Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Ο Ὁσιος Χριστόδουλος, ο εν Πάτμῳ (16 Μαρτίου)


 Ο Ὁσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός


OsiosHristodoulos

            Ο Όσιος Χριστόδουλος έζησε κατά τον 11ο αιώνα, ενώ η δράση του εντοπίζεται σε δύο μεγάλα μοναστικά κέντρα της Ανατολής: την Μονή του Στύλου στο Όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας και την Μονή του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Πάτμο της οποίας και υπήρξε ο ιδρυτής.  
Βάσει σειράς εγγράφων της εποχής τα οποία διασώθηκαν στο Αρχείον της Μονής της Πάτμου (εκ των οποίων τρία είναι κείμενα που συνέταξε ο ίδιος ο Όσιος) και, συμπληρωματικά, από τον Βίο και τα εγκώμια τα οποία συντάχθηκαν από  τους κατοπινούς βιογράφους του κατά τον 12ο αιώνα,[1] είναι δυνατόν να εξαχθούν τα γεγονότα του βίου του ως εξής:

Ο Όσιος Χριστόδουλος, κατά κόσμον Ιωάννης, γεννήθηκε (κατά το πρώτο τέταρτο του 11ου αιώνα) στην Νίκαια της Βιθυνίας, από γονείς ευσεβείς, οι οποίοι φρόντισαν από νωρίς για την μόρφωσή του. Σε νεαρή ηλικία « ... ὅθεν καὶ τὸν εἰς Χριστὸν ἐστερνισάμενος ἔρωτα, τὸν μονάδα μᾶλλον ῄρετήσατο βίον· ... καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ...», [2] στράφηκε στα θεία, αναζητώντας καταφύγιο σε μοναστικό κέντρο του Ολύμπου της Βιθυνίας. Εκεί ασκήθηκε στον μοναχισμό και στην συνέχεια μετέβη, ως προσκυνητής στους Αγίους Τόπους, ενώ αποσύρθηκε, σε ηλικία 25 ετών, στην Παλαιστινιακή έρημο όπου εμόνασε για κάποιο διάστημα, ωσότου οι τουρκικές επιδρομές τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη και να εγκατασταθεί στην μονή του Στύλου του όρους Λάτρους της Καρίας.

Εκεί υπέβαλλε τον εαυτό του σε νηστεία και στερήσεις, και σύντομα η βιωτή του τον έκανε να ξεχωρίσει και να αποκτήσει μαθητές. Τον Μάρτιο του 1079 από την θέση του ηγουμένου [3] της Μονής του Στύλου όρισε αντικαταστάτες του στην διοίκησή της και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσει διάφορα ζητήματα και απαιτήσεις κατά του ιδίου και της Μονής. Στην συνέχεια και μετά από σχετική υπόμνηση την οποία υπέβαλε ως διάβημα προς τον Πατριάρχη [4], δικαιώθηκε [5] και ανέλαβε «του παντός όρους  αρχιμανδρίτης», ενώ του απονεμήθηκε και ο τίτλος του «πρώτου» του όρους Λάτρος.
Από την υπόμνηση αυτή εξάγεται ότι πιθανότατα ανέλαβε την διοίκηση της μονής του Στύλου το 1076, ενώ φαίνεται ότι έπαψε, ορίζοντας αντικαταστάτες, να ασκεί αυτοπροσώπως την ηγουμενία. [6]
Εκτός αυτών από την ίδια υπόμνηση πληροφορούμαστε ότι ο Όσιος με την μετάβασή του στην Κωνσταντινούπολη έτυχε μεν ευνοϊκής ακροάσεως εκ μέρους του Πατριάρχη, ζήτησε δε απαλλακτικό έγγραφο για τις εναντίον του κατηγορίες, αλλά επειδή ο χρόνος περνούσε χωρίς να λαμβάνει την αθωωτική λύση, υπέβαλε μία πρώτη υπόμνηση η οποία δεν διασώθηκε. Έλαβε τότε την λύση του Πατριάρχη (δεν σώζεται επίσης), η οποία όμως δεν ήταν απαλλακτική εφόσον ανέφερε ότι μόνο εάν ο Όσιος κατέβαλλε το χρηματικό ποσό που έλειπε θα δινόταν οριστικά αθωωτική απάντηση. Τότε ο Όσιος συνέταξε την παρούσα (και δεύτερη υπόμνηση).
Με αυτήν (και άλλα ίσως διαβήματα) πέτυχε να εκδοθεί , μετά το 1079, από τον Πατριάρχη Κοσμά (†1081) απαλλακτικό υπόμνημα, από τον δε Πατριάρχη Ευστράτιο (1081-1084)  απαλλακτικό συνοδικό σημείωμα.
Τα δύο αυτά έγγραφα δεν σώζονται: μνημονεύονται όμως στο πατριαρχικό έγγραφο του Νικολάου Γ΄ (1085-1111) το οποίο επελύθηκε το 1087.
Σε αυτό ο Πατριάρχης Νικόλαος εξαίρει την πολιτεία του Οσίου Χριστοδούλου και τους αγώνες του στην μονή του Στύλου και κυρήσσει τον Όσιο ανώτερον πάσης κατηγορίας ενώ τον απαλλάσσει πλέον οριστικά από κάθε οικονομική υποχρέωση ή εκκρεμότητα [7].

Το έτος 1079 με την ραγδαία επέλαση και την εμφάνιση των Τούρκων προ του Λάτρους [8] και λόγω των δύσκολων καταστάσεων τις οποίες αντιμετώπισε κατά την θητεία του στο Λάτρος (και χωρίς την απαλλακτική έως τότε απάντηση), ο Όσιος Χριστόδουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την μονή και να καταφύγει, μαζί με άλλους μοναχούς, στην Στρόβιλο [9], παραθαλάσσια πόλη της μικρασιατικής ακτής.
Στην Ὑποτύπωσὴ  του αναγράφονται τα εξής: «καὶ εἰς Στρόβιλον ἦλθον, πόλιν παραθαλασσίαν, τὴν τῶν βαρβάρων ὡσανεὶ ἐκκλίνων ἀπήνειαν, ἔχων ἐφεπομένους μοι καὶ ἐνίους τῶν ἀδελφῶν [...] καὶ οὺδὲ ἐνταῦθα ποσῶς ἠρεμήσαμεν, τῷ φόβῳ τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου πολιορκούμενοι. Ἐκεῖσε δ’ οὖν ἐντυχὼν ἡμῖν ἀνὴρ εὐλαβὴς καὶ κατὰ τὸ γένος περίβλεπτος [...], θεοφιλὴς τὸν τρόπον [...], μοναχὸς τὸ σχῆμα, τὴν κλήσιν Ἀρσένιος, τὴν ἐπωνυμίαν Σκηνούριος, ὅλος ἐγεγόνει τῆς θεραπείας τῆς ἡμετέρας ...» [10].
Εκεί ο γνώριμός του Αρσένιος Σκηνούρης τον υποδέχθηκε και του ανέθεσε την διοίκηση της μονής την οποία είχε ιδρύσει [11], αλλά εξ αιτίας της συνεχούς προελάσεως των Τούρκων αναχωρεί και πάλι και κατόπιν υποδείξεως του Αρσενίου  πηγαίνει στην νήσο Κω, αναζητώντας στις κτήσεις του Σκηνούρη [12] κατάλληλο χώρο για την ανέγερση μονής. Εκεί πράγματι, σε κτήματα τα οποία του παραχώρησε ο Αρσένιος, ο οποίος αναχώρησε ξαφνικά και «ἀμεταστρεπτί» για τα Ιεροσόλυμα [13], ο Όσιος Χριστόδουλος ίδρυσε την μονή της Θεοτόκου, της επιλεγομένης «των Καστριανῶν».
Ο χρόνος παραμονής του στην Στρόβιλο ήταν μικρός και επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι στην βιογραφία του Οσίου από τον Ιωάννη Ρόδου, ο οποίος είναι ο πλέον αξιόπιστος, δεν αναφέρεται τίποτα για αυτό, εφόσον την θεωρεί άνευ σημασίας.

