Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Η δύναμη των λέξεων

Ο πόνος,


 Ο πόνος, υπαρξιακός και κοινωνικός

 ως ευκαιρία αλλαγής


π. Βαρνάβας Γιάγκου
Ποιος ο σκοπός να σηκωνόμαστε αν είναι να ξαναπέσουμε; Ποιος ο λόγος να προσδοκούμε το καλύτερο όταν ζούμε το χειρότερο; Ποιος ο τρόπος να αντιστεκόμαστε στον πόνο εφόσον δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε;
Ο πόνος που μας προκαλεί μια δυσάρεστη κοινωνική και οικονομική συνθήκη, ο πόνος που μας προξενεί μια οικογενειακή και προσωπική απώλεια, μοιάζει κάθε φορά με τερματισμό σε έναν αποτυχημένο αγώνα δρόμου. Μήπως όμως είναι ευκαιρία για επανεκκίνηση;

Η πρώτη εκδήλωση από τη σειρά συναντήσεων, με το γενικό θέμα «Από τα προσωπικά προβλήματα στα προβλήματα του προσώπου» επικεντρώθηκε στο θέμα του πόνου, του υπαρξιακού και κοινωνικού, ως ευκαιρίας αλλαγής, και εντάσσεται στο πλαίσιο των διαλόγων θεολογίας και ψυχολογίας.
Πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013 στην Αίθουσα του Δημαρχείου του Βόλου, από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, σε συνεργασία με την Κοινωφελή Εταιρεία Ψυχοκοινωνικών Παρεμβάσεων «Πορεία Υγείας» και τον Σύνδεσμο Νέων της Ι.Μ. Δημητριάδος.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.antifono.gr/portal/%

"Η Εξομολόγηση".

«Ο βρεφικός θρήνος…»

(μια αληθινή ιστορία)

του π.Θωμά Ανδρέου
 


Σ’ έναν ναό των Αθηνών, περιγράφηκε η ιστορία αυτή. Μέσα από το μυστήριο της εξομολογήσεως ζωντάνεψε ο χρόνος , οι θύμισες έγιναν δάκρυα μετανοίας για έναν άνθρωπο, που επί πενήντα συναπτά έτη βρισκόταν αναμέσο της φλογός της συνειδήσεως, φλογός η οποία άσβεστος κατέκαιε επί μισόν αιώνα την τεταραγμένην ψυχήν. Ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, είναι ο ίδιος του ο εαυτός… Ας αφήσουμε την εξέλιξη της διηγήσεως και ας σταθούμε σιωπηλοί έναντι μιας θλιβεράς αληθινής ιστορίας, από αυτές που μόνον η ιδία η ζωή μπορεί να παραστήσει… 
-Πάτερ, σας παρακαλώ θερμώς, να με δεχθείτε να εξομολογηθώ ! 
Μία ηλικιωμένη κυρία ογδοηκοντούτης, με παρακλητικό πλην επίμονον βλέμμα, ζητούσε από τον Ιερέα να την ακούσει. Ζητούσε να δεχθεί το βάλσαμον της παρηγορίας, καθ’ ον τρόπον εδέχθει την ενστάλαξη ελαίου και οίνου επί των αιμοροούντων πληγών του, ο δυστυχής της ευαγγελικής παραβολής άνθρωπος ο εμπεσών εις τους ληστάς, υπό του καλού Σαμαρείτου. Ο Ιερεύς, αμέσως  εφόρεσε το Ιερόν επιτραχείλιον, τον ποταμόν της Θείας Χάριτος και του ελέους του Θεού, εις τους ανθρώπους. Αφού εκάθισαν αντικριστά, η σεβασμία κυρία ξεκίνησε να διηγείται διακόπτουσα μόνον την διήγησιν της, για να ακουσθεί ένας βαθύς αναστεναγμός, επισφράγισμα οδυνηρόν του πόνου της ψυχής της.
-Πάτερ, είμαι ογδόντα ετών. Βρίσκομαι πλέον στην δύση της ζωής μου… Αισθάνομαι πως το τέλος εγγίζει, δεν θέλω να φύγω με ένα κρίμα που για πενήντα ολόκληρα χρόνια βασανίζει την ψυχή μου. Κρίμα δυσβάστακτον που ουδέποτε και σε κανέναν μέχρι σήμερα εκμυστηρεύτηκα.  Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, έγινε αιτία για πενήντα χρόνια να καίγομαι στην φλόγα της συνειδήσεως μου. Να ξυπνώ τα βράδια από ένα βρεφικό κλάμα, έναν ατέλειωτο θρήνο που ηχεί μέσα στα αυτιά μου .
Στην ζωή μου, άκουσα πολλές φορές βρέφη να κλαίνε. Ποτέ ξανά όμως έτσι…. Μόνον μία φορά, την ημέρα εκείνη η οποία έμελε να στιγματίσει το υπόλοιπον της ζωής μου.  Εργαζόμουν ως μαία σε μεγάλη ιδιωτική κλινική των Αθηνών. Υπήρξα συνεπής πάντοτε στην εργασία μου. Αγαπούσα την δουλειά μου και για τον λόγο αυτό, πολλές φορές ζητούσαν να παραστώ σε γέννα, ακόμα και όταν αυτή γινόταν σε ώρες εκτός της εργασίας μου. 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν η Αθήνα ήταν τελείως διαφορετική απ’ ότι σήμερα, βρισκόμουν ένα πρωινό στην εργασία μου, στην κλινική των Αθηνών. Με ειδοποίησαν πως με ζητά ο Διευθυντής και έτσι ξεκίνησα να ανέβω στο γραφείο του στον επάνω όροφο. Φθάνοντας στο γραφείο, χτύπησα διακριτικά την πόρτα και μπαίνοντας μέσα είδα τον κ. Διευθυντή μαζί με άλλους τρεις καλοντυμένους κυρίους, να συζητούν χαμηλόφωνα. Βλέποντας με ο Διευθυντής της κλινικής, με κάλεσε να πλησιάσω κοντά τους:
-Έλα παιδί μου, πλησίασε, μου είπε. Θα χρειασθεί να πάς σε κάποιο Σπίτι όπου θα βοηθήσεις σε μια γέννα. Οι κύριοι θα σε πάνε και θα σε επιστρέψουν μετά. Θα πληρωθείς αδρά για τις υπηρεσίες σου εκεί.  Πόση ώρα χρειάζεσαι να ετοιμασθείς; 
-Σε ένα τέταρτο θα μπορούμε να φύγουμε, απάντησα εγώ και μόλις πήγα να ρωτήσω τον λόγο για τον οποίο έπρεπε εγώ να μεταβώ εκεί αντί να έρθει η  ετοιμόγεννη γυναίκα στην κλινική, ωστόσο σαν ο κ. Διευθυντής να διάβασε τις ενδόμυχες σκέψεις μου, με διέκοψε απότομα λέγοντας μου: -
 ‘’Εντάξει παιδί μου, ετοιμάσου να φύγετε…’’
Βγήκα από το γραφείο και πήγα να ετοιμάσω την βαλίτσα μου με τα απαραίτητα. Εξάλλου, σκέφθηκα, η παρουσία μου μόνον βοηθητική θα μπορούσε να είναι μιας και σίγουρα μαζί με εμένα θα ερχόταν και κάποιος εκ των Ιατρών της κλινικής. Ετοίμασα μία βαλίτσα με τα απαραίτητα και κατέβηκα στην είσοδο, όπου με περίμεναν οι τρείς κύριοι τους οποίους προηγουμένως είχα συναντήσει στο γραφείο του κ. Διευθυντού. Βρισκόντουσαν δίπλα σε ένα παρκαρισμένο πολυτελές μαύρο αυτοκίνητο και μου έγνεψαν να πάω προς τα εκεί. 
Προς στιγμήν, ένα συναίσθημα φόβου με κατέλαβε, ωστόσο δεν μπορούσα να αρνηθώ. Πρώτον, ήταν η εκτέλεσις του καθήκοντος μου και ασφαλώς κατά δεύτερον ήταν εντολή του εργοδότου μου. Πλησίασα λοιπόν και πήγα να ανοίξω την πόρτα του αυτοκινήτου. Απότομα με σταμάτησε ο ένας από τους τρείς καλοντυμένους κυρίους. Πιάνοντας με από το χέρι, μου είπε:
-Μισό λεπτό κυρία, πριν μπείτε μέσα θα σας ζητήσουμε κάτι… 
  Προς στιγμήν, ένα αδιόρατο συναίσθημα φόβου με κατέλαβε. Ωστόσο η περιέργεια με έκανε να ρωτήσω: 
-Τι θέλετε; 
Εκείνος, ρίχνοντας ένα βλέμμα στους άλλους δύο, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του με  πλησίασε περισσότερο και μου είπε: 
-Για να σας μεταφέρουμε εκεί που πρέπει να πάμε, θα  μας επιτρέψετε να σας κλείσουμε τα μάτια , ώστε να μην γνωρίζετε τον ακριβή προορισμό μας… 
Ξανά αυτός ο αδιόρατος φόβος, έκανε την επανεμφάνιση του στην ψυχή μου…  Όλα αυτά, ήταν περίεργα πράγματα. Έδειχναν πως κάτι ύποπτο συνέβαινε…. Βλέποντας  το πρόσωπο μου να εκφράζει την αγωνία της ψυχής μου,  ο εις εκ των  συνοδών μου σε μια άχαρη προσπάθεια του να με καθησυχάσει μου είπε κοιτώντας με κατάματα: 
- Μην φοβάστε κυρία, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, προσπαθούμε να διασφαλίσουμε πως δεν θα γνωρίζετε τον προορισμό μας, τίποτε περισσότερο. 
- Μα, και να μην θέλω με τρομάζετε με όλα αυτά τα ακατανόητα πράγματα. Που πηγαίνουμε; Για ποιο λόγο αυτή η μυστικότης; Γιατί επιλέξατε εμένα; 
‘Όμως ο κύριος σήκωσε ελαφρά το χέρι του και μου είπε: 
-Σας παρακαλώ κυρία, δεν μπορώ να αποκαλύψω τίποτε περισσότερο.  Σας  παρακαλώ, μην καθυστερούμε …. Σας βεβαιώ πώς δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτε… Εξάλλου, ο κ. Διευθυντής, γνωρίζει επακριβώς που πηγαίνουμε…. 
Αυτός ο λόγος του με καθησύχασε. Μπήκα μέσα στο πολυτελές αυτοκίνητο και δέχθηκα αδιαμαρτύρητα πλέον, να μου δέσουν τα μάτια με ένα μεγάλο μαντίλι. Δεν είναι δυνατόν, σκέφθηκα, να μου κάνουν κακό… Για ποιο λόγο; Και εκτός τούτου, αν δεν τους γνώριζε ο κ. Διευθυντής, θα ήταν ποτέ δυνατόν με στείλει μαζί με αυτούς τους εντελώς άγνωστους σε μένα ανθρώπους; Προτίμησα να πάψω να σκέπτομαι, εξάλλου μαία ήμουν … Άνθρωπο θα έφερνα στο κόσμο ! 
Δεν γνωρίζω πόση ώρα πέρασε… Δεν γνωρίζω που με μετέφεραν. Δεν μπόρεσα ούτε καν να υπολογίσω τον χρόνο κατά τον οποίον βρισκόμουν μέσα στο αυτοκίνητο με τα μάτια μου δεμένα.  Σε κάποια στιγμή, το αυτοκίνητο στάθμευσε. Δίπλα μου, καθόταν από την αρχή, ο άγνωστος κύριος που είχαμε μιλήσει στην κλινική, ενώ οι άλλοι δύο κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα. Προφανώς, ο συνοδός μου, ήθελε να διασφαλίσει πως σε καμία περίπτωση δεν θα αφαιρούσα το μαντίλι ώστε να καταλάβω σε ποια περιοχή ήμουν ή που με πήγαιναν.  Όταν ο ίδιος έβγαλε το μαντίλι, είδα πως βρισκόμασταν στον κήπο μιας έπαυλης, κυριολεκτικά πνιγμένης μέσα στα καταπράσινα δέντρα. Δυο–τρείς άνθρωποι περπατούσαν βιαστικοί σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένα τεράστιο σπίτι, δέσποζε επιβλητικό στην μέση της έπαυλης. 
Ανέβηκα τα σκαλοπάτια της μαρμάρινης εξωτερικής σκάλας, ενώ την μικρή βαλίτσα με τα απαραίτητα για τον επερχόμενο τοκετό,  μου μετέφερε στα χέρια του ένας εκ των τριών συνοδών  μου.  Περνώντας μέσα στο σπίτι, είδα μία τεράστια σκάλα στην μέση της οικίας η οποία εκ των υστέρων διαπίστωσα πως οδηγούσε στον επάνω όροφο όπου και υπήρχαν πολλά υπνοδωμάτια. Με το χέρι του ο συνοδός μου έδειξε πως θα έπρεπε να ανέβω επάνω. Προς στιγμήν, νομίζω πως άκουσα έναν γυναικείο αναστεναγμό πόνου, δεν ξέρω όμως αν όντος το άκουσα ή ο φόβος μου που έκανε την επανεμφάνιση του συνοδευόταν από κάποιες παραισθήσεις. Ανέβηκα την μεγάλη σκάλα η οποία οδηγούσε στον επάνω όροφο στα δεξιά του οποίου υπήρχε ένας διάδρομος . Ακολουθώντας τον συνοδό μου ο οποίος σταμάτησε μπροστά από μια δίφυλλη ξύλινη πόρτα την οποία κτύπησε διακριτικά, άνοιξε την πόρτα και περάσαμε σε ένα τεράστιο δωμάτιο στην άκρη του οποίου υπήρχε ένα κρεβάτι πάνω στο οποίο μια ξαπλωμένη γυναίκα έδειχνε από τις συσπάσεις του προσώπου της πως βρισκόταν σε διαδικασία τοκετού. Στην μέση ακριβώς του δωματίου υπήρχε μια μεγάλη αναμμένη ξυλόσομπα, ενώ στην άλλη άκρη του δωματίου ένας μεσήλικας κύριος καθόταν αναπαυτικά  σε μια πολυθρόνα ξεφυλλίζοντας αδιάφορα μια εφημερίδα.  Θυμάμαι πως με εντυπωσίασε το γεγονός, πως δεν έκανε τον κόπο να γυρίσει να κοιτάξει ποιοι είχαν μπει στο δωμάτιο. 
Πλησίασα την γυναίκα που βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να μου χαμογελάσει. Το χαμόγελο της, πνίγηκε από μια έκφραση πόνου που χαράκωσε το πρόσωπο της. Ο συνοδός μου πλησίασε και μου ψιθύρισε: ζητήστε μας ότι σας χρειάζεται… Εγώ δεν του απάντησα, άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματα μου για τον επικείμενο τοκετό πάνω σε ένα τραπέζι που είχαν τοποθετήσει εκεί. 
-Πρέπει να περιμένουμε τον γιατρό, είπα προς τον γνωστό συνοδό μου. 
- Δεν θα έρθει κανένας γιατρός κυρία, άκουσα την φωνή του μεσήλικα που καθόταν στην πολυθρόνα. Χωρίς να με κοιτάξει συνέχισε: 
-Εσείς θα κάνετε όλη την διαδικασία…. 
Έμεινα αποσβολωμένη να τον κοιτώ. Ο ένας εκ των δύο συνοδών μου, πλησίασε και μου είπε παρακλητικά:
-Σας παρακαλώ, κάντε ότι πρέπει να κάνετε….
Γύρισα προς την γυναίκα που σε λίγο θα γεννούσε. Την κοίταξα και είδα, ένα δάκρυ να αυλακώνει το πρόσωπο της. Της έπιασα το χέρι και της είπα: 
-Κάντε κουράγιο, σε λίγο θα κρατάτε στην αγκαλιά σας το παιδί σας.  
Με κοίταξε χωρίς να πει τίποτε, όμως η θλίψη που ξεχείλιζε από τα μαύρα αμυγδαλωτά μάτια της μου έφερε ένα σφίξιμο στην καρδιά μου. Έπρεπε να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, ήταν η πρώτη φορά που θα έπρεπε να κάνω την διαδικασία χωρίς την παρουσία Ιατρού μαιευτήρα …. Αν κάτι δεν πήγαινε καλά; Αν υπήρχε μια επιπλοκή; Χριστέ μου, ψέλλισα βοήθησε με…. Η γυναίκα  δάγκωνε μια πετσέτα για να καταπνίξει τον πόνο της. Μια υπηρέτρια  στεκόταν στο προσκεφάλι της σκουπίζοντας κάθε λίγο τον ιδρώτα που έρρεε άφθονος στο πρόσωπο της. Ο συνοδός μου, βρισκόταν στην πλευρά της πόρτας του δωματίου  έχοντας συνεχώς τα μάτια του καρφωμένα στο πάτωμα. Ο έτερος κύριος συνέχιζε ατάραχος να διαβάζει την εφημερίδα του καθήμενος στην ευρύχωρη και άνετη πολυθρόνα του μορφάζοντας σε κάποιες στιγμές το πρόσωπο του, δείχνοντας έτσι μιαν κάποια ενόχληση του από τα βογκητά πόνου της ετοιμόγεννης γυναίκας.
Προσπάθησα να δώσω κουράγιο στην γυναίκα :
-Λίγο ακόμα, κάντε μια προσπάθεια , λίγο ακόμα και τελειώσαμε.
Ξεκίνησε η έξοδος του νεογνού για τον κόσμο! Ένας ακόμη άνθρωπος ερχόταν  στην ζωή. Κτυπούσε γοργά η καρδιά μου. Η αγωνία κορυφώνονταν όταν σε κάποια στιγμή κράτησα το νεογνό που έκλαιγε, στα χέρια μου. Όλοι οι φόβοι μου μήπως κάτι δεν πάει καλά εξανεμίστηκαν με μιας όταν άκουσα το πρώτο του κλάμα. Κλάμα με το οποίο κάθε βρέφος έρχεται στην ζωή και άθελα του κλαίει, για αυτά που θα ζήσει… Έκοψα αμέσως τον ομφάλιο λώρο και τύλιξα το μικρό αγοράκι σε μια καθαρή πετσέτα. Πριν το πλύνω, θέλησα να το δώσω για λίγο στην μητρική αγκαλιά, να είναι η μάνα το πρώτο πρόσωπο που θα δει όταν θ’ ανοίξει τα ματάκια του. Πάντα τα ίδια συναισθήματα γέμιζαν την ψυχή μου με τον ερχομό ενός ανθρώπου ακόμα στην ζωή. Μόλις έστρεψα προς την πλευρά της μάνας , μια φωνή με καθήλωσε στην θέση μου : 
-Κυρία ! 
Ήταν ο κύριος με την εφημερίδα που στο μεταξύ είχε σηκωθεί και  ερχόταν προς το σημείο που βρισκόμουν εγώ κρατώντας το νεογνό στα χέρια μου. 
-Κυρία, επανέλαβε, δώστε μου το μωρό στα χέρια μου ! 
Ο τόνος της φωνής του ήταν επιτακτικός. Σκέφθηκα πως μάλλον ήταν ο πατέρας του παιδιού.  Οι πατεράδες σε τέτοιες στιγμές δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν την χαρά τους. Στην φωνή όμως του ανθρώπου εκείνου δεν μπόρεσα να διακρίνω κανένα ίχνος χαράς. Ωστόσο, δεν μπορούσα να αρνηθώ και έτσι παρέδωσα το μωρό στα απλωμένα χέρια του ανθρώπου εκείνου. Το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε για πολύ λίγο, σχεδόν μόνο με μια ματιά! Τα φλογισμένα μάτια του έπεσαν πάνω στην λεχώνα η οποία έτρεψε αλλού το πρόσωπο της. Εγώ κοιτούσα σαν χαμένη και τους δύο. Δεν είχα ξαναδεί παρόμοιες αντιδράσεις στις γέννες… Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτήν την παγωμάρα που επικρατούσε στο μελαγχολικό δωμάτιο της σιωπηλής έπαυλης. Δεν μπόρεσα να καταλάβω…. Ο μεσήλικας κύριος, κρατώντας το βρέφος που στο μεταξύ είχε σιωπήσει, στα χέρια του, με αργά βήματα άρχισε να απομακρύνεται από κοντά μου.  Πλησίαζε το σημείο του δωματίου που βρισκόταν η ξυλόσομπα όταν…. 
Ξαφνικά, άρπαξε με το ένα χέρι το βρέφος από το ποδαράκι του. Εκείνο άρχισε να κλαίει τρομαγμένο. Ταυτόχρονα με το ελεύθερο χέρι του έπιασε μια τσιμπίδα και άνοιξε γρήγορα το καπάκι της ξυλόσομπας. Μόλις κατάλαβα τι πήγαινε να κάνει, έτρεξα και έπεσα στα πόδια του. Ταυτόχρονα έτρεξε κοντά μου ο συνοδός για να με σταματήσει.
-Σας ικετεύω κύριε,του φώναξα με μια κραυγή  αγωνίας να βγαίνει από τα στήθη μου.  Δώστε το σε εμένα να το μεγαλώσω και σας ορκίζομαι πως δεν πρόκειται να το ξαναδείτε ποτέ. Μη, κύριε μην το σκοτώσετε ! 
Με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν ξέχασα ποτέ ! Χωρίς να πει τίποτα με μια αστραπιαία κίνησε πέταξε το νεογέννητο βρέφος μέσα στην αναμμένη ξυλόσομπα ενώ ταυτόχρονα έκλεισε με δύναμη το καπάκι….. Το βρέφος ούρλιαξε μέσα στις φλόγες…
-Μηηηηη ! Φώναξα εγώ και έπεσα στο πάτωμα, ενώ ο συνοδός μου προσπαθούσε με δύναμη να με απομακρύνει. Άκουσα για λίγο, για πολύ λίγο το βρέφος να στριγκλίζει θρηνητικά μέσα από την σόμπα. Δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπο μου. Δεν είχα την δύναμη να φωνάξω άλλο!  Άκουσα την βραχνή φωνή του, απαίσια στα αφτιά μου :
-Το παιδί αυτό δεν έπρεπε να ζήσει γιατί…. Ήταν δύο αδελφών παιδί! 
Δεν μπορούσα να σηκωθώ από το πάτωμα. Άνοιξε η πόρτα και ο άνθρωπος αυτός, λες και δεν είχε συμβεί τίποτε σε αυτό το δωμάτιο, βγήκε έξω. Με πλησίασε ο συνοδός μου και με βοήθησε να σηκωθώ.    -Ότι ζήσατε εδώ  σήμερα, μου είπε, πρέπει να το ξεχάσετε βγαίνοντας από το σπίτι αυτό. 
Αισθανόμουν πως θα έσπαγε η καρδιά μου. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί εκεί μέσα. Αυτή η εικόνα είχε μείνει στα μάτια μου, οι κραυγές του δυστυχούς βρέφους ηχούσαν στ’ αφτιά μου. Και όμως όλα αυτά ήταν αλήθεια! Ένα αθώο βρέφος είχε καεί ζωντανό ! Δεν είχα κουράγιο ούτε να μαζέψω τα πράγματα μου. Η ανάγκη όμως να φύγω από εκεί μέσα, να αναπνεύσω καθαρό αέρα, με έκανε να αρχίσω να βάζω τα πράγματα όπως, όπως μέσα στην βαλίτσα. Βλέποντας με, η υπηρέτρια ήρθε προς το μέρος μου να βοηθήσει, με ένα νεύμα μου όμως, έμεινε σιωπηλή στην  θέση της. Ο βρεφικός θρήνος, συνέχιζε να με τρυπά. Συνέχισα να μαζεύω τα πράγματα μου και μόλις τελείωσα τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην σόμπα…  Η σκέψη μου στράφηκε στο μικρό αγοράκι που δεν πρόφθασε καν να δει το φώς του ήλιου.  Και για κάθε μωρό, ο ήλιος είναι το πρόσωπο της μάνας που το γέννησε! Βγήκα προς τα έξω με την συνοδεία πάντα του κυρίου που με πήγε εκεί. 
Το αυτοκίνητο ήταν εκεί και περίμενε. Δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω… Τι να έβλεπα άλλωστε; Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο και δέχθηκα, αδιαμαρτύρητα αυτή την φορά, να μου κλείσουν τα μάτια με το μεγάλο μαντίλι.  Είχα ζήσει την ζωή και το θάνατο ενός αθώου βρέφους, καρπού μιας παράνομης αγάπης μεταξύ δύο κατά σάρκα αδελφών. Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα μου… Ξανά οι βρεφικές κραυγές! Το νεογνό θρηνούσε, όχι για εκείνο που η φωτιά το ταξίδεψε ξανά στο δημιουργό του. Θρηνούσε Για εκείνους που έγιναν αιτία για αυτό το κυκλικό ταξίδι. Η φωτιά της ξυλόσομπας σε κάποια στιγμή έσβησε. Μια άλλη όμως , άσβεστη φλόγα περίμενε υπομονετικά τους υπαιτίους ! Κανείς δεν μιλούσε μέσα στο αυτοκίνητο.  Εγώ συνέχιζα να ακούω τον βρεφικό θρήνο ! 
Δεν γνωρίζω πόση ώρα βρισκόμουν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν με ενδιέφερε πλέον. Δεν είχα το κουράγιο να το σκεφθώ. Σε κάποια στιγμή, το αυτοκίνητο σταμάτησε ξαφνικά. Το χέρι του ανθρώπου που καθόταν δίπλα που κινήθηκε προς το πρόσωπο μου. Με μια κίνηση έβγαλε το μαντίλι απελευθερώνοντας μου τα μάτια μου. Συνειδητοποίησα πως με είχαν φέρει στο σπίτι μου… Χωρίς να μιλήσω, χωρίς να τους κοιτάξω, άρπαξα το βαλιτσάκι μου και αφού άνοιξα την πόρτα και βγήκα από το αυτοκίνητο που αμέσως απομακρύνθηκε γρήγορα ασθμαίνουσα έφθασα στην είσοδο του σπιτιού μου. Μπήκα και κάθισα στην πρώτη καρέκλα που βρήκα μπροστά μου… Κοίταξα απέναντι στο τοίχο και κοίταξα την γλυκιά μορφή της Παναγίας με το Θείον Βρέφος στα χέρια Της η οποία με κοίταζε από την κρεμασμένη εικόνα Της! Άρχισα να κλαίω γοερά! Δεν ξέρω για πόση ώρα έκλαιγα.  Προσευχήθηκα σιωπηλά για την ψυχή του μαρτυρικού αυτού βρέφους. Οι κραυγές του συνέχιζαν να ηχούν στ’ αυτιά μου κάνοντας με να μην μπορώ να ηρεμίσω. 
Σηκώθηκα μετά από λίγο και πλησίασα την βαλίτσα μου με τα πράγματα του τοκετού. Έπρεπε να τα πλύνω και να τα καθαρίσω. Ανοίγοντας την βαλίτσα, είδα μέσα ένα δερμάτινο σακουλάκι. Το πήρα και το άνοιξα. Με έκπληξη είδα πως ήταν γεμάτο χρυσές λίρες… Θυμήθηκα τα λόγια του κ. Διευθυντού πριν φύγω από την κλινική : ’’θα πληρωθείς καλά για την βοήθεια σου’’ μου είχε πει. Αμέσως για μια ακόμη φορά οι γνωστές κραυγές ήχησαν στα αυτιά μου σαν σειρήνες. Πέταξα το σακουλάκι στο πάτωμα και έτρεξα στο δωμάτιο μου κλαίγοντας έπεσα στο κρεβάτι μου. Με κλειστά μάτια, έβλεπα το μωρό που είχα φέρει στον κόσμο και που τόσο βίαια μου άρπαξαν και σκότωσαν μέσα από  τα χέρια μου… Βυθίστηκα σε ένα εφιαλτικό ύπνο με τις θρηνητικές κραυγές του μωρού να  συνοδεύουν  την ταραγμένη ψυχή μου… Οι κραυγές αυτές με συντρόφεψαν πενήντα ολόκληρα χρόνια…..
                                        -----------------------------------
Από τότε Πάτερ, πενήντα χρόνια μετά, δεν ξέχασα ποτέ αυτή την μέρα που σημάδεψε για πάντα την ζωή μου. Δεν πέρασε νύχτα που να μην άκουσα τον βρεφικό θρήνο! Τις λίρες δεν τις κράτησα, τις μοίρασα σε πτωχούς ανθρώπους, έντυσα μικρά παιδάκια όπως θα έντυνα αυτό το μωρό αν το είχα σώσει. Τα σπούδασα όπως θα σπούδαζα το βρέφος που με τα χέρια μου έφερα στην ζωή και ικέτευα να μου δώσουν… Δεχθείτε Πάτερ αυτό το μεγάλο βάρος της ψυχής μου. Πενήντα ολόκληρα χρόνια έχω να κοινωνήσω! Σας παρακαλώ να δεχθείτε την μετάνοια μου, να ευχηθείτε για την σωτηρία της ψυχής μου, είπε και σταμάτησε να μιλά. 
Ο Ιερεύς την άκουγε συγκλονισμένος… Με δακρυσμένα μάτια, έθεσε το πετραχήλι του  επί της λευκανθείσης κεφαλής της, διαβάζοντας την συγχωρητική ευχή. Την ευχή των δακρύων που ακούγοντας την κάθε αμαρτωλός βρίσκει την εξιλέωση ενώπιον του Θεού!  Οι λυγμοί της ηλικιωμένης γυναίκας, έδειχναν την λύτρωση της ψυχής της μετά από μισό αιώνα πάλης μεταξύ της συνειδήσεως και των ερινυών. 
-Κυρία, αφήστε το βάρος της ψυχής σας εδώ! Είπε ο Ιερεύς στην γυναίκα που με δυσκολία στάθηκε στα πόδια της. Εκείνη φίλησε με σεβασμό το πετραχήλι και το Ιερατικό χέρι και αποχώρησε ήρεμη από τον Ναό αφήνοντας τον Ιερέα βυθισμένο στις σκέψεις του.
Την άλλη μέρα ξημέρωνε Κυριακή! Αναστάσιμη ημέρα. Ο Ιερεύς πήγε να λειτουργήσει και να σταθεί για μια ακόμη φορά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο! Η σκέψη του, άθελα του, πήγαινε στην τραγική σκηνή που την προηγουμένη ημέρα είχε ακούσει. Όταν ήρθε η ώρα να μεταδώσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού στους πιστούς, η γυναίκα βρισκόταν εκεί περιμένοντας και η ίδια να δεχθεί τον Χριστό μετά από πενήντα χρόνια! Ήρεμη, στάθηκε απέναντι στο Άγιο Ποτήριο και έλαβε το Σώμα και το Αίμα Εκείνου , που στάθηκε δίπλα σε κάθε άνθρωπο που τον αναζήτησε,  Εκείνου που συγχώρησε κάθε άνθρωπο που δάκρυσε,  Εκείνου που Πέθανε επάνω στο Σταυρό για να ζήσει αιώνια ο άνθρωπος!
Το Σώμα και το Αίμα, του Σωτήρος Χριστού! 
Την Τετάρτη το πρωί, ο Ιερεύς έφθασε στο Ναό όπως έκανε σχεδόν κάθε μέρα. Πηγαίνοντας να ανοίξει την είσοδο της Εκκλησίας, το βλέμμα του πήγε στον πίνακα ανακοινώσεων του Ναού. Ένα αγγελτήριο θανάτου ήταν καρφωμένο εκεί, αναγγέλλοντας τον θάνατο της ογδοντάχρονης μαίας…

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Πεμπτη της Αναληψεως..

  Εξαποστειλλάριον  και δοξαστικό  των αίνων

Το φρούριο


  

                                 ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ (VIDEO)

15«Το φρούριο». Ταινία αποκάλυψη. Είναι μια δοκιμασία για την ψυχή.

Αν καταφέρεις να τη δεις έως το τέλος σημαίνει πως η κάρδια σου δεν έχει σκληρύνει ακόμα, δεν αποστασιοποιήθηκες από τον υπόλοιπο κόσμο κρυμμένος πίσω από ψηλούς τοίχους. Ταινία για το θαύμα. Θαύμα πραγματικό και όχι φανταστικό.

Ταινία για τη θεραπεία των άρρωστων παιδιών και για την ίαση των ενήλικων. Στον κινηματογράφο πια η έννοια του ήρωα ταυτίζεται με σκληρότητα και μυϊκή δύναμη. Όμως βλέπετε πως γίνεται και αλλιώς. Ο ήρωας είναι αυτός που με τη δύναμη της καρδιάς μπορεί να κάνει το καλό.

Εξάλλου υπάρχει τόσο λίγο καλό γύρω μας.

Ακόμη δεν ξέρουμε τι είναι η ζωή.

Είναι μια περίοδος εργασίας πριν από την αιωνιότητα ή μία απλή βολτούλα από το ένα σημείο στο άλλο;

Δείτε το βίντεο...
ΠΗΓΗ:http://www.agioritikovima.gr/perizois/23266-to-frourio

"Θείω καλυφθείς".




             ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΘΕΙΩ ΚΑΛΥΦΘΕΙΣ                        ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ

"Ανοιξαντάρια".



Ανοιξαντάρια Ραιδεστηνού
Ψάλλουν ο Χρύσανθος Θεοδοσόπουλος (Δεξιά) και ο Βασίλης Σπυριδόπουλος (Αριστερά).
 Ζωντανή Ηχογράφηση στον Πανηγυρικό Εσπερινό του Αγίου Δημητρίου
στον ομώνυμο Ναό της Θεσσαλονίκης.

Η Μάχη της Κρήτης

ΙΚΑΡΟΣ ΤΙΜΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ! 
 ΒΙΝΤΕΟ
 

Εκδηλώσεις για την 72η Επέτειο από την Μάχη της Κρήτης, που πραγματοποιήθηκαν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων, πραγματοποιήθηκε αεροπορική επίδειξη μεμονωμένου αεροσκάφους 

F-16 της Ομάδας “Ζευς”, της Πολεμικής Αεροπορίας.

ΠΗΓΗ:http://www.pentapostagma.gr/2013/06/mahi-tis-kritis.html#ixzz2Vzw1hpvx

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Τελευταία λόγια τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ 
(μαγνησκοπήθηκε καὶ παρουσιάζεται ἐδῶ ἡ ἀκριβὴς μετάφρασή τους)
Παιδιά μου πολύ σᾶς παρακαλῶ, ντυθῆτε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου. Δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε πόσο πονηρὸς εἶναι. Δὲν ἔχουμε νὰ παλέψουμε μὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ...

τὰ πονηρὰ πνεύματα. Προσέξτε! Τὸν διάβολο δὲν τὸν συμφέρει νὰ δεχθεῖ κανεὶς τὴν ὕπαρξή του, νὰ σκέφτεται καὶ νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν ἄνθρωπο. Ἕνας κρυφὸς καὶ ἄγνωστος ἐχθρὸς εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνος ἀπὸ ἕναν ὁρατὸ ἐχθρό. Ὢ πόσο μεγάλος καὶ τρομερὸς εἶναι ὁ στρατὸς τῶν δαιμόνων. Πόσο ἀμέτρητο εἶναι τὸ μαῦρο τους πλῆθος! Ἀμετάβλητα, ἀκούραστα, μέρα καὶ νύχτα, ἐπιδιώκουν νὰ σπρώξουν ὅλους ἐμᾶς ποὺ πιστεύουμε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, νὰ μᾶς παρασύρουν στὸ δρόμο τῆς ἀπιστίας, τῆς κακίας καὶ τῆς ἀσέβειας. Αὐτοὶ οἱ ἀόρατοι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, ἔχουν βάλει ὡς μοναδικό τους σκοπὸ μέρα καὶ νύχτα νὰ ἐπιδιώκουν τὴν καταστροφή μας. Ὅμως μὴ φοβάστε, πάρτε δύναμη ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.

Η Πνευματική Διαθήκη ....


....του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας


"...Είμαι πλέον 79 χρονών. Η καρδιά μου εξασθενεί και οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν και είναι ολοφάνερο ότι πλησιάζει η ώρα της αναχώρησής μου από τούτη τη γη.
Ο Απ. Παύλος άφησε διαθήκη σε όλους τους Χριστιανούς. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού».
Δεν τολμώ βέβαια να πω προς όλους τους Χριστιανούς, αλλά σε σας, τα παιδιά μου, μπορώ να πω: Μιμηθείτε εμένα, όπως και εγώ τον Απ. Παύλο.
Ήταν σκληρή και δύσκολη η ζωή μου, αλλά ουδέποτε προσευχήθηκα στον Θεό να γίνει εύκολη.
Διότι είναι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7, 14).
Και ακόμη, «διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. 14, 22).
Διαβάστε ακόμη την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. «Τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι» (Λουκ. 16,25).
Για περισσότερα από 25 χρόνια η ζωή μου ήταν συνυφασμένη με την εργασία του αγροτικού χειρουργού και καθηγητή της χειρουργικής και μετά ένδεκα χρόνια διώξεων για το όνομα του Χριστού μέσα στις φυλακές και στις σκληρές εξορίες.

Από το 1944 συνδύαζα την επίπονη διακονία του Επισκόπου με την θεραπεία των τραυματιών στο Ταμπώφ και μόλις το 1946 ολοκληρώθηκε η χειρουργική μου δραστηριότητα και παρέμεινε μόνον η Αρχιερατική.
Στον πολύ κόσμο ήταν ακατανόητο πώς μπορούσε ένας μεγάλος χειρουργός, που τιμήθηκε με το Α' βραβείο Στάλιν, να αφήσει τη χειρουργική και να γίνει Επίσκοπος. Όμως δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σ' αυτό, γιατί από τα νεανικά μου κι' όλας χρόνια, ο Κύριος με προόρισε για την υπέρτατη μορφή διακονίας σ 'Αυτόν και τους ανθρώπους.
Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, στην τελετή αποφοίτησης, έλαβα από τον Διευθυντή του σχολείου το απολυτήριο Γυμνασίου, το οποίο το είχε βάλει στο Ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το είχα διαβάσει και πριν, αλλά τώρα, όταν διάβασα εκ νέου τα λόγια του Χριστού απευθυνόμενα στους Αποστόλους: «ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Ματθ. 9, 37-38), η καρδιά μου σκίρτησε και αναφώνησα σιωπηλά: «Ω, Κύριε! Σού λείπουν οι εργάτες;».
Πέρασαν χρόνια. Έγινα διδάκτωρ της Ιατρικής και σκέφθηκα να γράφω το βιβλίο «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Όταν πήρα την απόφαση αυτή, μου ήρθε στο μυαλό η εξής περίεργη σκέψη: «Όταν θα ολοκληρωθή το βιβλίο αυτό, θα το υπογράφει το όνομα ενός επισκόπου». Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προερχόταν αυτή η σκέψη. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι ήταν μία σκέψη που μου είχε υποβληθεί από τον Θεό, διότι μετά την πρώτη μου σύλληψη, στο γραφείο του διοικητή των φυλακών, ολοκλήρωσα την πρώτη έκδοση του βιβλίου μου και στο εξώφυλλο έγραφα:« Επίσκοπος Λουκάς, Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια. Ήμουν στην πρώτη εξορία στη Σιβηρία, στην πόλη Γενισέισκ. Ήρθε τότε εντελώς ξαφνικά να με συναντήσει ένας μοναχός απ' το Κρασνογιάρσκ. Στην πόλη αυτή όλοι οι ιερείς είχαν προσχωρήσει στους «νεωτεριστές» και ο πιστός στην κανονική Εκκλησία λαός, έστειλε αυτό το μοναχό να χειροτονηθεί ιερέας, όχι σε μένα στο Γενισέισκ, αλλά στο Μινουσίνσκ σε έναν άλλο ορθόδοξο επίσκοπο.
Μία ανεξήγητη όμως δύναμη τον καθοδήγησε σε μένα στο Γενισέισκ. Όταν με αντίκρυσε, ξαφνιάστηκε, πάγωσε και βουβάθηκε. Αποδείχθηκε πως, όταν με είδε, αναγνώρισε ξεκάθαρα εκείνον τον αρχιερέα που είχε δει σε ένα αξέχαστο όνειρο, να τον χειροτονεί ιερέα δέκα χρόνια πριν, ενώ εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν δημογιατρός στην πόλη Περεζλάβλ, Ζαλέσκι.
Ο Κύριος ο Θεός με προίκισε με διάφορα ταλέντα. Ταυτόχρονα με το Γυμνάσιο, τελείωσα και τη Σχολή Καλών Τεχνών του Κιέβου. Είχα μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική και αποφάσισα να δώσω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη.
Στα μισά των εξετάσεων όμως τις εγκατέλειψα, γιατί θεώρησα πως πρέπει να υπηρετήσω τον Θεό και τους ανθρώπους με έργο πιο ωφέλιμο απ' ό,τι η ζωγραφική. Αν και κείνο το διάστημα είχε ξεκαθαρίσει μέσα μου η κατεύθυνση της ζωγραφικής δραστηριότητας την οποία θα ακολουθούσα, εάν δεν εγκατέλειπα τη ζωγραφική: θα ήταν καθαρά θρησκευτική κατεύθυνση, ή θα ακολουθούσα τα ίχνη των Β. Βασνετσώφ και Νέστερωφ.
Από τότε με απασχολούσαν πολύ και επίμονα τα δύσκολα ζητήματα της θεολογίας. Το βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου ήταν η έντονα έκδηλη επιθυμία να υπηρετώ τον Θεό και τους ανθρώπους, και μόνο χάρη σ' αυτό, παρά την μεγάλη αντιπάθειά μου προς τις φυσικές επιστήμες, έδωσα εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου και τελείωσα με άριστα.
Από το Πανεπιστήμιο κιόλας εκδηλώθηκε το μεγάλο μου ταλέντο του ανατόμου και χειρουργού και οι συμφοιτητές μου δεν ήθελαν καν να ακούσουν πως προτίθεμαι να γίνω δημογιατρός. Είχαν αποφασίσει ομόφωνα πως θα γίνω καθηγητής ανατομίας ή χειρουργικής. Απ' ό,τι γνωρίζετε, είχαν μαντέψει σωστά το μέλλον μου.
Ως δημογιατρός εργάστηκα για δεκατρία χρόνια από 12 έως 14 ώρες την ήμερα. Σκεφτόμουν σοβαρά να εγκαταλείψω το δημοτικό νοσοκομείο και να πάω σε απομακρυσμένα χωριά όπου οι δύστυχοι άνθρωποι πεθαίνουν δίχως νάχουν καμμιά ιατρική βοήθεια. Ο Κύριος, όμως, είχε αποφασίσει διαφορετικά για μένα. Με έστειλε στην Τασκένδη, όπου ήμουν ένας από τους διοργανωτές του Πανεπιστημίου Μέσης Ασίας και καθηγητής της τοπογραφικής ανατομίας και άμεσης χειρουργικής. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 1920.
Στα χρόνια της πλήρους ασυδοσίας των αντιθρησκευτικών διαδηλώσεων και καρνάβαλων, όπου χλεύαζαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, η καρδιά μου φώναξε: «Δεν μπορώ να σιωπώ».
Στην Τασκένδη γινόταν τότε κληρικολαϊκό συνέδριο. Ήμουν παρών και για κάποιο σημαντικό πρόβλημα είχα κάνει μια ενθουσιώδη ομιλία. Αυτή η ομιλία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Επίσκοπο Τασκένδης Ιννοκέντιο και στο τέλος του συνεδρίου μού είπε ξαφνικά. «Γιατρέ πρέπει να γίνετε ιερέας».
Ήταν εντελώς απροσδόκητο για μένα, αλλά τα λόγια του Αρχιερέα τα εξέλαβα ως κλήση του Θεού διά των χειλέων του και χωρίς να ταλαντευτώ ούτε ένα λεπτό, απάντησα. «Εντάξει, Σεβασμιότατε, αν είναι θέλημα Θεού, να γίνω ιερέας».
Και την επόμενη Κυριακή, εγώ, ο καθηγητής της ιατρικής, με ξένο δανεικό ράσο, παρουσιάστηκα στον Επίσκοπο που στεκόταν στον θρόνο και χειροτονήθηκα υποδιάκονος και κατά την διάρκεια της θ. Λειτουργίας διάκονος. Μετά από δύο εβδομάδες ήμουν ήδη ιερέας -εφημέριος στον καθεδρικό ναό.
Ένα χρόνο και δυο μήνες πριν από αυτό το μεγάλο γεγονός στη ζωή μου, πέθανε η σύζυγος μου και μητέρα σας. Ο μικρότερος από σας, ο Βαλεντίνος, ήταν τότε έξι χρονών και ο μεγαλύτερος, ο Μιχαήλ, δεκατεσσάρων.
Μετά από δύο χρόνια και τέσσερεις μήνες, ο Κύριος με αξίωσε του μεγάλου αξιώματος του επισκόπου. Η μεγάλη θεία πρόνοια για μένα και σας τα παιδιά μου φάνηκε, στο ότι ο Κύριος κάλεσε στην αιωνία ζωή τη μητέρα σας, επιτρέποντας ν' ασθενήσει από καλπάζουσα φυματίωση, κι έτσι μου άνοιξε το δρόμο για τον μοναχισμό και την αρχιερατική διακονία.
Όλες τις φροντίδες για σας, τα παιδάκια μου, τις ανέθεσα στον Κύριο και βέβαια, δεν διαψεύστηκα, ελπίζοντας σ’ Αυτόν. Για την μέριμνα και ανατροφή σας μου έστειλε μια σχεδόν άγνωστη έως τότε γυναίκα, τη Σοφία Σεργκέεβνα Βελέτσκαγια, η οποία, στη διάρκεια των φυλακίσεών μου και των τριών εξοριών, με μεγάλη αυταπάρνηση και αγάπη σήκωσε το βαρύ σταυρό των φροντίδων για σας στα χρόνια του λιμού, σας ανέθρεψε εξαιρετικά και σας έδωσε σχολική μόρφωση.
Αργότερα όλοι σας, οι τρεις γιοί και η κόρη μου, με τις φροντίδες και την βοήθεια των αγγέλων προστατών σας, ολοκληρώσατε τις ανώτατες σπουδές σας. Ο Μιχαήλ εδώ και καιρό έχει γίνει καθηγητής, ενώ ο Αλιόσα και ο Βάλια είναι διδάκτορες των ιατρικών και βιολογικών επιστημών και σε λίγο θα γίνουν επίσης καθηγητές.
Ο Κύριος δέχθηκε όλες τις θυσίες που του πρόσφερα, και όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πολλά άλλαξε και διόρθωσε.
Εγκατέλειψα τη χειρουργική, χάρη του κηρύγματος για τον Ιησού Χριστό. Δεν σκεφτόμουν καν τη δόξα του χειρουργού, που σίγουρα μου ανήκε. Ενώ στον Θεό η δόξα αυτή ήταν χρήσιμη, σε μεγάλο βαθμό αύξανε την δύναμη και τη σημασία του κηρύγματος μου.
Το αναγνωρισμένο και φημισμένο βιβλίο μου «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» το ολοκλήρωσα στην εξορία, όταν ήμουν πια αρχιεπίσκοπος. Για την αποφασιστικότητά μου να θυσιάσω τα πάντα προς δόξαν Του, ο Κύριος μού έδωσε ένα άλλο μεγάλο τάλαντο, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, και οι εννιά τόμοι των κηρυγμάτων έχουν αναγνωριστεί από την πνευματική ακαδημία της Μόσχας ως «εξαιρετικό φαινόμενο στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και «θησαυρός ερμηνείας της Αγίας Γραφής».
Κι εγώ, ο αυτοδίδακτος στη θεολογία εξελέγην μέλος της πνευματικής Ακαδημίας της Μόσχας. Για την Εκκλησία, τα κηρύγματά μου θα έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».
Εκτός απ’ αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, για τα οποία μίλησα παραπάνω και διά των οποίων ο Κύριος χωρίς να γνωρίζω πώς, μυστικά, με οδηγούσε στην Αρχιερατική διακονία, βίωσα πολλές φορές ακόμη την παρουσία του Θεού. Αισθάνθηκα αρκετά και αισθητά την παρουσία κι επικοινωνία με τον Θεό στην πνευματική ζωή και στις προσευχές μου.
Όμως, εάν για κάποιον από σας, όλα όσα είπα παραπάνω δεν είναι αρκετά (για να πεισθεί), νομίζω πως η ενασχόλησή του με τις φυσικές επιστήμες τόσο τον έχουν μαγέψει, που δεν θέλει να ακούει αυτά που έχω ζήσει, στα όσα έχω βιώσει αρκετά αισθητά και αδιαμφισβήτητα.
Άλλωστε, θα σας πω, όπως και νάχει, πόσο εκπληκτικά και ξεκάθαρα αποκαλύπτει ο Κύριος ο Θεός το θέλημά Του σε όσους Τον φοβούνται και Τον αγαπούν.
Όταν ήμουν στο Λένινγκραντ για εγχείρηση, κατά την τέλεση της παννυχίδας, ο Κύριος με θαυματουργικό τρόπο και συγκλονιστική δύναμη που μου προκάλεσε ρίγη τρόμου, μου έδωσε την εντολή: «Ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνία μου».
Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ από ύπουλο διαβολικό πειρασμό, ξέχασα την εντολή αυτή του Θεού. Και ο σατανάς έβαλε και πάλι στην ψυχή μου την ασυγκράτητη ορμή για τη χειρουργική. Γι’ αυτό και ο Κύριος με τιμώρησε με αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Δύο φορές χειρούργησε το μάτι μου ο καθηγητής Οντιντσώφ, αλλά ανεπιτυχώς, γιατί η τιμωρία έπρεπε να μείνει πάνω μου.
Τη μέρα μετά τη δεύτερη εγχείρηση, όταν ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια δεμένα, με κυρίευσε και πάλι το πάθος για τη χειρουργική, ενώ ο Κύριος μού έστειλε ένα εκπληκτικό όνειρο:
Ήμουν σε μία εκκλησία χωρίς φώτα. Το μόνο φωτισμένο σημείο ήταν το ιερό. Λίγο πιο πέρα απ’ το ιερό υπήρχε η λάρνακα ενός αγίου.
Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχαν βάλει μια σανίδα και είχαν ακουμπήσει πάνω ένα γυμνό ανθρώπινο πτώμα. Πίσω και δίπλα στο ιερό, είδα τους φοιτητές και τους γιατρούς να καπνίζουν τσιγάρα κι εγώ να τους κάνω μάθημα ανατομίας πάνω στο πτώμα...
Ξαφνιάστηκα από ένα κρότο και, όταν γύρισα το κεφάλι μου, είδα ότι είχε πέσει το σκέπασμα από τη λάρνακα του αγίου. Ο άγιος ανακάθισε μέσα στη λάρνακα, γύρισε και με κοίταξε μ ' ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο και επίπληξη. Με τρόμο κατανόησα, τελικά, το τεράστιο βάρος της αμαρτίας μου, την παρακοή μου στην εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού, «ποίμαινε τα πρόβατα μου, ποίμαινε τα αρνία μου».
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια εκλιπαρώ τον Κύριο Ιησού Χριστό να με συγχωρήσει, επαναφέροντας στην μνήμη μου με σαφήνεια το τρομακτικό μου όνειρο και το σώμα του νεκρού που κείτονταν στην Αγία Τράπεζα. Πρόσφατα πληροφορήθηκα από τον Θεό πως η αμαρτία μου συγχωρήθηκε. Από μέρα σε μέρα, όλο και λιγότερο ξεκάθαρα έβλεπα το πτώμα στην Αγία Τράπεζα, ώσπου τελικά εξαφανίστηκε εντελώς.
Και τώρα, παιδιά μου, ας περάσω στα τελευταία λόγια των εντολών και διαθηκών μου προς εσάς.
Πιστεύω βαθειά στον Θεό και όλη την ζωή μου την έκτισα πάνω στις εντολές Του. Και σε σας κληροδοτώ όλη τη ζωή σας να την αφιερώσετε στον Θεό και να χτίζετε όλα και πάντα πάνω στις εντολές του Χριστού.
Για πολύ καιρό και με μεγάλη επιμονή έπλεα κόντρα στο ρεύμα, και σε σας τα παιδιά μου κληροδοτώ να πλέετε κόντρα στο ρεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.
Να αποστρέφετε το βλέμμα σας και την καρδιά σας από εκείνη τη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, που επιδιώκει όχι τους υψηλούς στόχους, αλλά εκείνους που είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν. Να μην προσχωρήσετε σ' αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία που ζει όχι με το δικό της νου, αλλά με το νου των ηγετών και χτίζει τη ζωή της, όχι με τις ιερές εντολές του Χριστού, αλλά με τις υποδείξεις εκείνων που έχουν την εξουσία να καθοδηγούν τους ανθρώπους μόνον εκεί, όπου κατά τη γνώμη τους πρέπει να πηγαίνουν, όχι χάρη της βασιλείας των ουρανών, αλλά για χάρη της επίτευξης των αγαθών της επίγειας βασιλείας.
Σκοπό της ζωής να θέσετε την επιδίωξη της ύψιστης αλήθειας και να μην παρεκκλίνετε απ’ αυτό το δρόμο, αν σας αναγκάσουν να υπηρετήσετε τους σκοπούς της κατώτερης αλήθειας, καταπατώντας την ύψιστη αλήθεια του Χριστού.
Να είσαστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφ' όσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα, να τηρείτε πλήρη πίστη ακόμη και στις σκέψεις, στους άντρες και τις γυναίκες σας, όπως τήρησα κι εγώ.
Στις επιστημονικές ενασχολήσεις και στο έργο σας πάνω στη μελέτη των μυστηρίων της φύσης, μην επιδιώκετε τη δόξα για τον εαυτό σας, αλλά μόνο το να ελαφρύνετε τον πόνο των ασθενών και αβοήθητων συνανθρώπων σας.
Να θυμάστε ότι σ' αυτό το έργο εγώ, ο πατέρας σας, αφιέρωσα όλη μου τη ζωή. Μιμηταί μου γίνεσθε, όπως κι εγώ του Απ. Παύλου και να μην εργάζεστε για την κοιλιά σας, αλλά πρώτ' απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να φροντίζετε εκείνους που δίχως την βοήθειά σας δεν μπορούν να απελευθερωθούν από τη μέγγενη της ανέχειας και του ψέματος.
Εάν εκπληρώσετε όλα, όσα κληροδοτώ σε σας, θα κατέβη σε σας η ευλογία του Θεού, σύμφωνα με τα αδιάψευστα λόγια του προφητάνακτα Δαβίδ. «Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβούμενους αυτόν, και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς» (Ψαλμ. 102).
Γι' αυτή την ευλογία και τη χάρη του Θεού πάντα προσευχόμουν στη ζωή μου για σας τα παιδιά μου, τα εγγόνια και δισέγγονά μου και, βέβαια, πάντα θα προσεύχομαι στην αιώνια ζωή, όταν θα σταθώ εμπρός στο βήμα του Θεού μου και Θεού σας, Δημιουργού μου και Δημιουργού σας.
Και ο καιρός αυτός προφανώς είναι κοντά, γιατί εξασθένησαν η καρδιά μου και οι δυνάμεις μου.
Ο πατέρας σας
Αλούστα 22 Ιουλίου 1956

Ιερέας... φωτογράφος

Ο ιερέας που γοήτευσε
το National Geographic (φωτο).
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΖΟΥΛΗΣ |
 
 Ενα έντομο «αναπαύεται» σε ένα μισοφαγωμένο πράσινο φύλλο στο Δέλτα του Εβρου. Ετοιμάζεται να απολαύσει την τροφή του χωρίς τίποτα να ταράζει την ηρεμία του.
Πολλά μέτρα μακριά, ένας φωτογράφος καταγράφει τη στιγμή του μεγαλείου της φύσης, ζουμάροντας στα μάτια και στο στόμα του εντόμου. 
Θα μπορούσαν να είναι εικόνες από ντοκιμαντέρ του National Geographic! Κι όμως πρόκειται για το αποτέλεσμα της δουλειάς ενός ιερέα, του εφημέριου στον Αγιο Νικόλαο της Καμπέρα στην Αυστραλία π. Πέτρου Κηπουρού, ενός ιερέα που φιλοξενήθηκε σε διεθνή περιοδικά και κατέκτησε μεγάλες διακρίσεις για τις σπάνιας ομορφιάς φωτογραφίες του. 
Ξεκίνησε το αγαπημένο του χόμπι από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα και ασχολείται συστηματικά με τη δημιουργική φωτογραφία πάνω από 25 χρόνια. 
Εχει συμμετάσχει σε φωτογραφικούς διαγωνισμούς, όπως ο World Press Photo, και έχει πραγματοποιήσει πέντε ατομικές εκθέσεις. Διακρίθηκε στον φωτογραφικό διαγωνισμό του National Geographic το 2006 με τη δεύτερη θέση και το 2007 έλαβε το πρώτο βραβείο της ελληνικής έκδοσης του N.G., έχοντας δημοσιεύσει δικά του άρθρα και φωτογραφίες. 
«Τις κανονικές μου άδειες τις διαθέτω σε ταξίδια που μου αρέσουν πολύ, γιατί έτσι βρίσκω νέα φωτογραφικά ερεθίσματα σε άλλους τόπους και πολιτισμούς» λέει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο π. Πέτρος.
Ο ιερέας (που μας παραχώρησε σε αποκλειστικότητα ορισμένες από τις βραβευμένες φωτογραφίες του) έχει επισκεφθεί έως σήμερα 44 χώρες, από το Περού, την Κούβα, το Μάλι και την Αιθιοπία ως το Θιβέτ, τη Σουμάτρα και την Παπούα Νέα Γουινέα. «Μου αρέσει να φωτογραφίζω όλα τα θέματα. 



Από στρατιωτικές ασκήσεις και Formula 1 έως τη φύση του Δέλτα του Εβρου. Με ενδιαφέρουν όμως ιδιαίτερα ο ανθρώπινος πόνος και η κακουχία που βιώνουν οι άνθρωποι» προσθέτει ο κληρικός, που μέχρι πριν από λίγο καιρό ζούσε στη Θράκη και είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Φωτογραφικού Κέντρου της περιοχής που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη. 

Το τελευταίο διάστημα ζει οικογενειακώς στην Αυστραλία και έχει καταφέρει να εντυπωσιάσει με την καλλιτεχνική του δράση. Αυτές τις μέρες η ελληνική λέσχη της Καμπέρα φιλοξενεί την έκθεση φωτογραφιών του παπα-Πέτρου με τίτλο «Τέσσερις εποχές στους υδρότοπους του ακριτικού Εβρου, Ελλάδα». 
Η τοπική εφημερίδα «Νέος Κόσμος» έγραψε ότι «ο παπα-Πέτρος είναι ένας από τους λίγους ορθόδοξους ιερείς που καταφέρνουν να παντρέψουν με θαυμαστό τρόπο τα εκκλησιαστικά καθήκοντα και την τέχνη. 
Οι φωτογραφίες του αποπνέουν κάτι από το στιλ των ιμπρεσιονιστών και τη διάθεσή τους να καταγράψουν τη φύση σε όλο της το μεγαλείο, στις διάφορες στιγμές της ημέρας αλλά και των εποχών». 



Η Αυστραλία υπήρξε για τον π. Πέτρο ονειρικός προορισμός, αφού, όπως λέει, «ήθελα από μικρό παιδί να έρθω στην Αυστραλία, αλλά δεν τολμούσα να κάνω αυτό το βήμα. 

Με τις ευλογίες του σεβασμιοτάτου με κάλεσαν στην Καμπέρα να υπηρετήσω την τοπική κοινότητα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου».
Ο αιδεσιμότατος π. Πέτρος Κηπουρός είναι έγγαμος και πατέρας τριών παιδιών. Στην Αυστραλία τον αγαπούν ιδιαίτερα και οι ενορίτες του φροντίζουν με κάθε τρόπο να του δείχνουν την αγάπη τους, ακόμα και μέσω του facebook.
ΠΗΓΗ:http://www.pentapostagma.gr/2013/06/iereas-goitefse-to-national-geographic.html#ixzz2Vznq8akJ