Κράτημα "Τεριρέμ"
Ορμύλια
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015
'' ΔΟΥΛΟΙ ΚΥΡΙΟΝ ''
Π.Μπερεκέτου 18ος αιώνας.Πολυέλεος (Ήχος Α') .
Μία αριστουργηματική μουσική σύνθεση στον πολυέλεο,
του Πέτρου Μπερεκέτου,
ενός κορυφαίου μουσικού
της καθ'υμάς ανατολής ( 18ος αιώνας ) σε ήχο
Πρώτο τετράφωνο . Θαυμάσια εκτέλεση απο την μεγαλόπρεπη Πατριαρχική
χορωδία του αειμνήστου Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Μ.τ.Χ.Ε Θρασυβούλου
Στανίτσα
Η μοναξιά, ενός Χήρου!
Τα βράδια κάθομαι και μιλάω στη γυναίκα μου που
"έφυγε"
Πρίν 7 χρόνια έχασα τη γυναίκα μου στα 33 της από καρκίνο. Έμεινα πίσω με δύο αγόρια 3 και 5 ετών, χωρίς να ξέρω να κάνω ούτε αυγό. Η γυναίκα μου ήταν εκείνη που φρόντιζε το σπίτι και νιώθω τύψεις για αυτό.
Νιώθω ενοχές ότι εγώ την επιβάρυνα με
τις δουλειές και ότι ίσως αυτό να επηρέασε την υγεία της. Ίσως και όχι δεν θα
μάθω ποτέ. Αλλά θα το έχω βάρος στη συνείδησή μου που δεν ήμουν έστω λίγο
ανεξάρτητος να τη ξεκουράσω. Να την υπολογίσω.
Μέσα σε μια μέρα
έπρεπε να εξηγήσω στα παιδιά που είχε πάει η μητέρα τους, εγώ να γυρίσω στη
δουλειά μου σαν να μην συμβαίνει τίποτα και το πιο σημαντικό; Να σηκωθώ από το
κρεβάτι. Να σηκωθώ και να σταθώ πάνω στα πόδια μου. Τα κατάφερα και στάθηκα για
το χατίρι των παιδιών μου γιατί με είχαν ανάγκη.
Έμαθα να κάνω τις δουλειές του σπιτιού
μαζί με τους γιους μου, έμαθα τους φίλους τους στον παιδικό σταθμό και ύστερα
στο σχολείο, έμαθα τι βάζουμε όταν το μωρό γεμίζει εξανθήματα, έμαθα τα
εμβόλια, έμαθα πράγματα που δεν γνώριζα γιατί όλα τα είχα αφήσει πάνω στη
γυναίκα μου. Και μετανιώνω. Γιατί έμαθα τόσα πολλά που μάλλον δεν ήμουν καλός
σύζυγος. Αν ήμουν θα κοιτούσα πώς να αναλάβω τις ευθύνες μου.
Δεν έχω παράπονο, σχεδόν όλοι μας οι
συγγενείς και οι φίλοι μας αγκάλιασαν και μας στήριξαν. Δεν ένιωσα ποτέ
ρατσισμό ή ότι μας έβαζαν στο περιθώριο αλλά σίγουρα μια ελαφριά πίεση να
“ξαναφτιάξω” τη ζωή μου, υπήρχε. Υπονοούμενα και αστεία ότι σιγά σιγά “έπρεπε”
να ξαναπαντρευτώ για τα παιδιά αλλά δεν έδωσα ποτέ σημασία. Γιατί δεν
καταλάβαιναν πως όσους γάμους και να κάνεις, πατέρας και μητέρα είναι μόνο ένας
και μία. Καμία δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη μητέρα των παιδιών μου.
Η ζωή μας είχε μπεί
σε μια ροή, το μυαλό μου όμως όχι. Τα βράδια όταν έβαζα τα παιδιά για ύπνο και
έκλεινα τη πόρτα, έκλαιγα μέχρι αργά. Είχα πάει πολλές φορές άυπνος στο
γραφείο. Πολλά βράδια καθόμουν μόνος μου και της έλεγα «Πες μου τι να κάνω που ο
Νίκος έχει αρχίσει να βαράει τους συμμαθητές του», «Πες μου τι να πω στον
προϊστάμενο που θέλει να με πάει σε άλλο τμήμα». Αλλά οι φωτογραφίες δεν
απαντούν. Η γυναίκα μου ήταν το στήριγμά μας, ο άνθρωπος που τρέχαμε να πούμε
τα προβλήματά μας, που μας έδινε λύσεις.
Μετανιώνω που δεν έκατσα ποτέ να δώσω
λύσεις στα δικά της προβλήματα. Που δεν άκουσα ποτέ τις δικές της έννοιες.
Νιώθω τρομερές τύψεις για εκείνη την εξωσυζυγική περιπέτεια που είχα με άλλη
για ένα βράδυ. Λυπάμαι που δεν στάθηκα με την ίδια αξιοπρέπεια δίπλα της.
Πρίν από ένα χρόνο, έκανα σχέση με μια
κοπέλα στη δουλειά. Στην αρχή δεν το πήρα σοβαρά, στη συνέχεια όμως δέσαμε και
περνούσαμε καλά μαζί. Την είδα σαν ευκαιρία να μην κάνω τα ίδια λάθη, να
εξιλεωθώ για όσα είχα κάνει στη γυναίκα μου.
Η νέα μου σύντροφος
έμεινε έγκυος και μόλις έμαθαν για τη σχέση μας, επειδή δεν μπορούσαν να
απολύσουν εκείνη, απέλυσαν εμένα γιατί σύμφωνα με τον κανονισμό τους, δεν
θέλουν το προσωπικό τους να έχει συγγενικές σχέσεις.
Το μόνο καλό σε αυτή
την ιστορία είναι ότι τα παιδιά μου έχουν καλές σχέσεις με τη σύντροφό μου και
ανυπομονούν για τη μπέμπα.
Κατά τα λοιπά, είμαι 44 χρονών χήρος
με δύο παιδιά, περιμένω τρίτο παιδί (κοριτσάκι αυτή τη φορά) και σε λίγο καιρό
δεν θα έχω ψωμί να τα ταίσω. Το πιστεύεις ότι κάθομαι τα βράδια μόνος όπως τότε
στο σαλόνι και ακόμα ρωτάω τη γυναίκα μου, τι να κάνω; Πού θα βρώ δουλειά τώρα;
Γιατί τιμωρούμαι τόσο σκληρά; Πώς θα
γεννηθεί το τρίτο μου παιδί; Πιο πολύ από όλα, με βαραίνει αυτό. Ότι ακόμα
μιλάω για τα προβλήματά μου στη γυναίκα μου εκεί ψηλά. Ότι όσες σχέσεις και όσα
παιδιά να κάνω αυτή θα είναι πάντα το αστέρι μου.
ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr/
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015
Κάλλιστος Ware:
Ο εκφραστής της δυναμικότητας της Ορθόδοξης Θεολογίας
Την Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015 το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ αναγόρευσε ως Επίτιμο Διδάκτορα μια διαπρεπή προσωπικότητα της σύγχρονης Ορθόδοξης Θεολογίας, το Σεβ. Μητροπολίτη Διοκλείας κ. Κάλλιστο. Η τελετή αναγόρευσης πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης παρουσία ενός μεγάλου πλήθους, που συνέρρευσε για να τιμήσει τον σπουδαίο αυτόν ιεράρχη. Παρουσιάζουμε στη συνέχεια την Προσφώνηση του Προέδρου του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, καθ. Θεόδωρου Γιάγκου, κατά την Τελετή Αναγόρευσης.
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ WARE
Όταν η Ελλάδα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ), στην έγκριτη εφημερίδα των Παρισίων Le Monde, δημοσιεύτηκε επίκαιρο άρθρο, στο οποίο ο συντάκτης χαιρέτιζε το νέο μέλος, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη υποδέχεται τη χώρα της Φιλοκαλίας. Ο αρθρογράφος μέσα σε λίγες γραμμές περιέγραφε τον ιδεολογικό προσανατολισμό της Ευρώπης, που επεδίωκε να οικοδομήσει ο Jacques Delors, εκφράζοντάς τον με το κωδικοποιημένο σύνθημα: «Μια ψυχή για την Ευρώπη». Από την πλούσια πολιτισμική κληρονομιά των Ελλήνων, αρχαία και νεότερη, επέλεξε να προβάλει την ορθόδοξη κληρονομιά, αναδεικνύοντας έτσι την ιδιοπροσωπία της μόνης και μάλιστα ακραιφνώς ορθόδοξης χώρας στο τότε σώμα των ευρωπαϊκών κρατών, που συγκροτούσαν την Ένωση.
Η Φιλοκαλία είναι ίσως το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της πατερικής γραμματείας, στο οποίο αποτυπώνεται ο πλούτος της ορθόδοξης πνευματικότητας, έτσι όπως αναδείχτηκε από την εμπειρία των ασκητών της ερήμου. Υπ’ αυτή την έποψη, ορθώς ο αρθρογράφος την επικαλέστηκε για να δώσει ένα ιδιαίτερο πνευματικό στίγμα της Ελλάδας.
Βεβαίως για τον μέσο γαλλόφωνο αναγνώστη η αναφορά στη Φιλοκαλία μπορούσε να ηχεί ως «νεολογισμός», όμως αυτό δεν ίσχυε για τους λογίους με προσλαμβάνουσες προϋποθέσεις. Περίπου την ίδια εποχή στον δυτικό θεολογικό κόσμο δημιουργείται ένα ρεύμα επιστροφής στους Πατέρες της Εκκλησίας, όχι μόνο στον Ορθόδοξο χώρο με πρωτεργάτες κυρίως τους θεολόγους της Διασποράς, αλλά και στους χριστιανούς άλλων ομολογιών. Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι η Β’ Βατικανή Σύνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (1962-1965) κινήθηκε για κάποιες αποφάσεις της με βάση τα πατερικά κείμενα του αρχέγονου χριστιανισμού, ιδιαίτερα σε θέματα λατρείας. Ακόμα και οι διάλογοι μεταξύ των Εκκλησιών, οι οποίοι στη δεκαετία του ‘80 ευρίσκονταν σε ακμή, κινούνται εν πολλοίς στο πλαίσιο της διερεύνησης της πατερικής διδασκαλίας. Παράλληλα στον ακαδημαϊκό χώρο, σπουδαίοι ερευνητές εκπονούν μνημειώδεις κριτικές εκδόσεις πατερικών συγγραμμάτων, με κλασσικότερες εκείνες που περιλαμβάνονται στη σειρά Sources Chretiennes, που αρχικά είχε έδρα τη Λυών.
Σε αυτό το κλίμα ανδρώθηκε επιστημονικά και δραστηριοποιήθηκε ο τιμώμενος σήμερα Μητροπολίτης Διοκλείας κ. Κάλλιστος, γενόμενος ο ίδιος, στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, «σημείο αναφοράς» ως προς τις πατερικές σπουδές, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο. Ένας μεγάλος αριθμός εργασιών του περιστρέφεται γύρω από την Φιλοκαλία, με κυριότερη τη διδακτορική του διατριβή περί των ασκητικών συγγραμμάτων του Μάρκου του Ερημίτη. Πρωτίστως όμως είναι ο άνθρωπος, ο οποίος ανέλαβε την επιστημονική ευθύνη της μετάφρασης σε πέντε τόμους των κειμένων της Φιλοκαλίας στην αγγλική γλώσσα, συνεργαζόμενος με άλλους εξαίρετους επιστήμονες.
Η συμβολή του στην ανάδειξη της πατερικής θεολογίας και στην ευρύτερη διάδοσή της στον αγγλόφωνο κόσμο είναι καθοριστική.
Ο τιμώμενος είναι παράδειγμα διακεκριμένου επισκόπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνδυάζει επίσης το πρότυπο του ακαδημαϊκού δασκάλου. Κατά το μακρό χρονικό διάστημα της διδασκαλίας του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σπούδασαν υπό την καθοδήγησή του πολλοί ορθόδοξοι και ετερόδοξοι θεολόγοι. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται καθηγητές που επανδρώνουν σήμερα πανεπιστημιακά ιδρύματα ανά τον κόσμον και πρόσωπα τα οποία έχουν αναλάβει σπουδαίες εκκλησιαστικές θέσεις και διακονούν την ελληνόφωνη, σλαβόφωνη και αγγλόφωνη Ορθοδοξία.
Όπως υποστήριξε ο ομότιμος Καθηγητής του Τμήματός μας Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, η Οξφόρδη με τον Μητροπολίτη Διοκλείας μεταβάλλεται σε κέντρο σπουδής της Ορθόδοξης Θεολογίας παγκοσμίου φήμης.
Ο τιμώμενος έχει ένα ιδιαίτερο και σημαντικό πλεονέκτημα, καθόσον προσήλθε στην Ορθόδοξη Εκκλησία από αγγλικανός σε ώριμη ηλικία ύστερα από προσωπική αναζήτηση. Επομένως γνωρίζει σε βάθος τη σκέψη του δυτικού χριστιανού. Έτσι έχει τη δυνατότητα να διαλέγεται με αυτόν χωρίς να διακατέχεται από πνεύμα εσωστρέφειας. Εξάλλου ο άνθρωπος που έχει επαρκή θεολογικό εξοπλισμό και είναι κατασταλαγμένος μπορεί να αναδείξει την ελευθερία και τη δυναμικότητα της ορθόδοξης θεολογίας.
Η διεθνής αναγνώριση του Μητροπολίτη Καλλίστου αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε δεκατρείς ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά και στην κορεατική και αραβική.
Με την ομόφωνη απόφαση του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας να αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η ελληνική ακαδημαϊκή θεολογία εκπληρώνει ένα χρέος προς το πρόσωπο που αναλώθηκε να προβάλει τους Έλληνες πατέρες, κάποιοι από τους οποίους διέλαμψαν εδώ στην πόλη μας και έχουν οικουμενική εξακτίνωση όπως ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Νικόλαος Καβάσιλας και ο Συμεών Θεσσαλονίκης.
Το Τμήμα αισθάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο αποδίδει τον δίκαιο έπαινο και την οφειλόμενη τιμή προς τον σύγχρονο διδάσκαλο της Ορθόδοξης Θεολογίας.
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/2015/06/giagkou-ware/
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΠΑΤΜΙΟ": Ο Μητροπολίτης Διοκλείας ανήκει στήν Αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου
Τρίτη 9 Ιουνίου 2015
Η ασθένεια
Πώς η ασθένεια υπηρετεί την πνευματική ζωή
[Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=97907]
Ας μη βλέπει η ιατρική τον άνθρωπο ως μηχανή, μονοδιάστατα, εγκλωβίζοντας τον άνθρωπο στα όρια της κτιστότητας και της θνητότητας, απομακρύνοντας τον Θεό, όπου μ’ Αυτόν η ζωή και ο θάνατος χάνουν τη δραματική τους αντιπαλότητα και σχετικοποιούνται. Έτσι, αδυνατίζει η τραγικότητα του θανάτου και δημιουργείται η δυνατότητα για θετική αντιμετώπισή του. Ο χριστιανός δεν είναι απαραίτητο να περιμένει παθητικά τον θάνατο, αλλά μπορεί να τον δεχθεί θεληματικά και να μειώσει τον φόβο του. Όπως λοιπόν ο σωματικός θάνατος μπορεί να διακονήσει την πνευματική ζωή, έτσι και η σωματική ασθένεια, ο καρκίνος, μπορεί να υπηρετήσει την πνευματική υγεία[9].
Είναι μια πρόσκληση, μια πρόκληση, ένας στίβος, ένα άθλημα. Αξίζει κανείς ν’ αγωνισθεί για τη νίκη. Θα ’ναι ένας νικημένος νικητής. Θα ’ναι ένας αθλητής και όχι ένας κακομοίρης μοιρολάτρης, μειονεκτικός, μικρός, οκνηρός. Λέγει ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογγύστως ως μάρτυς παραληφθήσεται». Βλέπετε μία εντελώς άλλη διάσταση της ασθένειας. Ο κλινήρης, ο ανήμπορος, ο πονεμένος, δεν είναι καταδικασμένος, η αγόγγυστη υπομονή του μπορεί να τον κάνει μέγα, να τον κατατάξει μετά των μεγαλομαρτύρων. Αν η σωματική ασθένεια θεράπευε την παρόμοια ψυχική, το θαύμα επιτελέσθηκε. Ας μη αγνοούμε και αυτή την άλλη σημαντική διάσταση.
