Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Διονύσιος Φιρφιρής



Σημαντική, και μάλλον ως θαύμα, μπορεί να χαρακτηρισθή η τελευταία δεκαετία της ζωής του. Υπήρξε μία περίοδος διπλής προσφοράς και διακονίας στην ψαλτική τέχνη• τόσο στο αγιορείτικο αναλόγιο, όσο και προς ψυχικήν ωφέλεια των πιστών. Προσφορά που είναι και παρακαταθήκη για τους μεταγενεστέρους.
Το 1979 ασθένησε βαρειά. Έπρεπε να εγχειρισθη. Ως μοναχός ζήτησε να τακτοποίηση πρώτα τα καλογερικά του. Γύρισε στο Όρος, ετοιμάσθηκε με εξομολόγησι, Ευχέλαιο, Θ. Κοινωνία, και κατόπιν κατέβηκε στην Αθήνα για την εγχείρησι. ΄Ηταν σοβαρή. Έμεινε 5 1/2 ωρες στο χειρουργείο. Οι γιατροί δεν τού δωσαν και πολύ χρόνο ζωής. Σε λίγους μήνες, είπαν, θα τελείωνε. Όμως έζησε άλλα 10 και πλέον χρόνια.
Γνωστός του επίσκοπος που έμαθε από τους γιατρούς για την κατάστασί του, όταν μετά 5-6 χρόνια τον είδε και τον άκουσε σε κάποια πανήγυρι, θαύμασε και απόρησε για τα λεγόμενα των ιατρών, καθόσον ο π. Διονύσιος με ζωντάνια και πάθος καταναλωνόταν από την μουσική κι όχι από την ασθένεια.
Εν τω μεταξύ έγινε και περισσότερο γνωστός στο ευρύτερο κοινό των πιστών με την παρουσίασί του από διάφορες θρησκευτικές-μουσικές εκπομπές του ραδιοφώνου. Παράλληλα, τη βοηθεία Ιεροψαλτών και μουσικών ερευνητών, μαγνητοφώνησε μία σειρά από κασσέτες με ποικίλα μαθήματα από την αγιορείτικη παράδοσι και κατά το παλαιό αυστηρό ύφος. Δεν πρόλαβε να τελειώση την σειρά αυτή• είχαν απομείνει προς εγγραφή μαθήματα του Πεντηκοσταρίου και της θ. Λειτουργίας. Ιδίως ήθελε να γράψη τα Τυπικά, που τά ψαλλε με ιδιάζουσα προσωπική χροιά.
Ακόμη καταγράφηκε η φωνή του στα μουσικά αρχεία της χώρας, σε ταινίες που προφυλάσσονται από κάθε αλλοίωσι η φθορά κατά την ροή του χρόνου. Επίσης συμμετείχε στο ερευνητικό πρόγραμμα του φιλολόγου μουσικού κ. Εμ. Χατζηγιακουμή, όπου απέδωσε πάρα πολλά μαθήματα παλαιών διδασκάλων. Η έκδοσις όλων αυτών -πράγμα δύσκολο, γιατί στοιχίζει πολύ ακριβά (50 εκατομμύρια)- θα φανερώση την προσφορά του π. Διονυσίου.
Στις εργασίες αυτές πραγματικά υπέφερε εξ αιτίας της σχολαστικότητος των υπευθύνων και των δυσκολιών που κρύβουν παρόμοιες καλλιτεχνικές εργασίες. Πολλές φορές λύγισε από την κούρασι και την πολύωρη ταλαιπωρία. Μια φορά λιποθύμησε και άλλοτε θέλησε να διακόψη, εξ αιτίας ενός τεχνικού λάθους˙ συνέχισε όμως ψάλλοντας ενίοτε και καθήμενος για να μη κουράζεται.
Εν τούτοις όλα αυτά, καθώς και η εκτίμησις κληρικών, μοναχών και λαϊκών προς το πρόσωπό του, ουδεμία έπαρσι του επροξένησαν. Αν τον ρωτούσες, θα απαντούσε:«… δεν έχω καμμιάν αξίωση ούτε πρωτοψάλτης να λέγομαι, απλώς ένας ταπεινός ψάλτης, όσο μπορώ να ξελειτουργώ τον παπά στην Εκκλησία. Εμείς όλοι οι ψάλτες του Αγ. Όρους είμαστε προσηλωμένοι στην παράδοση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας», όπως δήλωσε σε συνέντευξί του στον κ. Λυκούργο Αγγελόπουλο πριν αρκετά χρόνια, ο οποίος μερικά αποσπάσματα της παρέθεσε στο νεκρολόγημά του στην ” Εκκλ. Αλήθεια” της 16.5.1990, άρ.310, σελ.2. (Από την συνέντευξί αυτή ελάβαμε και μερικά ακόμη στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό). Γι’ αυτό και δεν έψαλλε έξω στον κόσμο, όσο κι αν τον παρακαλούσαν, εκτος σε κανένα μοναστηράκι η όταν πήγε στα Ιεροσόλυμα. Απέφευγε κάθε μορφή προσωπικής επιδείξεως, ενώ αντίθετα εντός του Όρους έψαλλε παντού.
Το αμέσως παρακάτω περιστατικό επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Είχε κληθή να ψάλη στον Εσπερινό μιας Πανηγύρεως. Φθάνοντας στο ναό, είδε το κεντρικό στασίδι του δεξιού χορού να το έχη καταλάβει άλλος μοναχός. Χωρίς να ζητήση εξηγήσεις η να δημιουργήση πρόβλημα, κάθησε δίπλα του, τον βοήθησε στο ψάλσιμο και στο τέλος ανεχώρησε ειρηνικά, σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Σε παραπλήσιο περιστατικό, σε άλλη περιοχή του Όρους ο «θιγείς » ψάλτης φώναζε˙ «από που είναι τα πρώτα;» Ο π.Διονύσιος έψαλλε για τον Θεό και τους Αγίους.
Πολλοί περνούσαν από το Κελλί του να τον γνωρίσουν, να τον ακούσουν, να τον συμβουλευτούν. Σ’ όλους φερόταν με προθυμία και ευγένεια. Ιδίως τα τελευταία αυτά χρόνια, που είχε κλείσει μάλιστα και το κατάστημα που διατηρούσε στις Καρυές, αφοσιώθηκε στη μουσική ελεύθερος από άλλες απασχολήσεις.
Φυσικά δεν απουσίαζε από τις εργασίες του Κελλίου και κυρίως από τον κήπο. Εκεί τον εύρισκαν οι συχνοί επισκέπται, μεταξύ των οποίων ήσαν και πολλοί αρχιερείς, όπως συνέβη με την Πατριαρχική Εξαρχία τον Οκτώβριο του 1989, που πέρασαν και τους έψαλε το «Επί των ποταμών Βαβυλώνος» και τα Τυπικά απ’ έξω. Γιατί πλέον η μουσική του είχε γίνει δευτέρα φύσις και τα ήξερε πολλά απ’ έξω, ενώ άνετα δημιουργούσε νέες μελωδίες.
Χαιρόταν όταν έβλεπε νέους μοναχούς να επιδίδωνται στην Βυζαντινή Μουσική προσηλωμένοι στις παλαιές παραδόσεις του ΄Ορους. Και με κάθε προθυμία τους βοηθούσε και τους παρέδιδε ο,τι είχε παραλάβει και αυτός από τους παλαιούς. Έτσι ήταν φυσικό να υπάρχη εκ μέρους του αντίθεσις προς το σύγχρονο κοσμικό ψαλτικό πνεύμα που έβλεπε ότι δεν ταίριαζε στο κατανυκτικό αγιορείτικο κλίμα.
