Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Βυζαντινή Μουσική



ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΥΦΟΣ
ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Αντωνίου Ε. Αλυγιζάκη, Καθηγητή

Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ Μεγάλη Ἐκκλησία εἶναι δύο ἔννοιες συνυφασμένες καὶ ταυτόσημες, ποὺ προσδιορίζουν ἐπὶ σειρὰν αἰώνων τὴν πρωτόθρονη ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἐξουσία της εἶναι καθαρὰ πνευματικὴ καὶ ἡ ταυτότητά της γνήσια ἀποστολική. Εἰδικότερα, κάθε ὀργάνωσή της ἀπορρέει κατ’ εὐθείαν ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ τυπικό της, τὸ μονα­δικὸ σὲ οἰκουμενικὴ βάση καὶ ἀξιωματικὸ ὕφος τῆς Ἁγίας τοῦ Χρι­στοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Οἱ ἔννοιες, ὡστόσο, Οἰκουμενικὸ Πατριαρ­χεῖο καὶ ὕφος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἢ Πατριαρχικὸ ὕφος δὲν εἶναι κατηγορίες φυσικὲς ἢ αἰσθητικές, δὲν χαρακτηρίζουν, δηλαδή, φυσικὰ ἢ γεωγρα­φι­κὰ μεγέθη οὔτε ἐπίσης καλλιτεχνικὲς ἢ λογοτεχνικὲς τεχνοτροπίες ἢ ρυθμούς. Εἶναι κατηγορίες ὀντολογικές, ποὺ ἀναφέρονται σὲ οἰ­κουμε­νικὲς ἱστορικὲς καὶ ὑπαρξιακὲς πραγματικότητες, ὅπως εἶναι ἡ σχέση κτιστοῦ καὶ ἄκτιστου, ἡ εὐχαριστιακὴ μεταμόρφωση τῆς Οἰκουμένης στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀναφορά της στὴν αἰωνιότητα καὶ στὴν Τριαδικὴ κοινωνία. Κυρίαρχο, συνεπῶς, στοιχεῖο τοῦ Πατριαρχικοῦ ὕφους εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο βιώνεται ἡ λειτουργικὴ πράξη καὶ ἰδίως ἡ θεία εὐχα­ριστία. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῶν αἰσθή­σεων ἢ ἡ συναισθηματικὴ ὑποβολή, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ καινούριου κόσμου τῆς χάριτος, τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς προσδοκίας τῶν ἐσχάτων.
Ἡ διάσταση αὐτὴ τῆς λειτουργικῆς πράξης διατυπώνεται ἐμπνευ­σμένα στὴν Πατριαρχικὴ ἔκδοση, Τυπικὸν Ἐκκλησιαστικὸν κατὰ τὸ ὕφος τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, λοιπόν, ὕφος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὑποδειγματικὴ ὀργάνωση ὅλων τῶν ἐπιμέρους στοιχείων ποὺ συνθέτουν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ συνάξεις καὶ ποὺ συνάπτουν τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τῆς καθολικότητας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῶν ἐσχάτων.
Ἔτσι, τὸ Πατριαρχικὸ ὕφος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως διαποτίζει σειρὰ ὁλόκληρη ἐκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων διαθέ­τοντας ἕναν ἰσχυρότατο πολιτισμικὸ πυρήνα, ποὺ διαμορφώνεται στὴ βάση ποικίλων ἐκφράσεων καὶ διατυπώσεων τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τέχνης, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ ναοδομία, ἡ λειτουργικὴ θεολογία, τὰ ἱερὰ ἀνα­γνώ­­σματα, ὁ ζωγράφος καὶ ὁ μουσικὸς λόγος, ὁ σκηνικὸς διάκοσμος τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ, τὰ ἄμφια, ἡ μικροτεχνία, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ χοροί, τὰ λειτουργικὰ σκεύη, οἱ λιτανεῖες, ἡ κινησιολογία, οἱ κηραψίες, τὰ θυμιάματα κ.ἄ.
Στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοση, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, «ἔκειτο χαμαὶ ὁ θρόνος τῆς Ἐκκλησίας». Στὴν ἴδια βάση κινεῖται καὶ ἡ Ἔκθεση τῆς Βασιλείου Τάξεως, ποὺ κατέγραψε ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος. Ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τῶν μεγαλοπρεπῶν αὐτῶν ἑορταστικῶν συνάξεων συνάγεται ὅτι τὸ βυζαντινὸ κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶχαν ἀποστολὴ ἐξόχως οἰκουμενικὴ μὲ σταθεροὺς ὑπερεθνικοὺς θεσμοὺς φιλίας καὶ συνερ­γασίας. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἦταν τὸ ἐπίκεντρο καθιερωμένων λαμ­πρῶν βασιλικῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων, ποὺ προωθοῦσαν ἐμ­φα­νῶς ἕνα εἶδος κοινωνίας τῶν ἐθνῶν, παγκόσμια πρωτοτυπία τοῦ βυζαν­τινοῦ πολιτισμοῦ.
Μὲ τὴν ἴδια προοπτικὴ στὸ Φανάρι σήμερα τὸ Οἰκουμενικὸ Πα­τρι­αρ­χεῖο ἐκπληρώνει τὴ μεγάλη ἀποστολή του διατηρώντας τὶς παραδόσεις τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας στὸν περίλαμπρο καὶ πάνσεπτο Πατριαρχι­κὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ τι­μοῦν ἰδιαί­τερα τὸ τουρκικὸ ἔθνος ἀλλὰ καὶ τὴν παγκόσμια κοινότητα.
Ἀναμφίβολα, στὸ περιβάλλον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τῶν βυ­ζα­ντι­νῶν Ἀνακτόρων γεννᾶται καὶ μεγαλουργεῖ ὁ βυζαντινὸς καὶ μεταβυ­ζαντινὸς μουσικὸς πολιτισμός, ποὺ ἐπηρεάζει βαθύτατα τὶς μου­σικὲς παραδόσεις ὁλόκληρης τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου καὶ τῆς Δύσης.
Εἰδικότερα, τὸ Πατριαρχικὸ ὕφος προσεγγίζεται μετὰ ἀπὸ ἐπίπονη ἄσκηση καὶ ἐκπαίδευση στὴν ἰδιόμορφη καὶ ἰδιότυπη τεχνικὴ τῶν ἐκκλη­σιαστικῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιλέγονται γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἡ ὁλοκληρωμένη, βέβαια, σπουδὴ καὶ ὁ ἐθισμὸς στὸ Πατριαρχικὸ ὕφος πραγματοποιοῦνται μόνο στὸν Πατριαρ­χικὸ Ναὸ μετὰ ἀπὸ τακτικὴ καὶ πολύχρονη θήτευση στοὺς χοροὺς καὶ στὰ μουσικὰ ἐπί­πεδα τῶν χορωδῶν: Κανονάρχης, βοηθός, Α΄-Β΄ δομέστικος, λαμπαδάριος, πρω­τοψάλτης. Ὁ προγραμματισμὸς τῶν μουσικῶν μαθημάτων εἶναι καθο­ρι­σμέ­νος καὶ ἀπαράβατος, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ προσαρ­μογὴ τοῦ Πατριαρ­χικοῦ χορωδοῦ στὸν ἰδιαίτερο τρόπο ἔκφρασης, ποὺ δὲν συνδέεται μὲ τὶς προ­σωπικὲς ἰδιομορφίες τῶν φωνητικῶν ἱκανο­τήτων, ἀλλὰ μὲ τὴν ἱερο­πρέπεια καὶ τὴ σοβαρότητα τῶν ἐκκλησιαστικῶν μελῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ Πατριαρχικὸ ὕφος δεσμεύεται ἀπὸ συγκεκριμένες στάσεις, κινήσεις, σεβισμούς, χρωματισμούς, ρυθμικὲς ἀγω­γὲς καὶ περιο­ρισμοὺς τῶν φω­νητικῶν ἐκτάσεων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κατὰ περίπτωση τήρηση τοῦ λειτουρ­γικοῦ τυ­πικοῦ. Ἀπὸ τοὺς ἀπαράβατους, ἐπίσης, κανόνες τοῦ Πατριαρχικοῦ ψαλ­τικοῦ ὕφους εἶναι ἡ πιστὴ προσαρμογὴ στοὺς τρόπους ἀπόδοσης τῶν λειτουρ­γικῶν μελῶν ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους διδασκάλους.