Η Εκκλησία είναι υπέρ της ανιδιοτελούς αυτοθυσίας και κατά της ιδιοτελούς αυτοκτονίας, υπέρ του ειρηνικού, ανεπαίσχυντου και ανώδυνου θανάτου και κατά της εγωιστικής ευθανασίας. Δεν επιτρέπεται να πάρουμε ούτε τη δική μας ζωή ούτε των άλλων. Όπως ωραία ειπώθηκε «επιβίωση χωρίς προοπτική ζωής είναι προσκόλληση στα γήινα, άρνηση αιωνιότητος και απόρριψη της ευεργετικής για την ψυχή διαστάσεως του γεγονότος του θανάτου. Η διά της βίας προσπάθεια διατήρησης στη ζωή αποτελεί έκφραση της ανάγκης για αθανασία των ανθρώπων, αλλά, όταν περιορίζεται μόνο στο βιολογικό επίπεδο, είναι απόδειξη ολιγοπιστίας και επιγειότητος. Όπως δεν δικαιούμεθα να επισπεύσουμε τον θάνατο, δεν δικαιούμεθα και να τον παρατείνουμε. Οφείλουμε να τον αποδεχθούμε και να τον σεβαστούμε»[10].
Ο θεατρικός συγγραφέας Ιονέσκο πριν τριάντα χρόνια έλεγε: «Το κύριο πρόβλημα του είναι μας έπεσε στη λήθη, το πρόβλημα του θανάτου. Το έσχατο τέλος έχει εξοριστεί από τη σκέψη μας, γιατί έχομε μόνο άμεσους στόχους μπροστά στα μάτια μας… Δεν γνωρίζομε τι είναι αυτό που πρέπει να κάνωμε, ούτε προς τα που πρέπει να πάμε. Εφ’ όσον μονάχα θέλουμε να ζήσουμε, μας έγινε αβίωτη η ζωή»[11]. Είναι πικρή η αλήθεια. Το άδηλο του θανάτου είναι επίσης έργο της θείας Πρόνοιας. Σκεφθείτε να γνώριζε ο άνθρωπος πότε επακριβώς θα πεθάνει. Θα ήταν πιο ζούγκλα η ζωή μας. Θα ήταν ανυπόφορη αυτή η ακριβής αναμονή της γνωστής τελευταίας ώρας. Δεν τα γνωρίζουμε ολα. Ίσως είναι καλύτερα. Δεν μπορούμε σε όλα ν’ απαντήσουμε εύκολα και αμέσως.
[Συνεχίζεται]
- Μαντζαρίδη Ι. Γ., «Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων», Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις, Αθήνα 2001, σσ. 253- 257.
- Χατζηνικολάου Νικολάου αρχιμ. (νυν μητροπ. Μεσογαίας), «Πνευματική ηθική και παθολογία των μεταμοσχεύσεων», Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις, σ. 299.
- Μπακογιάννη Π. Βασιλείου αρχιμ., Μετά, θάνατον, Αθήνα 19923, σ. 14.
Παπά-Στρατής...
Παπά
Στρατής: «Η Ελλάδα δε χάθηκε από τους ξένους, αλλά από τους Ελληνες!» (ΒΙΝΤΕΟ)
Της
Γεωργίας Λινάρδου
Γύρισε
σπίτι αργά κι έβαλε κάτι να φάει. Τον πήρα απ’ τα μούτρα. Στη
Λέσβο γίνεται χαμός. Κάθε μέρα η θάλασσα ξεβράζει πια εκατοντάδες ανθρώπους.
Πλέον, περισσότερες οικογένειες με παιδιά, γυναίκες εγκυμονούσες και ασυνόδευτα
ανήλικα. Έπρεπε να μιλήσω με τον παπά Στρατή Δήμου.
Ο παπά-Στρατής από την
Λέσβο είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, ένας πολυσήμαντος ιερέας. Το 2009
δημιούργησε την ΜΚΟ Αγκαλιά μετά από δύο χρόνια σκληρής δουλειάς και προσφοράς
σε όσους ανθρώπους έφταναν με καραβιές στις ακτές της Λέσβου.
Ξεκινάει στις έξι το πρωί και κοιμάται συνήθως στις δύο τα ξημερώματα.
Χθες το βράδυ μια ακόμη καραβιά άφησε 200 με 300 ανθρώπους στο Μόλυβο. «Ανάμεσά τους πολλά ασυνόδευτα γυναίκες σε ενδιαφέρουσα, νήπια και μικρά παιδιά», περιέγραφε ο παπά Στρατής.
Χθες το βράδυ μια ακόμη καραβιά άφησε 200 με 300 ανθρώπους στο Μόλυβο. «Ανάμεσά τους πολλά ασυνόδευτα γυναίκες σε ενδιαφέρουσα, νήπια και μικρά παιδιά», περιέγραφε ο παπά Στρατής.
Μιλάω μαζί του αργά το βράδυ. «Γίνεται χαμός. Ευτυχώς που τρέχει ο κόσμος
και βοηθάει και μπορούμε να τους κρατήσουμε όρθιους μέχρι να φτάσουν στη
Μυτιλήνη για να συλληφθούν», μου λέει.
Η πρώτη αντίδραση είναι να τον ρωτήσω τι χρειάζονται. Μου απαντά: «Τα πάντα.
Κόβουμε κούτες από χαρτόνια και τα κάνουμε παπούτσια για να γιατρέψουμε τις
πατούσες κι αυτά γίνονται δεκτά με κραυγές χαράς! Χρειαζόμαστε τα πάντα, φόρμες
για γυναίκες και άντρες, ξηρά τροφή, πάνες και πράγματα για παιδιά...»
Οι κάτοικοι της Λέσβου τα δίνουν όλα. Καθημερινά.
«Παρ’ όλη την φτώχεια και την κρίση, έχουν δώσει τον καλύτερο τους εαυτό», δηλώνει ο παπά Στρατής στο Newsbomb.
Από το 2007 μέχρι σήμερα, έχει δει καραβιές και καραβιές, έχει αντικρίσει δυστυχίες και... δυστυχίες.
«Παρ’ όλη την φτώχεια και την κρίση, έχουν δώσει τον καλύτερο τους εαυτό», δηλώνει ο παπά Στρατής στο Newsbomb.
Από το 2007 μέχρι σήμερα, έχει δει καραβιές και καραβιές, έχει αντικρίσει δυστυχίες και... δυστυχίες.
Πως βλέπετε να πηγαίνουν τα πράγματα;
«Αυτή η ιστορία θα συνεχιστεί. Θα πρέπει να έχουμε τη δύναμη να σηκωθούμε από τους καναπέδες μας και να υψώσουμε τα χέρια μας. Να καταλάβουν οι ισχυροί του κόσμου ότι πρέπει να σταματήσουν οι πόλεμοι για να σταματήσουν οι ξεριζωμοί».
Το τελευταίο διάστημα δεν έχει πληθύνει μόνον ο κόσμος που καταφτάνει στις ακτές της Λέσβου. Το θέμα είναι ότι έρχονται όλο και περισσότερες οικογένειες με μικρά παιδιά. «Γυναίκες σε ενδιαφέρουσα, γυναίκες που έχουν χάσει τους άντρες τους. Αν τους δεις θα δεις ότι είναι άνθρωποι που έχουν χάσει την ελπίδα τους για την ζωή», απαντά.
Ο παπά Στρατής όπου πηγαίνει πια, παίρνει μαζί του και τα «μηχανάκια» του οξυγόνου. «Ό,τι υπάρχει στους πνεύμονες», μου λέει, «το έχω». Αλλά, όπως περιγράφει, είναι άνθρωπος που ποτέ δεν χάνει την ελπίδα του.
