Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ἡ Κοίμηση της Θεοτόκου"

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου



"Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποίαν σήμερον εορτάζει η Εκκλησία". Έτσι ξεκινάει το άρθρο του ο μέγας λογοτέχνης μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην εφημερίδα "Εφημερίς", στις 15 Αυγούστου του 1887. Φαίνεται πως και τότε υπήρχε άγνοια των περισσοτέρων για το μέγεθος και την πνευματική διάσταση της εορτής, γι' αυτό και ο Παπαδιαμάντης περισσότερο ενημερώνει, παρά εκδαπανάται σε υψηλές θεολογικές έννοιες.

" Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη…. Κατά την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. Ό,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτε ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ' εκκλησίαις και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων".

Και σε άλλο σημείο σημειώνει: "Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή και μετ' αυτήν τα μεθέορτα μέχρι της 23ης του μηνός, καθ' ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου".

Ο Παπαδιαμάντης είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην Παναγία και στην θαυματουργό εικόνα της  την "Εικονιστρία", που  είναι  ευλογία για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σκιάθο. Το 1903, με τα πενιχρά του οικονομικά μέσα, βοήθησε αποφασιστικά στην έκδοση βιβλιαρίου, με τίτλο "Ιστορία της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικονιστρίας της εν τη νήσω Σκιάθω και της θαυμαστής ευρέσεως της Αγίας Αυτής Εικόνος, συντεθείσα υπό Επιφανίου Δημητριάδου, Σκιαθίτου, και εκδοθείσα το πρώτον εν έτει 1903 επιστασία Α. Παπαδιαμάντη, μετά σημειώσεων αυτού".

Του βιβλιαρίου αυτού υπήρξε δεύτερη έκδοση, με την επιμέλεια του Αλεξ, Μωραϊτίδου, ο οποίος προσέθεσε Παρακλητικό Κανόνα, που ψάλλεται κατά τη Λιτανεία της Αγίας Εικόνος και Πανηγυρική Ακολουθία της ευρέσεως Της. Ο Παπαδιαμάντης στην πρώτη σελίδα του απευθύνεται στους αναγνώστες και τους προτρέπει να βοηθήσουν στην επισκευή του Ναού: " Το μικρόν τούτο τεύχος διανέμεται εις τους φιλευσεβείς χριστιανούς αντί προαιρετικής τινος εισφοράς, μελλούσης να χρησιμεύση προς επισκευήν και ανακαίνισιν μέρους του Ναού της Παναγίας της Κουνιστρίας, ετοιμορρόπου όντος.
Έρρωσθε.
Εν Σκιάθω 1903, κατά Οκτώβριον.
Α. Παπαδιαμάντης". 


Ο Παπαδιαμάντης την αγάπη του προς την Παναγία την εξέφρασε και με ποιήματα, όπως είναι "Στην Παναγία την Κουνίστρα", "Στην Παναγία του Ντομάν", "Στην Παναγίτσα στο Πυργί", " Στην  Παναγία την Κεχριά" και "Στην Παναγία τη Σαλονικιά".

Έγραψε και "ικετήριο" Κανόνα " Εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Γοργοεπήκοον", που αρχίζει με το τροπάριο: "Νεκρώσαι τον έξω επιποθών και ζωοποιήσαι νεκρωθέν το πνευματικόν, προς σε μόνην, Άχραντε, προστρέχω, την αρωγόν την εμήν και προστάτιδα".

Ο Παπαδιαμάντης έγραψε για την Παναγία και το εκλεκτό διήγημά του "Η Γλυκοφιλούσα", το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολις" τα Χριστούγεννα του 1894. Γράφει σχετικά ο Χρήστος Μαλεβίτσης:

" Στη Γλυκοφιλούσα διανοίγονται όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στη μεταποίηση του κακού. Ωστόσο, το κακό και ο χειμασμός του βίου υπάρχουν και θα υπάρχουν. Σ' αυτό δεν έχει ψευδαισθήσεις ο Παπαδιαμάντης. Γι' αυτό και στην ουσία ο δρόμος της πίστεώς του αποβλέπει στη στερέωση της ψυχής, ώστε τούτη να καταστεί άτρωτη από την ιστορική καταφορά!…Σωτηρία είναι η τήρηση της ακεραιότητας της ψυχής, έστω κι αν γύρω τα πάντα καταρρέουν. Κι αυτό το κατορθώνει μόνον η πίστη σε ακατάρρευστες αρχές, που είναι οι θρησκευτικές. Στον Παπαδιαμάντη η πίστη δεν ανταμοίβει. Η ίδια είναι ανταμοιβή.

Θα είναι μικρόνους όποιος ισχυριστεί πως μια τέτοια πίστη επέχει θέση αναλγητικού. Τα αναλγητικά δεν ανυψώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, δεν ανορθώνουν το φρόνημα, δεν ευγενίζουν την ψυχή, όπως κάνει η γ ν ή σ ι α θρησκευτική πίστη. Η γνήσια πίστη ανορθώνει τον άνθρωπο έναντι της απειλής του κόσμου τούτου, χωρίς όρους". ( Σημ. Τα κείμενα είναι από το άρθρο  του Χρ. Μαλεβίτση στο αφιέρωμα της "Ευθύνης", με τίτλο "Μνημόσυνο του Παπαδιαμάντη" και στις σελίδες 67 - 92, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1981).

Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι μόνον ένας πνευματικός άνθρωπος, που αγαπά με όλο του το είναι τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, τη Σκιάθο και την Ελλάδα. Είναι ένας μέγας συγγραφέας, που ξεχωρίζει από τους ομοτέχνους του λογοτέχνες, όπως και ο Σαραντάρης, γιατί δεν είναι "εστέτ", γιατί δεν υπηρετεί δια της αισθητικής την ηθική και την πνευματική παρακμή, ούτε νάρκισσος που περιφέρει το καλλιεπές, αλλά θνησιγενές άνθος της ματαιοδοξίας του. Ο Παπαδιαμάντης δεν  διχάζει τον εαυτό του ανάμεσα στη ζωή του, στην Τέχνη και στην πίστη του, σ' αυτή τη σχιζοφρένεια ή την κενότητα που μαστίζει την εποχή μας.

Είναι αγνός και καθαρός στην ψυχή και με την πίστη του δίνει  με το έργο του αισιοδοξία για τη ζωή, που δεν μπορούν να προσφέρουν οι χοϊκοί λογοτέχνες, όσο μεγάλοι κι αν θεωρούνται. Η αισθητική έχει οροφή, μπορεί όμορφη, μπορεί πολυτελή, αλλά οροφή. Ο Παπαδιαμάντης μας διδάσκει να ξεπεράσουμε την οροφή και να δούμε τον ουρανό, με την βοήθεια της Παναγίας. Γι' αυτό και μένει πάντα ένα σταθερό πνευματικό ορόσημο για εμάς, τους Έλληνες.- 

ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr

Η Παναγία


Πόσων ετών ήταν η Παναγία όταν άφησε τη γη; Ποια ήταν η ζωή της; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της; Αυτές είναι τρείς βασικές ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων γνωρίζουν λίγοι.

Η Μαριάμ όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, πριν εξελληνιστεί σε Μαρία, ήταν η μονάκριβη κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, της Άννας και του Ιωακείμ.
Όλη τους την ζωή πάλευαν να αποκτήσουν ένα παιδί όμως δεν είχαν σταθεί τυχεροί. Αντίθετα ζούσαν σε καθεστώς κοινωνικής απομόνωσης, αφού οι άτεκνοι εκείνη της εποχή θεωρούνταν λίγο έως πολλοί καταραμένοι ή όχι ευλογημένοι από τον Θεό.
Κατά την παράδοση η Αγία Άννα προσευχήθηκε στον Θεό δηλώνοντας πως αν της χάριζε ένα παιδί θα το αφιέρωνε σε Εκείνον. Λίγες μέρες μετά, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε το ζευγάρι και τους ενημέρωσε πως οι προσπάθειες τους θα έχουν αποτέλεσμα και το παιδί τους θα είναι φορέας μιας ξεχωριστής αποστολής.
Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του ζευγαριού, τα λόγια του αγγέλου βγήκαν αληθινά και γέννησαν ένα όμορφο κορίτσι.
Της έδωσαν το όνομα Μαριάμ, το οποίο σημαίνει βασίλισσα, κυρία αλλά και ελπίδα.
Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οι γονείς της, τήρησαν την υπόσχεση τους και την οδήγησαν το Ναό όπου την παρέλαβε ένας ιερέας ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Προφήτη Ζαχαρία, τον πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Η Παναγία έζησε 12 χρόνια στο Ναό, στα Άγια των Αγίων. Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτός που της έφερνε καθημερινά τροφή ήταν ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Όταν ήρθε η ώρα να βγει από τον Ναό, οι ιερείς αποφάσισαν να την δώσουν σε κάποια οικογένεια, δεδομένου πως οι γονείς της είχαν ήδη φύγει από τη ζωή.
Τότε, γνωρίζοντες κατά την παράδοση, την ειδική αποστολή της Μαριάμ, βρήκαν έναν μεγάλο σε ηλικία άνδρα, τον Ιωσήφ, ο οποίος ήταν χήρος και πατέρας τριών παιδιών.
Τέσσερις μήνες έμεινε κοντά στον Ιωσήφ η Μαριάμ μέχρι να ξεκινήσει πλέον το θεϊκό σχέδιο.
Στη Ναζαρέτ όπου ζουσε την επισκέφθηκε ξανά ο Γαβριήλ όπου της είπε το ιστορικό: «Χαίρε κεχαριτωμένη• ο Κύριος μετά σου». Τότε έμαθε και η ίδια ποια ήταν η αποστολή της την οποία αποδέχτηκε με χαρά.
Λίγους μήνες αργότερα ο Ιησούς γεννήθηκε και η μητέρα του ήταν πάντοτε κοντά του, ακόμη και την στιγμή της Σταύρωσης.
Από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων γνωρίζουμε ότι η Παναγία παρέμεινε κοντά τους μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η τελευταία συνάντηση με τον αρχάγγελο που την συντρόφευε από τα τρια της χρόνια, έγινε τρεις μέρες πριν την κοίμησή Της.
Τότε ο Γαβριήλ την ενημέρωσε ότι πλέον ήρθε η ώρα, δίνοντας της μεγάλη χαρά αφού θα έβλεπε ξανά το παιδί Της. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο.
Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση Της. Μαζί δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος, και άλλοι.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ
Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της στη Γεσθημανή. Ο μοναδικός που δεν ήταν παρών στο γεγονός ήταν ο Απόστολος Θωμάς.
Λέει η παράδοση πως όταν η νεφέλη, το σύννεφο δηλαδή, μετέφερε τον Θωμά στη Γεσθημανή συνάντησε την Θεοτόκο την στιγμή της ανόδου Της στον ουρανό.
Εκείνη του χάρισε την ζώνη Της για να μπορεί να αποδείξει την συνάντησή τους.
Όταν ο Θωμάς πήγε και εξιστόρησε το γεγονός στους υπόλοιπους Αποστόλους, άνοιξαν τον τάφο και είδαν πως το σώμα έλειπε.
Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Η Παναγία όταν μπήκε στο Ναό ήταν τριών ετών. Έμεινε στο ιερό δώδεκα χρόνια. Τρείς μήνες αφού βγήκε από το ιερό μέχρι τον Ευαγγελισμό και εννέα μήνες κυοφορία, δεκαέξι ετών γεννά τον Χριστό. Έζησε με τον Χριστό τριάντα δύο χρόνους, άρα 48 ετών ζει την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Έζησε μετά απ' την Πεντηκοστή άλλα έντεκα χρόνια και εκοιμήθη στη Γεσθημανή.
Ήταν 59 ετών.
ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr

Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας:

Από την Βαυαρική χειραγώγηση στη νεοελληνική πραγματικότητα «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως …»
Αρχή φόρμαΤέλος φόρμαςτου Θεοδώρου Δ. Παπαγεωργίου, Δικηγόρου LL.M. – Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
σχέσεις εκκλησίας πολιτείας
Τις ημέρες αυτές που η γενική ειδησεογραφία, ανάμεσα στις επίκαιρες οδύνες της χώρας, θυμάται την επέτειο του πραξικοπήματος στην Κύπρο συμπληρώνονται 180 χρόνια από ένα άλλο πραξικόπημα, που διέπραξε η ελληνική πολιτεία στο Ναύπλιο. Στις 23 Ιουλίου 1833 (κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) εκδόθηκε «εν ονόματι του Βασιλέως» από τα μέλη της βαυαρικής Αντιβασιλείας το από 23.7/4.8.1833 βασιλικό διάταγμα υπό τίτλο «Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» (ΦΕΚ 23/1-13.8.1833 βλ. ΕΔΩ). Ανακηρύχθηκε ως ανεξάρτητος, αλλά στην πραγματικότητα ιδρύθηκε, από την βαυαρική αντιβασιλεία η «Ελληνική Εκκλησία», όπως αναφέρει ο τίτλος του διατάγματος, όχι η «Εκκλησία της Ελλάδος» ή «η εν Ελλάδι Εκκλησία», αλλά η Εκκλησία των Ελλήνων, μία λεκτική επιλογή διόλου τυχαία για να εξάρει τον εθνοφυλετικό (και όχι απλώς τοπικό) χαρακτήρα της Εκκλησίας.
Στόχος των κατωτέρω γραμμών δεν είναι να διατυπωθεί κάποια θέση στο πολυσυζητημένο, άλλωστε, ζήτημα του θεμελίου και της έκτασης της εκκλησιαστικής Αυτοκεφαλίας στην Ελλάδα έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. H επίλυση των εκφάνσεών του ανήκει, εικότως, στην θεσμική και ποιμαντική ευθύνη των δύο Εκκλησιών. Εδώ απασχολεί η ανάδειξη των αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους για την «Ανεξαρτησία» της Εκκλησίας, οι οποίες συνδέονταν και απέρρεαν από την σύλληψη της Αυτοκεφαλίας, όχι ως εκκλησιαστικού γεγονότος σε επίπεδο διατοπικής εκκλησιαστικής οργάνωσης, αλλά ως πράξης ολοκλήρωσης της πολιτικής απόσχισης από την Υψηλή Πύλη μέσω της σύστασης ενός εθνικού θεσμού (και) στον τομέα της «θρησκείας». Σχολιάζονται δηλαδή μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα των περί Εκκλησίας αξεπέραστων έως τώρα αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους.

Εισήχθη τότε, και επίσημα, στην ιστορία των ελληνικών νομικών ανακαλύψεων η θεολογικά αποσυνάγωγη διάκριση μεταξύ δογματικής και διοικητικής τάξεως, που ακόμα ταλαιπωρεί από τα εκκλησιαστικά πράγματα μέχρι την νομολογία των δικαστηρίων. Κατά το κείμενο του διατάγματος η νέα «Ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος» (σαν να λέμε, υπό σημερινούς όρους, η Εκκλησία της «Ελληνικής Δημοκρατίας») πνευματικώς («εν Πνεύματι») είχε κεφαλή τον «Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν», κατά δε το «διοικητικόν μέρος» είχε αρχηγό ένα πολιτικό όργανο, τον (ρωμαιοκαθολικό) Βασιλέα της Ελλάδος (άρθρο 1), ήταν αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος από πάσης άλλης εξουσίας «φυλαττομένης όμως απαραχαράκτου της δογματικής ενότητος» (όχι όμως και της «κανονικής ενότητος» με την Μητέρα του Χριστού Εκκλησία).

Η πομπώδης διακήρυξη περί ανεξαρτησίας από πάσης άλλης εξουσίας διαψευδόταν από τις επόμενες προβλέψεις του κειμένου του διατάγματος : ο Βασιλέας επέλεγε τους πέντε Επισκόπους, που θα συγκροτούσαν την Ιερά Σύνοδο, οι συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου δεν είχαν νόμιμη ισχύ χωρίς την παρουσία του Βασιλικού Επιτρόπου. Πραγματικό μνημείο αντίφασης και το άρθρο 9 του διατάγματος:

«Εις όλα τα εντός της Εκκλησίας ενεργεί η Σύνοδος ανεξαρτήτως από πάσης άλλης εξουσίας. Επειδή όμως εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων, έχει η Κυβέρνησις το δικαίωμα του να λαμβάνη γνώσιν του αντικειμένου της διαπραγματεύσεως, και επομένως, πριν ζητηθή η έγκρισις (το : ενεκρίθη) της Κυβερνήσεως, δεν ημπορεί να κοινοποιηθή ουδέ να εκτελεσθή καμμία συνοδική απόφασις. …».

Τις επόμενες δεκαετίες, πριν και μετά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, δύο σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων διασταύρωσαν τις γραφίδες τους σε πολυσέλιδες πραγματείες, που τάσσονταν υπέρ και κατά της κατάστασης και των ζητημάτων, που ανέκυπταν από την ύπαρξη ενός νομοθετικού κείμενου ως θεμέλιου λίθου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Ελλάδα, που είχε εκδοθεί χωρίς τις κανονικές προϋποθέσεις και χωρίς σεβασμό στα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως προς την ανακήρυξη αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Φυσικά ο άνωθεν, νομοθετικός αιφνιδιασμός του 1833 δεν αρκούσε για να εξηγήσει το γεγονός της εν τοις πράγμασιν αποδοχής ή τουλάχιστον ανοχής της Εκκλησίας και της ελλαδικής κοινωνίας, κατά τις επόμενες δεκαετίες, απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό στη διοίκηση και διαχείριση της Εκκλησίας. Σημαντικά τεκμήρια απόκεινται ήδη στα Αρχεία Εθνικής Παλλιγγενεσίας, όπου σε κείμενα της επαναστατικής διοικήσεως προδίδεται –ενίοτε ανεπίγνωστα– μία αντίληψη κρατικού ολοκληρωτισμού των πολιτικών εκπροσώπων του έθνους, παραπλήσια με αυτήν, που εύγλωττα εκτίθεται παραπάνω στο άρθρο 9 του β.δ. της 23.7/4.8.1833 («… εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων,…»).

Από την σταχυολόγηση των Αρχείων αξίζει το παρακάτω απόσπασμα ως εξόχως παραστατικό : Στις 7.10.1822 οι διορισμένοι αρμοστές των νήσων των Κυκλάδων αλληλογραφώντας προς τον Έπαρχο της Νάξου του δίδουν σε σχέση με τον τόπο εγκαταστάσεώς του την κατωτέρω εντολή, απολύτως ενδεικτική των αντιλήψεων των πολιτικών ηγετών του νέου κράτους : «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως, περάσετε λοιπόν εκεί δια να έχη και η Διοίκησις κέρδος το ενοίκιον, και δια να έχετε και υμείς ανάπαυσιν» (ΑΕΠ τ.15αβ, σελ. 178 § 111 βλ.ΕΔΩ). Πλείστα τέτοια παραδείγματα θα ανεύρει κανείς στα αρχεία, που αποδεικνύουν σαφείς διαθέσεις, ιδιοτελείς και μη, των τοπικών προεστών και εκπροσώπων του έθνους στα νομοθετικά, εκτελεστικά σώματα και στις Εθνοσυνελεύσεις για πλήρη εισβολή της νεοπαγούς Πολιτείας στην εκκλησιαστική διοίκηση και διαχείριση. Παράλληλα, όμως, τα επαναστατικά Συντάγματα δεν παραλείπουν να διακηρύσσουν ότι εκδίδονται «εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος».

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ασφαλώς ότι ήμασταν σε μια εποχή, που η θεωρία  των ατομικών δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας έναντι του κράτους δεν έχει καν αποκρυσταλλωθεί στον ελληνικό νομικό πολιτισμό, αφού προείχε το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας τότε (και αργότερα η συνταγματική οργάνωση του κράτους ως αίτημα περιστολής της απόλυτης μοναρχίας), οπότε η αφομοίωση και αποδοχή από το Κράτος ως δεδομένου του δικαιώματος της ορθόδοξης Εκκλησίας στην αυτοδιοίκηση των υποθέσεών Της δεν ήταν τότε αναμενόμενη. Η αντίρρηση όμως αυτή δεν εξηγεί γιατί, σήμερα πλέον, που έχει ωριμάσει στην χώρα, αρκετά ικανοποιητικά, η συνταγματική θεώρηση και εφαρμογή των δικαιωμάτων λατρείας, αυτοδιοίκησης κ.λπ. για όλες τις άλλες θρησκείες και δόγματα ως στοιχεία της θρησκευτικής τους ελευθερίας, η ελληνική πολιτεία δεν δείχνει απόλυτα έτοιμη να την αποδεχθεί ειδικά προκειμένου για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία του Χριστού.

Πρόσφατο, ενδεικτικό παράδειγμα ο νόμος 4170/2013 (Α  163, άρθρο 69), ο οποίος επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας να «ωριμάζουν πολεοδομικώς» τα ακίνητά τους προκειμένου να τα αξιοποιήσουν και σπεύδει, σχεδόν με υψωμένο δάκτυλο απέναντι στην Εκκλησία, να Της υποδείξει μετ’ ευθεωρήτου επιτάσεως (παρ. 2) ότι το προϊόν όμως από την αξιοποίηση των ακινήτων των εκκλησιαστικών φορέων «θα διατίθεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση, ενίσχυση και ανάπτυξη του εν γένει κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου τους». Ο νομοθετικός αυτός πατερναλισμός μην τυχόν και … ξεστρατίσει η Εκκλησία από τους μη κερδοσκοπικούς σκοπούς Της φαίνεται από αφελής έως προσβλητικός, ως εάν να σοβούσε κάποιος ορατός κίνδυνος τα έσοδα της εκκλησιαστικής περιουσίας να διατεθούν, ελλείψει αντίθετης υπόδειξης του νομοθέτη, για αλλότριους σκοπούς, του εμπορικού η ακόμα και του κοινού ποινικού δικαίου. Έχει όμως το ιστορικό του αίτιο στις περί Εκκλησίας ελληνικές πολιτικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα και στην αδυναμία ιδεολογικής τους εξέλιξης, εάν συγκριθούν με την αντίστοιχη και σύγχρονη νομοθεσία και την νομολογία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

Το 1994 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ιερές Μονές κατά Ελλάδος, 9.12.1994, προσφυγή 10/1993/405/483-484) χρειάσθηκε να επαναφέρει στην (νομική και λογική) τάξη το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 5057/1987), αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση, που υποστήριζαν στα σοβαρά ότι επειδή η εν Ελλάδι Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Μονές Της είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η Πολιτεία έχει δικαίωμα να ρυθμίζει δια νόμου και να οργανώνει παρεμβατικά τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας τους, διότι είναι θέματα «μη αναγόμενα στο δόγμα και τη λατρεία και είναι καθαρώς διοικητικής φύσεως», και μάλιστα δεν προσβαλλόταν έτσι κάποιος «βασικός διοικητικός θεσμός» της οργάνωσης της Εκκλησίας, οπότε μόνο, κατά την νομολογία του ΣτΕ, θα υπήρχε παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 5057/1987). Το ΕΔΔΑ, χωρίς καν να δεχθεί να εμπλακεί στα εθνικά μας επινοήματα περί «δογματικών» και «διοικητικών» υποθέσεων της Εκκλησίας, υπενθύμισε με ξεκάθαρα διαρθρωμένη επιχειρηματολογία ότι τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας έχουν κηρυχθεί από τον έλληνα νομοθέτη ως ν.π.δ.δ., ώστε να απολαύουν της προστασίας και των προνομίων, που έχουν τα κρατικά ν.π.δ.δ., το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η περιουσία τους ανήκει στο κράτος και ότι έχει παύσει να περιβάλλεται με τις εγγυήσεις σεβασμού, που ισχύουν έναντι του κράτους για κάθε ιδιώτη, διότι τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν αποτελούν τμήμα της κρατικής Διοίκησης, αλλά μη κυβερνητικούς οργανισμούς (ΕΔΔΑ, 9.12.1994, σκ. 15, 49).

Εντυπωσιακά κοντινή είναι και η ιδεολογική απόσταση από την πολιτική αντίληψη της Επαναστατικής και Βαυαρικής περιόδου μέχρι τις σημερινές πολιτικές προτάσεις ή διακηρύξεις περί χωρισμού «εκκλησίας και κράτους», οι οποίες σχεδόν πάντοτε αποσιωπούν ή θεωρούν ότι δεν υφίσταται ζήτημα της επιστροφής της εκκλησιαστικής περιουσίας, διότι η αφαιρεθείσα περιουσία ανήκε εξ αρχής «στον λαό», ο έστιν μεθερμηνευόμενον κατά την αντίληψη αυτή, «στο κράτος» πλέον (ως ιστορικού και θεσμικού διαδόχου του). Θεωρούν περίπου ότι το ποίμνιο της Εκκλησίας μετέχει του Σώματος Της όχι ως κοινότητα χριστιανών, αλλά ως μέλη του ελληνικού εκλογικού σώματος. Επομένως οι πολιτικοί εκπροσωπούν τον λαό έναντι της Εκκλησίας, η οποία κατά την θεώρηση αυτή φυσικά και δεν περιλαμβάνει τον λαό. Η αριθμητική ταύτιση λαού και ποιμνίου είναι εν πολλοίς αληθής ως κοινωνική και στατιστική πραγματικότητα, αληθής όμως δεν είναι η ταύτιση των δύο ιδιοτήτων. Τα μέλη της Εκκλησίας παρίστανται, κοινωνούν, μετέχουν σε Αυτήν αδιάφορης ούσας της ιδιότητάς τους ως πολιτών. Η ελληνική Πολιτεία διαχρονικά δεν πιστεύει σε αυτήν την διάκριση: αυτό εξηγεί και διάφορα σε μήκος χρόνου νομοθετήματα, τα οποία κηρύσσουν εκκλησιαστικά Προσκυνήματα ως εθνικά και θρησκευτικά ιδρύματα η προσκυνήματα. Η νομοθετική απόδοση αυτής της διττής ιδιότητας αποβλέπει να θεμελιώσει ιδεολογικά, πολιτικά και νομικά την συναρμοδιότητα της πολιτικής εξουσίας για μονομερή, τελικά, παρέμβαση στη διοίκηση και διαχείρισή τους.

Η παράδοξη αυτή εξομοίωση των ιδιοτήτων του «λαού» ως πολιτικής κοινότητας και του «ποιμνίου» ως ευχαριστηριακής – θρησκευτικής κοινότητας εξηγεί, παραπέρα, την σχεδόν προβαλλόμενη ως αυτονόητη αξίωση της πολιτικής εξουσίας όχι μόνον για ισότιμο με τους Αρχιερείς λόγο στη διαχείριση σημαντικών εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά και για στέρηση ή επίβλεψη του καθοδηγητικού λόγου των Αρχιερέων απέναντι στο ποίμνιό τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικές τέτοιες αντιδράσεις, οι οποίες περίπου υπονοούν ως απαγορευμένο τον κοινωνικό λόγο των εκπροσώπων της ποιμαίνουσας Εκκλησίας και μάλιστα αντίθετο με τη δημοκρατική αρχή και την αρχή της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, διότι αντιλαμβάνονται την Εκκλησία ως ένα δημοκρατικά ανομιμοποίητο τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας, που του έχει ανατεθεί από το Κράτος η διεξαγωγή «θρησκευτικής υπηρεσίας» με την έννοια της τέλεσης ιεροπραξιών. Στερείται όμως δημοκρατικής νομιμοποίησης για να απευθύνεται στον «λαό», γιατί ο λόγος Της κρίνεται με αξιώσεις πολιτικής νομιμότητας και νομιμοφροσύνης. Έτσι συχνά στην λαϊκή συνείδηση ο,τιδήποτε εισπράττεται ως μη υπερβατικός, ως «επίγειος» εκκλησιαστικός λόγος εγείρει την αντίρρηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αναμειγνύεται στα κοινά. Η νοοτροπία αυτή είναι σοβαρή ένδειξη ότι το νεοελληνικό Κράτος κρατικοποιώντας την Εκκλησία πέτυχε, σε ανησυχητικό βαθμό, να αποθρησκευτικοποιήσει την κοινωνία.

Ακόμα και οι πλέον θεωρούμενες ως προοδευτικές πολιτικές και επιστημονικές φωνές αντιλαμβάνονται ως αδιανόητο το πλήρες δικαίωμα της Εκκλησίας, ως σώματος κλήρου και λαού, να διαχειρισθεί τις εσωτερικές της υποθέσεις «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως» κατά την έκφραση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850. Στο ίδιο πλαίσιο οι προτάσεις για «επιστροφή» της εκκλησιαστικής περιουσίας «στον λαό» (εννοώντας ασφαλώς την ανάθεση της διαχείρισής της όχι στον λαό, αλλά τους πολιτικούς εκπροσώπους του) ή οι ανησυχίες για την ορθή διαχείριση της «περιουσίας του λαού» από την ποιμαίνουσα Εκκλησία έχουν την ιστορική τους προεξόφληση στην βαυαρική σύλληψη της Εκκλησίας ως κρατικού διοικητικού μηχανισμού, με πλήρως εξοβελισμένο το λαϊκό στοιχείο, η οποία αποτελείται από «ένστολους» κρατικούς λειτουργούς.

Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται έξοχα από το ιδεολογικό προκάλυμμα του κοραϊσμού, που έθεσε τις πολιτικές προϋποθέσεις για την κρατική μισθοδοσία ως απόδειξη της υπαγωγής των εκκλησιαστικών λειτουργών στο νέο εθνικό κράτος. Ο Κοραής, από νωρίς υποστηρικτής της κρατικοποίησης της Εκκλησίας και της απόσχισής της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι «του έως την ώραν ταύτην ελευθερωθέντος μέρους της Ελλάδος ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζη εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου» (Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς, τ.2, 1988, σελ. 274), συνεπόμενος στην αντίληψή του για μια εθνική Εκκλησία είχε ταχθεί ήδη από το 1822 σε επιστολή του προς τους Χίους υπέρ της γνώμης «… να πληρώνωνται από το δημόσιον εκάστης πόλεως οι κατά πόλεις εύρισκόμενοι λειτουργοί της θρησκείας» (Αλληλογραφία, τ. IV, σελ. 374). Η μισθοδοσία δηλαδή του κλήρου ήταν κατά την θεωρητική σύλληψη του νεοελληνικού διαφωτισμού η προφανέστερη απόδειξη ότι η Εκκλησία ήταν ένας νέος κρατικός θεσμός, που έπρεπε να εξαρτάται και σε επίπεδο μέσων διαβίωσης από το Κράτος και έπρεπε να παύσει να ζει από τα έσοδά της και τις εθελούσιες προσφορές των πιστών Της, όπως συνέβαινε κατά την οθωμανική και βυζαντινή περίοδο –ήταν δηλαδή ένα προφανές μέσο διακοπής της αδιαμεσολάβητης σχέσης της Εκκλησίας με την κοινωνία και της θεσμοποίησής Της ως τμήματος της κρατικής μηχανής.

Αντιλαμβάνεται κανείς την κατά παρασάγγας απόσταση της «μοντέρνας» θεώρησης του Διαφωτισμού του 19ου αιώνα από τον Γρηγόριο, Μητροπολίτη Χίου, τον Βυζάντιο, ο οποίος όταν τον Δεκέμβριο του 1864 πληροφορήθηκε την φημολογούμενη πρόθεση της Υψηλής Πύλης να θεσπίσει την μισθοδοσία των Αρχιερέων και του Κλήρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το Κυβερνητικό Ταμείο της Αυτοκρατορίας και να διανείμει το οικονομικό βάρος «κατ’ αναλογίαν εις το άπαν το υπό την δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου υπαγόμενον οθόδοξον πλήρωμα εισπραττόμενον απ’ ευθείας παρά αρμοδίων υπαλλήλων της Σ. Κυβερνήσεως εκάστης επαρχίας ομού μετά των επιβαλλομένων φόρων», δηλαδή κάτι ανάλογο με την σημερινή πρόταση να φορολογούνται υπέρ της Εκκλησίας τους όσοι δηλώνουν ορθόδοξοι χριστιανοί στην φορολογική τους δήλωση, απέστειλε υπόμνημα στον Οικουμενικό Πατριάρχη προειδοποιώντας ότι : «Η επίσημος αποδοχή … και γενική αποδοχή και καθιέρωσις της … παρά της Πολιτικής Αρχής αμέσου και ευθείας μισθοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου και των Αρχιερέων, άρδην ανατρέπει το «ΑΙΩΝΙΟΝ ΝΟΜΙΜΟΝ» του Θεού και της Εκκλησίας (βλ. άρθρ. 21) εκλαϊκεύουσα, ούτως ειπείν, τον Ιερόν ημών Κλήρον, … εις τάξιν πολιτικών υπαλλήλων τους Ιερούς της Εκκλησίας Ποιμένας κατάγουσα» (Δύο υπομνήματα προς την Μ. του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος 1866, σελ. 5) και διακηρύττει ότι η κρατική μισθοδοσία (έστω και από επιβολή ειδικού φόρου στο ορθόδοξο ποίμνιο) «ταπεινοί και εκφαυλίζει το υπερφυές και υψηλόν της Αρχιερωσύνης αξίωμα, διότι εξευτελίζει τον πνευματικόν χαρακτήρα του ποιμένος απέναντι των ιδίων προβάτων, διότι αποσβέννυσι το προς αυτόν οφειλόμενον σέβας αρχόντων και αρχομένων, διότι καταστρέφει την εν τοις των χριστιανών συμφέρουσαν ελευθέραν αυτού ενέργειαν, … διότι, τέλος πάντων, καθιστά αυτόν δέσμιον, δούλον και υποχείριον της Πολιτείας» (Δύο υπομνήματα, ο.π., 1866, σελ. 7). Η προειδοποίηση αυτή είναι επίκαιρη και εύστοχη, εάν αναλογισθεί κανείς ότι το Κράτος επέβαλε ώστε όσοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι πληρώνονται από το Δημόσιο να προσλαμβάνονται μέσω Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 1 ν. 3812/2009), και επέβαλε την αξιολόγηση κατά τα δημοσιοϋπαλληλικά πρότυπα στους κληρικούς με κριτήριο επίσης ότι πληρώνονται από το Κράτος (7 παρ. 5 ν. 4024/2011).

Η μακρά και ευρεία καταλήστευση της εκκλησιαστικής περιουσίας μαζί με την θέσπιση, προοδευτικά, των αντίστοιχων νόμων για την μισθοδοσία του κλήρου, απέβλεπαν, και σε οικονομικό επίπεδο, στην σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας από τροφού του Γένους σε τρόφιμο του Κράτους. Η κρατική μισθοδοσία, κατά συνέπεια, δεν είναι απλώς η «συμβατική υποχρέωση» της Πολιτείας για την εκκλησιαστική περιουσία, που ανέξοδα αφαίρεσε από την Εκκλησία, όπως κατ’ αποτέλεσμα λειτουργεί πλέον ο θεσμός, αλλά συνιστά συνειδητή ιδεολογική επιλογή των θεμελιωτών του νεοελληνικού κράτους για την σύσταση μιας εθνικής Εκκλησίας απεξαρτημένης από τον παραδοσιακό τρόπο αυτοδιαχείρισής Της, ο οποίος αυτόματα ταυτίσθηκε με το οθωμανικό παρελθόν και, επιπλέον, θα διατηρούσε την Εκκλησία ανεξάρτητη απέναντι στο νέο Κράτος, που ήθελε να εθνικοποιήσει ο,τιδήποτε προϋπήρχε της συστάσεώς του.

Η έκταση των δημεύσεων των ακινήτων, που ακολούθησαν το 1833, 1834 και μέσα στον 20ο αιώνα και οδήγησαν σε νομιμοφανή καταλήστευση της περιουσίας της Εκκλησίας με αλλεπάλληλα βασιλικά διατάγματα, αναγκαστικούς και μη νόμους, μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογισθεί, καθ’ όσον επρόκειτο για σωρηδόν αφαιρέσεις περιουσίας χωρίς καμία αποζημίωση, αλλά και χωρίς καμία άμυνα ή διαμαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εμπιστεύθηκε το Κράτος και διαψεύσθηκε πολλάκις, ότι τα ακίνητα Της θα ανακούφιζαν ανάγκες της κοινωνίας φθάνοντας μέχρι εκείνους που είχαν πραγματική ανάγκη. Ο «αλληλόχρεος λογαριασμός» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας στο σημείο αυτό γέρνει καταφανώς σε βάρος της Πολιτείας. Ακόμα και από αυτά τα μη πλήρη στοιχεία καταγραφής της δημευμένης περιουσίας, καθίσταται σε κάθε καλόπιστο προφανής η προκλητικότητα, ανεντιμότητα και παχυλή αμάθεια των προοδευτικών ή νεοφιλελεύθερων προτάσεων για την κατάργηση της κρατικής μισθοδοσίας τώρα πια, που η Εκκλησία με κύρια ευθύνη του Κράτους δεν έχει τα μέσα αυτοδύναμης συντήρησής Της, και οι οποίες προβάλλονται ως δήθεν αποφασιστικό βήμα προς την πραγματική έξοδο του Κράτους από τον εναγκαλισμό και την θεοκρατία, την οποία δήθεν του επέβαλε και συντηρεί η Εκκλησία.

«Καιρός πλέον !» έγραφε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος σε τίτλο άρθρου του, που είδε το φως της δημοσιότητας στις 02.09.1983 στο φύλλο 570 του «Ορθοδόξου Τύπου». Αντιγράφω λίγες γραμμές : «Το σύνθημα για μια «ελεύθερη και ζώσα Εκκλησία», που πρώτος έρριψε στον ελλαδικό χώρο πριν από πολλά χρόνια ο σημερινός Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχίζει στις μέρες μας να συνειδητοποιείται από όλο και περισσότερους κληρικούς και λαϊκούς, που οραματίζονται μια Εκκλησία ελεύθερη από κρατικές επιρροές και δεσμεύσεις και με ζωντανή παρουσία μέσα στο σύγχρονο κόσμο. … Πράγματι, το σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» ή ακόμη και της λεγομένης «συναλληλίας» –που ωστόσο πολύ απέχει στην πραγματικότητα από αυτό που ο όρος υποδηλώνει– απεδείχθη ότι ευνόησε σχεδόν αποκλειστικά την Πολιτεία,…. Φοβούμαι ότι το «εταιρικό» που συνάφθηκε μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας υπήρξε ετεροβαρές, σαν λεόντειας εταιρείας, σωρεύοντας μόνο οφέλη προς την πλευρά του Κράτους και μόνο ζημίες προς το μέρος της Εκκλησίας». Το άρθρο κατέληγε με την πρόταση –ως προς το ζήτημα της αποδεσμεύσεως από την Πολιτεία– να μην «αναμένει μοιρολατρικά» η Εκκλησία «την ώρα που κάποιοι, θα της επιβάλλουν τις λύσεις της αρεσκείας των».

Οι παραπάνω επισημάνσεις του μακαριστού Αρχιεπισκόπου είναι, υποθέτω, ο πλέον ταιριαστός επετειακός λόγος για τα γενέθλια του βασιλικού διατάγματος της 23ης Ιουλίου 1833.
ΠΗΓΗ:http://www.pentapostagma.gr/2013/08/sheseis-ekklisias-politeias.html#ixzz2bNDoA2As
 

Ο Σεισμός

Πώς να γλιτώσετε από έναν σεισμό

ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ




Οι σεισμικές δονήσεις που σημειώθηκαν στην περιοχή της Αταλάντης και της Αμφίκλειας λίγα λεπτά μετά τις 12.00 σήμερα και οι οποίες λόγω του μικρού εστιακού βάθους...
ταρακούνησαν και κάποιες περιοχές της Αθήνας έφεραν στην μνήμη τον σεισμό του Σεπτεμβρίου του 1999, ο οποίος είχε την ίδια ένταση, αλλά λόγω του μικρού εστιακού βάθους προκάλεσε σημαντικές ζημιές και ανθρώπινες απώλειες.
Οι σεισμολόγοι για τον συγκεκριμένο σεισμό και τους πιθανούς επόμενους στην περιοχή καθησυχάζουν, αφού η περιοχή είχε δώσει και μεγαλύτερο σεισμό το 2008.
Πάντως από τώρα και για τα επόμενα χρόνια και βάσει των πιθανοτήτων θα έχουμε τουλάχιστον έναν μεγάλο σεισμό στο Λεκανοπέδιο. Είχαμε έναν το 1981, έναν 18 χρόνια μετά και τώρα έχουν περάσει 14 χρόνια. Το λεκανοπέδιο περιτριγυρίζεται από ενεργά ρήγματα (Κορινθιακού, Πάρνηθας κλπ).
Ο εντεταλμένος ερευνητής του Αστεροσκοπείου Αθηνών, Γεράσιμος Χουλιάρας, σε δηλώσεις του εξέφρασε την αγωνία του για κάποια ιστορικά κτίρια στο κέντρο της Αθήνας.
O Γεράσιμος Χουλιάρας επιβεβαίωσε τις προβλέψεις του άλλου σεισμολόγου Άκη Τσελέντη ότι είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ισχυρός σεισμός στην Ελλάδα. Παράλληλα, εξέφρασε τους φόβους του για κάποια ιστορικά κτίρια στο κέντρο της Αθήνας, τα οποία είχαν χαρακτηριστεί ως «κόκκινα» και «κίτρινα» στο σεισμό της Πάρνηθας το 1999.
«Πρέπει όλοι να δούμε με προσοχή τη σεισμική θωράκιση των κτιρίων μας. Αν γίνει ένας σεισμός μεγέθους 5,5 Ρίχτερ κάποια κτίρια ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας θα πέσουν. Κτίρια όπως το παλιό Εφετείο, το κτίριο του ΙΚΑ στην Πειραιώς, αλλά και άλλα πολλά δημόσια κτίρια πρέπει να ελεγχθούν από τους ειδικούς. Γιατί όταν γίνει ο σεισμός μετά θα τρέχουμε όλοι μας να σώσουμε ότι μπορούμε. Και όλοι ευχόμαστε αν γίνει κάποιος σεισμός να γίνει στη θάλασσα για να μην έχουμε εικόνες όπως στην Ιταλία» είπε χαρακτηριστικά ο Γεράσιμος Χουλιάρας.
«Ζούμε σε μια σεισμική χώρα. Αν κρίνουμε από τη στατιστική των σεισμών έχουμε κάθε μήνα έναν σεισμό μεγέθους 5 Ρίχτερ και κάθε χρόνο έναν σεισμό μεγέθους 6 Ρίχτερ.
Ισχυρό σεισμό έχει να κάνει πάρα πολύ καιρό οπότε αν κρίνουμε από τη στατιστική περιμένουμε έναν τέτοιο σεισμό. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει το πότε και το πού» σχολίασε για το τί θα πρέπει να περιμένουμε στο μέλλον.
Αλλά όλοι πρέπει να γνωρίζουμε πως να αντιδράσουμε σε έναν σεισμό αφού η Ελλάδα είναι από τις πλέον σεισμογενείς περιοχές του κόσμου και συχνά-πυκνά πλήττεται από καταστροφικούς σεισμούς
Οι περισσότεροι τραυματισμοί αλλά και θάνατοι κατά τη διάρκεια ενός σεισμού, οφείλονται κυρίως στον πανικό. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες έχουν σημειωθεί σφοδροί τραυματισμοί αλλά και θάνατοι από συνωστισμό κατά τη σεισμού, όπως γράφει το earthquakes.gr
Τι να κάνετε κατά τη διάρκεια του σεισμού:
Κατ'αρχήν ψυχραιμία και όχι πανικός. Ελαχιστοποιήστε τις κινήσεις σας σε λίγα βήματα προς το κοντινότερο ασφαλές μέρος και αν βρίσκεστε σε εσωτερικό χώρο, μείνετε εκεί μέχρι να σταματήσει η δόνηση και αναζητείστε τραπέζι ή γραφείο ή κάτι στο οποίο μπορείτε να καληφθείτε με ασφάλεια.
Αν βρίσκεστε σε εψωτερικό χώρο:

Πέστε στο έδαφος. 

Καλυφθείτε κάτω από ένα γερό τραπέζι ή άλλο έπιπλο και περιμένετε μέχρι να σταματήσει η δόνηση. Αν δεν υπάρχει τραπέζι ή γραφείο κοντά σας, καλύψτε το πρόσωπο και το κεφάλι σας με τα χέρια σας και κουρνιάστε σε μια γωνία εσωτερικά του κτιρίου
Μείνετε μακρυά από γυαλιά, παράθυρα, εξωτερικές πόρτες, τοίχους, και από οτιδήποτε που θα μπορούσε να πέσει, όπως π.χ. φωτιστικά και έπιπλα
Μείνετε στο κρεβάτι, αν είστε εκεί όταν συμβεί σεισμός. Περιμένετε και προστατέψτε το κεφάλι σας με ένα μαξιλάρι εκτός και αν είστε κάτω από βαρύ φωτιστικό που θα μπορούσε να πέσει. Στην περίπτωση αυτή, μεταβείτε στο πλησιέστερο ασφαλές μέρος
Μη χρησιμοποιείτε πόρτες, εκτός αν ξέρετε ότι στηρίζονται επαρκώς και είναι κοντά σας. Πολλές πόρτες στον εσωτερικό χώρο είναι ελαφριές κατασκευές και δεν προσφέρουν προστασία
Μείνετε μέσα μέχρι να σταματήσει η δόνηση και μέχρι να είναι ασφαλές να πάτε έξω. Μην προσπαθήσετε να βγείτε από το κτίριο κατά τη διάρκεια της δόνησης. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι περισσότεροι τραυματισμοί συμβαίνουν όταν οι άνθρωποι στο εσωτερικό των κτιρίων προσπαθούν να μετακινηθούν σε διαφορετική θέση μέσα στο κτίριο ή προσπαθούν να φύγουν εκτός
Σε καμία περίπτωση μην χρησιμοποιείτε τους ανελκυστήρες
Να γνωρίζετε ότι το ηλεκτρικό μπορεί να διακοπεί ή ακόμα και τα συστήματα πυρασφάλειας μπορεί να ενεργοποιηθούνΑν βρίσκεστε σε εξωτερικό χώρο

Μείνετε εκεί
Απομακρυνθείτε από κτίρια, οδικό φωτισμό και καλώδια
Εάν είστε στην ύπαιθρο, μείνετε εκεί μέχρι να σταματήσει η δόνηση. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει ακριβώς έξω από τα κτίρια, στις εξόδους και κοντά στους εξωτερικούς τοίχους. Οι κινήσεις εδάφους κατά τη διάρκεια ενός σεισμού σπάνια αποτελεί την άμεση αιτία θανάτου ή τραυματισμού. Οι περισσότερες περιπτώσεις τραυματισμών και θανάτων είναι αποτέλεσμα κατάρρευσης τοίχων, σπασμένων γυαλιών και πτώσεων αντικειμένωνΑν βρίσκεστε σε κινούμενο όχημα

Σταματήστε το συντομότερο δυνατό με ασφάλεια. Αποφύγετε να σταματήσετε κοντά ή κάτω από κτίρια, δέντρα, οδογέφυρες ή καλώδια
Προχωρήστε με προσοχή όταν ο σεισμός σταματήσει. Αποφύγετε δρόμους, γέφυρες ή ράμπες που θα μπορούσαν να έχουν καταστραφεί από το σεισμόΑν βρίσκεστε παγιδευμένος κάτω από συντρίμμια

Μην ανάψετε σπίρτο
Μην μετακινήστε ή σηκώνετε σκόνη
Καλύψτε το στόμα σας με ένα μαντήλι ή ρούχα
Χτυπήστε σε ένα σωλήνα ή σε τοίχο, ώστε οι διασώστες να μπορούν να σας βρούν. Χρησιμοποιήστε μια σφυρίχτρα, εάν είναι διαθέσιμη. Φωνάξτε μόνο ως έσχατη λύση. Φωνάζοντας μπορεί να αναγκαστείτε να εισπνεύσετε επικίνδυνες ποσότητες σκόνηςΤι να κάνετε μετά από τον σεισμό

Όταν σταματήσει η δόνηση, κοιτάξτε γύρω σας για να βεβαιωθείτε ότι είναι ασφαλές να προχωρήσετε. Στη συνέχεια, βγείτε από το κτίριο

Αναμείνατε μετασεισμούς. Αυτές οι δευτερεύουσες δονήσεις είναι συνήθως λιγότερο βίαιες από τον κύριο σεισμό, αλλά μπορεί να είναι αρκετά ισχυρές για να κάνουν επιπλέον ζημιά
Βοηθήστε τραυματίες ή εγκλωβισμένους. Θυμηθείτε να βοηθήσετε τους γείτονές σας που μπορεί να χρειάζονται ειδική βοήθεια, όπως βρέφη, ηλικιωμένους και άτομα με ειδικές ανάγκες. Δώστε τις πρώτες βοήθειες ανάλογα με την περίπτωση. Μην μετακινείτε σοβαρά τραυματισμένους, εκτός αν βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο να πάθουν περαιτέρω ζημία. Καλέστε βοήθεια. Ψάξτε και σβήστε μικρές πυρκαγιές. Η φωτιά είναι ο πιο κοινός κίνδυνος μετά από ένα σεισμό
Ακούστε από ραδιόφωνο ή τηλεόραση μπαταριών τις τελευταίες πληροφορίες έκτακτης ανάγκης

Προσέξτε για πιθανά τσουνάμι, αν ζείτε σε παράκτιες περιοχές. Το τσουνάμι είναι επίσης γνωστό ως θαλάσσια σεισμικά κύματα (λανθασμένα αποκαλείται «παλιρροϊκά κύματα»). Όταν οι τοπικές αρχές προειδοποιήσουν για τσουνάμι, θεωρήστε ότι μια σειρά από επικίνδυνα κύματα είναι καθοδόν. Μείνετε μακρυά από παραλίες και παράκτιες περιοχές αφού υπάρχει κίνδυνος τσουνάμι
Χρησιμοποιήστε το τηλέφωνο μόνο για κλήσεις έκτακτης ανάγκης
Πηγαίνετε σε ένα καθορισμένο δημόσιο καταφύγιο εάν το σπίτι σας είχε καταστραφεί και δεν είναι πλέον ασφαλές

Μείνετε μακριά από κατεστραμμένες περιοχές. Μείνετε μακρυά εκτός αν η συνδρομή σας έχει ζητηθεί ειδικά από την αστυνομία, πυροσβεστική, ή ανθρωπιστικές οργανώσεις. Επιστρέψτε στο σπίτι σας μόνο όταν οι αρχές λένε ότι είναι ασφαλές
Να είστε προσεκτικοί κατά την οδήγηση μετά από ένα σεισμό και αναμείνατε διακοπές φαναριών
Αφού διαπιστωθεί ότι η είναι ασφαλής η επιστροφή σας, η πρωταρχική προτεραιότητα σας πρέπει να είναι η ασφάλειά σας καθώς ξεκινάτε τον καθαρισμό και την αποκατάσταση
Ανοίξτε συρτάρια και ντουλάπια προσεκτικά. Προσοχή στα αντικείμενα που μπορούν να πέσουν από τα ράφια

Φορέστε μακρύ παντελόνι, ένα μακρυμάνικο πουκάμισο, γερά παπούτσια και γάντια εργασίας για την προστασία σας από τραυματισμό από σπασμένα αντικείμενα
Καθαρίστε αμέσως χυμένα φάρμακα, λευκαντικά, βενζίνη ή άλλα εύφλεκτα υγρά. Φύγετε από την περιοχή αν μυρίσετε αέριο ή αναθυμιάσεις από άλλες χημικές ουσίες
Ελέγξτε όλο το μήκος της καμινάδες για ζημιές. Απαρατήρητη ζημία θα μπορούσε να οδηγήσει σε φωτιά

Ελέγξτε για διαρροή αερίου. Εάν μυρίσετε αέριο ή ακούτε φύσημα ή σφύριγμα, ανοίξτε ένα παράθυρο και γρήγορα εγκαταλείψτε το κτίριο. Απενεργοποιήστε το αέριο μέσω της κεντρικής βαλβίδα και καλέσετε την εταιρία φυσικού αερίου από το σπίτι ενός γείτονα. Εάν απενεργοποιήσετε το αέριο για οποιοδήποτε λόγο, πρέπει να επανενεργοποιηθεί από επαγγελματία
Ψάξτε για ηλεκτρικές βλάβες του συστήματος. Αν δείτε σπινθήρες ή σπασμένα ή φθαρμένα καλώδια, ή αν μυρίζει καμμένο, απενεργοποιήστε το ηλεκτρικό ρεύμα. Αν έχετε να πατήσετε σε νερό για να φτάσετε τον κεντρικό διακόπτη, μιλήστε με έναν ηλεκτρολόγο για να σας συμβουλέψει τι να κάνετε
Έλεγχος βλάβης στο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Εάν υποψιάζεστε ότι έχουν καταστραφεί γραμμές αποχέτευσης, αποφεύγετε να χρησιμοποιείτε τις τουαλέτες και καλέστε έναν υδραυλικό. Εάν έχουν καταστραφεί σωλήνες νερού, επικοινωνήστε με την εταιρεία ύδρευσης και αποφύγετε να χρησιμοποιείτε νερό από τη βρύση 
ΠΗΓΗhttp://parapona-rodou.blogspot.com/

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Η Μεγάλη Παράκληση

Ο αυτοκρατορικός Παρακλητικός Κανόνας
            Τις μισές από τις δεκαπέντε ημέρες πριν από την εορτή της Υπεραγίας Θεοτόκου στις Ορθόδοξες Εκκλησίες ψάλλεται ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας. Πρόκειται για εξαιρετικής έμπνευσης εκκλησιαστικό ύμνο του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεοδώρου Β΄ Δούκα Λασκάρεως, υιού του μεγάλου πατέρα του, αυτοκράτορα Αγίου Ιωάννη Βατάτζη. Από τους ειδικούς θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα της ύστερης Βυζαντινής περιόδου και είναι γραμμένο σε πρώτο ενικό πρόσωπο, κάτι όχι σύνηθες.
             Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρης ανήλθε στον θρόνο της Νικαίας το 1254, σε ηλικία 32 ετών και απεβίωσε τέσσερα χρόνια μετά. Η αιτία του θανάτου του δεν έχει απολύτως εξακριβωθεί. Λέγεται ότι έπασχε από ανίατη ασθένεια, που τον οδήγησε στον τάφο, όμως δεν ήσαν λίγοι όσοι επιδίωξαν τον θάνατό του, μεταξύ των οποίων πιθανολογείται ότι ήταν και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος. Ο ιδρυτής της δυναστείας των Παλαιολόγων για να καταλάβει τον θρόνο ετύφλωσε τον ανήλικο υιό του Θεοδώρου, Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη (1250-1305), ο οποίος έζησε το υπόλοιπο του βίου του ως μοναχός. Σημειώνεται πως πριν το τέλος της ζωής του Ιωάννη τον επισκέφθηκε ο υιός του Μιχαήλ Ανδρόνικος Παλαιολόγος και του ζήτησε ταπεινά συγγνώμην για την ενέργεια του πατέρα του. Ο Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρης  στα λίγα χρόνια της βασιλείας του, όπως γράφει ο μέγας βυζαντινολόγος Κρουμβάχερ, «δεν απομακρύνθηκε των λαμπρών του πατρός του παραδόσεων εις την διοίκηση του κράτους, ιδίως δε απέκτησε ανθηρά οικονομικά χωρίς καταπιεστική φορολογία, παράλληλα δε ήταν φίλος της Παιδείας. Αν και φιλάσθενος, ήταν εξαίρετος στρατιώτης».
            Μέσα σε μύριες δυσκολίες και υπονομεύσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της αυτοκρατορίας ο Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρης πέτυχε να διατηρήσει ισχυρή την σε εξορία Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Παράλληλα σπούδασε  με πάθος τις επιστήμες της εποχής -φιλολογία, μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία -  κοντά στους Νικηφόρο Βλεμμύδη και Γεώργιο Ακροπολίτη και συνέλεξε βιβλία που, κατά τον Κων. Σάθα, ήσαν τόσα «όσα ούτε ο υπερηφανευόμενος για την βιβλιοθήκη του στην Αλεξάνδρεια Πτολεμαίος δεν είχε συγκεντρώσει». Κοντά στους πολέμους και στην αντιμετώπιση των σε βάρος του δολοπλοκιών εύρισκε χρόνο για να αναπτύξει την ελληνορθόδοξη Παιδεία στην αυτοκρατορία. Ο ίδιος παρομοίαζε τη χαρά του από το ενδιαφέρον που έδειχναν για την ελληνική Παιδεία οι υπήκοοι του με εκείνη του κηπουρού που βλέπει τον κήπο του γεμάτο από καρπούς. Ο Βασίλιεφ, άλλος σπουδαίος βυζαντινολόγος, περιγράφει το πόση ελληνική υπερηφάνεια ένιωσε ο αυτοκράτορας όταν επισκέφθηκε την Πέργαμο. Τότε βεβαίως οι Γερμανοί δεν είχαν αφαιρέσει τον επιβλητικό ναό, που πιστεύεται πως ήταν αφιερωμένος στον Δία και βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου. Η υπερηφάνεια αυτή για την καταγωγή του φαίνεται και από τα γνωμικά του που διασώθηκαν, όπως: « Απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος» και «Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα...Συ δε ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαχαύσαι;».
            Πέραν του ποιητικού του ταλέντου ο Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρης ήταν και έγκριτος θεολόγος και εν μέσω μυρίων δυσκολιών υπεράσπισε τα δίκαια της Ορθοδοξίας έναντι των Λατίνων. Σε γράμμα του προς τον επίσκοπο Κορώνης γράφει, μεταξύ των άλλων: «... Απολογείται σοι η βασιλεία μου ότι η καθ’ ημάς αγιωτάτη του Θεού μεγάλη Εκκλησία , καθώς μέλλεις γνωρίσαι εκ των κατωτέρω ρηθησομένων εγγράφων, μαρτυριών και ρήσεων ευαγγελικών, το Πνεύμα το άγιον εκ του Πατρός και μόνου εκπορεύεσθαι δογματίζει, εκ του Υιού δε ουκ εκπορεύεσθαι μεν φαμέν, δια του Υιού δε χορηγείσθαι ημίν  προς κάθαρσιν και αγιασμόν, και πιστεύομεν και δοξάζομεν...».  Λίγο προ του θανάτου του και έχοντας αντιληφθεί το τέρμα της επίγειας ζωής του ο Θεόδωρος αντάλλαξε τον αυτοκρατορικό μανδύα με το ταπεινό μοναχικό ένδυμα.
            Όπως γράψαμε ήδη, στη βραχύχρονη βασιλεία του ο Θεόδωρος γνώρισε πολλές πίκρες, τον βρήκαν συμφορές και ασθένειες, αντιμετώπισε δολοπλοκίες, πολέμους και προδοσίες. Καταφυγή του ήταν η Παναγία, όπως εκφράζεται και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό του Κανόνα. Αναφέρουμε πέντε χαρακτηριστικούς ύμνους:
«Καταιγίς με χειμάζει, των συμφορών Δέσποινα, και των λυπηρών τρικυμίαι καταποντίζουσιν, αλλά προφθάσασα, χείρα μοι δος βοηθείας, η θερμή αντίληψις και προστασία μου».
«Οι μισούντες με μάτην, βέλεμνα και ξίφη και λάκκον ηυτρέπισαν, και επιζητούσι, το πανάθλιον σώμα σπαράξαι μου και καταβιβάσαι προς γην, Αγνή επιζητούσιν, αλλ’ εκ τούτων προφθάσασα, σώσον με».
« Από πάσης ανάγκης, θλίψεως και νόσου και βλάβης με λύτρωσαι και τη ση δυνάμει, εν τη σκέπη σου φύλαξον άτρωτον, εκ παντός κινδύνου και εξ εχθρών των πολεμούντων και μισούντων με Κόρη πανύμνητε».
« Τα νέφη των λυπηρών εκάλυψαν, την αθλίαν μου ψυχήν και καρδίαν, και σκοτασμόν εμποιούσι μου Κόρη, αλλ΄ η γεννήσασα Φως το απρόσιτον, απέλασον ταύτα μακράν, τη εμπνεύσει της θείας πρεσβείας σου».
« Την δέησιν μου δέξαι την πενιχράν και κλαυθμόν μη παρίδης και δάκρυα και στεναγμόν, αλλ’ αντιλαβού μου, ως αγαθή, και τας αιτήσεις πλήρωσον. Δύνασαι γαρ πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου Θεού Μήτηρ, ει νεύσεις έτι μόνον προς την εμήν οικτράν ταπείνωσιν».

            Είναι βέβαιο πως ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας είναι δημοφιλέστερος του Μεγάλου και ψάλλεται σε κάθε περίσταση. Όμως και ο Μεγάλος αγγίζει τις καρδιές των πιστών, ενώ ο σπουδαίος ποιητής του και σημαντικός Έλληνας αυτοκράτορας Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρης παραμένει για τους πολλούς άγνωστος. Μακάρι να υπάρξουν ερευνητές που να τον μελετήσουν σε βάθος και να αναδείξουν το ήθος, τις ικανότητές και το έργο του.--  

ΠΗΓΗ: http://aktines.blogspot.gr/2013/07/blog-post_5574.html#more

Η Ελληνική γλώσσα

Είχαμε κάποτε μια ωραία ελληνική γλώσσα


Είχαμε κάποτε μια ωραία ελληνική γλώσσα

Τα ελληνικά ήταν και παραμένουν μία δύσκολη γλώσσα. Υπήρχε, όμως, στα παλαιότερα χρόνια μία ηθική υποχρέωση των πολιτικών, των δημοσιογράφων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης να μιλούν και να γράφουν σωστά ελληνικά. Για να δείχνουν τον σεβασμό τους προς την πανάρχαια γλώσσα μας και για να γίνονται παράδειγμα προς μίμησιν από τον λαό. Σήμερα δυστυχώς ακούμε και διαβάζουμε σοβαρά γλωσσικά ολισθήματα από –υποτίθεται- μορφωμένους ανθρώπους. Καταγράφω χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

Από προβεβλημένο στέλεχος της κυβερνήσεως ακούσαμε τη δήλωση ότι θα ασχοληθεί με το πρόβλημα «των πλεονάζοντων θέσεων»! Διπλό το ολίσθημα. Πρώτον η λέξη θέση είναι γένους θηλυκού, άρα το σωστό είναι «των πλεοναζουσών θέσεων». Αλλά και αρσενικό να ήταν το γένος, το σωστό είναι «των πλεοναζόντων υπαλλήλων», όχι «πλεονάζοντων» . Εκτός αν ο ομιλητής μιμείται την κακόηχη «δημοτικιά» των αριστερών φοιτητικών συλλόγων που γράφουν «του Πανεπιστήμιου» αντί «του Πανεπιστημίου».
Νεόκοπο πολιτικό κόμμα εμφανίσθηκε και ονομάσθηκε «Νέα Μέρα». Με το καλημέρα έγινε το ολίσθημα. Η λέξη ΜΕΡΑ δεν είναι υπαρκτή λέξη, αλλά παραφθορά και προφορική λαϊκότροπη μορφή της λέξεως «ημέρα» . Το λεξικό Μπαμπινιώτη στο λήμμα «μέρα» γράφει: Βλέπε λέξη «ημέρα». Το προφορικό ιδίωμα έχει μεγαλύτερες ανοχές. Αλλά ένα πολιτικό κόμμα, που υπόσχεται ότι θα υπερασπισθεί το έθνος και τον λαό, οφείλει πρωτίστως να υπερασπίζεται τη γλώσσα και την εθνική κληρονομιά μας. Και το «γειά σου» προέρχεται από συγκεκομμένη μορφή της λέξεως «υγεία», αλλά κανείς πολιτικός μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να μετονομάσει το Υπουργείο Υγείας σε Υπουργείο «Γειας».
Στα Λύκειά μας, με την ανοχή ορισμένων -όχι όλων- εκπαιδευτικών καθιερώθηκε η μαθητική έκφραση «πενταήμερη εκδρομή». Τέτοια έκφραση στα ελληνικά δεν υπάρχει. Το σωστό είναι να λέμε «πενθήμερη», αλλά ο περιρρέων λαϊκισμός και η διάθεση ... να μην θίξουμε τα καημένα τα παιδιά αφήνει το λάθος να σέρνεται και να διαιωνίζεται. Η λέξη ημέρα έπαιρνε και θα παίρνει ες αεί δασεία, έστω και αν επεβλήθη με πραξικοπηματικό τρόπο το μονοτονικό το 1982. Άρα το ταυ όταν έπεται δασυνόμενη λέξη γίνεται θήτα. Πενθ-ήμερη, ανθυπολοχαγός κ.λπ. Όσο και αν κάποιοι δήθεν προοδευτικοί θέλουν να ξεχάσουμε την διαχρονική ελληνική και τη δασεία μας, οι τόνοι και τα πνεύματα δεν χάνονται.. Υπάρχουν και διακηρύσσουν την παρουσία τους. Το έντυπο που διαβάζετε λέγεται εφημερίδα από το επί +ημερίδα. Δεν λέγεται επημερίδα. Αλλά και οι ξένοι σέβονται τον ιστορικό τονισμό που απεμπολούν οι τονοφάγοι. Οι Άγγλοι γράφουν HELLAS, διότι η Ελλάς είναι δασυνόμενη λέξη. Οι Βούλγαροι γράφουν ΧΕΜΟΥΣ το όρος Αίμος, επειδή παίρνει δασεία (και περισπωμένη στο ι, για να θυμόμαστε τα αθάνατα ελληνικά που μάθαμε).
Η εκμάθηση των ελληνικών σε όλη τη συνέχειά τους και η έμφαση στα Αρχαία Ελληνικά με τους τόνους και τα πνεύματα είναι παιδευτικό αγαθό και ένδειξη σεβασμού προς την ιστορία μας, την ταυτότητά μας, την εθνική μας ύπαρξη. Επιπλέον, όμως, είναι και άθλημα πνευματικό για τους νέους με πιθανά καλά αποτελέσματα στον οικονομικό και επιχειρηματικό τομέα. Στην Ιαπωνία και στην Κορέα ανακάλυψαν, μετά από σοβαρή έρευνα πολλών επιστημονικών ειδικοτήτων, ότι το οικονομικό τους θαύμα οφείλεται κυρίως στον κόπο που καταβάλλουν οι μαθητές του Δημοτικού για να μάθουν τις χιλιάδες ιδεογραμμάτων του αλφαβήτου τους. Ο Έλληνας Πρέσβυς ε.τ. Μάνος Μεγαλοκονόμος έχει καταγράψει σε άρθρα του το μυστικό της οικονομικής και επιστημονικής ανάπτυξης των Κινέζων, οι οποίοι πάντα νικούν τους Αμερικανούς στους διαγωνισμούς Μαθηματικών. Το μυστικό είναι η ανάπτυξη του παιδικού εγκεφάλου μέσω του δύσκολου αλφαβήτου της κινεζικής.
Οι απλουστεύσεις έβλαψαν την παιδεία. Ας διδάξουμε στα παιδιά μας τα σωστά διαχρονικά ελληνικά!

Δημοκρατία, 30/07/2013

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://aktines.blogspot.gr/2013/07/blog-post_400.html#more

"Πάσαν την βιοτικήν μέριμναν῾...


15Ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφθεί έναν άγιο ερημίτη. Ήθελε να ηρεμήσει λίγο από το άγχος που τον βασάνιζε. Και να ζητήσει τις συμβουλές του γέροντα.

Τον συνάντησε σε μια φτωχική καλύβα.

- Ευλογείτε, είπε χαιρετώντας τον ερημίτη. Ξέρετε, έκανα πολύ δρόμο για να έλθω εδώ . . .

- Κάθισε, τον διέκοψε ο γέροντας. Άσε με να σου βάλω λίγο τσάι.

- Έχω περάσει πολλά χρόνια σπουδάζοντας σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού ... , άρχισε να αυτοσυστήνεται ο επισκέπτης.

- Ας πιούμε πρώτα λίγο τσάι, επέμεινε ο γέροντας.

- Τώρα διευθύνω μια μεγάλη επιχείρηση ... , συνέχισε να περιαυτολογεί ο ξένος.

- Πιστεύω ότι το τσάι θα σας αρέσει πολύ
, είπε ο ερημίτης συνεχίζοντας να γεμίζει την κούπα του επισκέπτη του.

- Μα εσείς την ξεχειλήσατε, πάτερ· το τσάι χύνεται απ` έξω! παρατήρησε ενοχλημένος ο ξένος.

- Κι εσύ μοιάζεις μ` αυτήν την ξεχειλισμένη κούπα! απάντησε τότε ο σοφός γέροντας. Αν δεν αδειάσεις, ευλογημένε, έστω λίγα από αυτά που κουβαλάς, πώς θα αφήσεις να στάξει μέσα σου κάτι από τα λίγα πράγματα πού ξέρω. 
ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr/perizois/25983-i-ksecheilimeni

Ο μήνας της Παναγίας...

Ο Αύγουστος, κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, ήταν ο έκτος μήνας, γι’ αυτό αρχικά στα Λατινικά ονομάζονταν Sextilis και είχε 31 ημέρες, από την εγκαθίδρυση του Ιουλιανού ημερολογίου το 45 π.Χ. (το έτος 709 από κτίσεως Ρώμης). Το έτος 8 π.Χ. ο Αύγουστος Καίσαρας του έδωσε το όνομά του.
Λέγεται ότι αρχικά είχε 30 ημέρες, αλλά ο Οκταβιανός του πρόσθεσε αυθαίρετα ακόμη μία ημέρα (που πήρε από τον Φεβρουάριο) για να μην υστερεί από τον Ιούλιο, που ήταν αφιερωμένος στον Ιούλιο Καίσαρα, κάτι που δεν ευσταθεί. Λέγεται, επίσης, ότι ο Αύγουστος έβαλε τον μήνα σε αυτή την θέση, για να τιμήσει τον θάνατο της Κλεοπάτρας η οποία έθεσε τέλος στη ζωή της στις 12 Αυγούστου του 30 π.Χ. αν και ο ακριβής τρόπος του θανάτου της καλύπτεται από μυστήριο. Κατά το Βυζαντινό ημερολόγιο που ακολουθεί ακόμη και σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία, και το οποίο αρχίζει τον Σεπτέμβριο, ήταν ο τελευταίος μήνας του χρόνου κι έτσι η 31 Αυγούστου γιορτάζονταν ως παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου ονομάζονταν και «ημερομήνια», γιατί έλεγαν ότι προλέγουν τον καιρό: «κάθε μέρα κι ένας μήνας». Οι μέρες αυτές ήταν επίσης γνωστές και ως «δρίμες». Τις μέρες αυτές δεν έπρεπε να πάει κάποιος στη θάλασσα για μπάνιο, ούτε να πλύνει ούτε να κόψει σταφύλια και σύκα. Οι λαϊκές ονομασίες του μήνα, όπως Συκολόγος, Τραπεζοφόρος και Διπλοχέστης, αναφέρονται κυρίως στην αφθονία των καρπών του: «Αύγουστε καλέ μου μήνα να ‘σουν δυο φορές το χρόνο». Σε μερικές περιοχές οι πρώτες ημέρες του Αυγούστου θεωρούνταν ότι συμπίπτουν με την «εώα επιτολή» του Σείριου, δηλαδή την ανατολή του λαμπρότερου άστρου της νύχτας λίγο πριν από την ανατολή του Ήλιου. Όπως αναφέρουν οι Μάνος Δανέζης και Στράτος Θεοδοσίου: «Ο Σείριος είναι το λαμπρότερο άστρο του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός και η “εώα επιτολή” του σ’ αυτή τη χρονική περίοδο είχε συνδεθεί στην αρχαιότητα με τα “κυνικά καύματα” (τα dies caniculariae των Λατίνων), δηλαδή με τις θερμότερες ημέρες του έτους, τα οποία “καύματα” οι αρχαίοι απέδιδαν στην επί πλέον αύξηση της θερμοκρασίας από την υποτιθέμενη προσθήκη της ακτινοβολίας του Σείριου στην ακτινοβολία του Ήλιου».
Ο Αύγουστος, όμως, είναι γνωστότερος για τον «δεκαπενταύγουστό» του, τις πρώτες ημέρες του μήνα πριν από την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου. Η Παναγία, άλλωστε, είναι το ιερό εκείνο πρόσωπο που ο λαός μας τιμά και σέβεται περισσότερο από κάθε άλλο. Αμέτρητες φαίνεται να είναι οι προσωνυμίες που αποδίδονται στο πρόσωπό της: Ελεούσα, Μεγαλόχαρη και Φανερωμένη, Χρυσοσπηλιώτισσα, Παντάνασσα και Κεχαριτωμένη είναι μερικές μόνο από τις χαρακτηριστικές δοξασιολογίες που αποδίδει στην Παναγία ο λαός μας, που τιμά τη μνήμη της Κοίμησής της με νηστεία και παρακλήσεις δύο εβδομάδων. Ανήμερα, όμως, στη γιορτή της, καθώς και τα εννιάμερά της, στις 23 Αυγούστου, «γιορτές και πανηγύρια» παντού.
Σύμφωνα με τη λαογράφο Ελένη Ψυχογιού: «Τα πανηγύρια της Παναγίας τελούνται παραδοσιακά στο απόγειο του καλοκαιριού, όταν έχει ολοκληρωθεί ο παραγωγικός κύκλος, αφήνοντας στους ανθρώπους χρόνο σχόλης και προσόδους για να καταναλώσουν σε μια “τελετουργική σπατάλη”… Πέρα από εκδηλώσεις πίστης, τα πανηγύρια αποτελούν συλλογικά πολυσύνθετα και ύψιστης σημασίας επικοινωνιακά γεγονότα, που λειτουργούν ως θεμέλια πολιτισμού για τις ανθρώπινες κοινότητες ακόμη και στις μέρες μας, με όποια μορφή επιτελούνται κατά τόπους».
Οι γιορτές της Παναγίας δεν είναι, φυσικά, οι μοναδικές του μήνα, αφού σπουδαία θέση στο χριστιανικό εορτολόγιο κατέχει και η 6η Αυγούστου όταν η Εκκλησία γιορτάζει τη Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Την ημέρα αυτή, όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης, «έθιμο από τα πιο διαδεδομένα, με μορφή θρησκευτικού νομίμου, είναι η προσκομιδή στις εκκλησίες και ευλόγηση με ειδική ευχή των πρώτων σταφυλιών της χρονιάς… Σ’ αυτό το έθιμο επιζεί η αρχαία συνήθεια των απαρχών, δηλαδή της προσφοράς των πρώτων καρπών στους θεούς, όπως εκφραζόταν στην ιστορική αρχαιότητα ως συγκροτημένη λατρευτική εκδήλωση με τις εορτές των Θαργηλίων, των Θαλυσίων και των Πυανοψίων».
Αλλά, όσο κι αν τον Ιούλιο «ο Αϊλιάς κόβει σταφύλια και η Αγιά Μαρίνα σύκα», ο ερχομός του Αυγούστου δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι «από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνας»!
Πηγή: Σιμόπουλος, Διονύσης Π. «Οι Μήνες Ιούλιος και Αύγουστος», Γεωτρόπιο Ελευθεροτυπίας, Τεύχος 480 (27 Ιουνίου 2009)
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr/201