Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021

Θεία Λειτουργία!

               Η μνημόνευση των Διπτύχων

στη Θεία Λειτουργία

Γεώργιος Ζαραβέλας, Θεολόγος\, ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας – Λειτουργικής ΕΚΠΑ

Η ευχαριστιακή αναφορά του μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας περατώνεται με τα λεγόμενα Δίπτυχα. Τα τελευταία είναι ένα από τα έργα των συλλειτουργούντων, κλήρου και λαού, μέσω των οποίων δηλώνεται η ενότητα της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας και συνάπτουν σε χρόνο λειτουργικό και εσχατολογικό το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον. Κατά καιρούς έχουν λάβει ποικίλες ονομασίες, όπως: ιεραί δέλτοι, μυστικαί δέλτοι, μυστικά δίπτυχα, εκκλησιαστικοί κατάλογοι και όσον αφορά αποκλειστικά τους επισκόπους επισκοπικοί κατάλογοι. Η ονομασία Δίπτυχα οφείλεται στην κατασκευή του εν λόγω πίνακα, ο οποίος αποτελείται από δύο φύλλα ή πινάκια, ενωμένα μεταξύ τους στο μέσο, ενώ μπορεί να είναι και τρίπτυχα ή πολύπτυχα.

Η ανάγνωση των Διπτύχων έχει τη βάση της στην εωθινή προσευχή της ιουδαϊκής λατρείας, κατά την οποία, μετά το Schema των δέκα και οκτώ «Ευλογητός», ο αρχισυνάγωγος απηύθυνε εξ ονόματος των μελών της συναγωγής δέηση και δοξολογία προς τον Γιαχβέ, για τις ευεργεσίες Του προς κάθε έναν από αυτούς.

Κάθε ενορία έχει την υποχρέωση να καταρτίζει και να διαφυλάσσει τον πίνακα των Διπτύχων, στον οποίο αναγράφονται όλα τα μέλη της, ζώντα και κεκοιμημένα, κλήρος και λαός, με προεξάρχοντα τον επιχώριο επίσκοπο. Η ανάγνωση των Διπτύχων λάμβανε χώρα μετά την εκφώνηση «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου» και ενόσω ο χορός των ψαλτών έψαλλε το θεομητορικό μεγαλυνάριο, ενώ ο λειτουργός ανεγίγνωσκε την ευχή, μετά το σημείο «Καὶ μνήσθητι πάντων…». Στο σημείο αυτό γινόταν η μνημόνευση των Διπτύχων από το διάκονο, πρώτα των κεκοιμημένων μελών του Σώματος (της Θεοτόκου, του Προδρόμου των Αγίων και έπειτα όλων των λοιπών) και στη συνέχεια των ζώντων, με πρώτο τον επίσκοπο, αφού προηγείται η μνημόνευση «Ἐν πρώτοις». Η μνημόνευση δεν περιορίζεται βέβαια μόνο στον κλήρο, αφού η εκφώνηση-πρόσκληση του διακόνου «Καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει, καὶ πάντων καὶ πασῶν» μαρτυρά το κάλεσμα προς όλους σε προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων και ζώντων οικείων τους.

 

Η μνημόνευση των Διπτύχων πριν από τον καθαγιασμό και την αναφορά, κατά τη διάρκεια της ακολουθίας της Προσκομιδής, έχει προληπτικό χαρακτήρα και προετοιμάζει για την τέλεση του μυστηρίου. Για το λόγο αυτό, η επισημότερη και εκτενέστερη μνημόνευση των Διπτύχων μετά τον καθαγιασμό έχει βαρύνουσα σημασία, αν και στη σύγχρονη τέλεση του μυστηρίου πολλές φορές παραθεωρείται. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σκιαγραφεί στην Ε’ Μυσταγωγική Κατήχηση το περιεχόμενο της μνημόνευσης των Διπτύχων στο συγκεκριμένο σημείο της Θείας Λειτουργίας, αλλά και ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει τη μνημόνευση μετά τον καθαγιασμό, στις Ομιλίες ΙΗ’ και ΚΑ’ «Εις τας Πράξεις».

Το μνημόσυνο των συμπεριλαμβανομένων στα Δίπτυχα τελείται πλέον μυστικά, χωρίς να γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό από το λαό. Ο ιδιότυπος αποκλεισμός του λαού από τα Δίπτυχα είναι αρκετά σοβαρός, αφού η μεγαλόφωνη εκφώνησή τους, απαλλαγμένη από το περίβλημα των ψαλτικών επιδεξιοτήτων, θα ωφελούσε πολύ το πνεύμα της ενότητας και της ομόνοιας της τοπικής αλλά και της καθ’ όλον Εκκλησίας. Τα Δίπτυχα, άλλωστε, αναγιγνώσκονταν εις ευήκοον όλων των μελών της σύναξης κατά τους αρχέγονους τύπους της Θείας Λειτουργίας, όπως των Αποστολικών Διαταγών και του Ιακώβου του Αδελφοθέου, ενώ εξαίρεση αποτελεί ο τύπος του Αποστόλου Μάρκου, κατά τον οποίο τα Δίπτυχα μνημονεύονται στον πρόλογο της ευχής της Αναφοράς.

Η διαγραφή από τα Δίπτυχα συνιστά σοβαρό εκκλησιαστικό επιτίμιο, το οποίο μνημονεύει ο ιερός Αυγουστίνος, απειλώντας με αυτό, όποιον κληρικό δεν επεδείκνυε πρέπουσα συμπεριφορά. Ο ιερός Χρυσόστομος μετά την αντικανονική καταδίκη του, αλλά και αιρετικοί ιεράρχες, όπως οι Σέργιος, Πύρρος και Παύλος Κωνσταντινουπόλεως, είχαν διαγραφεί από τα Δίπτυχα της αυτής Εκκλησίας. Τα περιστατικά αυτά μαρτυρούν, ότι οι διαγραφές δεν αφορούσαν μόνο ζώντες, αλλά και κεκοιμημένους επισκόπους, που είχαν καθαιρεθεί ή εκπέσει σε αιρετική κακοδοξία, αποκοπτόμενοι από το κοινό ευχαριστιακό σώμα.

Η μνημόνευση των κατά τόπους επισκόπων και αρχιεπισκόπων απαντά σε όλους τους λειτουργικούς τύπους της Ανατολής. Οι Πατριάρχες και επίσκοποι μνημονεύονταν ονομαστικά μετά την εκφώνηση των συλλειτουργούντων κληρικών υπέρ του ποιμενάρχου «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε» και αφού είχε ολοκληρωθεί η ανάγνωση των Διπτύχων των κεκοιμημένων.

Η σύγχρονη διάταξη της Θείας Λειτουργίας φέρει αναπροσαρμοσμένη την ανάγνωση των Διπτύχων, αφού ο ιερέας αναγιγνώσκει μόνο τις σχετικές δεήσεις, χωρίς να αναφέρει ονομαστικά τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται σε αυτά, τα οποία έχει ήδη μνημονεύσει κατά τη προσκομιδή. Η τροπή αυτή οφείλεται στη σπανιότητα της συνιερουργίας διακόνου, έργο του οποίου ήταν η ανάγνωση των Διπτύχων, αλλά και στο μάκρος που λάμβανε η Θεία Λειτουργία με την ανάγνωση όλων αυτών των ονομάτων.

Κατάλοιπο της αρχικής ανάγνωσης των Διπτύχων στο σημείο μετά τον καθαγιασμό απαντά μόνο στα συνοδικά και τα επίσημα αρχιερατικά συλλείτουργα, οπότε, μετά το «Ἐν πρώτοις» λέγεται το τέλος των Διπτύχων των ζώντων με τα μνημόσυνα των Πατριαρχών και των προέδρων των Αυτοκεφάλων κατά τόπους Εκκλησιών. Η απάλειψη από τα Δίπτυχα ενός μέλους της Εκκλησίας συνιστά πράξη αποκοπής του από το Σώμα του Χριστού και αναγνώρισης της απομάκρυνσής του από αυτό. Σίγουρα οι λόγοι της απάλειψης θα πρέπει να είναι πολύ σοβαροί και να συνοδεύονται από ενέργειες που διαστρεβλώνουν τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και ό,τι συνεπάγεται αυτή. Η Εκκλησιαστική Ιστορία έχει πολλά παραδείγματα αντικανονικής απάλειψης ονομάτων από τα Δίπτυχα, με παράλληλη εφαρμογή ακοινωνησίας, πολλές φορές κινούμενη από πολιτικά και εξωεκκλησιαστικά κέντρα και κίνητρα.

Τα Δίπτυχα, συμπερασματικά, μαρτυρούν την ενότητα της Εκκλησίας, το πνεύμα ομόνοιας και καταλλαγής, αλλά και την περιχαράκωση των μελών του Σώματος, έναντι όσων επιβουλεύονται την αρτιότητα και τον αρραγή χαρακτήρα του. Η επέμβαση καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα Δίπτυχα πρέπει να γίνεται μόνο για εξαιρετικά σπουδαίους λόγους, ύστερα από πραγματικά κανονικά παραπτώματα και εξαντλώντας κάθε περιθώριο ανοχής και αγάπης, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι που αλλοιώνουν τη διδασκαλία και την δισχιλιετή παράδοση και δομή της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας.

 

Βιβλιογραφία:
Παρασκευόπουλου Γ. Χ., Ερμηνευτική Επιστασία επί της Θείας Λειτουργίας, εκδοτικός οίκος Χαρ. και Ιω. Καγιάφα, Πάτραι 1958.
Τρεμπέλα Παν. Ν., Αι Τρεις Λειτουργίαι κατά τους εν Αθήναις Κώδικας, εκδίδεται υπό της Μ. Πατριαρχικής Επιστημονικής Επιτροπής προς αναθεώρησιν και έκδοσιν των λειτουργικών βιβλίων, Αθήναι 1935.
Του Ιδίου, «Δίπτυχα», ΘΗΕ, 5 (1964), στ. 107-113.
Του Ιδίου, Λειτουργικοί Τύποι Αιγύπτου και Ανατολής, Σειρα: Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Χριστιανικής Λατρείας, τ. Β’, εκδ. Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 20083.
Φουντούλη Ιω. Μ., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τ. Γ’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 20023.

naxioimelistes.blogspot.com

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΚΕΥΣΗ ΑΠΟ: https://www.pemptousia.gr/author/georgios-zaravelas/

 

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Η Πηνελόπη Δέλτα .....

                  .....και η Μακεδονία

                        Αγγελική Σκαρβέλη-Νικολοπούλου


Η Πηνελόπη Μπενάκη-Δέλτα (1874-Μάιος 1941) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια, ανήκε, δηλαδή, στον Ελληνισμό της Διασποράς.

Τριτότοκο παιδί του μεγαλεμπόρου Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, χιακής καταγωγής, έζησε σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον, αλλά ανατράφηκε σε οικογένεια με αυστηρές αρχές, όπου το ενδιαφέρον για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα ήταν ζωηρό. Επομένως η νεαρή Πηνελόπη, που μορφώθηκε με οικοδιδασκάλους (δεν επήγε ποτέ στο σχολείο), όπως συνηθιζόταν για τα κορίτσια της κοινωνικής της σειράς, ήταν ενήμερη και ευαισθητοποιημένη ως προς τα προβλήματα της μητέρας πατρίδας, προτού ακόμη εγκατασταθεί στην Αθήνα το 1916 με τη δική της πλέον οικογένεια.

Στη μικρή Αθήνα της εποχής εκείνης το ζεύγος Δέλτα βρίσκεται βρίσκεται πολύ ψηλά στην κοινωνική πυραμίδα. Άτομο με υψηλό αίσθημα ευθύνης, που δεν αρκείται στις κοσμικές ματαιότητες, οι οποίες δεν την ικανοποιούν, διαπιστώνει σύντομα τα μειονεκτήματα της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα της εκπαίδευσης. Μητέρα τριών κοριτσιών, προβληματίζεται έντονα. Πιστεύει ότι τόσο η παρεχόμενη εκπαίδευση, όσο και η αγωγή των Ελληνοπαίδων έχουν ανάγκη νέων κατευθύνσεων. Άλλωστε θέλει να δώσει διέξοδο στο δυναμισμό της, πράγμα αρκετά δύσκολο σε μιαν εποχή κατά την οποία η επικρατούσα νοοτροπία ήθελε τη γυναίκα αποκλειστικά αφοσιωμένη στα του οίκου της. Και επειδή δεν της έλειπε η θέληση-κάθε άλλο- αποφάσισε να ανανεώσει το παιδικό βιβλίο, αυτό που τα παιδιά διαβάζουν στις ελεύθερες ώρες τους, χωρίς τον πειθαναγκασμό που συνοδεύει τα σχολικά εγχειρίδια, συχνά βαρετά.

Έως τότε τα Ελληνόπουλα διάβαζαν βιβλία μεταφρασμένα κυρίως από την ευρωπαϊκή παιδική λογοτεχνία, που τα έφερνε σε επαφή με ένα κόσμο ξένο και άσχετο προς τη δική τους εθνική παράδοση.

Η Π. Σ. Δέλτα επιχειρεί , με επιτυχία, να γράψει παιδικά βιβλία με θέματα ελληνικά, σε μια γλώσσα κατανοητή, ελκυστική, αυτή που μιλούν τα παιδιά, αυτή που μιλούμε όλοι μας [που] δεν είναι η κανονισμένη γλώσσα του Ψυχάρη, αλλά η ανακατωμένη αυτή, όπου καθαρεύουσα και δημοτική γίνεται μια σαλάτα (επιστολή της του 1910 στον Φωτιάδη).

Αυτή η πρωτοβουλία, συνδυασμένη με την ιδέα να προσφέρει στα Ελληνόπουλα την ελληνική ιστορία μέσα από τη μυθιστορηματική αφήγηση, την οδηγεί σε ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες για την εποχή επιλογές, με αποτέλεσμα μια τριλογία, όπου ο μακεδονικός χώρος, τότε ακόμη υπόδουλος, είναι το πεδίο δράσεως των ηρώων της. Έτσι τυπώνει το 1909 το πρώτο της βιβλίο (Για την πατρίδα). Το 1911 κυκλοφορεί το δεύτερο έργο της (Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου). Και τα δύο είναι εμπνευσμένα από τη βυζαντινή εποποιΐα, για την οποία ενημερώθηκε από το έργο του Gustave Schlumberger. L’ épopée byzantine… (1896-1905). Το 1937 κυκλοφορεί το τρίτο βιβλίο της τριλογίας με τίτλο Στα μυστικά του Βάλτου. Θέμα του ο Μακεδονικός Αγώνας. Επισήμως ο αγώνας αυτός είχε λήξει το 1908, αλλά εζούσαν ακόμη πολλοί από τους Μακεδονομάχους, που είχαν πολεμήσει τους κομιτατζήδες στο Βάλτο (λίμνη των Γιαννιτσών) και εγνώριζαν πολύ καλά τις άγριες συνθήκες εκείνου του πολέμου.

Διαβάζοντας σήμερα αυτό το βιβλίο ντοκουμέντο σε συνδυασμό με όσα πλέον γνωρίζουμε επισήμως για τον Μακεδονικόν Αγώνα, διαπιστώνουμε με πόσην ευσυνειδησία η Δέλτα συνέλεξε και πόσο μαστορικά αξιοποίησε το υλικό της. Έρευνα στο Αρχείο του Μακεδονικού Αγώνα του Υπουργείου Εξωτερικών, συγκέντρωση φωτογραφιών και επιστολών, καταγραφή αναμνήσεων των αγωνιστών κ. λπ. Έτσι συγκρότησε ένα δικό της Αρχείο, από το οποίο επέλεξε ό,τι έκρινε απαραίτητο για τη σύνθεση του βιβλίου της. Μετά το θάνατό της (Μάιος 1941) η οικογένειά της κατέθεσε αυτό το Αρχείο στο ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου στη Θεσσαλονίκη.

Η Δέλτα συνέπλεξε στα βιβλία της αριστοτεχνικά το ιστορικό και το μυθιστορηματικό στοιχείο, εγχείρημα δύσκολο. Διότι, όταν η λογοτεχνία εισβάλλει στην Ιστορία, ο συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με διλήμματα. Πόσο χώρο θα παραχωρήσει στην Ιστορία και πόσο στη φαντασία; Πώς θα παντρέψει το πραγματικό με το φανταστικό κατά τρόπο πειστικό; Έχει δικαίωμα να παραποιήσει, να πλαστογραφήσει γεγονότα και πρόσωπα που η ιστορική έρευνα έχει καθιερώσει και είναι πλέον δεδομένα; Πώς θα κατορθώσει να βυθιστεί στο χρόνο, να ταξιδέψει στο παρελθόν, να αναστήσει πρόσωπα και γεγονότα συχνά λησμονημένα και να στήσει δίπλα τους τα δικά τους πλάσματα, τα δημιουργημένα από το δικό του πάθος; Είναι αλήθεια ότι όσο λιγότερα ιστορικά στοιχεία έχουμε για μιαν εποχή, τόσο πιο ελεύθερα μπορούμε να κινηθούμε και να παραχωρήσουμε στη φαντασία τη μερίδα του λέοντος. Όταν όμως συμβαίνει το αντίθετο, προβάλλουν οι δεσμεύσεις.

Ωστόσο όταν ο συγγραφέας δηλώνει ότι παρουσιάζει μυθιστόρημα και όχι ιστορική διατριβή, ο αναγνώστης είναι ειδοποιημένος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκρίνουμε την παραποίηση.

Τι παρακινεί τη συγγραφέας να ασχοληθεί με τόσο πάθος με τη Μακεδονία; Είναι η επίγνωση ότι η ανέκαθεν αυτή ελληνική περιοχή έχει προκαλέσει την απληστία των βορείων μας γειτόνων, είναι η επιρροή του Ίωνος Δραγούμη, για τον οποίον έτρεφε κάτι περισσότερο από θαυμασμό και ο οποίος νοιαζόταν τόσο πολύ για τη Μακεδονία;

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι η Π. Σ. Δέλτα δεν είναι η μόνη που συγκινήθηκε και κατανόησε τη σημασία της Μακεδονίας για την Ελλάδα.

Δίκαιο είναι να αναφέρουμε τον πραγματικό χρονικογράφο του Μακεδονικού Αγώνα, τον Μοναστηριώτη Γεώργιο Μόδη, του οποίου οι Μακεδονικές ιστορίες, που είδαν το φως μεταξύ 1920 και 1975 καλύπτουν 24 τόμους, καθώς και το άλλο του έργο Στα μακεδονικά βουνά (έκδ. 1930), σωστό μεταλλείο, για όποιον θέλει να μυηθεί στο κλίμα εκείνης της εποχής. Από τους νεώτερους ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης έγραψε τις Εκκλησιαστικές μορφές στον Μακεδονικόν Αγώνα, ο Νίκος Μπακόλας μας έδωσε το πεζογράφημα Η κεφαλή, ο δε Νίκος Τριανταφυλλόπουλος ετύπωσε ένα Ανθολόγιο για τον Παύλο Μελά. Ασφαλώς και άλλοι, παλαιότεροι και νεώτεροι, όχι λιγότερο σημαντικοί, εμπνεύσθηκαν από τον ανορθόδοξο εκείνο πόλεμο και έφεραν τους Μακεδονομάχους κοντά σε μεγάλους και παιδιά.

Για την Π. Σ. Δέλτα, όποιο και αν ήταν το κίνητρο, η βασική δυσκολία συνίστατο στο γεγονός ότι έπρεπε να γράψει για γεγονότα σύγχρονά της, και να τα αποδώσει με ευθυκρισία. Στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε και μεγάλωσε, έφθαναν οπωσδήποτε ειδήσεις για τα συμβαίνοντα στη Μακεδονία και η οικογένεια Μπενάκη δεν έμενε αδιάφορη. Στα βιβλία της η συναισθηματική φόρτιση είναι έκδηλη. Το πάθος της για ό,τι ελληνικό υπερβαίνει τα συνηθισμένα όρια. Προφανώς η κοσμοπολίτικη ανώτερη κοινωνία της Αλεξάνδρειας, που υιοθετούσε κατά κανόνα την αγγλική νοοτροπία σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, δεν την εύρισκε κατά βάθος σύμφωνη. Δεν θέλησε ποτέ να αλλοτριωθεί, να απεμπολήσει την ελληνική της ταυτότητα. Σε αυτές τις πεποιθήσεις οφείλουμε την απόφασή της να γράψει βιβλία για τα Ελληνόπουλα με θέματα ελληνικά. Και έτσι ανανέωσε στον ελληνικό χώρο το παιδικό βιβλίο. Τα βιβλία της διαβάζονται ακόμη και σήμερα και εξακολουθούν να γοητεύουν, διότι οι πρωταγωνιστές διαθέτουν όλα τα προτερήματα του αληθινού ήρωα: ανδρεία, αλλά κυρίως μεγαλοφροσύνη, ευγένεια ψυχής, αφοσίωση στο καθήκον. Τα μηνύματα που εκπέμπει είναι διαχρονικά, μιλούν στις καρδιές των εφήβων κυρίως, που σήμερα δυστυχώς βομβαρδίζονται από τηλεοπτικά ανδρείκελα, ξενόφερτους τύπους, προϊόντα ξένης υποκουλτούρας.

Κάποιοι σήμερα βρέθηκαν να παρατηρήσουν ότι η Π. Σ. Δέλτα δεν αποφεύγει στα έργα της σκηνές βίας, ιδιαίτερα Στα μυστικά του Βάλτου, γεγονός που , κατά τη γνώμη τους, τα καθιστά κατά κάποιο τρόπο ακατάλληλα για παιδιά. Πράγματι υπάρχουν πολύ λίγες τέτοιες σκηνές. Οι κριταί θα έπρεπε να στρέψουν το βέλη τους προς άλλα έντυπα και την Τηλεόραση, κρατική και μη, και να  απευθύνουν κάποιες συστάσεις στους υπευθύνους των προγραμμάτων, δεδομένου ότι η εικόνα ασκεί πολύ εντονώτερη επίδραση από το κείμενο. Στο έργο της Π. Σ. Δέλτα οι βίαιες σκηνές δεν σημαίνουν βία για τη βία, εντάσσονται στο πλαίσιο ενός αγώνα για κάτι υψηλό, όπως είναι η πατρίδα, η φιλία κ. λπ. Ακόμη και η αυτοκτονία του Γρέγου (Στα μυστικά του Βάλτου) έχει χαρακτήρα αλτρουϊστικό.

Η Π. Σ. Δέλτα στέλλει στα Ελληνόπουλα μηνύματα διαχρονικά. Με τις ξεκάθαρες αρχές της (φιλοπατρία, τιμή, ειλικρίνεια, καθήκον κ. λπ.) είναι και θα είναι κατάλληλη για όλες τις εποχές. Χωρίς να έχει σπουδάσει παιδαγωγικά, χάρη στα πνευματικά και ηθικά της προσόντα, έχει καταστεί παιδαγωγός.

Στις μέρες μας που αφθονεί το παιδικό βιβλίο, αξιόλογο και μη, τα έργα της Π. Σ. Δέλτα εξακολουθούν να κατέχουν ξεχωριστή θέση, παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει από τη συγγραφή τους μέχρι σήμερα. Αψηφούν το χρόνο ακριβώς επειδή τα «υλικά» τους είναι από εκείνα που διαπλάθουν σωστά τα νιάτα ενός έθνους.

Πηγή: Αγγελική Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, Η Πηνελόπη Δέλτα και η Μακεδονία, Κήρυγμα και Ευχαριστία, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009, σσ. 511-514.

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2021/10/i-pinelopi-delta-ke-i-makedonia/

Ο Σπορέας..

 Παραβολή του σπορέα (Κυριακή Δ΄ Λουκά)

Μητροπολίτης Σερβίων & Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός (+)

Μια Κυριακή μέσα στο μήνα Οκτώβριο από τις 11 έως τις 17 του μηνός η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη των αγίων Πατέρων της έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Η σύνοδος έγινε στα 787 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού στη Νίκαια της Βιθυνίας για το ζήτημα της προσκύνησης των αγίων εικόνων. Τότε καθορίστηκε επίσημα πως τις εικόνες δεν τις λατρεύομε, γιατί η λατρεία ανήκει μόνο στο Θεό, αλλά τιμητικά τις προσκυνούμε, και η προσκύνηση δεν είναι για την ίδια την εικόνα, μα για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Παίρνοντας το λόγο από το Μέγα Βασίλειο, η Σύνοδος είπε πως «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Ο κάθε πιστός, που ανάβει το κερί του και κάνει το σταυρό του μπροστά στην εικόνα, δεν τιμά το ξύλο και τα χρώματα της εικόνας, αλλά το ιερό πρόσωπο που εικονίζει, τον Ιησού Χριστό, την Υπεραγία Θεοτόκο ή έναν από τους Αγίους. Στην Κυριακή και εορτή των αγίων Πατέρων διαβάζεται στη θεία Λειτουργία η παραβολή του σπορέα.

Σ’ αυτή την ευαγγελική περικοπή δεν έχουμε μόνο μια από τις πιο χαρακτηριστικές παραβολές που δίδαξε ο Ιησούς Χριστός, αλλά και μια υποδειγματική εξήγηση της παραβολής από τον ίδιο το θείο Διδάσκαλο. Όχι περιττές διδασκαλίες, όχι τάχα βαθύτερα νοήματα, όχι αλληγορίες και λεγόμενοι στοχασμοί, που μας απομακρύνουν όλα από την απλή αλήθεια του λόγου του Θεού. Η αλήθεια βέβαια δεν είναι στο γράμμα, αλλά στο πνεύμα των Γραφών, γι’ αυτό οι Γραφές δεν θέλουν μόνο εξήγηση, αλλά και ερμηνεία. Όμως για να βαθύνουμε και να συλλάβουμε τί εννοεί στο βάθος ο θείος λόγος, δεν έχουμε δικαίωμα να αγνοήσουμε τον τύπο και τη μορφή, με την οποία ο Θεός μας δίνει την αλήθεια. Είναι ανάγκη πρώτα να καταλάβουμε το γράμμα, για να προχωρήσουμε υστέρα στη θέα του πνεύματος. Όλα αυτά θέλουν να πουν ότι πριν απ’ όλα πρέπει να καταλαβαίνουμε τί λέγει ο λόγος του Θεού, έτσι καθώς τον ακούμε, κι υστέρα να προχωρούμε για να ανακαλύψουμε τί κρύβεται κάτω από τις λέξεις. Κι επειδή στα ιερά κείμενα δεν υπάρχουν λέξεις τυχαίες και περιττές, γι’ αυτό κάθε εξήγηση και ερμηνεία πρέπει να ξεκινά από την ακριβή σημασία των λέξεων. Είχε πολύ δίκιο ένας αρχαίος που έλεγε ότι «Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις»(Αντισθένης). Σ’ αυτό το σημείο εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο προνόμιο, ότι η θεία Γραφή, τα Ευαγγέλια και οι επιστολές, είναι γραμμένα στη γλώσσα μας. Όχι βέβαια στην αρχαία ελληνική γλώσσα του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα ούτε πολύ περισσότερο του Ομήρου, αλλά σε ένα μεταγενέστερο γλωσσικό ιδίωμα· στην κοινή γλώσσα της αλεξανδρινής εποχής, που είναι ο πρόδρομος της νεώτερης ελληνικής δημοτικής γλώσσας.

Στην παραβολή του σπορέα βλέπουμε ότι ο λόγος του Θεού πιάνει ένα στα τέσσερα. Ο δρόμος, οι πέτρες, τ’ αγκάθια είναι οι τρεις περιπτώσεις, όπου ο λόγος του Θεού δεν έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Μένει μια τέταρτη περίπτωση, η μόνη που ο σπόρος πιάνει τόπο και «καρποφορεί εν υπομονή». Ένα στα τέσσερα λοιπόν πιάνει ο λόγος του Θεού, κι ας το προσέξουμε αυτό. Πρώτα εκείνοι που ακούν το λόγο, για να μετρούν την ευθύνη τους. Γιατί εδώ πρέπει να συμπληρώσουμε την παραβολή όχι με δικά μας λόγια, αλλά με ό,τι αλλού στο Ευαγγέλιο ο θείος Διδάσκαλος διδάσκει για το θείο λόγο. Αν ο σπόρος πάει χαμένος στο δρόμο, στις πέτρες και στ’ αγκάθια, αλλά ο λόγος του Θεού «μένει εις τον αιώνα». Όσοι τον ακούν και δεν τον προσέχουν, αυτόν θα βρουν εμπρός των κριτή την ημέρα της κρίσεως. Ο λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Υιός, που θα κρίνει τον κόσμο. «Ο αθετών εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματά μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος ον ελάλησα εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα». Ο προφή¬της Ησαΐας σε μια ποιητική εικόνα ως εξής εκφράζει αυτή την αλήθεια. Ο λόγος του Θεού, λέγει, που λαλήθηκε στους ανθρώπους, δεν θα πάει χαμένος. Δεν θα μείνει άπρακτος και δεν θα γυρίσει στο Θεό χωρίς αποτέλεσμα. Ο λόγος του Θεού είναι σαν τη βροχή· η βροχή πέφτει από τον ουρανό και κάνει τον κύκλο της, για να γυρίσει πάλι στα σύννεφα. Ποτίζει τη γη, γίνεται χιόνι και πάγος στα βουνά, λειώνει κι ανοίγουν οι πηγές και τρέχουν τα ποτάμια και πέφτουν στις θάλασσες και γεμίζουν οι λίμνες και γίνεται ατμός και πάλι φορτώνει ο ουρανός. Το ίδιο κι ο θείος λόγος, κάνει τον κύκλο του και ξαναγυρίζει στο Θεό. Η γη, που παίρνει τη βροχή και πίνει το νερό και γεννάει, για να θρέψει εκείνους που τη σκάβουν, αυτή έχει την ευλογία του Θεού. Μα όταν φυτρώνει αγκάθια και τριβόλια, τότε σαν άχρηστη τραβάει επάνω της τη θεία οργή και της μέλλει να καεί. Το ίδιο κι εκείνοι που πίνουν άδικα το νερό του θείου λόγου· θα περάσουν από φωτιά.

Έπειτα στην αναλογία του ένα προς τέσσερα ας προσέξουν κι εκείνοι που κηρύττουν, για να μη λυπούνται και να μην κουράζονται να σπέρνουν. Όποιος σπέρνει και τσιγγουνεύεται, αυτός θα θερίσει λίγα, κι όποιος σπέρνει με απλοχεριά, αυτός θα θερίσει πολλά. Η Εκκλησία χρέος έχει και έργο της είναι να σπέρνει το λόγο. Δεν κουράζεται και δεν λυπάται να σπέρνει. Μα και δεν έχει δικαίωμα να πετά το λόγο, να πετά «τα τίμια τοις κυσί» και να θέτει «τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Δεν έχει δικαίωμα να ποτίζει εκείνους που δεν διψάνε και δεν μπορεί να τρέχει πίσω από κείνους, που περιφρονούν και χλευάζουν το λόγο. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για τη στάση τους, και η Εκκλησία είναι υπεύθυνη ενώπιον του Θεού, όχι γι’ αυτούς, μα για κείνους που θέλουν να σωθούν. Φτάνει να έκαμε το χρέος της μια και δυό φορές, καθώς γράφει ο Απόστολος· «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού». Αιρετικός είναι κάθε περιφρονητής του θείου λόγου, και η Εκκλησία, αφήνοντας τους περιφρονητές να κοιτάζουν και να μη βλέπουν και να ακούν και να μην καταλαβαίνουν, αγκαλιάζει με στοργή τα παιδιά της, εκείνα που ακούν με εμπιστοσύνη και ρωτούν και θέλουν να μάθουν για τη σωτηρία τους. Η Εκκλησία είναι η βρύση, που πάντα τρέχει, κι όσοι διψούν έρχονται και πίνουν.

Στον επίλογο τώρα της σημερινής ομιλίας έχουμε να πούμε κάτι και σε μας τους ίδιους, που καλλιεργούμε στο χωράφι του Θεού και σπέρνουμε το θείο λόγο. Να μη βιαζόμαστε να δούμε καρπό. Ο καρπός θα έρθει με τον καιρό του. Ο σπόρος κάτω από το χώμα κρυφά κι αθόρυβα σαπίζει και γίνεται ένα με τη γη, για να φυτρώσει και να φέρει καινούργιο καρπό. Κι ο λόγος του Θεού μέσα στην καρδιά του πιστού, αθέατα κι αθόρυβα φέρνει το μυστικό αποτέλεσμά του· αφομοιώνεται και γίνεται ένα με την ψυχή του ανθρώπου, για να φυτρώσει και να φέρει καρπό σωτηρίας. Σαν το ψωμί, που το τρώμε και μυστικά γίνεται ένα με τη σάρκα μας. Σαν τη θεία Κοινωνία, που κοινωνούμε κι ο Χριστός γίνεται ένα με την ψυχή μας. Άρτος ουράνιος, άρτος Αγγέλων και μυστήριο μέγα είναι ο λόγος του Θεού. Αμήν.

(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Επί πτερύγων ανέμων, τ. Α, σσ. 216,218-222)

ΠΗΓΗ: https://www.pemptousia.gr/2021/10/paravoli-tou-sporea-kiriaki-d-louka/

ΟΙ ξερολιθιές..

 Ενα λιθαράκι αγάπης για τις ξερολιθιές του Αιγαίου, που κινδυνεύουν να χαθούν

Μαργαρίτα Πουρνάρα | kathimerini.gr

Οι παλαιοί Κυκλαδίτες το ήξεραν καλά. Μόλις έπιανε θύελλα, βουτούσαν στο νερό να βγάλουν έξω τις βάρκες χωρίς να λογαριάζουν σε ποιον ανήκαν. Σαν να επρόκειτο για κοινό περιουσιακό στοιχείο που όλοι μαζί πάλευαν να διασώσουν από τη μανία της φύσης. Με τον ίδιο τρόπο χτίζονταν και οι ξερολιθιές κάποτε. Δεν είχε σημασία σε ποιου το βιος έπρεπε να μπει η αναβαθμίδα. Το έκαναν όλοι μαζί γνωρίζοντας ότι το λιγοστό χώμα και νερό που θα κρατηθεί στη θέση του θα παραγάγει τροφή συνολικά για την κοινότητα. Αλλες εποχές, άλλα ήθη τότε. Και όπως τα περισσότερα καΐκια είναι καταδικασμένα εις θάνατον μιας και τα σπάνε μπουλντόζες για να παίρνουν οι ψαράδες τις αποζημιώσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ώστε να περιορίζεται, δήθεν, η αλιεία, έτσι και οι ξερολιθιές ρημάζουν σε όλο το Αιγαίο.

Αχτίδα φωτός μερικές προσπάθειες που κάνουν νέοι άνθρωποι να αναδείξουν την αξία τους και να ξαναθυμίσουν στις τοπικές κοινότητες πως οι αναμασιές, χαλάκια, λούροι, λιθοζώναρα και όπως αλλιώς τις ονόμαζαν σε κάθε νησί, είναι σπουδαία κατάλοιπα του πολιτισμού. Χθες, λ.χ., ολοκληρώθηκε στην Αμοργό μια πολύ ενδιαφέρουσα συνάντηση που οργάνωσε η ΜΚΟ «Το Μιτάτο της Αμοργού»–αποτελούμενη από την κοινωνική ανθρωπολόγο Μαρία Νομικού, την αρχιτέκτονα Σεμέλη Δρυμωνίτη και τον Γιώργο Γαβαλά, πρόεδρο της κοινότητας Αιγιάλης–εστιασμένη στις ξερολιθιές. Επρόκειτο για ένα εργαστήριο που έφερε κοντά τρεις παλιούς τεχνίτες, τους Μιχάλη και Δημοσθένη Θεολογίτη και τον Αντώνη Βλαβιανό, με ομάδες όπως το Μπουλούκι, που θέλουν να διατηρηθεί η τέχνη, και ειδικούς όπως η καθηγήτρια στο τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Θεοδώρα Πετανίδου, η οποία πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο «Αναβαθμίδες καλλιέργειας –μια περιήγηση στα χωράφια του πολιτισμού του Αιγαίου, της Μεσογείου».

«Οι αναβαθμίδες άρχισαν να φθίνουν όταν ο πληθυσμός των νησιών έπαψε να έχει γεωργούς και κτηνοτρόφους. Ηταν εκείνοι που ήξεραν, μαζί με τους ειδικούς μάστορες, πώς να φτιάχνουν αλλά και να επιδιορθώνουν τις ξερολιθιές που χαλούσαν από μπόρες, χειμάρρους κ.λπ» λέει στη στήλη η Αμοργιανή Μαρία Νομικού. Η Σεμέλη Δρυμωνίτη συμπληρώνει με τη σειρά της ότι η έλευση του τουρισμού στα νησιά ήταν αυτή που άλλαξε καθοριστικά την κατάσταση, αλλά ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει και ευεργετικά –αν έχει ήπια μορφή: «Βλέπουμε την αλλαγή στάσης των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τα μονοπάτια. Προχθές που κάναμε το εργαστήρι στην Αμοργό πολλοί τουρίστες πέρασαν για να κάνουν την οδοιπορία τους. Αυτή η αγάπη των επισκεπτών ωθεί και τους ντόπιους να αναγνωρίζουν όσα ταπεινά απομεινάρια του παρελθόντος έχουν αξία» Οι δυο κοπέλες, πάντως, εύχονται ότι με τέτοιες πρωτοβουλίες μπαίνει ένα λιθαράκι (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στις ξερολιθιές, που ανήκουν πια στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO.

Πηγή: kathimerini.gr