«Αυτή η ιστορία θα συνεχιστεί. Θα πρέπει να έχουμε τη δύναμη να σηκωθούμε από τους καναπέδες μας και να υψώσουμε τα χέρια μας. Να καταλάβουν οι ισχυροί του κόσμου ότι πρέπει να σταματήσουν οι πόλεμοι για να σταματήσουν οι ξεριζωμοί».
Το τελευταίο διάστημα δεν έχει πληθύνει μόνον ο κόσμος που καταφτάνει στις ακτές της Λέσβου. Το θέμα είναι ότι έρχονται όλο και περισσότερες οικογένειες με μικρά παιδιά. «Γυναίκες σε ενδιαφέρουσα, γυναίκες που έχουν χάσει τους άντρες τους. Αν τους δεις θα δεις ότι είναι άνθρωποι που έχουν χάσει την ελπίδα τους για την ζωή», απαντά.
Ο παπά Στρατής όπου πηγαίνει πια, παίρνει μαζί του και τα «μηχανάκια» του οξυγόνου. «Ό,τι υπάρχει στους πνεύμονες», μου λέει, «το έχω». Αλλά, όπως περιγράφει, είναι άνθρωπος που ποτέ δεν χάνει την ελπίδα του.
Αναφέρεται στην κρίση: «Δεν είναι οικονομική. Είναι πρώτα ηθική. Αυτοί που την
έφεραν, αυτοί που την δημιούργησαν, αυτοί που πέταξαν το καράβι στην στεριά,
δεν πρέπει να μιλούν. Είναι οι καπετάνιοι που έριξαν το καράβι. Κάποια στιγμή
πρέπει να καταλάβουν όσοι έχουν βάψει τα χέρια τους με αίμα, οι λεηλατητές της
γης, ότι θα πρέπει να σταματήσουν. Ομως, για να γίνει αυτό θα πρέπει να
σηκωθούμε από τους καναπέδες. Εμείς απ’ τα χαμηλά θα πρέπει να υψώσουμε την
φωνή μας να την ακούσουν αυτοί που ‘ναι ψηλά. Και μία ζωή να σωθεί, είναι
κέρδος».
«Η Ελλάδα δε χάθηκε από τους ξένους»
«Η Ελλάδα δε χάθηκε από τους ξένους, αλλά από τους Ελληνες. Το λέω και το φωνάζω. Χάσαμε τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις μας. Κάναμε σπίτια πολυτελή, αλλά πήγαμε μακριά τις αγκαλιές μας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο απέναντί μας είναι άνθρωπος. Είναι πλάσμα του Θεού, έχει πλαστεί από τον ίδιον τον Θεό. Για να αγαπήσουμε τον Θεό, πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσουμε τους Ανθρώπους. Ο Θεός τους έχει τους ανθρώπους αδελφούς. Πως εμείς τους πετάμε στο δρόμο; Δε με ενδιαφέρει εμένα η θρησκεία. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος. Να είναι άνθρωπος που αγαπάει τον κόσμο».
«Η Ελλάδα δε χάθηκε από τους ξένους, αλλά από τους Ελληνες. Το λέω και το φωνάζω. Χάσαμε τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις μας. Κάναμε σπίτια πολυτελή, αλλά πήγαμε μακριά τις αγκαλιές μας. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο απέναντί μας είναι άνθρωπος. Είναι πλάσμα του Θεού, έχει πλαστεί από τον ίδιον τον Θεό. Για να αγαπήσουμε τον Θεό, πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσουμε τους Ανθρώπους. Ο Θεός τους έχει τους ανθρώπους αδελφούς. Πως εμείς τους πετάμε στο δρόμο; Δε με ενδιαφέρει εμένα η θρησκεία. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος. Να είναι άνθρωπος που αγαπάει τον κόσμο».
Οι καθημερινοί... εφιάλτες
«Εχουμε δει κόσμο να τρώει ωμά κολοκύθια από την πείνα. Μητέρες να ουρλιάζουν πάνω από τα άψυχα κορμιά των παιδιών τους. Το δάκρυ να τρέχει ασταμάτητα».
«Εχουμε δει κόσμο να τρώει ωμά κολοκύθια από την πείνα. Μητέρες να ουρλιάζουν πάνω από τα άψυχα κορμιά των παιδιών τους. Το δάκρυ να τρέχει ασταμάτητα».
Ρατσισμός;
«Ο κόσμος δεν ξεχωρίζει. Ο κόσμος δεν βλέπει ούτε φίλο, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία. Προχθές ήρθε ένας μουσουλμάνος να με ασπαστεί διότι βρήκαμε την γυναίκα και το παιδί του. Η θρησκεία δεν έχει σύνορα. Το θέμα του ρατσισμού στην Ελλάδα είναι οικονομικό. Οταν θα έρθει κάποιος πλούσιος απ’ έξω με κελεμπία με πολλά λεφτά να αγοράσει ένα νησί να φτιάξει ξενοδοχείο, όλοι θα τον υποδεχθούμε με ανοιχτές αγκάλες ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας. Οταν, όμως, βλέπουμε φτωχούς ανθρώπους να έρχονται, μπαίνει μέσα μας ο φόβος κι αρχίζουμε να μουρμουρίζουμε: τι θέλουν αυτοί εδώ;»
«Ο κόσμος δεν ξεχωρίζει. Ο κόσμος δεν βλέπει ούτε φίλο, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία. Προχθές ήρθε ένας μουσουλμάνος να με ασπαστεί διότι βρήκαμε την γυναίκα και το παιδί του. Η θρησκεία δεν έχει σύνορα. Το θέμα του ρατσισμού στην Ελλάδα είναι οικονομικό. Οταν θα έρθει κάποιος πλούσιος απ’ έξω με κελεμπία με πολλά λεφτά να αγοράσει ένα νησί να φτιάξει ξενοδοχείο, όλοι θα τον υποδεχθούμε με ανοιχτές αγκάλες ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας. Οταν, όμως, βλέπουμε φτωχούς ανθρώπους να έρχονται, μπαίνει μέσα μας ο φόβος κι αρχίζουμε να μουρμουρίζουμε: τι θέλουν αυτοί εδώ;»
Η 22α Μαΐου ήταν μία από τις δυσκολότερες ημέρες της ζωής του.
«Μία από τις δυσκολότερες μέρες της ζωής μου. Βρεθήκαμε με τα μέλη της Αγκαλιάς να διαχειριστούμε και να απαλύνουμε τον πόνο των μανάδων και των παιδιών του πολέμου. Περίπου στις δέκα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και μία τρεμάμενη γυναικεία φωνή, αφού ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση, με πληροφόρησε ότι τρεις γυναίκες με μικρά παιδιά που οι δύο είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, έχουν κατασκηνώσει κάπου στην Καλλονή.
«Μία από τις δυσκολότερες μέρες της ζωής μου. Βρεθήκαμε με τα μέλη της Αγκαλιάς να διαχειριστούμε και να απαλύνουμε τον πόνο των μανάδων και των παιδιών του πολέμου. Περίπου στις δέκα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και μία τρεμάμενη γυναικεία φωνή, αφού ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση, με πληροφόρησε ότι τρεις γυναίκες με μικρά παιδιά που οι δύο είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, έχουν κατασκηνώσει κάπου στην Καλλονή.
Κατάλαβα αμέσως ότι ήταν από αυτούς που κατέβαιναν από το Σκαλοχώρι που είχαν
στρατοπεδεύσει και είχαν γνωρίσει την αγάπη και την ζεστή αγκαλιά των κατοίκων
του χωριού. Αμέσως σηκώθηκα και κατευθύνθηκα στο μέρος που μου είπαν για να τις
βρω και ταυτόχρονα ενημέρωσα τα μέλη της Αγκαλιάς για το πρόβλημα, λέγοντας να
φέρουν νερό, γάλα, τοστ, κρουασάν, χυμό για την πρώτη επαφή.
Δεν
χρειάστηκε να ψάξω πολύ για να τις εντοπίσω μέσα σε μία οικοδομή.
Δύο νεαρές γυναίκες και μία μεγαλύτερη κάθονταν στη σκιά έχοντας ένα παιδί
στην αγκαλιά κι ένα στην κοιλιά!!! Με τον πόνο και την κούραση να καθρεπτίζεται
στο πρόσωπο τους.