Ο π. Διονύσιος υπηρέτησε το αναλόγιο με σοβαρότητα και αίσθησι ευθύνης. Στο πρόσωπό του έβλεπες έναν πράο, ταπεινό και αρχοντικό άνθρωπο. Η μορφή του γρήγορα «σκλάβωνε» τις ψυχές των ακροατών, γιατί εύκολα οσφραίνονταν το γλυκύ άρωμα που απέπνεε η ψαλμωδία του.
Η μουσική τον έτρεφε. Και μάλιστα η αυστηρή εκκλησιαστική μελωδία. Προς τούτοις εγνώριζε και ωρισμένα δημοτικά άσματα σεμνού περιεχομένου, τα οποία, όταν η περίστασις επέτρεπε, έψαλλε προς ευφροσύνη των παρευρισκομένων και για να εκφράση ακόμη προσωπικά του αισθήματα. ΄Ενα τέτοιο, σχετικό με την ορφάνεια, απέδιδε με ανάλογο παραπονετικό ύφος, αφού εκπροσωπούσε και την δική του νεανική κατάστασι.
Στο ψάλσιμό του ήταν πολύ προσεκτικός. Εκτελούσε με σχολαστικότητα όλα τα σημεία της μουσικής. Ένώ εγνώριζε τα μαθήματα, πάντοτε τα έψαλλε από το βιβλίο. Μάλιστα είχε και δικό του χειρόγραφο με ωρισμένα επίλεκτα μαθήματα, που το έπαιρνε στις πανηγύρεις. Κάποτε όμως χάθηκε. Για την μεγάλη μουσική του κατάρτισι, τέχνη και ψαλμωδία ωνομάσθηκε «ο νέος Κουκουζέλης».
Τα χρόνια όμως πέρασαν και το γηρασμένο σώμα του, ένεκα και της υπαρχούσης ασθενείας, άρχισε να λυγίζη. Ως μοναχός διέκρινε ότι «αι ημέραι των ετών αυτού» επλησίαζαν τα ογδοήκοντα έτη, «και το πλείον αυτών κόπος και πόνος». ΄Ετσι, αφού ήδη είχε απαλλαγή από τους περισπασμούς του καταστήματος, περιόριζε τις άλλες ασχολίες του και ετοιμαζόταν για το τέλος. Σ’ αυτήν την περίοδο συνέθεσε και το μέλος του τροπαρίου που αναφέραμε στην αρχή. Και ομιλεί για τον θάνατο και την κρίσι, τα οποία ήδη απασχολούσαν τον π. Διονύσιο.
Τέλη του 1989 και αρχές του 1990 η ασθένειά του επανεμφανίσθηκε, εντονώτερη αυτή την φορά. Ήταν λίγο μετά την πανήγυρι του Αγίου Νικολάου, κατά την οποία προσήλθε στην Μονή μας να ξαναψάλη με πόθο: «Μύροις παροικήσας αισθητώς…», «Κανόνα πίστεως…», «Πανάγιε Νικόλαε, πρόφθασον…». Έψαλε, και ήταν το κύκνειο άσμα του. Φεύγοντας και αποχαιρετώντας τον Άγιο Νικόλαο, ένα κρυολόγημα έδωσε το έναυσμα της αρρώστειας του για τον δεύτερο γύρο.
Νοσηλεύθηκε αρχικά στην Καβάλα και κατόπιν στην Αθήνα. Πριν εγχειρισθή και πάλιν επέστρεψε στο Όρος, αν και σε κακά χάλια, να ετοιμασθή όσο το δυνατόν καλύτερα. Εξομολόγησις στον Πνευματικό του, που αν και ήταν Ηγούμενος έσπευσε να τον εξομολόγηση στο Κελλί, Ευχέλαιο και τακτική θ. Κοινωνία ήταν τα απαραίτητα εφόδια. Είχε καρή και μεγαλόσχημος πριν μερικά χρόνια. Τακτοποίησε τυχόν εκκρεμότητες προς τους αδελφούς του από το παρελθόν και μετά κατέβηκε στην Αθήνα.
Εκεί διεπιστώθη η ραγδαία εξάπλωσις του καρκίνου σ’ όλον του τον οργανισμό. Κατάλαβε και ο ίδιος την κατάστασί του και ζήτησε επιμόνως να επιστρέψη στον ΄Αθωνα, να αφήση την τελευταία του πνοή στο Κελλί του, όπου είχε κάνει υπομονή 70 χρόνια. Παρά τις αντιρρήσεις των ιατρών και άλλων γνωστών του, γύρισε πίσω απελπισμένος κατά το ανθρώπινον, με μόνη ελπίδα την πρόνοια και το έλεος του Θεού και της Παναγίας. Λόγω της δεινής καταστάσεως του, η αγάπη των φίλων και γνωστών του οικονόμησε να μεταφερθή, προς αποφυγήν περαιτέρω ταλαιπωρίας, με ασθενοφόρο μέχρι την πόρτα του Κελλιού του.
Εδώ τώρα υπομένει την βάσανο του σώματος που προκαλεί η ασθένεια. Δέχεται γνωστούς του αδελφούς και πατέρας που τον επισκέπτονται και τους αποχαιρετά. Την προηγουμένη της κοιμήσεως του δεν δέχεται να λάβη καμμία τροφή, ούτε την συσκευή οξυγόνου προς ανακούφισι της δύσπνοιάς του, ούτε δέχεται επισκέψεις. Μένει μόνος, συγκεντρωμένος στον εαυτό του. Ξημερώνοντας η επομένη ημέρα, ήσυχα και ειρηνικά παραδίδει το πνεύμα του εις χείρας Θεού.
΄Ηταν ημέρα παραμονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, προπαραμονή της Κυριακής των Βαΐων, και ο π. Διονύσιος μετέβαινε στο αναλόγιο των άνω, να ψάλη το ερχόμενον πάθος του Κυρίου και το Πάσχα.
Η εξόδιος ακολουθία εψάλη στον Ναό του Πρωτάτου, όπου και κατά το πλείστον είχε διακονήσει ο μακαριστός. Συμμετείχαν πολλοί αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί, που έσπευσαν να αποδώσουν τον τελευταίο ασπασμό στον αξιαγάπητο Γέροντα. Ετάφη στον κήπο του Κελλιού του. Και ασφαλώς θα έχη προστεθή στους χορούς των οσίων αγιορειτών ιεροψαλτών.
Η απουσία του, αν και είναι λίγος ο χρόνος αφ’ ότου εκοιμήθη, γίνεται ολοένα και πιο αισθητή. Λείπει από το γνωστό του στασίδι στα πανηγύρια, έλλειψε και από τις κορυφαίες στιγμές της παρουσίας στο Πρωτάτο του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Μας διδάσκει όμως έστω και άδειο το στασίδι του• μας διδάσκει πολλά, και οφείλουμε όλοι οι νεώτεροι, εγκρατείς της μουσικής και μη, να ακολουθήσουμε τα ίχνη του. Γιατί ο π. Διονύσιος, έστω κι αν δεν έγινε γνωστός για ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα, για την ταπεινή πολυετή διακονία του όμως ως «απλός ψάλτης», ευηρέστησε Θεώ και ανθρώποις.
Ας είναι αιωνία η μνήμη του και νάχουμε την ευχή του. Αμήν.
κ.μ.γ.
ΠΗΓΗ:http://www.pemptousia.gr/2

“Ο άγιος Λουκάς"


“Ο άγιος Λουκάς έκανε το θαύμα του”
15Κάθε αρχή κρύβει δυσκολίες, ιδιαίτερα όταν κανείς πρωτοεμφανίζεται σ’ ένα καινούριο χώρο, έχοντας από το χαρακτήρα του ήδη μια φυσική συστολή. Έτσι συνέβη και με την είσοδό μου στο Πανεπιστήμιο. Ο πρώτο χρόνος ήταν χρόνος προσαρμογής, με δειλές-δειλές προσπάθειες προσέγγισης.

Την Ειρήνη τη γνώρισα στο τέλους του πρώτου έτους. Θα το χαρακτήριζα τυχαίο γεγονός, αλλά αργότερα η ίδια μου αποκάλυψε ότι η ιδεολογική ενδυματολογική μου εμμονή στη φούστα την έκανε να επιδιώξει να με προσεγγίσει.

Η απεραντοσύνη της Αθήνας ήταν και για τις δυό μας ένας καινούριος κόσμος, ένα εναργές πεδίο που ξανοιγόταν στα πόδια μας προς εξερεύνηση. Στα πρώτα έτη μοιραζόμαστε τις αγωνίες, τους φόβους και τις λαχτάρες μας για το μέγεθος της ύλης που δεν προλαβαίναμε, για την κατάληψη που πάντα καραδοκούσε, για το πότε θα λήξει επιτέλους η αειθαλής εξεταστική μας. Και οπωσδήποτε τα έξι χρόνια της Ιατρικής μας έφεραν αντιμέτωπες με εμπειρίες πρωτόγνωρες. Θυμάμαι τις αμέτρητες βόλτες γύρω από τον Ιπποκράτη, στο προαύλιο της Σχολής μας, τα ξενύχτια πάνω από τα ογκώδη συγγράμματα τις παραμονές των εξετάσεων, όπου κάποια στιγμή τις πρώτες πρωινές ώρες χτυπούσε το κινητό: «Ακόμα να κοιμηθείς; Εγώ πάω για ύπνο τώρα! Καλή μας φώτιση αύριο»!

Αλλά και στα μεγαλύτερα έτη, που οι μετακινήσεις από κλινική σε κλινική και από νοσοκομείο σε νοσοκομείο μας έφεραν βόλτα σε κάθε γωνιά στον κλεινόν άστυ, ήταν μια δροσερή αύρα ανακούφισης για μένα το ότι η αλφαβητική ευνοούσε να είμαστε σχεδόν πάντα στην ίδια ομάδα.

Η Ειρήνη ήταν πάντα καλύτερη από μένα. Διάβαζε περισσότερο, δεν έλειπε ποτέ από παράδοση, ο βαθμός της ήταν σταθερά ο μεγαλύτερος στην κατάσταση βαθμολογίας. Με συγκινούσε που η θέση στο διπλανό της έδρανο ήταν κρατημένη για μένα, αν είχε τύχει να αργήσω. Και μου άρεσε που οι συμφοιτητές μας ήθελαν τις συμβουλές μας ως προς το τι να κάνουν επανάληψη από τους τεράστιους τόμους της ύλης, τη γνώμη και τις σημειώσεις μας.

Αυτή μας τη συνοδοιπορία με νοσταλγία την αναπολώ. Δεν τη σκίασε ποτέ πικρός λόγος και ούτε υποψία ανέμου δεν απείλησε την απαλή φλόγα της αγάπης ανάμεσά μας.

Κι έτσι με τη βοήθεια του Θεού, πάνω από όλα, φτάσαμε στο εαρινό εξάμηνο του έκτου έτους. Στο προτελευταίο μάθημα, τη Γυναικολογία, δώσαμε εξετάσεις την Παρασκευή πριν τις διακοπές του Πάσχα. Συν Θεώ, φύγαμε για τις πατρίδες μας με μόνο ένα μάθημα για πτυχίο στις αποσκευές μας, τη Χειρουργική. Μετά το Πάσχα θα είχαμε το υπόλοιπο τρίμηνο άσκησης στη Χειρουργική, τις εξετάσεις και μετά… πτυχίο; Δε μπορούσαμε να το συνειδητοποιήσουμε! Ήμαστε στην αρχή του τέλους!

Αλλά, το σχέδιο του Θεού όταν παρεκκλίνει, έστω και ανεπαίσθητα από τις προσδοκίες μας, εμείς οι άνθρωποι το χαρακτηρίζουμε απρόοπτο. Τη Διακαινήσιμο εβδομάδα σε προγραμματισμένο έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι ο πατέρας της Ειρήνης παρουσίασε υποτροπή, είχε καρκίνο. Πριν δυό χρόνια, οι εξετάσεις μετά την εγχείρηση, επιβεβαίωναν την πλήρη ίαση της νόσους. Αυτή τη φορά, όταν η νόσος έκανε την εμφάνισή της ήταν ήδη εκτεταμένη, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια ιατρικής παρέμβασης, μόνο παρηγορητικά.

Μετά τις διακοπές του Πάσχα, η Ειρήνη καθημερινά βρισκόταν στο νοσοκομείο, άγγελος παρηγοριάς δίπλα στις τελευταίες στιγμές του πατέρα και στη βουβή λύπη της μάνας της. Στις ελάχιστες διακριτικές παραινέσεις μου μήπως να κοιμηθεί κάποιο βράδυ σε οριζόντια στάση και σε κρεβάτι, η απάντησή της ήταν στερεότυπα η ίδια: «Να αφήσω το μπαμπά χωρίς κανένα να τον ενισχύει, να τον φροντίζει και να τον αγαπά; Και η μαμά πότε θα ξεκουραστεί;» Ανησυχούσα για το πόσο μπορούσε να αντέξει έτσι…

Ο πατέρας της Ειρήνης έφυγε δυό μήνες μετά. Ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του. Πόνος για την οικογένεια, αλλά και ανακούφιση να ξέρουν ότι η ψυχή του πήγε ετοιμασμένη στον ουρανό.

Η μέρα της κηδείας ήταν δυό μέρες πριν την ημερομηνία εξετάσεων. Δευτέρα η κηδεία, Τετάρτη οι εξετάσεις. Και ήταν οι εξετάσεις του τελευταίου μαθήματος. Όποιος αποτύγχανε έχανε την ορκωμοσία και το να χάσεις μια ορκωμοσία Ιατρικής και να πας στην επόμενη σήμαινε πολλούς μήνες μεγαλύτερη αναμονή για την ειδικότητα.

Όταν επικοινώνησα με την Ειρήνη, εκείνη ήταν κάθετη: «Δε μπορώ να έρθω στις εξετάσεις. Δεν έχω βγάλει την ύλη». Ήταν αρχή μας να διαβάζουμε κατά δύναμη την ύλη ολόκληρη και η συνείδησή της δεν της επέτρεπε να το παραβεί ούτε τώρα. Στα μάτια της φαινόταν σαν μια αντίφαση, σαν μια έλλειψη εντιμότητας απέναντι στους μελλοντικούς ασθενείς της, που δεν ήταν αντάξια της εμπιστοσύνης που θα επιδείκνυαν στο πρόσωπο του γιατρού.

Οι εξετάσεις θα ήταν προφορικές, όπως αποφάσισε ο καινούριος καθηγητής που κατέφθασε Μάιο μήνα(!). Αυτές οι τελευταίες εξελίξεις εξανέμισαν τις κρυφές μου ελπίδες ότι μπορεί ο καθηγητής να εκτιμούσε τη σταθερή παρουσία της στους θαλάμους και τη συνέπεια όσον αφορά τα καθήκοντά της στις εφημερίες και προς τους ασθενείς, που οπωσδήποτε θα είχε επισημάνει.

Όμως, αυτή τη φορά επέμεινα -ήταν αδήριτη ανάγκη-: «Ειρήνη, έλα να δώσεις εξετάσεις, σε παρακαλώ! Ο Θεός θα βάλει το χέρι Του. Εκείνος γνωρίζει ότι δεν είχες την ευχέρεια να διαβάσεις αυτούς τους μήνες…».

Δεν ξέρω αν κι εγώ η ίδια πίστευα αυτά που της έλεγα. Να περάσει κανείς πτυχιακές εξετάσεις Χειρουργικής με μιάμιση μέρα διάβασμα; Εμείς οι υπόλοιποι παλεύαμε μήνες διαβάζοντας.

Και τότε έφερα στο νου μου την εκδρομή που είχαμε πάει το Μάρτη με τη Χριστιανική Φοιτητική Δράση στην Ι. Μονή Σαγματά. Εκεί είχαμε προσκυνήσει τον άγιο Λουκά Κριμαίας, που ήταν χειρουργός. Και θυμάμαι με πόση θέρμη τον είχαμε παρακαλέσει να τελειώσουμε τη σχολή, πρώτα ο Θεός, τον Ιούνιο με επιτυχία στο τελευταίο μας μάθημα, που θα ήταν το δικό του μάθημα. Μήπως γι’ αυτό είχα βάλει μια δική του εικονίτσα σελιδοδείκτη στους τόμους της Χειρουργικής, όταν ξεκίνησα να τους διαβάζω;

Οι εξετάσεις ήταν στις 18 Ιουνίου. Αυτό ήταν το τελευταίο μου όπλο: «Ειρήνη, ο άγιος Λουκάς γιόρταζε στις 11 Ιουνίου. Μια εβδομάδα μετά, δε μπορεί, θα το κάνει το θαύμα του»!

Στο τέλος, η Ειρήνη πείστηκε με βαριά καρδιά όμως. Θυμάμαι την ανησυχία στο βλέμμα της, όταν έμπαινε στο γραφείο του καθηγητή για την εξέταση.

Αυτό όμως που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι ό,τι μου είπε βγαίνοντας: «Δε θα το πιστέψεις. Οι ερωτήσεις που μου έκανε ήταν πολλές και όχι εύκολες. Αλλά, ήταν όλες γύρω από τον καρκίνο του μπαμπά, με τον οποίο είχα παρά-ασχοληθεί τελευταία! Πήρα 9! Ο άγιος Λουκάς έκανε το θαύμα του»!…
Με την Ειρήνη ορκιστήκαμε μαζί και ήταν μια ακόμα από τις πλούσια επιδαψιλευμένες ευλογίες του Θεού στην ακαδημαϊκή μας ζωή.

Και ήταν ακόμη μεγαλύτερη η χαρά μου, γιατί στο δικό μας κλιμάκιο ήταν εκείνη που διάβασε τον όρκο…

Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”, τεύχος Ιουνίου-Ιουλίου 2009.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.agioritikovima.gr/thavmata/18708-ptuchio-para-mi

Το Κράτος μας


Ποιός είδε κράτος λιγοστό 
Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό

σ' όλη τη γη μοναδικό,

εκατό να εξοδεύει


και πενήντα να μαζεύει;



Να τρέφει όλους τους αργούς,

νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,

ταμείο δίχως χρήματα

και δόξης τόσα μνήματα;


Νά 'χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,

οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν

δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.

Κι από προσπάππου κι από παππού

συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-

να παριστάνει τον ευρωπαίο.

Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει

στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,

ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.

Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,

λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ

το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».

Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς

σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Νικόλαο Κώσταλο για την αποστολή του ανωτέρω. "Ο Πάτμιος"



"Το Λεξικό μας"


Η κρίση των λέξεων     

Αντί προλόγου: Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το πρόσφατο, της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης, της πολύ μεγάλης…
Τα «μέσα» της διαπλοκής αφιέρωσαν ικανό χρόνο στην προβολή του, εις ανταπόδοσιν των παλαιών ευεργεσιών. Η ατμόσφαιρα μύριζε «ολική επαναφορά» και… αποφορά. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο καταζητούμενος και επικηρυγμένος ΓΑΠ. Καπνίζουν τα μάτια μας από οργή. Υποδοχή μεσσία. Στημένοι ζητωκραυγαστές και κρανιοκενείς χειροκροτητές σπεύδουν, παραληρώντας, να τον υποδεχτούν. Και είναι πολλοί… «Ενός βλακός μύριοι έπονται».
«Μα, τον καλούν ξένα, ονομαστά πανεπιστήμια και διδάσκει», αποφαίνεται συνομιλητής. Και το μάτι του θολώνει.    «Προς τι ο θυμός;» του απαντώ. Αυτό είναι καλό για μας. Και εξηγώ.
Την Μεγάλη εβδομάδα, όσοι πηγαίνουν στις ωραιότατες κατανυκτικές ακολουθίες, ακούν, όταν ψάλλονται τα «αλληλουάρια» τον εξής «προκλητικό» στίχο: «Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε, πρόσθες αυτοίς κακά, τοις ενδόξοις της γης».
Η παρουσία του Γιωργάκη σε ξένα θερμοκήπια παραγωγής πειθήνιων υπαλλήλων τους και, το χειρότερο γι’ αυτούς, οι διαλέξεις του περί την οικονομίαν, συνιστά, ακριβώς, πρόσθεση κακού και κακών «τοις ενδόξοις της γης». Μακάρι να σκοτισθεί ο νους όλων των ισχυρών της γης και να τον καλούν για μαθήματα. Θα καταρρεύσουν όλοι και όλα. Οπότε…
«Τρε μπιεν», που λέει κι ο Μακρυγιάννης για τον Ντερνύς στους Μύλους, και σώπασε ο συζητητής.
Ας αφήσουμε όμως τα… υποκείμενα και ας ασχοληθούμε με τα κείμενα. Και, αφού και ξεκινήσαμε με ευτράπελους και γελοιότητες, ας συνεχίσουμε έτσι. Εξάλλου ακόμη και η πένα θέλει την ξεκούρασή της από την περιρρέουσα και αβάσταχτη ελαφρότητα.
Ο γράφων, πολλές φορές, αναγκάζεται να προστρέχει στα έγκυρα λεξικά της γλώσσας μας, μια όντως απολαυστική περιήγηση. Δυστυχώς εκείνη η ηδονική τελετουργία του ξεφυλλίσματος των σελίδων, με το σκόνταμα του βλέμματος σε αφανέρωτες λέξεις, αντικαταστάθηκε από το πάτημα ενός πλήκτρου.
Με το λεξικό προασπίζεις το κείμενο σου από τυχόν ασάφειες, παρερμηνείες, ανορθογραφίες και γενικά από τα καιροφυλακτούντα «γλωσσικά ολισθήματα». «Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις», ή σοφία, κατά τον Επίκτητο, εκκινεί από την γνώση της σημασίας των λέξεων.
Η γνώση προϋποθέτει την ερμηνευτική ακρίβεια των λέξεων, την μύηση στο μέγα ετυμολογικό πέλαγος της ελληνικής, την εις βάθος οικείωση των γραμματοσυντακτικών κανόνων,  την διάκριση των εννοιολογικών αποχρώσεων με τις οποίες είναι στολισμένες οι λέξεις του λόγου μας.
Αυτή όμως η γονιμοποιός και καθ’ όλα τερπνή αναζήτηση της σημασιολογικής ακρίβειας των λέξεων-όρων στα λεξικά, θέτει, σε αρκετές περιπτώσεις, τον αναζητητή, ενώπιον ενός αβάσταχτου βασανισμού, διλημματικής μορφής. Λέξεις ευρέως διαδεδομένες και συχνόχρηστες κυκλοφορούν με διαφορετικές ερμηνείες. Στο λεξικό εύσημη ερμηνεία και στον προφορικό λόγο, στην καθημερινή συναναστροφή, κακόσημη. Στο λεξικό περιβάλλονται από σημασίες ευγενικές και σπουδαίες και στο «στόμα του λαού», αποϊεροποιούνται, απαξιώνονται, φεύγει ο εύχημος καρπός και μένει το προς απόπτυσιν κουκούτσι.
Μια ελάχιστη περιδιάβαση σε κάποιες κοινόλεκτες περιπτώσεις, είναι απαραίτητη. Έτσι, για παράδειγμα, διαβάζουμε και λέμε: (παραθέτω πρώτα την ευγενή σημασία και κατόπιν την… κατάντια του. Βεβαίως δεν φταίει η λέξη, αλλά οι άνθρωποι που τις… σαρκώνουν).


Κόμμα (στο λεξικό): πολιτικός οργανισμός που εκφράζει, προασπίζει και προωθεί τα συμφέροντα και τις απόψεις, ορισμένου κοινωνικού συνόλου, τάξης ή ομάδας.
Κόμμα (στον καθημερινό λόγο): «Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’αναγιγνώσκωσιν και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και  πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό έναν οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι». (Ροΐδης).

Συνδικαλισμός (στο λεξικό): Κίνηση οργανώσεως των εργαζομένων για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Συνδικαλισμός : Κηφηνείον ή «ωραία Ελλάς». Υποζύγιο της εξουσίας. Ασφαλής οδός αναρρίχησης σε κυβερνητικούς θώκους. Βολεμένος χαραμοφάης. Απεργολάτρες  στην αντιπολίτευση, απεργοσπάστες στην εξουσία.
Προοδευτικός (Λεξικό): Αυτός που επιθυμεί την πρόοδο, την εξέλιξη προς το καλύτερο, που τείνει προς αυτήν και την επιδιώκει.
Προοδευτικός : Αυτός που επιθυμεί την πρόοδο του, που επιδιώκει και τείνει προς αυτήν. Αυτός που στα νιάτα του, όταν ήταν ακόμη αριστερός, άντεξε ακόμη και σε βασανιστήρια, και όταν ενηλικιώθηκε και γνώρισε τον εαυτό του, λύγισε στις προσφορές . Και τώρα υποστυλώνει το σύστημα, το οποίο τον χρησιμοποιεί, επί πληρωμή, ως περιτύλιγμα, ως λαδόκολλα, για να περνούν, κυρίως, νεοταξικές αθλιότητες. Είναι οι πνευματικοί ταγματασφαλίτες της Νέας Εποχής.
Εργαζόμενος (Λεξικό): Αυτός που εργάζεται στα πλαίσια της κοινωνίας και προσφέρει μισθωτή εργασία.
Εργαζόμενος : Είδος υπό εξαφάνιση. Κατασπαράσσεται από τα θηρία του Μνημονίου. Διά βίου κορόιδο και ο συνήθης εξαπατώμενος, προδομένος και ευκολόπιστος. Κατά τον Ροΐδη και πάλι: «οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας, α) εις συμπολιτευόμενούς, ήτοι έχοντας κοχλιάριον (=κουτάλι) να βυθίζωσιν εις την χύτραν  του προϋπολογισμού, β) εις αντιπολιτευόμενους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντος παντί τρόπω να λάβωσι τοιούτον, γ) εις εργαζομένους, ήτοι (=δηλαδή) ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορτισμένους να γεμίζωσιν την χύτραν διά του ιδρώτος αυτών».
Πατριώτης (λεξικό): Αυτός που αγαπάει την πατρίδα του, ο συμπολίτης, ο συντοπίτης.
Πατριώτης : Την έστησαν, την ωραία λέξη, οι προοδευμένοι στον τοίχο και την εκτέλεσαν. Αν την επικαλεστείς αυτομάτως στιγματίζεσαι ως Ελληναράς, σωβινιστής, οπισθοδρομικός, σκοταδιστής και λοιπά παρόμοια ρεκάσματα. Η γνωστή συνταγή δηλαδή: εξόντωση διά της γραφικότητας.
Σοσιαλισμός (λεξικό): Κοινωνικοοικονομική θεωρία και σύστημα που πρεσβεύει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.
Σοσιαλισμός : Δεν ξέρουμε τι ακριβώς  είναι, αλλά ξέρουμε τι δεν είναι: αυτό που βιώσαμε για περίπου τρεις δεκαετίες εδώ στην Ελλάδα,  επί ΠΑΣΟΚ.
Πολιτικός (λεξικό): Αυτός που έχει ως κύρια απασχόληση την πολιτική, τα κοινά.
Πολιτικός : «Πολιτικός είσαι όταν μπορείς να αποσπάς από τους πλούσιος χορηγίες και από τους φτωχούς ψήφους, με την υπόσχεση πως θα προστατεύσει, τους μεν από τους δε».
Κάπου διάβασα πως οι Γάλλοι λένε ότι μόνο οι πόρνες και οι πολιτικοί κρατούν ολοζωής τον τίτλο που  απέκτησαν έστω και για λίγο κατά την «λαμπρά» σταδιοδρομία τους. Έτσι ακούμε να προσφωνείται κάποιος υπουργός, αν και έχουν παρέλθει αιώνες από τότε που ανέλαβε το αξίωμα.
Ιστορικός (λεξικό): Ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη και την έρευνα της ιστορίας.
Ιστορικός : Ημιμαθές σαπρόφυτο, που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός, συνήθως νεόπλουτος, λόγω απορροφήσεως κονδυλίων, που σκοπό  έχει να μαγαρίσει την εθνική μας ιστορία. Και επειδή ζούμε στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ενίοτε ανταμείβεται και με βουλευτικό έδρανο…
Ευρωπαϊκή πολιτική: Το αίσθημα αλληλεγγύης που διέπει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με κοινή συνισταμένη τα αγαθά της Δημοκρατίας, της Ισότητας και της Ελευθερίας και λοιπά εύηχα.
Ευρωπαϊκή πολιτική : «Αυτό που ονομάζουμε ευρωπαϊκή πολιτική, δεν είναι τίποτα άλλο παρά πολτός ανθρωπίνων περιττωμάτων εντός μεταξίνης  κάλτσας». Κατά τον Μέγα Ναπολέοντα. (Ο  υπεύθυνος για μέγα αιματοκύλισμα της Ευρώπης, όπως και ο «μέγας» Σουλεϊμάν. Και ο Ντοστογιέφσκι έλεγε «μεταβαίνω στην Ευρώπη, γνωρίζοντας  ότι πηγαίνω σ’ ένα νεκροταφείο»).
Φορολογία (λεξικό): Η υποχρέωση φυσικών ή νομικών προσώπων να καταβάλλουν φόρο στο δημόσιο.
Φορολογία : «Την πλιατσικολογίαν διαδέχθη η φορολογία και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός (των Ελλήνων) εξακολουθεί να δουλεύει διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την ώτα μη έχουσα». (Παπαδιαμάντης, «Φόνισσα»). Η κεντρική γαστέρα μπορεί να μην έχει ώτα (=αυτιά), έχει όμως τεράστιες τσέπες και μασέλες.
Επίλογος: «Όσοι μας κυβερνούν μεγάλοι και μικροί, υπουργοί και βουλευταί, το ‘χουν σε δόξα, σε τιμή, σε ικανότητα να τους ειπείς ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι έφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα». (Μακρυγιάννης). 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ευχαριστούμε θερμά τον αγαπητό κ. Νικόλαο Κώσταλο, για την αποστολή του ανωτέρω.

Κρυπτοχριστιανοί!


Σὲ μία ἐκκλησία τοῦ Γαλατὰ τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ
 τοῦ 1954
Μία πραγματικὴ ἱστορία μὲ κρυπτοχριστιανοὺς
τῆς Πόλης
Τοῦ  Ἀρχιμανδρίτου Γαβριήλ Διονυσιάτου

Σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Γαλατά στήν Πόλη, ὅπου συχνάζουν οἱ ναυτικοί καί ταξιδιῶται ν’ ἀνάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες τοῦ Πόντου. Ἐκεῖ τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1954  πῆγε νά λειτουργήση καί νά ξομολογήση τούς Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός*, γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμενος τήν Πόλη.

Ὁ τακτικός ἐφημέριος, ἐξυπηρετῶν καί ἄλλην Ἐκκλησίαν εἰς γειτονικόν Ἁγίασμα, ἀφοῦ τόν κατετόπισε εἰς τά τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τοῦ ἔδωσε καί μερικές δεκάδες ὀνομάτων «ζώντων καί τεθνεώτων», τόν ὠδήγησε εἰς συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, καί ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μικρᾶν κλίμακα ἀνερχομένην ἑλικοειδῶς τά κατηχούμενα τοῦ Ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἐμπιστευτικῶς, ὅτι τόν περιμένουν ἐπάνω καμμιά δεκαριά ἄνθρωποι γιά νά ἐξομολογηθοῦν καί εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνεβῆ νά τούς ἐξομολογήση καί μεταλάβουν εἴτα εἰς τήν Λειτουργίαν, διότι ἐπείγονται νά φύγουν τό βράδυ μέ τό πλοῖον τῆς γραμμῆς, εἶναι ξένοι ἀπό μακρυά. Ἀνέβαινε ὁ Γέρων συλλογιζόμενος τό δύσκολον ζήτημα τῆς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ξένοι ἀπό μακρυά΄ αὐτός δέ πλήν τῆς Ἑλληνικῆς δέν ἐγνώριζεν ἄλλην...
γλώσσαν.

Ἐκεῖ εἰς τό ἡμίφως τοῦ ὑπερώου διέκρινε δεκάδα ἀνδρῶν χωρικῶν μεγάλης ἡλικίας, οἵτινες εἰς τό ἀντικρυσμά τοῦ ἔβαλον ὅλοι μετάνοιαν καί ὁ γεροντότερος τοῦ εἶπεν εἰς ποντιακήν διάλεκτον:

«Ἠμεῖς Χριστιανοί, πάτερ, ἅ σόν Πόντον, καί λαλεύομεν (φιλοῦμεν) τά πόδα σου, νά ξαγουρεύουμεν καί μεταλάβομεν σήμερον καί ἀπές νά λέομεν στήν ἁγιωσύνην σου ντό θέλομεν ἕνα κι ἄλλον».

Εὐτυχῶς ὅτι ὁ Γέρων συναναστραφείς πρό ἐτῶν μετά Ποντίων προσφύγων ἐν Μακεδονία ἐνεθυμεῖτο ἀρκετά της ἀπηρχαιωμένης αὐτῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου καί ἐννόησε τι ήθελον, καί τί θά τοῦ ἔλεγον ἐξομολογούμενοι.

Ἔμαθε λοιπόν παρ’ αὐτῶν ὅτι ὁλόκληρον τό χωρίον των εἶναι κρυπτοχριστιανοί ἀπό πολλῶν ἐτῶν, καί εἰς τήν ἀνταλλαγήν δέν τούς ἐπετράπη νά φύγουν εἰς τήν Ἑλλάδα, διότι τά «νεφούζια» τούς (ταυτότητες) ἤσαν μέ τουρκικά ὀνόματα, ὅτι στό φανερό εἶναι Ὀθωμανοί καί Τοῦρκοι, καί στό κρυφό εἶναι Χριστιανοί καί Ἕλληνες καί περιμένουν νά τούς γλυτώσει ὁ Θεός ἀπό τήν σκλαβιά. Στά φανερά λέγονται Χασάνηδες καί Μεμέτηδες, καί τά πραγματικά  ὀνόματά τους εἶναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λ.π. Ἔχουν ἕνα δικό τους δῆθεν Χότζα, ἀλλά οὔτε περιτομή κάνουν, οὔτε ραμαζάνια καί Μπαϊράμια΄τουναντίον, μυστικά σέ ὑπόγειες Ἐκκλησίες ἑορτάζουν Χριστιανικά τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας.

Πρίν τῆς «ἀνταλλαγῆς» ἔπαιρναν Παπά ἀπό γειτονικά χωριά καί τούς βάπτιζε, τούς στεφάνωνε, τούς λειτουργοῦσε τίς μεγάλες ἑορτές καί μετελάμβανον.

Ἀλλά τώρα δέν ὑπάρχει πουθενά Παπάς καί ἀναγκαστικῶς ἔρχονται στήν Πόλη ἐκ περιτροπῆς γιά δουλειές δῆθεν καί γίνονται Χριστιανοί.

Ὁ Γέρων Πνευματικός τά ἤκουσε σαστισμένος, τοῦ ἐφαίνετο ὅτι διάβαζε συναξάρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ καί δέν ἠμποροῦσε νά συγκρατήση τά δάκρυα ἀπό τήν συγκίνηση.

Ἐξωμολογήθηκαν βιαστικά, καί ὅλοι μαζί κατέβηκαν ἀθόρυβα εἰς τό σκοτεινό Παρεκκλήσι, ἀπ’ ὅπου θά ἤκουον τήν Λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, χωρίς κανείς νά τούς βλέπη. Καί ὅταν μετά τήν λῆξιν ἐμετάλαβον οἱ ἄλλοι ἐκκλησιαζόμενοι, ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις καί ἔφυγε καί ὁ κανδηλάπτης, ἔμεινε δέ μόνος ὁ λειτουργός Πνευματικός μέ τόν γνωστόν σκοπόν τῆς ἐξομολογήσεως, τότε κλείσας ἔσωθεν τάς θύρας καί λαβῶν τά Ἅγια εἰσῆλθεν εἰς τό Βῆμα τοῦ Παρεκκλησίου καί ἐκάλεσε τούς μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ἴνα «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθωσι».

«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Γιορίκας-Γεώργιος, τό τίμιον καί πανάσπιλον καί ζωοποιόν Σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν».

«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Ἀναστας- Ἀναστάσιος εἰς….».

Μετά τήν «Εὐχαριστίαν» καί τήν ἀπόλυσιν, εἶπον εἰς τόν Πνευματικόν: Πάτερ, νά κάνης μᾶς ἄλλον κι’ ἕναν χάριν, ἔχουμες ἀδά σήν Πόλιν καί τάς καρίδας (γυναίκας) καί τέσσαρα παιδία μοῦν, καί τό πουρνίν (αὔριον) νά βαπτίζης τά παιδία, νά μυρώνης τά, Πάτερ, κουρπᾶν Πάτερ*, ποῖσον τά Χριστιανούς. Ὁ Πουπᾶν ἀδά τῆς Ἐκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τούς Τουρκάδες κ’ ἐβάπτιζε τά. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον τήν Ἑλλάδαν κι’ ἀφήνουν μας νά δεβαίνουμεν. Στό Χριστό καί στήν Παναγίαν τήν Σουμελᾶν ὁρκίζομεν σέ, Πάτερ, ποῖσον τό καλόν ἅ σέ μᾶς τά παιδία σου».

«Μά ὁ Παπάς ἀδά εἶπε μέ, πώς θά φύγετε τό βράδυν μέ τό παπόρ».

«Νά συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ὡσάν νά λάσκομεν τές δουλεῖες μας. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ; Ὁ Θεόν νά λυπᾶται τά μετεραν τά βάσαναν».

Ἔμειναν σύμφωνοι νά ἔλθουν τό βράδυ μέ τάς γυναίκας καί τά παιδία, νά μείνουν στό δωμάτιο τοῦ Παπᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπό μίαν πρόφασιν θά ἔλειπε, καί τήν νύκτα μυστικά θά γινόταν ἡ βάπτισις τῶν παιδιῶν κ.λ.π.

Ἦλθον τμηματικά καί μέ προφυλάξεις τό βράδυ πρός τό σουρούπωμα, ἕως ὅτου καθησυχάση ὁ κόσμος. Ἐξωμολογήθηκαν καί αἵ γυναῖκες, καί πρό τοῦ μεσονυκτίου ἐγένετο καί ἡ βάπτισις, τό μύρωμα καί ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν παιδίων εἰς τό Παρεκκλήσιον.

Μετά τό νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε ἐπάνω ὑπό τήν φύλαξιν μίας γυναικός, οἱ δέ ἄλλοι ἐξημερώθηκαν εἰς τόν Ναόν…  Ὁ Γέρων Πνευματικός τους ἔκαμε εὐχέλαιον, κατόπιν τούς ἔκανε καί παράκλησιν τῆς Παναγίας, καί ἐνόσω αὐτός ἐδιάβαζεν καί ἔψαλλεν, αὐτοί ὅλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες γονατιστοί ἐψιθύριζον τό «Κύριε ἐλέησον» καί «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἠμᾶς».

Ὅταν ἐξημέρωσε, τούς εἶπε νά μή φύγουν, νά πᾶνε νά ἡσυχάσουν καί τήν ἄλλην ἡμέραν τήν Παρασκευήν θά κάμη πάλιν Λειτουργίαν νά μεταλάβουν αἵ γυναῖκες καί τά νεοβάπτιστα παιδία. Τούς ἄφησε καί εἰσῆλθε εἰς τό Ἱερόν, ἴνα ρίψη ὀλίγον νερό εἰς τό πρόσωπόν του εἰς τόν «Νιπτήρα» καί ἀνανήψη ἐκ τῆς ἀγρυπνίας. Αὐτοί ἀνέβηκαν ἐπάνω καί σέ λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οἱ γεροντότεροι καί τοῦ εἶπαν:

-«Ἀτώρα, Πάτερ, νά λέομεν σε έναν κι’ ἄλλον τά’ ἀμέτεραν τάς δουλείας. Τά πόδα σου νά λαλεύομεν, κουρμπᾶν Πάτερ, ν’ ἀκούης μας, σ’ ἐμέτερον τό χωρίον Πουπᾶν κι’ ἔχουμεν, ἀνάστασιν καί ξερομεν ἀδά στά τράντα χρονίας. Ντό ψυήν νά δίομεν σόν Θεόν, Πάτερ; Τά παιδία μουν ἀντρέβουν χωρίς Πουπᾶν, στεφᾶν ποῖον νά θέκη τά στό ἀφκάλ; Γκουρτσουλᾶν (οἱ καϋμένοι) παποῦδες μας καί χασταλῆδες (ἄρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Ἄχ! Ἀφωρισμένον σκλαβίαν. Ἐνέγκαμεν, Πάτερ, ἕνα σακίν μικρό, χῶμα τεμέτερον τό κοιμητήρ, νά διαβάζης το νά ρίξωμεν ἐκεῖ καί σήν τάφοιν του. Νά διής μας, Πάτερ, λειτουργίαν, νά δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα ἔρχετεν, Πάτερ, καί νά κάνης μας καί ἴνα ἀνάστασιν, ν’ ἀκούσουμε «Χριστός ἀνέστη». Πάτερ, κι’ ἀπές ἄς πεθάσκομεν».

Τούς εἶπεν ὁ Πνευματικός νά ἔλθουν πάλι καί τό βράδυ ὅλοι τους, ὅπως καί ἔγινε. Καί ἀφοῦ κοιμήθηκαν τά παιδία, τούς εἶπε ὅσα ἠδύνατο περί τῆς θρησκείας μας, τούς συνεβούλευσε νά εἶναι σταθεροί εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουν εἰς αὐτόν τήν ἐλπίδα τους, ὅτι μία μέρα θά τελειώσουν τά βάσανά τους. Τόν διέκοπταν μέ ἐρωτήσεις σπαρακτικές: «Ντό κάνουν ταμέτερα τά παιδία, Πάτερ, στή Πατρίδα μας τήν Ἑλλάδα; Ντό κάνει ὁ Βασιλέαν ὁ Κωνσταντῖνον;…».

Τοῦ ξέφυγε καί τούς εἶπε μέ δάκρυα στούς ὀφθαλμούς ὅτι ὁ Κωνσταντῖνον ὁ Βασιλέαν ἀπέθανεν!….  Ὅλοι τους ἤρχισαν τά κλάματα, καί αἵ γυναῖκες περισσότερον νά κλαίγουν λέγοντας: «Ὁ Κωνσταντῖνον μας κι’ ἐπεθαίνει, ὁ Βασιλέαν μᾶς ζῆ, ὁ Κωνσταντῖνον μας θά παίρνη μας νά δεβαίνομεν στή Πατρίδα, ἀοῖκον λόγον χαπάρ κι’ ἔχουμε, Πάτερ».

Τούς καθησύχασε λέγοντας, ὅτι ὁ Θεός θά στείλη ἄλλον Κωνσταντῖνον νά τούς ἐλευθερώση καί νά τούς πάγη ὅπου αὐτός θέλει, καί μόνον ὑπομονήν καί ἐλπίδα νά ἔχουν καί ἀγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στήν Ἐκκλησίαν καί ὁ Γέρων Πνευματικός ἀνέγνωσε τήν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν μέ τά ὀνόματατων «τεθνεώτων» ἐπί τοῦ χώματος, ἔπειτα τούς ἔδωσε καί τό κλειδίον τοῦ ἄλλου δωματίου, ὅπου ἔμενεν αὐτός καί τούς ἔστειλε νά ξεκουραστοῦν, καί τό πρωί θά τούς ξυπνοῦσε ὁ ἴδιος.

Ὄρθρου βαθέος ἀνέβηκε καί τούς ἐξύπνησε, καί ἕως ὅτου αὐτοί ἑτοιμασθοῦν, ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Μεγάλου Σββάτου «Κύματι θαλάσσης», κατέβηκαν καί αὐτοί καί ἀπό τά γράμματα κατάλαβαν, ὅτι θά τούς κάνη τήν Ἀνάστασιν.

Ἐκάλεσε τόν γεροντότερον καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπό τό παγκάρι κηρία, ὅσες ψυχές εἶναι εἰς τό χωρίον των καί νά μοιράση εἰς ὅλους ἀνά δέκα. Εἰσελθών δέ εἰς τό Ἅγιον Βῆμα καί φορέσας λευκά ἄμφια ἐξῆλθεν εἰς τήν ὡραίαν Πύλην μέ ἀναμμένη λαμπάδα καί εἶπε μέ φωνήν παλλομένην: «Δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνασπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Τούς εἶπε καί ἤναψαν ὅλα τά κηρία, ἀνέγνωσεν ἔπειτα τό β΄ἑωθινόν «Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» καί μετά τό «Δόξα τή ἁγία καί ζωοποιῶ καί ἀδιαιρέτω Τριάδι….» ἔψαλλε τό «Χριστός ἀνέστη» ἐκ τρίτου. Καί ὄτε ἔστρεψε ἴνα εἴπη εἰς αὐτούς νά ψάλλουν καί αὐτοί, ὅλοι τους ἤσαν ἀγκαλιασμένοι καί ἔκλαιον καί κατεφιλοῦντο. Ἤρπασε καί αὐτός εἰς τάς ἀγκάλας του τά μικρά νεοφώτιστα καί τά ἐφίλησε, εἴτα τούς εἶπε παρηγορητικούς λόγους, ὅτι «καί τό Γένος θ’ ἀναστηθῆ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον, καί ἡνωμένον θά ἑορτάζη πλέον τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς μία οἰκογένεια». Τούς συνέστησε ἔπειτα νά σβήσουν τά κηρία, καί ὅταν ὑπάγουν εἰς τό χωρίον των τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα νά τά μοιράσουν εἰς ὅλους νά τά’ ἀνάψουν βαπτισμένοι καί ἀβάπτιστοι, νά ψάλλουν τό «Χριστός ἀνέστη», καί ὅτι ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι καί στεφανωμένοι νά μεταλάβουν ἀπό τήν Ἁγίαν Κοινωνίαν, πού θά τούς δώση αὔριον νά πάρουν μαζί τους.

Ἕως ὅτου ξημερώση καλά, ἐδιάβαζεν εἰς ἐπήκοον πάντων τήν Ἀκολουθίαν τή Μεταλήψεως, εἴτα τήν συγχωρητικήν εὐχήν. Ὅλοι τους εἰσῆλθον εἰς τό Παρεκκλήσιον, ἀφ’ ὅπου ἤκουον τήν θείαν Λειτουργίαν. Εἰς τό τέλος μετέδωκε πρῶτον τά ἄχραντα Μυστήρια εἰς τά νεοφώτιστα παιδία, εἰς τάς γυναίκας ἔπειτα, καί κατόπιν εἰς τούς ἄνδρας.

Ἐκεῖνοι ἐδίσταζαν: «Ἴνεται, Πάτερ, ἕναν καί ἄλλον κοινωνίαν;»

«Γίνεται», τούς εἶπε, «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε».

Ὅλα ἔγιναν ἐν τάξει. Καί ὅταν μετ’ ὀλίγον ἀνέβηκε εἰς τό δωμάτιον καί ἐπρόκειτο νά χωρισθοῦν, ἴνα πρός τό ἑσπέρας φύγουν μέ τό πλοῖον, θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς, ἀλλά σιωπηλό κατέκλυσε τήν αἴθουσα: Αὐτοί δέν ἤθελον νά τόν ἀφήσουν, καί αὐτός δέν ἠμποροῦσε νά τούς ξεπροβοδίση πέραν τῆς Ἐκκλησίας, διότι φοροῦσε τά ράσα…. Καί ἡ …. Πολιτισμένη αὐτή χώρα δέν τά ἐπιτρέπει. «Νά λαλεύομέν σε, Πάτερ…. Νά μνημονεύης, Πάτερ, ντό νά λέομεν σέ, Πάτερ;».

«Νά εἰπῆτε τάς εὐχάς μου στούς Χριστιανούς μας, νά εἶναι καλοί Χριστιανοί, νά πιστεύουν στόν Χριστόν μας καί στήν Ἑλλάδα μας καί ὁ Θεός θά τούς εὐλογή, ἡ Πατρίδα μας θά τούς σκέφτεται πάντοτε καί ἐγώ δέν θά σᾶς λησμονήσω ποτέ».

Καί πῶς νά τούς λησμονήση, ὅπου τά δάκρυα των κατέβρεξαν τάς χείρας του, πῶς νά μήν ἐνθυμῆται τήν ἄκραν εὐλάβειάν των καί τά περιστατικά των, ὅμοια πρός τά τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, πῶς νά ξεχάση τήν κατακόμβην τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τούς ἐνθυμεῖται καί ἀρκεῖται ἤδη ἐν γήρει εἰς τό ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καί τοῦ σπαραγμοῦ τῶν πενήτων΄Κύριε, ἐπίφανον τό πρόσωπόν σου καί σωθησόμεθα».

Πῶς νά λησμονήσω τά βάσανα τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς Φυλῆς, πού βρέθηκε γεωγραφικῶς μεταξύ λαῶν  βαρβάρων τήν ψυχήν, λαῶν ἀνεπίδεκτων πραγματικοῦ πολιτισμοῦ, λαῶν μέ θηριώδη ἔνστικτα!…..

(*πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν γράφοντα)

(*κουρμπᾶν Πάτερ: ἅγιε Πάτερ)

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

Ἁγιορειτικές Διηγήσεις Ἀρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (+)
Αναδημοσίευση από:http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/

ΟΙ 8 «ΑΘΑΝΑΤΕΣ» ΤΡΟΦΕΣ ...

                          .... ΧΩΡΙΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ!

Τέλος φόρ

 Εκείνο το ρύζι με ημερομηνία παραγωγής 1982 που ξέμεινε στο ράφι της κουζίνας και θα το πετάξετε χωρίς δεύτερη σκέψη, στην πραγματικότητα αν το μαγειρέψετε θα είναι τόσο γευστικό -και ασφαλές λένε οι ειδικοί- σαν να το αγοράσατε σήμερα!
Και δεν είναι μόνο το ρύζι. Σε μια εποχή που είμαστε πλέον απολύτως πεπεισμένοι ότι τα πάντα γύρω μας έχουν ημερομηνία λήξεως, η φύση φροντίζει να μας δώσει μια ανάσα αισιοδοξίας: υπάρχει και κάτι που διαρκεί για πάντα: 8 αθάνατα προϊόντα «βρυκόλακες» (όπως συνηθίζουν να τα αποκαλούν οι επιστήμονες) της διατροφικής αλυσίδας… ακριβώς επειδή ο χρόνος δεν τα αγγίζει. Διατηρούν όλες τις θρεπτικές τους αξίες, την ποιότητά τους και την υγιή όψη τους όσοι… αιώνες κι αν περάσουν. Για φαντάσου!
1. Μέλι
Το μέλι διαρκεί επ’ αόριστον. Μπορεί να αλλάζει χρώμα και υφή (ή ακόμη και να κρυσταλλώνει) αλλά παραμένει ασφαλές για κατανάλωση και πεντανόστιμο! Σε περίπτωση που σας ανησυχεί η κρυσταλλική του μορφή, τοποθετήστε απλώς το ανοικτό δοχείο σε ζεστό νερό μέχρι να διαλυθούν οι κρύσταλλοι.
2. Ζάχαρη
Η πρόκληση με τη ζάχαρη δεν είναι να τη διατηρήσετε φρέσκια αλλά να την προλάβετε να μη σας γίνει σκληρή σαν πέτρα. Η ζάχαρη δεν χαλάει ποτέ γιατί δεν ευνοεί την ανάπτυξη βακτηριδίων (γι΄αυτό άλλωστε οι μαρμελάδες και τα γλυκά που περιέχουν μεγάλες ποσότητες ζάχαρης διατηρούνται για πάρα πολύ καιρό, εφόσον φυλάσσονται σε αεροστεγώς κλεισμένα βαζάκια). Βεβαιωθείτε μονάχα ότι έχετε αποθηκεύσει τη ζάχαρη σε αεροστεγές δοχείο -ώστε να κρατήσετε την υγρασία ή τα ζουζούνια μακριά- και… κοιμηθείτε ήσυχοι. Θα έχετε γλυκιά ζάχαρη για πάντα!
3. Ρύζι
Ακόμη και εάν το σακί ή το κουτί όπου έχετε φυλάξει το ρύζι δείχνει… βρωμερό, σκεπασμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης από την πολυκαιρία, το προϊόν μέσα στο κουτί θα είναι ολόφρεσκο, σαν να το έχετε μόλις αγοράσει. Αυτό ισχύει για το άσπρο και το άγριο ρύζι, το arborio, το jasmine και το basmati αλλά όχι για το καστανό ρύζι. Κλείστε, λοιπόν, το καπάκι για να μην μπουν ζωύφια και μην αγχώνεστε. Το ρύζι σας δε θα χαλάσει ποτέ.
4. Δυνατά οινοπνευματώδη
Δεν χρειάζεται να βιαστείτε και να τελειώσετε το τεράστιο μπουκάλι με ρούμι που έχετε από τα… 18α γενέθλιά σας στο ντουλάπι! Τα οινοπνευματώδη ποτά μένουν αναλλοίωτα στο χρόνο, αρκεί να μην τα ζεσταίνει ο ήλιος ή κάποια εστία θέρμανσης. Αν τοποθετήσετε τα ποτά σας σε ένα σκοτεινό ντουλάπι τότε μπορείτε ακόμη και να τα χαρίσετε στα εγγόνια σας για το πάρτι ενηλικίωσής τους! Τα οινοπνευματώδη που έχετε αρκετά χρόνια ίσως χάσουν λίγο από το άρωμά τους, αλλά… ούτε που θα το καταλάβετε. Στην υγειά σας!
5. Καλαμποκάλευρο
Για να διατηρήσετε το καλαμποκάλευρο… αθάνατο -όπως έκαναν οι προγιαγιάδες μας στους δύσκολους καιρούς- φροντίστε να είναι στεγνό, καλά σφραγισμένο και σε δροσερό μέρος (στα πιο χαμηλά ράφια του ψυγείου, για παράδειγμα). Ακόμη κι αν περάσουν χρόνια από τότε που αγοράσατε το αλεύρι, θα το βρείτε ολόφρεσκο στη χάρτινη συσκευασία του όταν (και όποτε) θελήσετε να το χρησιμοποιήσετε…
6. Αποσταγμένο άσπρο ξίδι
Μπορείτε άφοβα να αγοράσετε ένα μεγάλο μπουκάλι άσπρο ξίδι χωρίς να σκέφτεστε ότι θα χαλάσει πριν το καταναλώσετε και πάνε τα λεφτά σας χαμένα. Διατηρήστε το σύμφωνα με τις οδηγίες στο μπουκάλι και θα έχετε πάντα έναν άψογο «σύμμαχο» για τα dressings, τις μαρινάδες ή ακόμη και την καθαριότητα του σπιτιού σας!
7. Καθαρό εκχύλισμα βανίλιας
Το καθαρό εκχύλισμα βανίλιας, δεδομένου ότι περιλαμβάνει αλκοόλ, θα παραμείνει φρέσκο και αρωματικό για όσο το έχετε στο ντουλάπι σας. Οι απομιμήσεις του αποστάγματος δεν έχουν βέβαια εξίσου μεγάλη διάρκεια ζωής. Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν βρεθείτε μπροστά στο ράφι του σούπερ μάρκετ μη διστάσετε να δώσετε λίγα χρήματα παραπάνω για το αυθεντικό εκχύλισμα βανίλιας. Θα το έχετε για μια ζωή…
8. Αλάτι
Το επιτραπέζιο αλάτι, το αμερικανικό kosher salt και το θαλασσινό αλάτι είναι πραγματικά… υπεραιωνόβια! Θα διατηρηθούν για πάντα φρέσκα και θα νοστιμίζουν το φαγητό σας ακόμη κι αν τα αγοράσατε πριν πολλά πολλά χρόνια.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.pentapostagma.gr/