Τὸ Πατριαρχικὸ ὕφος, ὡστόσο, δὲν ἀποτελεῖ μιὰν ἄκαμπτη πραγματικότητα, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ λειτουργικὸ τυπικὸ τῆς Δύσης. Στὴν Ἀνα­τολή, μὲ ἐπίκεντρο τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὀρθόδοξο βίωμα δια­μορφώνει ἕναν ἔντονο κοσμοπολιτικὸ χαρακτήρα μέσα ἀπὸ ποικίλες το­πικὲς παραδόσεις. Τὰ φαινόμενα αὐτὰ ἐντοπίζονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἀκόμη τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας ὁμιλεῖ γιὰ μιὰ κοινὴ παράδοση προδιαγράφοντας ταυτόχρονα τὴν πολυεθνικότητά της καὶ τοὺς χώρους στοὺς ὁποίους θὰ ἐκδηλωθοῦν πολὺ σύντομα οἱ ποικίλες τάσεις της, ἔνδειξη τῆς ἀρτιότητας καὶ τῆς ζωτικότητάς της. Οἱ τάσεις αὐτὲς θὰ τροφοδοτήσουν στὴ συνέχεια τὶς διάφορες ἐπιχώριες παραδόσεις, ποὺ στὴν περίπτωση τῆς λειτουργικῆς ψαλμωδίας θὰ ἀποκρυσταλλωθοῦν στὸ σχῆ­μα τῶν κατὰ τόπους ἰδιωματισμῶν καὶ ἰδιοτυπικῶν.
Μὲ τὴν ἴδια προο­πτικὴ διαμορφώνονται καὶ οἱ διάφορες κατὰ τόπους λειτουργικὲς παραδόσεις, οἱ ὁποῖες προβάλλουν σὲ ἕνα μεγαλύτερο, συγκε­κριμένο καὶ ἐπί­σημο πιὰ τύπο μιᾶς ἐκτεταμένης περιοχῆς. Ἔτσι, παρουσιάζεται τὸ Τυπικὸ ὡς κωδικοποίηση καὶ πιστοποίηση τῆς εὐταξίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ λει­τουργικοὶ τύποι, συνεπῶς, ἀποτελοῦν ἔνδειξη τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ διάφορες παραλ­λαγὲς ἢ ἰδιώ­ματα τῆς ἑνιαίας παραδόσεώς της, ὅπως λ.χ. ὁ βυζαντινός, ὁ ἀντιο­χειανὸς καὶ ὁ ἀλεξανδρινὸς λειτουργικὸς τύπος. Ἀλληλεπιδράσεις τους μαζὶ μὲ ἄλλα ἐσωτερικὰ κίνητρα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας δημιουρ­γοῦν τὶς παραδόσεις τοῦ ἀσματικοῦ καὶ μοναχικοῦ τυπικοῦ. Εἶναι προφα­νὲς ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ σχήματα ἀκολουθοῦν ἀπὸ κοντὰ καὶ τὴν ἐξέλιξη τοῦ λειτουρ­γικοῦ μέλους.
Τὸ ἀσματικὸ τυπικὸ εἶναι τὸ μεγάλο προνόμιο τῆς Μεγάλης Ἐκ­κλησίας Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸ περίτεχνο σύστημα τῆς ψαλμωδίας του στὴ βάση 68 ἀντιφώνων τῶν ψαλμῶν 140 καὶ 150 σὲ συνδυασμὸ μὲ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ ἐναλλασσομένων ἐφυμνίων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὸ μοναχικὸ τυπικὸ ἀντιτάσσει τὴ διαίρεση τῶν 150 ψαλμῶν τοῦ Ψαλτηρίου σὲ εἴκοσι καθίσματα καὶ ἑξήντα στάσεις. Ἡ ψαλμωδία ἐδῶ περιορίζεται σὲ ἕνα μικρὸ ἀριθμὸ ψαλμῶν, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι διαβάζονται. Οἱ ἐπιπτώσεις τῶν δύο τυπικῶν στὴ λειτουργικὴ παράδοση ἦταν καθοριστικές, ἀσχέτως ἂν τὸ ἀσματικὸ τυπικὸ παραχώρησε τὴ θέση του στὸ μοναχικό, τὸ ὁποῖο ὅμως, μὲ τὴ σειρά του, ἔγινε ἀσματικότερο τοῦ ἀσματικοῦ.
Εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς μὲ ποιὸν τρόπο παγιώνεται ἡ ψαλ­τικὴ παράδοση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ποὺ ἐπηρεάζει ὁριστικὰ ὁλό­κληρη τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Τὰ ἰδιαίτερα, ὅμως, χαρακτηριστικὰ τοῦ λειτουργικοῦ μέλους στὴν Κωνσταντινούπολη ὁριστικοποιοῦνται μὲ τὴ σημειογραφία, ποὺ παίρνει ἀπὸ τοὺς περίφημους μελουργοὺς τῆς Πόλης ἕναν τοπικὸ χαρακτήρα ἐγκεντρίζοντας ἀκόμη καὶ τὴν Ἁγιοπολιτικὴ πράξη τοῦ τυπικοῦ. Ἔτσι, ἡ γενικὴ ἀποδοχὴ τῆς Κωνσταντινουπολιτικῆς ψαλμωδίας καὶ τῶν ἰδιωματισμῶν της, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀποκρυσταλλω­μένοι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰωάννου Μαΐστορος Κουκουζέλη, σὲ σχέση μὲ τὶς ἄλ­λες τοπικὲς παραδόσεις τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Κρήτης καὶ τῆς Κύπρου, εἶναι μιὰ ἁπτὴ πλέον πραγματικότητα, ποὺ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὑστεροβυζαντινὴ χειρόγραφη παράδοση ἀλλὰ καὶ ἐκείνην ὁλόκληρης τῆς ὀθωμανικῆς περιόδου.
Τὸν ιζ΄ καὶ ιη΄ αἰώνα, ὅμως, ἡ ψαλτικὴ πράξη τῆς Κωνσταντινουπόλεως δια­μορφώνει ἀποκλειστικὰ δικά της χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα, ποὺ ἀφο­ροῦν ὅλες τὶς μελωδίες τοῦ ἑορτολογίου. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἐμφανίζεται καὶ ὁ ὅρος ὕφος, ποὺ ἀκολουθεῖ τοὺς τίτλους τῶν συλλογῶν τοῦ Εἱρμο­λογίου, τοῦ Ἀναστασιματαρίου, τοῦ Δοξασταρίου κ.λπ. Προ­φανῶς ὁ ἴδιος τίτλος κατα­χωρεῖται καὶ στὴν Πατριαρχικὴ ἔκδοση τοῦ Τυπικοῦ, ποὺ ἐπιμελήθηκε ὁ Κωνσταντῖνος Πρωτοψάλτης. Τὸ ἰδιαίτερο αὐτὸ γνώρισμα τῆς ψαλτικῆς, τὸ γνωστὸ στὰ κατοπινὰ χρόνια ὡς Πα­τριαρχικὸ ὕφος, ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὴ τεχνικὴ τῶν Πρωτοψαλτῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, σεβαστὴ στὶς κατὰ τόπους ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Συμπερασματικά, τὸ ὕφος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας εἶναι μία εὐρύ­τατη ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια, ποὺ προβάλλει τὴ σημασία τοῦ λειτουργι­κοῦ βιώματος, τῆς εὐχαριστιακῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἐσχατολογικῆς προο­πτι­κῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἰδιαίτερο, δηλαδή, χαρακτηριστικὸ «Μεγάλη» τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως διερμηνεύει μὲ ἔμ­φαση τὸν εἰκονισμὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῶν ἐσχάτων καὶ τὴ συγκεφαλαίωση τοῦ σύμπαντος κόσμου στὸ πρόσωπο τοῦ ἔνσαρκου Λόγου. Τὸ ὕφος, συνεπῶς, τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας εἶναι εὐχαριστιακὸ καὶ δοξολογικό, εἶ­ναι ὁ τρισάγιος ὕμνος ποὺ ἄδεται στὴ ζωοποιὸ Τριάδα ταυτόχρονα ἀπὸ Ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους κατὰ τὴ θεία λειτουργία καὶ ποὺ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποθέσουν κάθε βιοτικὴ μέριμνα γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Βασιλέα τῶν ὅλων.
ΠΗΓΗ:http://melourgia.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου