (Διπλωματική εργασία), Θεσσαλονίκη:2011.

[6]Α. Καλαμάτας, «Ο βίος του Αγίου Αθανασίου Παρίου», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, (Πάρος 29 Σεπτεμβρίου- 4 Οκτωβρίου 1998): “Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος”,  Πάρος 2000, σελ. 47-72..

[7]Θ. Ζήσης, «Κολλυβαδικά. Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος». Θεσσαλονίκη: 2004.

[8]Λ. Βρανούσης,«Άγνωστα πατριωτικά φυλλάδια και ανέκδοτα κείμενα της εποχής του Ρήγα και του Κοραή. Η φιλογαλλική και αντιγαλλική προπαγάνδα»,Αθήνα: 1965,σελ. 125-329· Γ. Στογιόγλου, «Παραλειπόμενα και αντιλεγόμενα κατά την παραμονή του αγίου Αθανασίου Παρίου στη Μακεδονία». Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Εκατονταπυλιανή και η Χριστιανική Πάρος», Πάρος 1998, σελ. 499-521· L. Petit, “La grande controverse des Collybes”, 1899, σελ. 321-331.

[9]Α. Οικονομίδης, «Αθανάσιος ο Πάριος». Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών 1, 1961, σελ. 347-422.

[10]A. Καραθανάσης,«Το διδακτικό έργο του Αθανασίου του Παρίου στην Θεσσαλονίκη και την Χίο»., Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, (Πάρος 29 Σεπτεμβρίου- 4 Οκτωβρίου 1998): “Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος”, Πάρος,2000, σελ. 101-118.

[11]Κ. Σάθας, «Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής Εθνεγερσίας (1453-1821)», Αθήναι:1868.

[12]Κ. Άμαντος, «Η παιδεία εις την τουρκοκρατούμενην Χίον», 1930, σελ. 381-414.

[13]Ν. Αρκάς, «Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813)». Αθήνα:1960.

[14]Βίος Αγίου: Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος, Ορθόδοξος Συναξαριστής, http://www.saint.gr/625/saint.aspx, (τελευταία προσπέλαση 11/1/2021).

[15]ο.π.

[16]Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος, Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ (1721-1813) Ένας μεγάλος διδάσκαλος του Γένους και ένας φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως, Σύνδεσμος Κληρικών Χίου, http://syndesmosklchi.blogspot.com/2013/06/1721-1813.html (τελευταία προσπέλαση 13/1/2021).

ΠΗΓΗ:https://www.pemptousia.gr/2022/11/agios-athanasios-o-parios-viografika-stichia/

Μητρόπολη Καμερούν-δυσκολίες του θείου ιεραποστολικού έργου.Με τον σεβ μ...

Η Εκκλησία...

Στην Εκκλησία έρχεσαι όπως είσαι αλλά για να μην μείνεις όπως είσαι!

 

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Δεν υπάρχει ένα φάρμακο για όλες τις παθήσεις, ούτε ή ίδια ποσότητα. Κάθε πάθηση θέλει τον δικό της τρόπο θεραπείας.

Ο τρόπος θεραπείας είναι ανάλογος όμως και από το ιστορικό που έχει ο κάθε ασθενής. Πολλά παίζουνε ρόλο για τον τελικό τρόπο θεραπείας.

Το πρώτιστο όμως και το μείζον της υπόθεσης είναι ο ασθενής να θέλει να θεραπευτεί. Εάν ο ασθενής δεν θέλει κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει.

Σημαντικό λοιπόν και για την πνευματική μας θεραπεία είναι να καταλάβουμε ότι είμαστε ασθενείς, ότι χρειαζόμαστε βοήθεια.

Και αυτήν την βοήθεια μπορούμε να την λάβουμε στο πνευματικό νοσοκομείο που είναι η Εκκλησία. Εδώ, ο κάθε ασθενείς συμμετέχει σε κάποιο κοινό πρόγραμμα θεραπείας αλλά συγχρόνως έχει και το προσωπικό του πρόγραμμα που κανονίζεται με τον προσωπικό του πνευματικό ιατρό.

Η υπακοή του ασθενή είναι σημαντική σ’αυτήν την διαδικασία της θεραπείας. Κάθε τι πρέπει να γίνεται ελεύθερα δηλαδή υπεύθυνα.

Δεν είναι δυνατόν να ομιλούμε για πνευματική θεραπεία και να αφήνουμε απ’ έξω την ελεύθερη βούλησή μας. Με το ζόρι δεν γίνεται τίποτα.

Το θέμα λοιπόν είναι κατ’αρχήν να καταλάβουμε ότι χρειαζόμαστε θεραπεία· αλλά και ότι δεν μπορούμε να αυτοθεραπευτούμε. Χρειαζόμαστε βοήθεια από κάπου αλλού. Και αυτό το «αλλού» είναι η Εκκλησία.

Σ’ ένα νοσοκομείο υπάρχει και ένας τόπος όπου υπάρχουν και οι νεκροί, αυτούς δεν μπορεί κανείς πλέον να τους βοηθήσει. Στην Εκκλησία όμως ακόμα και αυτοί, οι πνευματικά νεκροί μπορούνε να αναστηθούνε, μπορούνε να αποκτήσουν ξανά πνοή, καινή ζωή.

Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει μη αναστρέψιμη (καταδικασμένη) κατάσταση, αρκεί ο άνθρωπος να θέλει -ακόμα κι αν είναι νεκρός- να ζήσει «συν τω Χριστώ εν τω Θεώ».

Μέσα στην Εκκλησία ποτέ δεν παύει η ελπίδα, ποτέ δεν παύει η θεραπεία. Ακόμα και όταν -για διάφορους λόγους- καταπατούμε την «θεραπεία» μας και ξαναφουντώνουν οι ασθενειές μας, δεν υπάρχει απόρριψη, δεν υπάρχει «εξιτήριο» λόγο παρακοής.

Στην Εκκλησία πάντα υπάρχει συγκατάβαση και συγχώρεση. Ποτέ η Εκκλησία δεν δίνει «εξιτήριο» σε κάποιον ασθενή λόγο απείθειας. Εάν φύγει κάποιος θα το κάνει από μόνος του.

Μόνο σε μία περίπτωση η Εκκλησία θα απομακρύνει κάποιον. Μόνο στην περίπτωση που ο συγκεκριμένος άνθρωπος προσπαθεί να περάσει δικές του θεραπείες-θεωρίες σε άλλους ανθρώπους που έρχονται σε σύγκρουση με την θεραπευτική Της.

Η Εκκλησία λοιπόν είναι ο χώρος μέσα στον οποίο κάποιος έρχεται όπως είναι. Με τις ασθένειές του. Όμως έρχεται όχι για να μείνει ο ίδιος, αλλά για να θεραπευτεί. Αλλιώς δεν έχει νόημα να έρθει.

Δεν είχει νόημα να έρθει κάποιος όπως είναι και να παραμείνει όπως είναι πεισματικά και εγωιστικά. Όπως δεν έχει νόημα να πάει κάποιος άρρωστος σε ένα νοσοκομείο και μετά να αρνείται κάθε θεραπεία. Καλύτερα να μη πάει στο νοσοκομείο, αλλιώς η παρουσία του εκεί δεν έχει νόημα.

Όλοι μας είμαστε ασθενείς και όλοι μας χρειαζόμαστε θεραπεία. Μία θεραπεία που διαφέρει στον καθένα μας λόγο της διαφορετικότητας των ασθενειών μας.

Όμως συνάμα η θεραπεία μας είναι και κοινή. Είναι κοινή διότι φέρει κάποια κοινά στοιχεία που είναι η προαίρεσή μας να γίνουμε του Χριστού κι ας πονέσουμε, κι ας πάρουμε πικρό σιρόπι, κι ας εγχειρηστούμε.

Είναι αυτή η λαχτάρα μας να φάμε και να πιούμε με τον Θεό, τον Χριστό, δια Αγίου Πνεύματος όχι επειδή έχουμε θεραπευτεί αλλά για να κλείσουν οι πληγές μας, για να επουλώσουν τα σημάδια της μετανοημένης μας αμαρτίας, για να πάρουμε μέσα μας δύναμη, φωτισμό, φάρμακο ζωής αιωνίου.

Γι’αυτό και μέσα στην Εκκλησία αν και νοσοκομείο δεν μυρίζει ιώδιο, οινόπνευμα, σήψη πληγών και θάνατο αλλά πάνω σε όλα αυτά κυριαρχεί η ευωδία της Ζωής.

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»