Χαιρέτησα κουνώντας το χέρι και ανταπέδωσαν με τον ίδιον τρόπο. Προσπάθησα να
τους πως ότι θα βοηθήσουμε όσο μπορούμε να νιώσουν ανθρώπινα και να ελπίζουν
για καλύτερη μέρα. Μου έδωσαν να καταλάβω ότι πίσω έχουν αφήσει κι έχουν χάσει
τους άνδρες τους μαζί με άλλα παιδιά.
Είδα το δάκρυ τους να τρέχει και τους έδωσα να καταλάβουν ότι πρέπει να κάνουν
λίγο υπομονή και θα προσπαθήσουμε να τους φέρουμε εδώ. Τότε είδα την ελπίδα στο
πρόσωπό τους κι ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη τους. Εκείνη τη στιγμή το ένα παιδί
κούνησε το χεράκι του και με χαιρετούσε και λες κατάλαβε τι λέγαμε.
Πάνω στην ώρα πλάκωσαν οι ενισχύσεις από τα μέλη της Αγκαλιάς. Γιώργος Τυρίκος
Εργάς, Κατερίνα Σελάχα, Ελένη Σελάχα και άρχισαν το έργο της ανασυγκρότησης της
ελπίδας και την προσπάθεια να απαλύνουμε τον πόνο της μάνας.
Ξεκίνησαν με τρία αυτοκίνητα και πήραν το δρόμο για Σκαλοχώρι, αφού είχαμε
πληροφορία ότι κάπου εκεί βρισκόταν το υπόλοιπο γκρουπ. Εγώ παρέμεινα και
περίμενα τα αποτελέσματα. Σε κάποια στιγμή βλέπω τη μάνα να χαϊδεύει την κοιλιά
της και τα μάτια να τρέχουν ασταμάτητα. Τα δάκρυα του πόνου της απελπισίας, της
αβεβαιότητας για την επόμενη μέρα.
Η διπλανή γυναίκα την αγκάλιασε και άρχισαν να κλαίει σχεδόν με αναφιλητά.
Χωρίς να το καταλάβω, έπιασα τον εαυτό μου να κλαίει και ένα μεγάλο γιατί βγήκε
από τα βάθη της καρδιάς μου. Μαζί θαρρώ πως δάκρυσε κι αυτή. ...
...Εκείνη την στιγμή έφτασαν τα μέλη της Αγκαλιάς φέρνοντας μαζί τους παιδιά,
πατεράδες και κάποιες γυναίκες. Σε λίγο οι οικογένειες ήταν πάλι μαζί.
Τώρα το δάκρυ ήταν δάκρυ ανακούφισης και χαράς που φαίνονταν καθαρά στα πρόσωπά
τους. Κάποια στιγμή είδα τη μάνα να λέει κάτι στον άνδρα της και να δείχνει
προς το μέρος μου. Δεν του έδωσα σημασία. Ομως εντελώς ξαφνικά, είδα το
παλικάρι δίπλα στο αυτοκίνητό μου να κάνει μία μεγάλη υπόκλιση, να με ευχαριστεί
και πριν καλά καλά το καταλάβω, δέχθηκα μία αγκαλιά κι ένα ευχαριστήριο φιλί
αγάπης-δύναμης για να συνεχίσει η Αγκαλιά να προσφέρει στην ανθρώπινη ανάγκη,
στον ανθρώπινο πόνο.
Ηταν ένας μουσουλμάνος που ασπάστηκε έναν ορθόδοξο παπά, αποδεικνύοντας πως η Αγάπη
δεν έχει σύνορα, δεν έχει θρησκεία και πως η Αγάπη τα πάντα σκεπάζει, τα πάντα
ελπίζει».
Υ.Γ., Τα τηλέφωνα του Παπά Στρατή για όποιον θέλει να βοηθήσει είναι: 6945936856
και 6936865055.
ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr/
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΠΑΤΜΙΟ": Ο π. Ευστράτιος είναι απόφοιτος της Πατμιάδας Εκκλησιαστικής Σχολής
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015
Ο Θάνατος!
Η εξοικείωση με το θάνατο και η Ιατρική
Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης
[Προηγούμενη δημοσίευση: http://bitly.com/1ImwuwJ]
Θεωρούμε πως η έξαρση της λογικής, ο υλικός ευδαιμονισμός, η άμβλυνση της πίστης, ο δυτικός τρόπος ζωής και στην ορθόδοξη Ανατολή δεν διαφωτίζουν ικανοποιητικά τον άνθρωπο και δεν τον βοηθούν ν’ αντιμετωπίσει ορθά τον θάνατο. Νομίζουμε πως με το να μετονομάσουμε τα γραφεία κηδειών σε τελετών απαλλαγήκαμε και από τη μνήμη του θανάτου. Στην Αμερική υπάρχει μια μεγάλη και δαπανηρή διαδικασία για την ωραιοποίηση των νεκρών. Δυσκολευόμαστε σήμερα και στην Ελλάδα άνετα να μιλήσουμε για την αθανασία της ψυχής, για τη δυνατή βεβαιότητα και την ελευθερώτρια χάρη της πίστης και θέλουμε να βρούμε μοντέρνους όρους εκφράσεως για να επικοινωνήσουμε μ’ εκείνους που δυσφορούν στο άκουσμα ότι υπάρχει και πέραν του τάφου ζωή. Αν ο άνθρωπος πιστέψει στην άλλη ζωή και ότι αυτή η ζωή έχει μία σίγουρη ημερομηνία λήξεως, πιστεύουμε ότι θα αισθανθεί πιο ελεύθερος, για να μπορέσει να ζήσει χαρούμενος την κάθε ώρα, μ’ ενδιαφέρον, δύναμη και αγάπη για τον εαυτό του και τους άλλους, δίχως ν’ αποθεώνει τα επιτεύγματά του και να θεωρεί τη στέρησή τους ανυπαρξία[7].
Η Δύση επιμένει να μη θεωρεί αποτυχία της ιατρικής επιστήμης να θέλει, μα να μή μπορεί, να θεραπεύσει τα πάντα. Κατάφερε την παράταση της ζωής, αλλά όχι τη θανάτωση του θανάτου. Ο δυτικός άνθρωπος δεν ταπεινώνεται στην ιδέα ότι απέτυχε στην επίτευξη της επίγειας αθανασίας κι ελπίζει ότι θα τα καταφέρει. Ιδιαίτερα δε ο σύγχρονος αμερικανικός πολιτισμός επαναφέρει την ενασχόληση με τη μετεμψύχωση, τη μαγεία, την αστρολογία, την παραψυχολογία, την παρεμπόδιση του γήρατος διά βαφών κι εγχειρήσεων και νεανικών αμφιέσεων ή διά εγκλεισμού σε άσυλα και κλινικές. Αποφεύγεται συστηματικά η αναφορά του θανάτου, ως να πρόκειται για κάτι το βρωμερό, το αισχρό, το απρεπές. Όμως αυτό το πνεύμα δεν αρχίζει να επικρατεί και στην Ελλάδα;
Έτσι κι εδώ σπάνια αντιμετωπίζεται σωστά ένας θάνατος, ακόμη και αν είναι αναμενόμενος, κι έχουμε κατάθλιψη και όχι λύπη και θλίψη, που δικαιολογούνται από την πλούσια ελληνορθόδοξη παράδοσή μας.
Επειδή απόψε απευθύνομαι κυρίως σε ιατρούς, που το ενδιαφέρον τους για την επιστήμη και η αγάπη τους για τους ασθενείς τους σύναξε εδώ, ως ασθενής και ως συμπάσχων μιλώντας, επιτρέψτε μου να πώ, πως η οικογένεια του ασθενούς θέλει πάντα κοντά της τον ιατρό και μάλιστα στις δύσκολες τελευταίες ώρες. Ο ιατρός είναι ο καταλληλότερος για ν’ αναγγείλει τον θάνατο. Το περιβάλλον θέλει να έχει τη διαβεβαίωση ότι πρόσφερε ό,τι μπορούσε να προσφερθεί μέχρι την τελευταία του στιγμή. Είναι μια δικαιολογημένη ψυχολογική απαίτηση. Ο ιατρός που αναγγέλλει τον θάνατο βρίσκεται και αυτός σε μία δύσκολη θέση. Απέτυχε να παρατείνει τη ζωή. Δηλώνει την αδυναμία του. Μειώνεται η φαινομενική παντοδυναμία του. Αυτός που εξηρτάτο από αυτόν δεν υπάρχει. Το περιβάλλον έχει κλονισμένη τώρα εμπιστοσύνη. Τον βλέπει με άλλη ματιά. Η ταπεινότητα, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός θα βοηθήσουν και τις δύο πλευρές σε μια καλύτερη αντιμετώπιση. Ο θάνατος επελθών δηλώνει την αδυναμία όλων μας. Ας το ομολογήσουμε. Όσο πιο άπειρος και νέος είναι ο ιατρός, τόσο πιο ηττημένος αισθάνεται. Αν ο ίδιος πανικοβάλλεται από τον θάνατο, είναι ανεπαρκής να συνδράμει και το ταραγμένο πενθηφόρο περιβάλλον, έστω λέγοντας ότι ο ασθενής αναπαύθηκε και δεν θα ταλαιπωρείται άλλο, προσφέροντας μια μικρή συναισθηματική υποστήριξη και συμπάθεια. Τα αυτά περίπου ισχύουν και για το νοσηλευτικό προσωπικό, την κοινωνική λειτουργό και ιδιαίτερα τον ιερέα του νοσοκομείου.
Παρενθετικά θα ήθελα ν’ αναφέρω ένα γεγονός. Ένας συνάδελφός σας στο εξωτερικό κατηγορήθηκε από άλλο συνάδελφό σας, σε μία τηλεοπτική εκπομπή, που την παρακολουθούσαν εκατομμύρια θεατές, ότι σπαταλά τα μοσχεύματα, δίνοντας τρίτο συκώτι σ’ ένα παιδί που τ’ απέρριπτε ο οργανισμός του. Ο εγκαλούμενος δήλωσε: «Ορκιζόμενος ως ιατρός ορκίσθηκα να σώσω τον άνθρωπο και όχι την ανθρωπότητα! Ασφαλώς υπάρχουν και άλλοι αναγκεμένοι ασθενείς, αλλά εγώ καλούμαι να συνδράμω τον συγκεκριμένο που έχω μπροστά μου»[8]. Δεν μπορούμε να μιλάμε γενικόλογα και αόριστα. Ο κάθε ασθενής είναι μια άλλη περίπτωση και προσωπικότητα. Καλούμεθα να σεβασθούμε τη μοναδικότητα και ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου. Με όλες τις γνώσεις μας, με όλη τη δύναμή μας, την υπομονή μας, την ταπείνωση και την αγάπη μας. Ας μην προσπερνάμε το κρεβάτι του καρκινοπαθούς ως ενός άμεσου μελλοθανάτου. Ας εξαντλήσουμε τα περιθώρια της αντοχής μας, αφού δεν μπορούμε να προσφέρουμε τίποτε περισσότερο με τη χημειοθεραπεία, την ακτινοβολία, την εγχείρηση, τα αναλγητικά.
[Συνεχίζεται]
- Οπ.π., σ. 57.
- Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Επιστροφή από την Αμερική, Αθήνα 1999, σ. 91.
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/2015/06/97907/
Εφημέριοι στη Βασιλεύουσα:
- Πάθη και διακονία
- Αρχιμ. Δοσίθεος (Κανέλλος), Ηγούμενος Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.
Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στη διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυσι, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:
—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήσει.
Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!
—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.
—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.
Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.
—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.
Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στον νου τίποτε. Μετά την απόλυσι με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.
—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!
Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!
Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές. Εξαιρούνται βεβαίως οι «γκρίζοι λύκοι».
Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των όμορων Μητροπόλεων υπέστησαν διώξεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.
Το τι θα συνέβαινε εκείνη τη φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους Τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι Τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.
—Πρέπει να προστατέψουμε τη ρωμαίικη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.
—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με. Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:
—Βρέ παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο Τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντάς τα φωνάζει στους ομοφύλους του:
—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό: «θα περάσετε πάνω απ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!
Το όνομα του εφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Άνους», κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ταπεινός και απέριττος, ευλαβής και αφανής. Ποιός Δημήτριος; Ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος! Από τους καλύτερους Πατριάρχες του 20ού αιώνος!
Ας είναι αυτά τα ολίγα ταπεινό μνημόσυνο γι’ αυτόν τον υπέροχο Πατριάρχη!
Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον», διό και τελειώνω εδώ.
Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών, οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες), γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζή και θα ζή έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.
Πηγή: Περιοδικό Ανάπλασις, τ. 462-463, Ιανουάριος-Ιο
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.pemptousia.gr/2015/06/98622/Ελληνικές ρίζες!
Από την Ανταρκτική ως την Πολυνησία 15 τοπωνύμια με ελληνικές ρίζες!

Είναι γνωστό ότι η ελληνική γλώσσα κυριαρχεί σε αρκετές επιστήμες, όπως για παράδειγμα...
στην ιατρική όπου σύμφωνα με κάποιες πηγές οι όροι με ελληνικές ρίζες φτάνουν το 60% απαρατήρητη όμως έχει περάσει η συμβολή της γλώσσας μας στην ονοματοδοσία τοπωνυμίων σε όλο τον πλανήτη.
Με οδηγό το βιβλίο It's all Greek Indeed του επίμονου ιατρού Βασ. Θεοδώρου το οποίο περιέχει, μεταξύ των άλλων, περισσότερα από 150 τοπωνύμια με ελληνικές ρίζες το οποίο κυκλοφορεί από το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού το WE του news247 επέλεξε και σας παρουσιάζει ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Ανκόνα
Στο χάρτη της Ιταλίας, η Ανκόνα, στα αρχαία χρόνια "Δωρική Αγκών) ή Αγκώνα, μοιάζει με ανθρώπινο αγκώνα, από όπου και πήρε την ονομασία της από την ελληνική λέξη του ανθρώπινου μέλους.
Αμαζόνιος
Όταν ο υπασπιστής Ορεγιάνα κατέβηκε τον ποταμό αναζητώντας χρυσό, ο ποταμός λεγόταν ακόμα Ρίο Γκράντε ή Ρίο ντε Κανέλα, λόγω των μεγάλων δέντρων κανέλας που βρίσκονταν εκεί. Ο Ορεγιάνα διηγήθηκε αργότερα στο βασιλιά της Ισπανίας, Κάρολο, ότι μία λυσσαλέα ενέδρα από γυναίκες-πολεμιστές Icamiabas σχεδόν αποδεκάτισε την ισπανική αποστολή. Τότε ο βασιλιάς, εμπνευσμένος από τον ελληνικό μύθο των Αμαζόνων, ονόμασε τον ποταμό Αμαζόνιο.
Στο χάρτη της Ιταλίας, η Ανκόνα, στα αρχαία χρόνια "Δωρική Αγκών) ή Αγκώνα, μοιάζει με ανθρώπινο αγκώνα, από όπου και πήρε την ονομασία της από την ελληνική λέξη του ανθρώπινου μέλους.
Αμαζόνιος
Όταν ο υπασπιστής Ορεγιάνα κατέβηκε τον ποταμό αναζητώντας χρυσό, ο ποταμός λεγόταν ακόμα Ρίο Γκράντε ή Ρίο ντε Κανέλα, λόγω των μεγάλων δέντρων κανέλας που βρίσκονταν εκεί. Ο Ορεγιάνα διηγήθηκε αργότερα στο βασιλιά της Ισπανίας, Κάρολο, ότι μία λυσσαλέα ενέδρα από γυναίκες-πολεμιστές Icamiabas σχεδόν αποδεκάτισε την ισπανική αποστολή. Τότε ο βασιλιάς, εμπνευσμένος από τον ελληνικό μύθο των Αμαζόνων, ονόμασε τον ποταμό Αμαζόνιο.
Αρκτική - Ανταρκτική
Το όνομά Αρκτική προέρχεται από την αρχαία λέξη άρκτος (αρκούδα) και της δόθηκε κατ’ αναλογία προς τους αστερισμούς της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου, οι οποίοι βρίσκονται κοντά στον πολικό αστέρα.Βρισκόμενη στην ακριβώς αντίθετη θέση από την Αρκτική πήρε και η Ανταρκτική την ονομασία της.
Ατλαντικός
Με ρίζες σίγουρα ελληνικές οι ιστορικοί μοιράζονται σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι πηγή του ονόματος του ωκεανού που χωρίζει την Ευρώπη με την Αμερική είναι ο μυθολογικός Άτλαντας ή η χαμένη Ατλαντίδα.
Dorotea (Σουηδία)
Ελευθέρα (Μπαχάμες)
Ευφράτης
Καρπάθια
Πηγή της ονομασίας των Καρπαθίων φέρεται ότι είναι η αρχαία ελληνική λέξη από την Θράκη καρπάτη που σημαίνει βραχώδης
Κορίντο (Βραζιλία
Μικρονησία
Πολυνησία
Φιλαδέλφεια (Πενσυλβάνια)
Η πέμπτη μεγαλύτερη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών χρωστάει το όνομα της στον Ουίλιαμ Πεν (από όπου και το όνομα της πολιτείας Πενσυλβάνια) ο οποίος επέλεξε ένα ελληνικό όνομα για την αδελφική αγάπη.
Ωκεανία
Μία από τις δύο ηπείρους (η άλλη είναι η Ευρώπη) η οποία χρωστάει το όνομα της σε μυθικό πρόσωπο της Αρχαίας Ελλάδας, τον Ωκεανό, τον γιο του Ουρανού και της Γαίας του ισχυρότερου από τους δώδεκα Τιτάνες.
Το όνομά Αρκτική προέρχεται από την αρχαία λέξη άρκτος (αρκούδα) και της δόθηκε κατ’ αναλογία προς τους αστερισμούς της Μεγάλης και της Μικρής Άρκτου, οι οποίοι βρίσκονται κοντά στον πολικό αστέρα.Βρισκόμενη στην ακριβώς αντίθετη θέση από την Αρκτική πήρε και η Ανταρκτική την ονομασία της.
Ατλαντικός
Με ρίζες σίγουρα ελληνικές οι ιστορικοί μοιράζονται σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι πηγή του ονόματος του ωκεανού που χωρίζει την Ευρώπη με την Αμερική είναι ο μυθολογικός Άτλαντας ή η χαμένη Ατλαντίδα.
Dorotea (Σουηδία)
Ελευθέρα (Μπαχάμες)
Ευφράτης
Καρπάθια
Πηγή της ονομασίας των Καρπαθίων φέρεται ότι είναι η αρχαία ελληνική λέξη από την Θράκη καρπάτη που σημαίνει βραχώδης
Κορίντο (Βραζιλία
Μικρονησία
Πολυνησία
Φιλαδέλφεια (Πενσυλβάνια)
Η πέμπτη μεγαλύτερη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών χρωστάει το όνομα της στον Ουίλιαμ Πεν (από όπου και το όνομα της πολιτείας Πενσυλβάνια) ο οποίος επέλεξε ένα ελληνικό όνομα για την αδελφική αγάπη.
Ωκεανία
Μία από τις δύο ηπείρους (η άλλη είναι η Ευρώπη) η οποία χρωστάει το όνομα της σε μυθικό πρόσωπο της Αρχαίας Ελλάδας, τον Ωκεανό, τον γιο του Ουρανού και της Γαίας του ισχυρότερου από τους δώδεκα Τιτάνες.
Κυριακή 7 Ιουνίου 2015
Κανάρης...
Το κατόρθωμα του Κανάρη
Τη νύχτα 6-7 Ιουνίου οι δυο πυρπολητές κατόρθωσαν να πλησιάσουν απαρατήρητοι τον εχθρικό στόλο στο λιμάνι της Χίου. Ήταν η τελευταία νύχτα του Ραμαζανιού, της μεγαλύτερης γιορτής των μουσουλμάνων, και ξημέρωνε η μεγάλη γιορτή τους, το Μπαϊράμι.
Ο Κανάρης πλησίασε τη ναυαρχίδα και, χωρίς να γίνει αντιληπτός, κόλλησε το πυρπολικό του στο πλευρό της. Κι αφού άναψε το φιτίλι, πήδησε στη βάρκα και απομακρύνθηκε. Οι φλόγες έζωσαν αμέσως το πελώριο καράβι. Οι Τούρκοι αναστατώθηκαν. Προσπαθούσαν να σωθούν, αλλά ήταν αδύνατο. Ο Καρά Αλής, για να σωθεί, πήδησε σε μια βάρκα, που ήταν κοντά στη σκάλα. Ένα κομμάτι όμως από το κατάρτι που καιγόταν έπεσε και τον χτύπησε στο κεφάλι. Και, καθώς το έβγαλαν στην ξηρά, ξεψύχησε στην ίδια θέση, που είχε κρεμάσει τους προκρίτους της Χίου.
Σε λίγο η φωτιά έφτασε στην πυριτιδαποθήκη του πλοίου κι αμέσως το πελώριο πολεμικό τινάχτηκε στον αέρα με φοβερό κρότο. Περισσότεροι από 2000 Τούρκοι πλήρωσαν με τη ζωή τους την καταστροφή της Χίου, ενώ οι πυρπολητές γύρισαν στα Ψαρά.
Ο τουρκικός στόλος, μετά το πάθημά του επέστρεψε στον Βόσπορο. Αυτό ήταν και το πρώτο μεγάλο πολεμικό γεγονός στο οποίο αναδείχθηκε η μορφή του Κωνσταντίνου Κανάρη.
Οι εικόνες είναι του Severino Baraldi και περιέχονται στο βιβλίο «Κανάρης» της πολύ καλής παιδικής σειράς «Πινακοθήκη των ηρώων» των εκδόσεων Στρατίκη.
ΠΗΓΗ:
http://www.pemptousia.gr/
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015
Ο Καρκίνος (Γ΄)
Ο καρκίνος και το χαροποιόν πένθος
της μνήμης θανάτου
[Προηγούμενη δημοσίευση: http://bitly.com/1I1WmxH]
«Ο χριστιανισμός είναι ο μόνος που μπορεί και πρέπει να ανταποκριθεί στην επιτακτική ανάγκη κάποιας αντιμετωπίσεως του θανάτου και του πένθους που ο σύγχρονος πολιτισμός έχει καλύψει με μια διακριτική σιωπή»[6]. Να μιλάς για τον θάνατο σημαίνει να διερωτάσαι για τον δικό σου θάνατο. Η ενασχόληση με τον θάνατο μπορεί να παροξύνει προσωπικές φοβίες. Θεωρείται συνήθως μακάβριο θέμα και δεν πιστεύεται ότι υπάρχει σοβαρός λόγος ν’ ασχολούμεθα με αυτό. Γι’ αυτό συγχαίρω εγκάρδια την Οργανωτική Επιτροπή του παρόντος συνεδρίου για την έμπνευση να συμπεριλάβει στη θεματολογία του και την αποψινή ομιλία. Ο ομιλών, ως μοναχός Αγιορείτης, θέλει να βιώνει το χαροποιόν πένθος της μνήμης του θανάτου. Το στασίδι του στο ναό, το κλινάρι του στο κελλί του, το σώμα του το ίδιο, σημαίνουν τον τάφο του και το ράσο του το επιτάφιο ένδυμα. Όχι μόνο όμως έτσι, συμβολικά και ιδεατά, αλλά και ως μακροχρόνια κι επίπονα ασθενής, προ τετραετίας περίπου υποβληθείς σε μεταμόσχευση ήπατος, βίωσε το άλγος, οσμίσθηκε θάνατο, έτσι δεν σας ομιλεί φιλολογικά, αλλά με δάκρυα, ιδρώτες και άλγη, για τα οποία ευχαριστεί τον Θεό, αφού εκεί τον ανακάλυψε καλύτερα. Δεν στάθηκε μοιρολατρικά, παθητικά στο πρόβλημά του, φοβήθηκε, λύγισε, αλλά δεν απόκαμε. Συγχωρέστε μου αυτή την εξομολόγηση, νομίζω όμως ότι από αγάπη μπορούμε μερικές φορές και να εκτιθέμεθα.
Θα προσπαθήσω να γίνω λίγο πιο αναλυτικός, γιατί ο ασθενής και συγκεκριμένα ο καρκινοπαθής φοβάται τόσο τον θάνατο. Κατ’ αρχάς δεν είναι αφύσικος και ανόητος αυτός ο φόβος. Δικαιολογείται και καλούμεθα να τον αντιμετωπίσουμε και απαλύνουμε. Η ασθένεια συνηθέστατα φέρνει αυτές τις σκέψεις. Ούτε να τρομάζουμε εμείς που τις έχουμε, ούτε να τρομάζουμε αυτούς που τις έχουν, ούτε να προσπαθούμε να παρηγορήσουμε με ψέματα, με μετάθεση, με αναβολή, με προχειρότητα κι επιπολαιότητα. Επαναλαμβάνουμε, γιατί θεωρούμε πως είναι σημαντικό πως, όσο πιο πνευματικά νεκρός είναι ένας ασθενής, τόσο πιο πολύ φοβάται τον θάνατο. Ελέγχεται από τη ζωή του κι έχει ενοχές κι αισθάνεται ότι τα χάνει όλα, αφού είναι τρομερά δεμένος με τα υλικά αγαθά. Η παρούσα φάση, αν τον οδηγήσει στη μετάνοια, είναι ένα κέρδος και η κατάσταση αντιμετωπίζεται καλύτερα με την εγρήγορση, την προσευχή, τη συντριβή και την κατανόηση.
Δεν μπορούμε να πούμε με κανένα τρόπο ότι ο θάνατος είναι κάτι το καλό και μας απαλλάσσει και μας αναπαύει. Ο θάνατος είναι μυστήριο, είναι φρικτός και φοβερός. Αν κάποτε μιλάμε με ωραιοποιημένες εκφράσεις γι’ αυτόν είναι για καθαρά ποιμαντικούς λόγους και προς παρηγορία των πενθούντων. Οι απλοί και ταπεινοί άνθρωποι, κυρίως της μή τουριστικοποιημένης υπαίθρου, δίχως να μιλούν με μεγάλα και παχειά λόγια, αποδέχονται με θλίψη βέβαια, αλλά όχι με τρόμο το τέλος της ζωής, κι ετοιμάζονται σαν για μεγάλο ταξίδι, εξομολογούνται, κοινωνούν, αποχαιρετούν. Οι αστοί, οι κάπως πιο μορφωμένοι, οι έχοντες κάποιο όνομα και αξίωμα, αντιμετωπίζουν τον θάνατο φιλοσοφικά, σαν ένα φυσικό τέλος της ζωής, δεν το πολυσυζητούν όμως, ανησυχούν, θα είχαν, λέγουν, κι άλλα πράγματα να κάνουν, θα ήθελαν και θα μπορούσαν άλλο λίγο να ζήσουν.
Οι άνθρωποι αυτής της κατηγορίας, αν βρεθούν απέναντι σ’ ένα συγγενή τους, που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, έχουν ένα συνωμοτικό ύφος, είναι εκνευρισμένοι, ενοχλούν ιδιαίτερα τους ιατρούς και το προσωπικό, ως να είναι εκείνοι οι υπεύθυνοι, συνεννοούνται με νεύματα, με ψιθύρους στους διαδρόμους, θεωρώντας ότι η αλήθεια, αν ειπωθεί, είναι επικίνδυνη και θα επιταχύνει το πρόβλημα. Ο ασθενής όμως μέσα στη θλίψη του πόνου του αισθάνεται, κατανοεί, αντιλαμβάνεται τη θεατρική πράξη που παίζεται και αφήνεται πιο μόνος στις πράγματι δύσκολες αυτές ώρες. Συχνά προσκαλείται και παρακαλείται να λάβει μέρος και ο ιατρός στην επιλεγμένη από τους συγγενείς παράσταση. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, θα την έλεγα των μασκοφόρων χριστιανών, που και την ύστατη αυτή ώρα αγωνίζονται να προσποιούνται τους απαθείς, με χαμόγελα και υποκριτικές ευχές, για να μή χαλάσουν ένα προφίλ που από ετών παρουσίαζαν τεχνηέντως. Είναι λυπηρό ο άνθρωπος να μή θέλει να παραδεχθεί τη γύμνια του ούτε τότε. Οι άνθρωποι αυτοί, ασθενείς ή συγγενείς, έχουν μια μαγική αντίληψη περί της Εκκλησίας και των θείων μυστηρίων της, μερικές φορές μάλιστα απαιτούν το θαύμα και δεν υπακούουν και στις ιατρικές εντολές. Πρόκειται για δύσκολες περιπτώσεις ψυχικά ασθενών.
[Συνεχίζεται]
- Φάρου Φιλοθέου αρχιμ.., Το πένθος, Αθήνα 1981, σ. 16.
ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/2015/06/mois3/
Η Αγιότητα!
H παρεξηγημένη αγιότητα
του Μητροπολίτη Περγάμου κ.
Ιωάννου (Ζηζιούλα)
Η λέξη «άγιος» ή «αγιότητα» παραπέμπει σε κάτι εντελώς
άσχετο και ξένο προς την εποχή μας, προς τον πολιτισμό και τις αναζητήσεις του
συγχρόνου ανθρώπου. Ποιος από τους γονείς της εποχής μας φιλοδοξεί να κάνει τα
παιδιά του «άγιους»; Ποιο από τα σχολεία μας και τα εκπαιδευτικά μας
προγράμματα καλλιεργούν την αγιότητα ή την προβάλουν ως όραμα και πρότυπο; Ο
«επιτυχημένος» άνθρωπος της εποχής μας, το ιδανικό της σύγχρονης παιδείας και
του πολιτισμού μας, δεν είναι καν ο «καλός κι αγαθός» των κλασσικών χρόνων.
Είναι εκείνος που εξασφαλίζει χρήματα, ανέσεις και κοινωνική προβολή -αυτό
θέλουν οι γονείς από τα παιδιά τους, σ’ αυτό κυρίως αποβλέπουν τα εκπαιδευτικά
μας συστήματα, αυτό καλλιεργούν τα μέσα επικοινωνίας, αυτό ονειρεύεται η
πλειονότητα των νέων μας.
Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημά της την ανεργία και κυριαρχείται από το άγχος πώς να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Όντως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».
Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποί μας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.
Μα, από το άλλο μέρος, πώς να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.
Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας του Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;
Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την οποία άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.
Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.
Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:
1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό -όπως και ο τελώνης τον εαυτό του- γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.
2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;
3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.
4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.
Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται η Εκκλησία μας την αγιότητα.
Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum -αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.
Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα -κυρίως στη λατρεία- και τα αφιερώνει στον Θεό.
Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ», που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).
Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τοy Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» -όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).
Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.
Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακής προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! Ωσαννά εν τοις υψίστοις».
Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία -χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.
Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου του Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού -αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.
Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.
Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθείᾳ». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.
Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός -εμείς είμαστε αμαρτωλοί- και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα του Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου Άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.
Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».
Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.
Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.
Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο Ζωσιμά, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».
Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημά της την ανεργία και κυριαρχείται από το άγχος πώς να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Όντως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».
Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποί μας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.
Μα, από το άλλο μέρος, πώς να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.
Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας του Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;
Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την οποία άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.
Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.
Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:
1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό -όπως και ο τελώνης τον εαυτό του- γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.
2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;
3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.
4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.
Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται η Εκκλησία μας την αγιότητα.
Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum -αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.
Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα -κυρίως στη λατρεία- και τα αφιερώνει στον Θεό.
Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ», που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).
Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τοy Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» -όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).
Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.
Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακής προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! Ωσαννά εν τοις υψίστοις».
Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία -χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.
Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου του Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού -αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.
Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.
Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθείᾳ». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.
Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός -εμείς είμαστε αμαρτωλοί- και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα του Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου Άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.
Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».
Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.
Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.
Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο Ζωσιμά, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».
Από το βιβλίο «Αγιότητα, ένα λησμονημένο
όραμα», εκδ. Ακρίτας
ΠΗΓΗ: http://www.faneromenihol.gr/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)