Το διάστημα παραμονής του στην Κώ πραγματεύονται η Ὑποτύπωσις, κυρίως ο Κωδίκελλος  [14] καθώς και ο Βίος του Οσίου από τον Ιωάννη Ρόδου.
Όπως αναφέρει ο ίδιος στὴν Ὑποτύπωσὴ  του, διεκπαιρεώθηκε από την Στρόβιλο στην Κω, με σύσταση του Αρσενίου, επιθεώρησε τις κτήσεις του και επέλεξε ως κατάλληλη θέση για την ανέγερση μονής, τον λόφο Πηλίον  [15].
Στην έγερση της μονής είχε υποσχεθεί να βοηθήσει ο Σκηνούρης ο οποίος όμως ανεχώρησε αιφνιδίως για τα Ιεροσόλυμα. Ο Όσιος έφερε εις πέρας το έργο: «ναὸν ἐκ βάθρων ἐδειμάμην καὶ εἰς τέλος ἀπήρτισα, περικαλλῆ τε καὶ ὡραιότατον, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος». Γύρω δε από τον ναό ύψωσε περίβολο και οικοδόμησε κελλιά.
Στην μονή άρχισαν να συρρέουν μοναχοί αλλά και αφιερώματα των κατοίκων του νησιού, όχι μόνο κινητά αλλά και ακίνητα, τα οποία προσθέτονταν στις κτήσεις του Σκηνούρη, οι οποίες είχαν περιέλθει στην μονή. Ο ίδιος ο Όσιος φρόντισε να κατοχυρώσει την ιδιοκτησία αυτήν με αυτοκρατορικά έγγραφα. Με το πιττάκιον του Νικηφόρου του Βοτανειάτου [16] (Μάρτιος 1080), κατοχύρωσε δύο «τοπία»: το Καστέλλιον ή Καστριανόν  και του Πηλέ (εξαρχαϊσμένο στην Ὑποτύπωσιν ως «Πηλίον»), ενώ με χρυσόβουλλον λόγον του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού [17] (1085), ο οποίος επικυρώνει το προηγούμενο έγγραφο του Νικηφόρου και επαυξάνει τις δωρές, προσφέροντας στον Όσιο φορολογικές απαλλαγές, ενώ ορίζει την μονή «αὐτοδέσποτον».      
Κατά τον χρόνο παραμονής του στην Κω και ενώ οι μονές του Λάτρους ερημώνονταν από την απειλή των Τούρκων, ο Όσιος, που δεν έπαψε από την ασφαλή θέση του να ανησυχεί για την τύχη των μονών, οργάνωσε ειδική αποστολή με σκοπό να περισώσει ό,τι ήταν δυνατόν, ιδιαίτερα τα βιβλία [18]. Κατόπιν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη [19] και παρέδωσε τα βιβλία στον Πατριάρχη Νικόλαο Γ΄. Από αυτά παραδόθηκαν τα τρία τέταρτα προς φύλαξη στην Αγία Σοφία, ενώ το υπόλοιπο ένα τέταρτο «ἐκ τῶν μὴ ἐχόντων κόσμον βιβλίων», δωρήθηκαν από  τον Πατριάρχη στον Όσιο. Το γεγονός αυτό τοποθετείται χρονικά μετά το 1085. [20]
Πέραν τούτου πληροφορούμαστε ότι ο Όσιος Χριστόδουλος επισκεπτόταν συχνά την Κωνσταντινούπολη [21], και είχε,  όπως εξάγεται από τα τέσσερα επίσημα έγγραφα τα οποία «απελύθηκαν» υπέρ του (και ενόσω βρισκόταν στη Κώ),  επαφές με τον Πατριάρχη Νικόλαο Γ’, την μητέρα του αυτοκράτορα Άννα Δαλασηνή, και τον ίδιο τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό.
Αυτήν την εποχή απολύεται το πατριαρχικό γράμμα του Νικολάου Γ΄ (1087), με το οποίο ο Όσιος απαλλάσσεται οριστικά από τις κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί κατά την παραμονή του στη μονή του Στύλου. Πέραν αυτού, καθώς και των δύο αυτοκρατορικών (πιττάκιον Νικηφόρου, χρυσόβουλον Αλέξίου Α΄), για τα οποίο έγινε λόγος νωρίτερα, απολύθηκαν τα εξής:
i) Χρυσόβουλος λόγος του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (Μάιος 1087) [22], με τον οποίο ο αυτοκράτορας δωρίζει στον Όσιο, χάριν της μονής της Θεοτόκου, το νησί Λειψώ και «τινὰ προάστια τῆς Λέρου», τα οποία και απαλλάσσει από φορολογικές υποχρεώσεις, ii) Πιττάκιον τῆς Βασιλομήτορος Άννης της Δαλασσηνής (Ιούνιος 1087) [23], με το οποίο επικυρώνει το προηγούμενο του Αλεξίου, και iii) Πρακτικὸν παραδόσεως των ανωτέρω από τον στρατηγό Ευστάθιο Χαρσιανίτη [24], προνοητοῦ της νήσου Σάμου.
Για να επιτύχει όλα αυτά ο Όσιος Χριστόδουλος προέβηκε ασφαλώς σε πολλά διαβήματα και πιθανότατα παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη για κάποιο χρονικό διάστημα κατά το έτος 1087.
Κατά το επόμενο έτος, πριν τον Απρίλιο του 1088 (οπότε και απολύθηκε το χρυσόβουλλο για την εκχώρηση της Πάτμου), βρέθηκε εκ νέου στην Βασιλεύουσα και έγινε δεκτός από τον Αυτοκράτορα. Η συνάντηση αυτή καταστάθηκε ιστορική χάριν στην περιγραφή της στην Ἀποτύπωσιν, και την οποία επαναλαμβάνουν οι συναξαριστές και οι βιογράφοι του. Ο Όσιος ζήτησε από τον Αλέξιο Α΄ να του παραχωρήσει «μικρόν τι νησίδιον», την Πάτμο. Ο αυτοκράτορας αντιπρότεινε όμως στον Όσιο να αναλάβει την προστασία των μοναχών του όρους Κελλία ή Ζαγορά της Θεσσαλίας, κάτι που όμως παρέμεινε απραγματοποίητο.
Ο Όσιος παίρνοντας εξάλλου την απόφαση να εγκαταλείψει την Κω, την οποία θεωρούσε κοσμική και θορυβώδη πρότεινε την ανταλλαγή των κτημάτων της Μονής της Θεοτόκου (στην Κώ, Λειψώ και Λέρο), ως ανταπόδοση στο δημόσιο, προκειμένου να του εκχωρηθεί η Πάτμος.
Η πρόταση τελικά έγινε αποδεκτή και ο Όσιος Χριστόδουλος έλαβε την Πάτμο δυνάμει του γνωστού χρυσοβούλλου του Απριλίου του 1088.
Στην συνέχεια επέστρεψε πιθανότατα στην Κώ, για να παραλάβει τους συντρόφους του και να μεταβεί στον νέο τόπο διαμονής [25].

Για το χρονικό διάστημα το οποίο παρέμεινε στην Πάτμο, όπου και ίδρυσε την περιώνυμο μονή, οι πηγές, αρχειακές (έγγραφα) και φιλολογικές (Βίος, εγκώμια), είναι πλουσιότατες. Εκτός από τα αγιολογικά του κείμενα, σχετικές μαρτυρίες παρέχουν τα έγγραφα τα οποία σώζονται στο αρχείο της μονής.
Σύμφωνα προς αυτά, ο Όσιος και οι υπ΄ αυτόν μοναχοί, μετά από τις παραπάνω αλλεπάλληλες μετακινήσεις κατέληξαν στο νησί της Πάτμου.
Η Πάτμος θεωρήθηκε κατάλληλη, εφόσον ήταν ένα νησί έρημο και σχετικά ασφαλές, ενώ το γεγονός ότι υπήρξε στο παρελθόν καταφύγιο του ηγαπημένου μαθητή του Χριστού και Ευαγγελιστού Ιωάννη, έλκυσε ιδιαιτέρως τον Όσιο. Για τον λόγο αυτό θεώρησε την Πάτμο ιερότερη και από το όρος Σινά, όπως είναι ανώτερο «τῆς ἐν πλαξὶ νομοθεσίας τὸ Εὐαγγέλιον» [26].
Τις σκέψεις αυτές ανακοίνωσε στον αυτοκράτορα κατά την συνάντηση τους, οπότε και έλαβε τον χρυσόβουλο λόγο με τον οποίο του εκχωρήθηκε η Πάτμος καθώς και η Λειψώ και τα κτήματα στην Λέρο τα οποία προκατείχε.
Γράφει σχετικά στην Ὑποτύπωσιν: «Ἐδωρήθη δὲ μοι διὰ χρυσοβούλλου βασιλικοῦ τὸ τε νησίον ἡ Πάτμος ἐξ ὁλοκλήρου, τῶν δημοσιακῶν δικαίων καθάπαξ ἀποσπασθὲν, καὶ τὰ πλησιάζοντα τούτῳ νησίδια, οἱ Ναρκίοι καὶ ἡ Λειψώ, ἔτι τε καὶ αὐτὰ τὰ ἐν τῇ Λέρνῳ, ἅ καὶ προκατείχον ...» [27].
«Προεπέμφθην -εξακολουθεί αφηγούμενος ο Όσιος- δεξιᾶς ἀπολελαυκώς καὶ βασιλικῆς τῷ ὄντι φιλοφροσύνης. Κατέπλευσα πρὸς τὴν Κῶν ἔχων ἐφεπόμενὸν μοι καὶ ἄνθρωπον τοῦ θεοφρουρήτου βασιλέως ἡμῶν, ᾧ καὶ παραδοὺς ἔγωγε δικαίῳ τοῦ δημοσίου τὰ ἐν Στροβίλῳ καὶ τῇ νήσῳ Κῷ διενεγκότα μοι πάντα ἀκίνητα, παρέλαβον αὐτὸς τὴν νήσον Πάτμον ὁλοκλήρου καὶ τὰ λοιπά».[28]
Με την άφιξή του στην Πάτμο, ο Όσιος, συνάντησε, στην θέση όπου βρίσκεται σήμερα η μονή, έναν «πενιχρὸν εὐκτήριον οἶκον» αφιερωμένο στον ευαγγελιστή, και επιδόθηκε επιδόθηκε με γρήγορους ρυθμούς στην ανέγερση της μονής. Αλλά οι μοναχοί που τον ακολούθησαν άρχισαν να δυσφορούν για την «ερημία» του νησιού και «τῶν τῆς Κῶ χαρίτων ἐμέμνηντο ...».[29] Θεώρησαν το έργο της ανέγερσης μάταιο και δυσχερές, και οι περισσότεροι αποχώρησαν. Συντάσσοντας την Διαθήκην του (Μάρτιος 1093) έγραφε: «...ἐναρξάμενος δὲ πρότερον κ α σ τ έ λ λ ι ο ν καὶ ἀνεβίβασα τοῦτο ὄσον ἠδυνήθην, καταλείψας τοῦτον ἀτελὲς, διὰ τὸ ἀποχωρῆσαί με τῶν ἐκεῖσε, ὡς ἀπὸ τῆς γενομένης ἐπιδρομῆς τῶν ἀθέων Τούρκων» [30].
Ο Όσιος παρέμεινε για τρία περίπου έτη στην Πάτμο και αφού είχε σχεδόν ολοκληρώσει τα κτίσματα της μονής του, εκτός από τον περίβολο που ήταν ημιτελής, υποχρεώθηκε να αποσυρθεί ξανά, φοβούμενος την τουρκική απειλή που επεκτεινόταν στα νησιά, και να μεταβεί μαζί με τους μοναχούς του στον Εύριπο (Εύβοια) όπου και εκοιμήθη το 1093.
Πότε εγκατέλειψε την Πάτμο δεν είναι ακριβώς γνωστό. Πάντως το γεγονός τοποθετείται μετά τον Μάρτιος του 1091 (οπότε και συνέταξε τηνὙποτύπωσιν), και πριν τον Μάρτιο του 1093 (οπότε συνέταξε - στον Εύριπο -  την Διαθήκην και τον Κωδίκελλὸν  του).
Για την παραμονή του στον Εύριπο όπως και για την τελευτή του, πληροφορίες παρέχουν η Διαθήκη, ο Κωδίκελλος, ο Βίος και τα Ἐγκώμια. Μια αξιόλογη πληροφορία δίνει το Ἐγκώμιον του Αθανασίου, στο οποίο αναφέρεται ότι κατά την άφιξη στον Εύριπο, ο τοπικός άρχοντας περιοχής Ευμάθιος Φιλοκάλης, παλαιός γνώριμος του Οσίου, τον υποδέχθηκε και βοήθησε στην εγκατάσταση των μοναχών. Άγνωστο όμως είναι το που ακριβώς εγκαταστάθηκαν και η παράδοση την οποία γνωρίζει ο Ιωάννης Σακκελίων ότι εμόνασε σε σπήλαιο κοντά στην Λίμνη της Ευβοίας [31], δεν είναι εμφανίζεται πουθενά αλλού. Οι πηγές της εποχής μαρτυρούν, ή και επιτρέπουν να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα, ότι ο Όσιος στην Εύβοια δεν αποσύρθηκε σε έρημο ή σπήλαιο: είχε να αντιμετωπίσει τα διαχειριστικά και άλλα παρεμφερή ζητήματα, λόγω της ακίνητης περιουσίας που κατείχε, και τα οποία απαιτούσαν συνεχή επαφή με διοικητικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες καθώς και με εμπόρους και ναυτικούς, εφόσον ο Όσιος είχε να μεριμνήσει και για τα πλοία τα οποία κατείχε στο μεταξύ.
«Ὁ παλαιὸς ἀναχωρητὴς τῆς Παλαιστινιακῆς ἐρήμου, ὁ ἀσκητὴς τοῦ Λάτρους, ὁ ἀκτήμων ὁ περιπλανώμενος ὡς στρουθίον κατὰ τοὺς συναξαριστάς, εἶναι τώρα βεβαρημένος μὲ τὰς βιοτικὰς μέριμνας ...» [32].
Ο χρόνος της τελευτής του Οσίου δεν παραδίδεται ρητώς. Τοποθετείται όμως χρονικά μετά τις 15 Μαρτίου του 1093 (οπόταν συνέταξε τον Κωδίκελλον) και πριν τις 5 Μαρτίου του 1094 (όταν ο Θεοδόσιος, τον οποίον όρισε κληρονόμο ο Όσιος, υπέγραψε το ἔγγραφον ἀποτάξεως[33] των περιουσιακών στοιχείων - μεταξύ αυτών και την διοίκησης της μονής της Πάτμου).
Στὴν διαθήκη του ο Όσιος ορίζοντας γενικό κληρονόμο τον Θεοδόσιο έγραφε: «τὸ πνευματικὸν μου παιδίον, τὸν χαρτουλάριον καὶ πατριαρχικὸν νοτάριον κῦριν Θεοδόσιον» καλώντας τον να έλθει στην Πάτμο, να καρεί μοναχός και να «προΐσταται καὶ ἡγουμενεύῃ, πρωτεύων τῶν ἀδελφῶν πάντων» κ.α. [34]
Τελικώς οι κτήσεις και όσα γενικώς είχε επιτύχει να αποκτήσει ο Όσιος περιήλθαν στην κατοχή των μοναχών της μονής της Πάτμου, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Βίον,  επανήλθαν στην Πάτμο μεταφέροντας το ιερό σκήνωμά του σύμφωνα με την επιθυμία την οποία κατέγραψε ο Όσιος στην Διαθήκην του.
Το ιερό λείψανο, γράφει στον Βίον  ο Ιωάννης Ρόδου «ἄρτιὸν τε καὶ σῶον πρὸς τῷ τοῦ Ἀποστόλου [του Ευαγγελιστού Ιωάννου] τεθειμένον νεῷ, θαυμάτων πηγὰς ἀναβλύζει» [35]. Ἐκτοτε δεν έπαυσε να θαυματουργεί, όπως ιστορούν τα αγιολογικά κείμενα (τα οποία αναφέρονται στην συνέχεια), να προστατεύει την μονή του και να κατατροπώνει τους εχθρούς.
 Αποτέλεσμα εικόνας για Το Λείψανο τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου


Αγιολογικά κείμενα  - Πηγές  [36]


1.     Τά συνταχθέντα υπό του Οσίου Χριστοδούλου:

α. Η Ὑποτύπωσις‧  (Μάϊος 1091). Περιέχει σειρά κανόνων μοναχικής διαβιώσεως τις οποίες συνέταξε ο Όσιος καθώς και πλήθος αυτοβιογραφικές πληροφορίες για τον ίδιο.
Το κείμενο αυτό διασώζεται σε τέσσερα χειρόγραφα. Από αυτά το αρχαιότερο ανάγεται στον 12ο αι. και παραδίδει το κείμενο στο πρωτότυπο. Τα υπόλοιπα τρία είναι πολύ μεταγενέστερα και περιέχουν το κείμενο σε ελεύθερη παράφραση [37].
  i. Κῶδιξ Πάτμου 267. 12ος αι [38].
 ii. Κῶδιξ Πάτμου 556. 16ος αι [39].
iii. Κῶδιξ μονῆς Ἐσφιγμένου 128  [40].
iv. Κῶδιξ Πατμιάδος 56 (μαθηματάριον).

β. Η Διαθήκη‧  (10 Μαρτίου 1093). Συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Όσιο λίγο πριν τον θάνατό του. Ακολούθησε συμπληρωματικά λίγες ημέρες αργότερα ο Κωδίκελλος.
Διασώζεται το πρωτότυπο και δύο σύγχρονα σχεδόν του πρωτοτύπου αντίγραφα [41].
  i. Πρωτότυπο: Αρχείον Πάτμου, εκκλ. έγγραφα, αρ. 2 . Ειλητάριο, φέρει την υπογραφή του Οσίου [42].
 ii. Αντίγραφο: Αρχείον Πάτμου, εκκλ. έγγραφα, αρ. 4 . Ειλητάριο, σύγχρονο σχεδόν του πρωτοτύπου [43].
iii. Τμήμα του κειμένου: περιέχεται στο κείμενο της ἀποτάξεως  του Θεοδοσίου (1094) [44].

γ. Ο Κωδίκελλος‧  (15 Μαρτίου 1093).
Διασώζεται το πρωτότυπο και ένα σύγχρονο σχεδόν του πρωτοτύπου αντίγραφο [45].
  i. Πρωτότυπο: Αρχείον Πάτμου, εκκλ.έγγραφα, αρ. 3. Ειλητάριο, φέρει την υπογραφή του Οσίου [46].
 ii. Αντίγραφο: Αρχείον Πάτμου, εκκλ. έγγραφα, αρ. 5. Ειλητάριο, σχεδόν σύγχρονο του πρωτοτύπου [47].

2.     Τά συνταχθέντα μετά τον θάνατό του, τα οποία αποτελούν και τα καθαυτό αγιολογικά κείμενα [48].

α. Βίος καὶ Πολιτεία του Οσίου Χριστοδούλου, από τον Ιωάννη Μητροπολίτη Ρόδου . Πιθανότατα συντάχθηκε στους χρόνους της βασιλείας του Ιωάννου Κομνηνού, και στο διάστημα 1118-1143, από κάποιον Ιωάννη Μητροπολίτη Ρόδου, ο οποίος ίσως προϋπήρξε αδελφός της μονής Πάτμου [49].
Παραδίδεται σε εννέα χειρόγραφα από τα οποία τα δύο περιέχουν το κείμενο στο πρωτότυπο:
  i. Κῶδιξ Πάτμου 179.  Τέλη 12ου – αρχές 13ου  αι [50].
 ii. Κῶδιξ Πάτμου 871.  Τέλη 18ου αι [51].
Από τα υπόλοιπα: δύο περιέχουν δημώδη διασκευή του 16ου-17ου αι. και τα άλλα τρία σε δημώδη των 18ου, 19ου αι.
iii. Κῶδιξ Πάτμου 840.  Τέλη 16ου – αρχές 17ου αι.  [52].
iv. Κῶδιξ Πάτμου 842.  Τέλη 16ου – αρχές 17ου αι.  [53].
 v. Κῶδιξ μονῆς Καρακάλλου 89.  18ος αι. [sirca]  [54].
vi. Κῶδιξ Βυζαντινού Μουσείου 31.  Ἐτους 1728.  [55].
          vii. Κῶδιξ Πάτμου 842.  Τέλη 16ου – αρχές 17ου αι.  [56].

β. Ἐγκώμιον στην ανακομιδή των λειψάνων του, από τον Ἀθανάσιο, πατριάρχη Αλεξανδρείας. Συντάχθηκε πιθανότατα μεταξύ των ετών 1143-1156, κυρίως με βάση τον Βίου του Οσίου, από τον Πατριάρχη Αντιοχείας Αθανάσιο (1156-1170), πιθανόν ενόσω ήταν μοναχός της μονής Πάτμου, αλλά ετοιμαζόμενος ήδη να αναχωρήσει από αυτήν [57].
Το κείμενο διασώζουν δύο χειρόγραφα, κατά το πρωτότυπο.
  i. Κῶδιξ Πάτμου 179.  Τέλη 12ου – αρχές 13ου  αι [58].
 ii. Κῶδιξ Πάτμου 871.  Τέλη 18ου αι [59].

γ. Ἐγκώμιον και διήγησις θαυμάτων, από τον Θεοδόσιο μοναχό τον Βυζάντιο. Συντάχθηκε πιθανότατα μετά το έτος 1191, στην Πάτμο, από τον Βυζάντιο ή Κωνσταντινοπολίτη μοναχό Θεοδόσιο Γουδέλη, μοναχό της μονής Πάτμου (επί ημερών του Λεοντίου πατριάρχου Ιεροσολύμων), ο οποίος ιστορεί τα θαύματα του Οσίου από προσωπικές αναμνήσεις τις οποίες συμπληρώνει ίσως από προφορικές μαρτυρίες των συγχρόνων του [60].
Το κείμενο διασώζουν δύο χειρόγραφα, κατά το πρωτότυπο.
  i. Κῶδιξ Πάτμου 179.  Τέλη 12ου – αρχές 13ου  αι [61].
 ii. Κῶδιξ Πάτμου 871.  Τέλη 18ου αι [62].

δ. Διήγησις θαύματος,  από άγνωστο συγγραφέα.
Το κείμενο διασώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο, τον κώδικα Πάτμου 372  [63]. Συντάχθηκε προφανώς από μοναχό της μονής Πάτμου, περί το 1280, και ιστορεί το γεγονός της αρπαγής από Λατίνους τεμαχίου του ιερού σκηνώματος και την θαυματουργική επέμβαση του Οσίου, επί ηγουμενίας Γερμανού (1256-1280).



Εορτολόγιο


Ο εορτασμός της μνήμης της ανακομιδής των λειψάνων του Οσίου γίνεται την 21η Οκτωβρίου, ενώ της μνήμης της τελευτής του την 16η Μαρτίου.





Έντυπες εκδόσεις της Ακολουθίας και του Βίου του [64]


Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ ἐν τῇ νήσῳ Πάτμῳ ἀσκήσαντος, νῦν πρῶτον τυπωθεῖσα, σπουδῇ μὲν καὶ δαπάνῃ τοῦ Σοφολογιωτάτου Διδασκάλου Κυρίου Ἰακώβου, τοῦ Πατμίου, τοῦ πίκλην, Ἀναστασίου. Προτροπῇ δὲ τοῦ ἐν ἱεροδιδασκάλοις κυρίου Ἐφρραὶμ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν ὅπως διανέμωνται δωρεὰν, παρὰ τῶν ἐν τῇ Μονῇ Οἰκούντων Πατέρων. Conlicenza de superiori, e privilegio, νετίησι, παρ ντωνίω Τζάτ, αψνε΄ [1755]. [65]  
    
Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ ἐν τῇ νήσῳ Πάτμῳ ἀσκήσαντος. Πρῶτον τυπωθεῖσα, σπουδῇ μὲν καὶ δαπάνῃ τοῦ Σοφολογιωτάτου Διδασκάλου Κυρίου Ἰακώβου, τοῦ Πατμίου, τοῦ πίκλην, Ἀναστασίου. Ἐν Βενετίᾳ τῷ 1755. Νῦν τὸ δεύτερον μετατυπωθεῖσα ὑπὸ τῶν αὐταδέλφων Π. καὶ Μ. Καληγᾶ τῶν Πατμίων, ν ρμουπόλει, κ τς τυπογραφίας Γ. Μελισταγος, 1843.

Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ καὶ κτήτορος τῆς ἐν τῇ Νήσῳ Πάτμῳ περιωνύμου Βασιλικῆς καὶ Αὐτοκρατορικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν καὶ τὸ τίμιον αὐτοῦ τεθησαύρισται λείψανον. Ἔκδοσις Τρίτη: προσετέθησαν ὑποτύπωσις αὐτοῦ, ἐν πλάτει βίος, δύο ἐγκώμια καὶ διήγησις θαύματος αὐτοῦ, νῦν πρῶτον ἐκδιδόμενα ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι Κυρίλλου ἱεροδιακόνου Βοΐνη τοῦ ἐκ τῆς αὐτῆς Μονῆς, Ἀθήνησιν, ἐκ τοῦ τυπογραφείου τῶν ἀδελφῶν Περρῆ ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Πανεπιστημίου, ᾳωπδ΄ [1884].

«Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ Θαυματουργοῦ», Δημοσιεύεται στὶς σελίδες 264-287 τοῦ βιβλίου: Μέγας Συναξαριστὴς ἤτοι Χαλκηδὼν τοῦ Νοητοῦ Παραδείσου. Βιβλίον ψυχωφελέστατον μεγάλης συλλογῆς βίων πάντων τῶν ἁγίων τῶν καθ΄ ἅπαντα τὸν Μῆνα Μάρτιον ἑορταζομένων, συλλεχθέντων δαπάνῃ Κωνστ. Χ. Δουκάκη (προσκυνητοῦ) καὶ Ἀντωνίου Στ. Γεωργίου (Μοναχοῦ) ἐκ πολλῶν. Ἐν Ἀθήναις, Τυπογραφεῖον Ἀ. Κολαράκη καὶ Ν. Τριανταφύλλου, 1891.
             Τὸ ἴδιο συμπεριλαμβάνεται ἐπίσης καὶ στὶς σελίδες 79-88 τοῦ βιβλίου: Νέον Λειμωνάριον περιέχον μαρτύρια παλαιὰ καὶ νέα καὶ βίους ὁσίων ἅτινα ἐσυνάχθησαν παρὰ τοῦ ἀοιδήμου Μητροπολίτου ἁγίου Κορίνθου κυρίου Μακαρίου Νοταρᾶ. Ἐν Βενετία, παρὰ Πάνῳ Θεοδοσίου τῷ ἐξ Ἰωαννίνων, 1819. 
 Ἐπίσης στὶς σελίδες 75-87 τοῦ βιβλίου: Νέον Λειμωνάριον περιέχον μαρτύρια παλαιὰ καὶ νέα ... πρῶτον τύποις ἐκδοθὲν ἐν Βενετία τὸ 1819, νῦν δὲ τὸ δεύτερον ἐν Ἀθήναις, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Νικολάου Ρουσοπούλου, 1873. 
    
Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου, τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ καὶ κτήτορος τῆς ἐν τῇ Νήσῳ Πάτμῳ περιωνύμου Βασιλικῆς καὶ Αὐτοκρατορικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν ᾗ καὶ τὸ τίμιον αὐτοῦ τεθησαύρισται λείψανον. Ἔκδοσις Τετάρτη. Ὁ ἐν πλάτει βίος καὶ ἡ ὑποτύπωσις αὐτοῦ εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἡ ἀκολουθία αὐτοῦ ἐν ἐκτάσει. Ὑπὸ Θεοφίλου Γεωργουσάκη, Ἀρχιμανδρίτου ἐκ τῆς αὐτῆς Μονῆς. Ἐν Χανίοις, ἐκ τῶν Καταστημάτων Ν. Κ. Περάκη, 1913.

Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ καὶ κτήτορος τῆς ἐν τῇ Νήσῳ Πάτμῳ περιωνύμου Βασιλικῆς καὶ Αὐτοκρατορικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ἐν ᾗ καὶ τὸ τίμιον αὐτοῦ τεθησαύρισται λείψανον. Νῦν καὶ τὸ πέμπτον ἐκδίδεται παρὰ τῆς Αὐτῆς Ἱερᾶς Μονὴς ὁ ἐν πλάτει βίος καὶ ἡ ὑποτύπωσις αὐτοῦ εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ ἡ ἀκολουθία αὐτοῦ ἐν ἐκτάσει,  Ἐκδοτικὸς Οἶκος Ἀστήρ, Ἀλ.& Ἐ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1957.

Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ Θαυματουργοῦ, τοῦ κτήτορος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Πάτμου, [Ἀθῆναι] 1990.

«Ἀκολουθία τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ Λειψάνου τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ (Ὀκτωβρίου κα΄). Ἀναθεωρηθεῖσα, συμπληρωθεῖσα καὶ ἐπαυξηθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐλαχίστου ἐν Ἐπισκόποις Μητροπολίτου Ρόδου Κυρίλλου, τοὐπίκλην Κογεράκη», Κογεράκη, Λειμωνάριον, σ. 111-150, και «Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ Θαυματουργοῦ (Μαρτίου ιστ΄). Ποιηθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐλαχίστου ἐν Ἐπισκόποις Μητροπολίτου Ρόδου Κυρίλλου, τοὐπίκλην Κογεράκη. Ταύτῃ δὲ προσετέθησαν τέσσερα Προσόμοια ἐν τῷ Μεγάλῳ Ἑσπερινῷ, τέσσαρα Ἰδιόμελα ἐν τῇ Λιτῇ μετὰ τοῦ Δοξαστικοῦ αὐτῶν, Ἀπολυτίκιον καὶ δύο Ἐξαποστειλάρια, ληφθέντα ἐκ τῆς παλαιᾶς τοῦ Ὁσίου Ἀκολουθίας», Κογεράκη, Λειμωνάριον, σ. 257-278.


[Εκτός των παραπάνω, τα οποία περιέχουν αμιγώς τα Αγιολογικά κείμενα του Οσίου και την Ακολουθία του, παρουσιάζονται τα εξής:]

Ανθούσης, Ἐρημίται τῆς Πάτμου καὶ ἐρημητήρια, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς «Εὐαγγελισμὸς Μητρὸς Ἠγαπημένου», Ἀθῆναι 1988: Β΄ ἔκδοσις: Ἀθῆναι 1991: Γ΄ ἔκδοσις: Ἀθῆναι 1999.

Ἀποστολάκη, Γεωργίου Στ., Οἱ Αὐτοκρατορικὲς δωρεὲς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Πάτμου καὶ ἡ νομικὴ ἀξία τῶν «Χρυσοβούλων Λόγων». Τὸ ἰδιοκτησιακὸ καθεστὼς τῶν δωρηθέντων ἀκινήτων κατὰ τὶς περιόδους τοῦ Βυζαντινοῦ, Ὀθωμανικοῦ, Ἰταλικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ δικαίου. Νομοκανονικὴ Βιβλιοθήκη, ἀρ. 9, Ἐκδόσεις Ἐπέκταση, Κατε-ρίνη 2002.

Βρανούση, Ἔρα, Ἔγγραφα Πάτμου Α΄ - Αὐτοκρατορικά, Ἐθνικὸν Ἵδρυμα Ἐρευνῶν - Ἰνστιτοῦτον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Ἀθναι 1980.

Της ιδίας, Τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου. Ἱδρυτοῦ τῆς ἐν Πάτμῳ Μονῆς. Φιλολογικὴ παράδοσις καὶ ἱστορικαὶ μαρτυρίαι. (Διατριβὴ ἐπὶ διδακτορίᾳ), Αὐτοτελὴ Δημοσιεύματα - Ἀριθ. 2, Δωδεκανησιακὴ Ἱστορικὴ καὶ Λαογραφικὴ Ἑταιρεία., Ἀθῆναι 1966.

Γερολυμάτου, Μαρία, «Σχετικά με τα βυζαντινά Πατριαρχικά έγγραφα της Πάτμου», Bolletino della Badia di Grottaferrata, vol. 1 (2004), σ. 79-91.
Και ανάτυπο, Grottaferrata 2005.

«Chistodoulos: Rule, Testament and Codicil of Christodoulos for the Monastery of St. John the Theologian on Patmos», Στον τόμ. «Byzantine Monastic Foundation Documents». Transtlated by Patricia Karlin-Hayter. Εdited by John Thomas and Angela Constantinides Hero. Dumbarton Oaks, Washington 2000, σ. 564-606.

Dölger, Franz, «Der Kodikellos des Christodoulos in Palermo. Ein bisher unerkannter Typus der byzantinischen Kaiserkunde», Archive für Urkundenforschung, 11 (1929), σ. 1-65.

Euzet, Joseph, PATMOS, Journal de voyage et de séjour suivi dune description géographique et de notices historiques, Gabriel Beauchesne, Paris 1914.

Θεοχάρη, Μαρία Σ., « πρώτη μονὴ τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὴν Κῶ καὶ οἰκισμὸς τοῦ χώρου», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)», Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι 1989, σ. 161-168.

Gautier, Paul, «La date de la mort de Christodoule de Patmos (Mercredi 16 Mars 1093)», Revue des Etudes Byzantines 25 (1967), σ. 235-238.

Καρπαθίου, Ἐμμανουήλ [Μητροπ. Κῶ], « ἐν Κῷ διαλάμψασα Ἱερὰ  Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῶν Καστριανῶν», Δωδεκανησιακὸν Ἀρχεῖον, τόμ. Δ΄ (1963), σ. 107-133: και του ιδίου (στον ίδιο τόμο): «Ἡ ἐν Κῷ πάλαι ποτὲ διαλάμψασα Ἱερὰ  Μονὴ τοῦ Ἄλσους», σ. 133-141. [66]

            Του ιδίου, «Ἡ ἐν Κῷ πάλαι ποτὲ διαλάμψασα Ἱερὰ  Μονὴ τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ», Δωδεκανησιακὸν Ἀρχεῖον, τόμ. Α (1955), σ. 45-56.

Kazhdan, Alexander, «Christodoulos of Patmos», O.D.B., σ. 440-441.

Le Barbier, Edouard, St. Christodoule et la Réforme des couvents Grecs au Xiem siècle, Paris 1863.

Κώτη, Ἅγ. Δωδ/σου, σ. 42-52.

Μακαρίου τοῦ Κορίνθου, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου τοῦ ἐν Πάτμῳ, Ἀθναι 1924 [ά.τυπ.].

Μαλτέζου, Χρῦσας, «Τὰ πλοῖα τῆς Μονῆς Πάτμου (16ος – 17ος αἰώνας)», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «Ἱ. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)», Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθναι 1989, σ. 115-125.
                    
ΜM, Acta, σ. 16-90 κ.α. [βλ. υποσημειώσεις του κειμένου].

Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου, Μαρίας, Ἔγγραφα Πάτμου Β΄ - Δημοσίων Λειτουργῶν, Ἐθνικὸν Ἵδρυμα Ἐρευνῶν - Ἰνστιτοῦτον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Ἀθῆναι 1980.

Της ιδίας, «Τὰ πλοῖα τῆς Μονῆς Πάτμου (11ος - 13ος αἰώνας)», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «Ἱ. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)», Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθναι 1989, σ. 93-114.

Παπαντωνίου, Ἐλπιδοφόρου (ἀρχιμ.), Ἡ συμβολὴ τῆς Μονῆς Καστριανῶν Κῶ στὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου, Ἔνωση Κώων «Ὁ Ἱπποκράτης», Ἀθήνα 1989.

Renaudin, Paul, «Christodule, Higoumene de St. Jean Jean e Patmos (1020-1101)», Revue de l Orient Chrétien,  5 (1900), σ. 215-246.

Σακκελίωνος, Ἰωάννου, «Περὶ τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν προνομίων τῆς νήσου Πάτμου», Εαγγελικς Κήρυξ, 7 (1863), σ. 317-329 και 9 (1865), σ. 130-139.

Στάικου, Κωνσταντίνου, Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου,  Ἀθήνα 1995. [67]

Φλωρεντῆ, Χρυσοστόμου (διάκ.), «Ἕνας ἀνέκδοτος βίος τοῦ Ὁσίου Χριστο-δούλου», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «Ἱ. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)» Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι, 1989, σ. 265-274.

Του ιδίου, Κατάλογος Ἡγουμένων Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Πάτμου, Πάτμος 1997. [68]

Ware, Kallistos, «The Monastic ideal according to St. Christodoulos of Patmos», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)», Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι 1989, σ. 21-35.

Χατζηβασιλείου, Βασιλείου Σ., «Ἀρσένιος Σκηνούρης καὶ Χριστόδουλος ὁ Λατρηνός. Δύο μορφὲς ἀσκητικοῦ ἰδεώδους τοῦ 11ου αἰ.», Πρακτικὰ Διεθνοῦς Συμποσίου «Ἱ. Μονὴ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - 900 χρόνια ἱστορικῆς μαρτυρίας (1088-1988)», Ἑταιρεία Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Μελετῶν, Ἀθναι 1989, σ. 128-136.

Του ιδίου, «Ἡ ἐν Κῷ πάλαι ποτὲ διαλαμψάσασα Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης τῶν Καστριανῶν», Δωδεκανησιακὸν Ἀρχεῖον, 4 (1962), σ. 107-133. [69]



[1] Βρανούση, Ἁγιολογικά, σ. 87.
[2] Φλωρεντῆ, Χρυσοστόμου (διακ.), «Ἕνας ἀνέκδοτος βίος ...», Πρακτικά Διεθνούς συμποσίου με θέμα: Ἱ.Μ. Ἰωάννου του Θεολόγου - 900 χρόνια ιστορικής μαρτυρίας (1088-1988), Ἀθῆναι, 1988, σ. 270.
[3] Βρανούση, ό.π., σ. 90, 92 και ΜΜ, Acta, σ. 16-17. Πρόκειται για το κατά ΜΜ υπ.αρ. 3 έγγρ. του αρχείου της μονής: «Ἔνταλμα γενόμενον παρὰ Χριστοδούλου μοναχοῦ καὶ καθηγουμένου τῆς ἐν τῷ  ὄρει τοῦ Λάτρους μονῆς τοῦ Στύλου καὶ ἐπιδοθὲν Σάββᾳ τῷ τιμιωτάτῳ μοναχῷ καὶ ἐν κυρίῳ πατρὶ ἡμῶν, καὶ Λουκᾷ ... μηνὶ Μαρτίῳ, ἰνδικτιώνος β΄ [=1079]».
[4]  Βρανούση, ό.π, σ. 90, 92, ΜΜ, ό.π., σ. 17-19. Πρόκειται για το κατά ΜΜ υπ.αρ. 4 έγγρ. του αρχείου της μονής, (αχρονολόγητο), στο οποίο ο Όσιος, απολογούμενος, ανασκευάζει κατηγορίες οι οποίες είχαν διατυπωθεί σε σχέση με την οικονομική διαχείριση της εν λόγω μονής ενώ αναφέρει ότι χάθηκαν χρήματα ενόσω είχε αφήσει την ηγουμενία της μονής της οποίας την προστασία μόλις πρό τριών ετών είχε αναλάβει: «ὅτε τὸ κακὸν ἤρξατο τηνικαῦτα ἦμεν καὶ αὐτοὶ τῆς ἁγίας ταύτης μονῆς προηγούμενοι ... ἀλλὰ πρὸ τριῶν ἐτῶν τὴν προστασίαν αὐτῆς ἐνεπιστεύθην...»
[5] Βρανούση, ό.π., σ. 90, ΜΜ, ό.π., σ. 19. Πρόκειται για κείμενο γραμμένο επί το «νῶτον» του προηγουμένου (κατά ΜΜ υπ.αρ.4 έγγρ.), [με πολλές φθορἐς], πιθανώτατα πατριαρχική «λύσις» με απαλλακτική απόφαση υπέρ του Οσίου σε σχέση με τις κατηγορίες που είχε δεχθεί και η οποία αναγράφηκε στο πίσω μέρος του εγγράφου του υπομνήματος.
[6] Βρανούση, ό.π., σ. 92-93 και ΜΜ, ό.π., σ. 23-25. Επιβεβαιώνεται το παρόν με το κατά ΜΜ υπ.αρ. 7 έγγρ. Πρόκειται για αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού το οποίο εκδόθηκε το 1085 [ενόσω ο Όσιος βρισκόταν στην Κω]: αναφέρει δε για τον Όσιο: «...ὁ πρὶν ἐν τῷ ὄρει τοῦ Λάτρου ποιούμενος τὰς διατριβάς ...».
[7] Στάϊκου, Κωνσταντίνου, Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἀθήνα, 1995, σ. 10: Βρανούση, ό.π., σ. 91,96: ΜΜ, Acta, σ. 30-32. Πρόκειται για πληροφορία που εξάγεται από μεταγενέστερο κείμενο: το κατά ΜΜ υπ.αρ. 10 έγγρ. του Αρχείου της Μονής Πάτμου: «Ὑπόμνημα τοῦ Πατριάρχου Νικολάου Γ΄ τοῦ Γραμματικοῦ πρὸς τὸν ὅσιον χριστόδουλον» [=1087].
[8] Βρανούση, ό.π., σ. 93, ΜΜ, ό.π., σ. 19. Πρόκειται το κατά ΜΜ υπ.αρ. 4 (αχρονολόγητο) έγγρ. (βλ.πάνω), στο οποίο ο Όσιος, απολογούμενος, μεταξύ άλλων αναφέρει: «...ἐκορυφώθη τὸ κακὸν καὶ πανταχοῦ ἐπετάσθη τὰ θήρατρα τῶν ἐχθρῶν ... καὶ περὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν οἱ μέλλοντες κινδυνεῦσαι ...».
[9] Για την παραμονή του  εκεί πληροφορίες παρέχονται κυρίως από την Ὑποτύπωσιν του Οσίου. Μεταγγραφή της Ὑποτυπώσεως βλ.:  MM, ό.π., σ. 61-62 (κατά ΜΜ υπ.αρ. 6 έγγρ.): Βοΐνη, Κυρίλλου, Ἀκολουθία Ἱερᾶ τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ ... Ἔκδοσις Τρίτη: ᾗ προσετέθησαν ἡ ὑποτύπωσις αὐτοῦ, ὁ ἐν πλάτει βίος, δύο ἐγκώμια καὶ διήγησις θαύματος αὐτοῦ ... ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι Κυρίλλου ἱεροδιακόνου Βοΐνη τοῦ ἐκ τῆς αὐτῆς Μονῆς. Ἀθήνησιν ... vwpd/ [=1884], σ. 70-73, κ.α. [Το πρωτότυπο σώζεται στο αρχείο της μονής σε άριστη κατάσταση].
[10] Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 70.
[11] Για την μονή του Αρσενίου στην Στρόβιλο δεν παρατίθεται καμία άλλη πληροφορία.
[12] Βρανούση, ό.π., σ. 97, 100: ΜΜ, ό.π., σ. 21-23 (κατά ΜΜ υπ.αρ. 6 έγγρ.): Χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Νικηφόρου του Βοτανειάτου με το οποίο ο αυτοκράτορας χορηγεί στον Αρσένιο ετήσιο χρηματικό εισόδημα και τα ανεγερθέντα από τον ίδιο «κελλία» στο όρος Δίκαιο της Κώ (Οκτώβριος του 1079), με το οποίο επικυρώνονται οι κτήσεις του Σκηνούρη.
[13] Βρανούση, ό.π., σ. 99 (υπ.αρ 1 έγγρ.): «Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἀργότερον διὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ ὥριζε τὸν Ἀρσένιον κύριον καὶ ἐξουσιαστὴν τῆς ἐν Πάτμῳ μονῆς καὶ τῶν κτήσεων αύτῆς. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν δὲν θὰ ἐπέστρεφεν οὗτος ἐξ Ἱεροσολύμων, ὥριζεν ἕτερον διάδοχον αὐτοῦ. Οὐδεμία ἄλλη μνεία περὶ τοῦ Ἀρσενίου μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτοῦ (1079/80) δι’ Ἱεροσόλυμα εἶναι γνωστή».
[14] Τα αγιολογικά κείμενα του Οσίου Χριστοδούλου (για τα οποία γίνεται λόγος πιο κάτω) είναι: τα συνταχθέντα από τον ίδιο: Ὑποτύπωσις, Διαθήκη, Κωδίκελλος, και τα συνταχθέντα από τους κατοπινούς βιογράφους και συναξαριστές του: Βίος (Ιωάννου Ρόδου), Ἐγκώμιον (Ἀθανασίου), Ἐγκώμιον (Θεοδο-σίου).
[15] Το σημερινό Πηλί  της νήσου Κώ.
[16] Βρανούση, ό.π., σ. 100: ΜΜ, ό.π., σ. 63. Δυστυχώς το έγγραφο του Βοτανειάτου δεν σώζεται, μνημονεύεται όμως δις στην Ὑποτύπωσιν καθώς και στο επόμενο έγγραφο, τον χρυσόβουλο λόγο του Αλεξίου Α’ του Κομνηνού (1085).
[17] Βρανούση, ό.π., σ. 101: ΜΜ, ό.π., σ. 23-25 (κατά ΜΜ υπ.αρ. 7 έγγρ.): Χρυσόβουλον του αὐτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1085).
[18] Στάϊκου, Κ., ό.π., σ. 10.
[19] ΜΜ, ό.π., σ. 87.
[20] Εφόσον στον Κωδίκελλο μνημονεύεται ονομαστικά ο Νικόλαος ο οποίος πατριάρχευσε από του 1085. 
[21] Μαρτυρούνται εξάλλου συχνά επισκέψεις καθηγουμένων ή εκπροσώπων μονών στην Κωνσταντινού-πολη, προς επίλυση διαφόρων υποθέσεων.
[22] Βρανούση, ό.π., σ. 101:  ΜΜ, ό.π., σ. 25-28, (κατά ΜΜ υπ.αρ. 9 έγγρ.).
[23] Βρανούση, ό.π., σ.  101-102:  ΜΜ, ό.π., σ. 32-33, (κατά ΜΜ υπ.αρ. 11 έγγρ.).
[24] Βρανούση, ό.π., σ. 102:  ΜΜ, ό.π., σ. 24-44, (κατά ΜΜ υπ.αρ. 12 έγγρ.).
[25] Δημώδεις παραδόσεις της Λέρου αναφέρονται στον Όσιο (η μνήμη του τιμάται ιδιαιτέρως στη νήσο Λέρο) και παραδίδουν ότι πριν εγκατασταθεί στην Πάτμο παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην Λέρο. Είναι μεν αυτονόητο ότι ο Όσιος θα επισκεπτόταν την Λέρο λόγω των εκεί κτήσεών του, δεν σώζεται όμως καμία γραπτή πηγή η οποία να επιβεβαιώνει την παράδοση αυτή.
[26] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, ό.π., σ. 64: Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 75.
[27] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, ό.π., σ. 65: Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 76.
[28] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, ό.π., σ. 66: Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 77. Ο άνθρωπος του βασιλέως, που συνόδευσε τον Όσιο, ίσως ήταν ο «αναγραφεύς» των Κυκλάδων Νικόλαος Τζάντζης, ο οποίος τον Αύγουστο του ίδιου έτους (1088) συνέταξε το πρακτικὸν  της παραδόσεως της Πάτμου στον Όσιο.Κατά το πρακτικὸν αυτό η Πάτμος ήταν «ἄνικμος καὶ ξηρά». Σημειώνει ο αναγραφέας: «δένδρον οἱονδήποτε οὐδὲ μικρὸν τι ἐν αὐτὴ εἴδομεν» και  προσθέτει ότι βρήκε το νησί παντελώς έρημο: «οὐδὲ μίαν καὶ μόνην οἰκίαν συνισταμένην τὸ σύνολον» (βλ. MM, ό.π., σ. 57).
[29] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, Acta, σ. 66: Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 82.
[30] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, Acta, σ. 67: Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 83.
[31] Πρόλογος του Ι. Σακκελίωνος στην έκδοση Βοΐνη (Βοΐνη, Κ., ό.π., σ. 151-152).
[32] Βρανούση, ό.π., σ. 122.
[33] ΜΜ, Acta, σ. 90-94 (κατά ΜΜ υπ.αρ. 210 έγγρ.).
[34] Ὑποτύπωσις:  ΜΜ, Acta, σ.  82.
[35] Βίος: Βοῒνη, Κ., ό.π., σ. 131.
[36] Τα συνταχθέντα υπό του Οσίου περιλαμβάνονται στα: MM, Acta, τόμ. 6, και στην έκδοση της Ακολουθίας του Βοΐνη, Κ., η οποία (όπως ήδη αναφέρθηκε) περιέχει επιπλέον τον Βίο και τα Εγκώμια (βλ. «Ἔντυπες ἐκδόσεις τῆς ακολουθίας και του βίου» του Οσίου κατωτέρω).
[37] Το κείμενο της Ὑποτυπώσεως ἔχει δημοσιευτεί σε όλες τις εκδόσεις που περιέχουν την ακολουθία του Οσίου και αλλού. Βλ. Βιβλιογραφία.
[38] Σακκελίωνος, Πατμ. Βιβλ., σ.  137, αρ. sxz΄΄ [=267].
[39] Σακκελίωνος, ό.π.., σ. 236, αρ. fn$΄ [=556].
[40] Στην αρχή του χειρογράφου αυτού περιέχεται το κείμενο με τις «Περιόδους» του Ιωάννου του Θεολόγου κατά τον Πρόχορο. Πρβλ. Λάμπρου, Σ., Κατάλογος ἐν ταῖς βιβλιοθήκες τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἑλληνικῶν κωδίκων, Κανταβριγία Ἀγγλίας 1895, τόμ. Α΄, σ. 185.
[41] Η Διαθήκη δημοσιεύτηκε αρχικά στον 6ο τόμο των ΜΜ (σε ένα ενιαιο κείμενο μαζί με τον Κωδίκελλον). Βλ. Βιβλιογραφία.
[42] Φλωρίδου, Ἀπογραφή, σ.  18, αρ. εγγρ. 2.
[43] Φλωρίδου, ό.π., σ.  18, αρ. εγγρ. 4.
[44] Έγινε λόγος προηγουμένως (ΜΜ, ό.π., σ. 90-91, κατά ΜΜ υπ. αρ. 21 έγγρ.).
[45] Η Διαθήκη δημοσιεύτηκε αρχικά στον 6ο τόμο των ΜΜ (σε ένα ενιαιο κείμενο μαζί με τον Κωδίκελλον). Βλ. Βιβλιογραφία.
[46] Φλωρίδου, ό.π., σ. 18, αρ. 3.
[47] Φλωρίδου, ό.π, σ. 18, αρ. 5.
[48] Τα περισσότερα χειρόγραφα τα οποία παρουσιάζονται στην συνέχεια περιέχουν και τα τέσσερα αυτά κείμενα.
[49]  Βρανούση, ό.π., σ. 55.
[50] Σακκελίωνος, ό.π.., σ. 99-101, αρ. roq΄ [=179]. Μεγάλη ομοιότητα προς τον γραφικό χαρακτήρα του γραφέα παρουσιάζει η προσθήκη στο κυρίως σώμα του πατμιακού κώδικα 242 (12ος αι.), η οποία περιέχει συνοπτικό βίο του Οσίου με μορφή συναξαρίου (βλ. Φλωρεντή, Χρυσοστόμου (διακ.), Ἕνας ἀνέκδοτος βίος ... , σ. 265.
[51] Καλλιμάχου, Πατμ. Βιβλ.Συμπλ., σ. 217-218, αρ. woa΄ [=871]. Ο κώδιξ αυτός αντιγράφηκε διά χειρός Μακαρίου Κορίνθου του Νοταρά (σύμφωνα και προς το σημείωμα στο τελευταίο φύλλο).
[52] Καλλιμάχου, ό.π., σ. 156-159, αρ. wm΄ [=840].
[53] Καλλιμάχου, ό.π., σ. 156-159, αρ. wmb΄ [=842].
[54] Λάμπρου, Σ., Κατάλογος ἐν ταῖς βιβλιοθήκες τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἑλληνικῶν κωδίκων, Κανταβριγία Ἀγγλίας 1895, τόμ. Α΄, σ. 148.
[55] Βέη, Ν., «Κατάλογος τῶν χειρογράφων κωδίκων τῆς Χριστιαν. Ἀρχαιολ. Ἑταιρίας Ἀθηνῶν», Δελτίον Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας  6 (1906), 79-80, αρ. 31.
[56] Καλλιμάχου, ό.π., σ. 226-227, αρ. opa΄ [=881].
[57] Βρανούση, ό.π., σ. 62.
[58] Αυτόθι,
[59] Αυτόθι.
[60] Βρανούση, ό.π., σ. 77.
[61] Αυτόθι.
[62] Αυτόθι.
[63] Σακκελίωνος, ό.π., σ. 168, αρ. tob΄ [=372].
[64] [Κατά χρονολογική σειρά].

[65] Στις σ. 34-47 του παρόντος περιλαμβάνεται τό υπό Αγαπίου (μοναχοῦ): «Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ θαυματουργοῦ τοῦ ἐν τῇ νήσῳ Πάτμῳ ἀσκήσαντος, ἐν ᾗ τὸ τίμιον αὐτοῦ κατάκειται λείψανον. Συγγραφεὶς παρὰ Ἰωάννου τοῦ πανιεροτάτου (sic) μητροπολίτου Ρόδου, καὶ παρὰ τοῦ μακαριωτάτου Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀντιοχείας καὶ τὰ νῦν νεωστί, ὑπὸ τοῦ ἐν μοναχοῖς ἐλαχίστου Ἀγαπίου μοναχοῦ, μεταφρασθεὶς είς κοινὴν διάλεκτον. Τὸν μὲν οὐράνιον κύκλον, μίαν καὶ μόνην φορὰν ἐστερέωσεν ὁ πάνσοφος δημιουργός».
[66] Περί της ιδρύσεως των εν λόγω Μονών από τον Όσιο Χριστόδουλο.
[67] <Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου του: Βιβλιοθήκη: Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἕως τὴν Ἀναγέννηση. Οἱ πιὸ σημαντικὲς Μοναστηριακὲς καὶ Οὐμανιστικὲς Βιβλιοθῆκες (4000 π.Χ. – 1600 μ.Χ.),  Ἀθήνα 1997.
[68] Ανέκδοτο, υπό μορφήν ηλεκτρονικού αρχείου, εναπόκειται στην Βιβλιοθήκη της Μονής.
[69] Περί της ιδρύσεως της εν λόγω Μονής από τον Όσιο Χριστόδουλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου