Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

"Ὁ Σπερματικός λόγος".


«Ἡ σχέση Πατέρα καὶ Υἱοῦ».

«Ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον
εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει∙ καὶ προσκυνη-
σάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ».
(Ἑβρ. 1,6).

    Ἑρμηνεία
    -Ὅταν δὲ πάλι θὰ ἐπαναφέρει καὶ θὰ εἰσαγάγει στὴν οἰκουμένη ὡς κριτὴν ἔνδοξον τὸν Υἱόν, ὁ ὁποῖος γεν- νήθηκε ἀνάρχως πρὸ πάσης κτίσεως ἀπὸ τὸν Πατέρα θὰ πεῖ «καὶ ἄς προσκυνήσουν αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ»-.

    Οἱ Ἐπιστολές, ποὺ ἔχουν συγκεκριμένο παραλήπτη, διατηροῦν τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν συνηθισμένων ἐπιστολῶν, ποὺ καὶ ἐμεῖς ἀπευθύνουμε σὲ πρόσωπα ἀγαπημένα. Στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ἀπουσιάζουν τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ καὶ ὁ συγγραφέας χωρεῖ κατ’ εὐθεῖαν στὴ μαρτυρία τῆς ἀνωτερότητας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του γίνεται συγκριτικὸς καὶ παρενθετικός, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἀμαυρώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ. Τὸ «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως», ποὺ ἀρχίζει τὸ κεφάλαιο, σημαίνει: σὲ πολλὲς περιστάσεις καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους μίλησε καὶ φανέρωσε ὁ Θεὸς τὸ θέλημά του στοὺς προγόνους μας, διὰ μέσου τῶν Προφητῶν. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων συναντᾶμε τὴν ἴδια ἔννοια, περισσότερο ἁπλοποιημένη «στὶς περασμένες γενιὲς ὁ Θεὸς ἄφησε τοὺς ἐθνικοὺς νὰ βαδίζουν τὸ δρόμο τους, σύμφωνα μὲ τὶς ἀμαρτωλὲς διαθέσεις τῆς καρδιᾶς τους. Ὅμως, δὲν ἄφησε τὸν ἑαυτόν του χωρὶς μαρτυρίες γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς τελειότητάς του». (Πράξ. 14.16-17).
    Ὁ Ἀθηναῖος Ἰουστῖνος, φιλόσοφος καὶ μάρτυρας, τοῦ 2ου αἰῶνα μ.χ., στὸ βιβλίο του «Περὶ τοῦ Σπερματικοῦ Λόγου» ἀναφέρεται στὶς ἀποκαλύψεις τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, στὰ μεγάλα πνεύματα τῶν πρὸ Χριστοῦ ἐποχῶν. Ἐπιβεβαιώνεται, μάλιστα, καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων, οἱ ὁποῖοι κατέγραψαν σκέψεις, δογματικὰ θεολογικές. Ὁ θεὸς Ἀπόλλων, διὰ τοῦ Πλουτάρχου, ὑπογραμμίζει «Ὅσα σχετικὰ μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κοσμιότητα παρακινεῖτε νὰ κάνουν, πρἀττετε καὶ σεῖς. Διότι ἐγὼ προφητεύω κυβερνήτη μὲ τριπλὴ ὑπόσταση σὲ μία. Τοῦ ὁποίου ὁ ἀνείπωτος λόγος θὰ κυοφορηθεῖ σὲ ἀνυποψίαστη κόρη, ὅπως ἀκριβῶς τὸ πυρφόρο τόξο, ἀφοῦ αἰχμαλωτίσει ὅλον γενικὰ τὸν κόσμο, θὰ τὸν προσφέρει ὡς δῶρο στὸν Πατέρα. Μαρία δὲ τὸ ὄνομα αὐτῆς» (Χειρόγραφο τοῦ Σινᾶ, Νο 327, φ. 236 α).
    Ὁ Σόλων, προφητεύει «Οὗτός ἐστιν ἀπὸ οὐρανῶν βεβηκὼς, φλογὸς ὑποβαλὼν ἀθάνατον πῦρ. Ὅν τρέμει οὐρανὸς γῆ τε καὶ θάλασσα, τάρτατοι καὶ βύθιοι δαίμονες, αὐτοπάτωρ τρισὸλβιος». – Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἦλθε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἀφοῦ ὑπέταξε τὸ ἀθάνατο πῦρ τῆς φλόγας. Αὐτὸν τρέμει ὁ οὐρανὸς, ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα, οἱ τάρταροι καὶ οἱ ὑποχθόνιοι δαίμονες, τρισμακάριος ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας-.(Χειρόγραφο Σινᾶ Νο 327β). Ὁ Ἀριστοτέλης, μὲ τὴ σοφία ποὺ τὸν διέκρινε, ὑπογραμμίζει  «Ἀκάματος φύσις Θεοῦ γεννήσεται οὐκ ἔχουσα ἀρχὴν. Ἐξ αὐτοῦ δὲ ὁ πανσθενὴς οὐσιοῦται Λόγος» -Ἀκατάβλητη φύση Θεοῦ θὰ γεννηθεῖ καὶ δὲν ἔχει ἀρχή. Ἀπὸ αὐτὸν λοιπόν ἀποκτᾶ οὐσία ὀ παντοδύναος Λόγος» (Χειρόγραφο Σινᾶ Νο 327, φ. 235). α).Τέλος, ὁ Πλάτων, μὲ τὴ μεταφυσικὴ οὐρανόδρομη πορεία τοῦ νοῦ του, ἀποκαλύπτει «ὁ Παλαιὸς Νέος, καὶ ὁ Νέος ἀρχαῖος, ὁ πατὴρ μόνος (μοναδικός), καὶ ὁ μόνος Πατήρ, τὸ ἕν τρία καὶ τὰ τρία ἕν, ἄσαρκον σαρκικόν, γῆ τέτοκε τὸν οὐράνιον βασιλέα» -ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ Πατέρας, ἔγινε Νέος ἐνῶ ἦταν ἀείποτε ἀρχαῖος. Ὁ Πατέρας μοναδικός, καὶ ὁ Πατέρας ἦταν μοναδικός. Τὸ ἕνα στὴν οὐσία εἶναι πρόσωπα τρία -Πατέρας, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα-, καὶ τὰ τρία εἶναι ἕνα. Ὁ ἄσαρκος Θεὸς ἐμφανίσθηκε στὴ γῆ ὡς σαρκικός. Ἡ γῆ ἔχει γεννήσει τὸν οὐράνιο βασιλέα-.
    Δὲν εἶναι, ὄντως, καταπληκτικὲς καὶ θεόσταλτες οἱ ἐκφράσεις τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων; Μποροῦμε, νομίζουμε, νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν περίπτωση τῆς θεοπνευστίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπαγορεύει στὸν γράφοντα τὴν κατὰ λέξη γραφή. Ἀντίθετα, ἐνισχύει τὸν νοῦ καὶ τὸν προφυλάσσει, ὥστε, ἐπειδὴ ἀναφέρεται στὴν ἔκφραση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδιωμάτων του, νὰ μὴν περιπέσει σὲ δογματικὲς παρεκκλίσεις καὶ ἀλλοιωθεῖ ἡ τάξη τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ προκύψουν στὸ μέλλον δογματικὲς διαφοροποιήσεις.
    Δὲν εἶναι, λοιπόν, μόνο ὁ λόγος καὶ ἡ φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στοὺς προγόνους τοῦ Παύλου, δηλαδὴ στοὺς Ἑβραίους, ὅπου οἱ Προφῆτες ἔγιναν τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ. Σηματοδοτεῖ καὶ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς καθόδου τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ «ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ», ποὺ εἶναι παράλληλο μὲ τὴν προφητεία τοῦ Πλάτωνα: «..τὸ ἕν καὶ τὰ τρία ἕν, ἄσαρκον σαρκικόν, γῆ τέτοκε τὸν οὐράνιον βασιλέα». Καὶ ὁ Παῦλος, μὲ τὴ σειρὰ του ὑπογραμμίζει «ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ». Τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἡμέρες λάλησε σὲ μᾶς, διὰ μέσου τοῦ μονογενοῦς του Υἱοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ Πατέρας κατέστησε κληρονόμο, Κύριο καὶ βασιλέα ὅλης τῆς κτίσεως, οὐρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ: «δι’ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν». Διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα ἔγιναν ἐν χρόνῳ. Εἶναι, λοιπόν, κατὰ τὸν Πλούταρχο, αὐτὸς ποὺ δημιούργησε  «τά τ’ ἐόντα, τὰ τ’ ἐσόμενα, πρὸ τ’ ἐόντα». –δημιούργησε κι  αὐτὰ ποὺ εἶναι, κι  αὐτὰ ποὺ θα εἶναι, καὶ τὰ πρὶν ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι-. «ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ».
    Ὁ λόγος ἐδῶ γίνεται δύσκολος καὶ ὑπομνηματίζει δογματικὰ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴν οὐσία τοῦ Χριστοῦ.-Αὐτὸς εἶναι προαιωνίως ὁλόλαμπρη ἀκτινοβολία τῆς ἀπείρου δόξης τοῦ Πατρός, ἀκριβέστατο καὶ ἀπαράλλακτο καὶ ἐνυπόστατο ἀποτύπωμα τοῦ Πατέρα, τῆς αὐτῆς οὐσίας καὶ ἀπείρου τελειότητας- Ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ προσελήφθη ἀπόλυτα καὶ ὁλοκληρωτικά. Ἔγινε ἄνθρωπος κατὰ πάντα μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόσταση, ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας. Παρέμεινε ὁ μόνος ἀναμάρτητος. Τὸ μυστήριο ἔγκειται στὴν ὑποστατικὴ ἕνωση ἀνθρώπινης καὶ θείας φύσεως. Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ ἐννοήσουμε μάλιστα τὴν ἑνότητα αὐτὴ ὁ Παῦλος, μὲ τὸν λόγο, προσπαθεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὸ γεγονός. Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι προαιώνια ἀκτινοβολία τῆς ὁλόλαμπρης καὶ ἄπειρης δόξας τοῦ Πατέρα. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ προτυπώνεται πάντοτε μὲ τὸ φῶς, τὸ ἔκπαγλο καὶ θεοειδές. Ἀκριβέστερα, ἀκόμη, εἶναι τὸ ἀπαράλλακτο καὶ ἐνυπόστατο ἀποτύπωμα τοῦ Πατέρα, τῆς αὐτῆς οὐσίας καὶ τῆς ἄπειρης τελειότητας. Εἶναι ἴσος μὲ Ἐκεῖνον καὶ ἐδῶ προβάλλει τὸ «ἰσόκυρον καὶ τὸ ἰσοστάσιον» τῶν φύσεων καὶ γίνεται ὁ κοσμοκράτορας καὶ κυβερνήτης τῶν πάντων μὲ τὸν παντοδύναμο λόγο του.
    Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦταν ἡ «κένωση», τὸ ἄδειασμα τῆς θεϊκῆς του ὑποστάσεως, ἀποτέλεσε τὴν ὑλοποίηση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ «πρωτευαγγελίου», ποὺ ἔδωκε μὲ τὴν φυγή τῶν Πρωτοπλάστων ἀπὸ  τὸ Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ὁ Θεός. Ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἐνοχῆς, ποὺ ἀποκαλύπτει αὐτόχρημα τὴν ἁμαρτία, δηλ. τὴν παρακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Δημιουργοῦ, σκεπάστηκε μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς αἰσχύνης, τῆς ντροπῆς. Ἔκτοτε, καλύπτουμε τὴ γύμνια μας, ὄχι γιατὶ τὸ γυμνὸ ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι κακό, ἀλλὰ γιατὶ ἐπιδιώκουμε τὴν ἐπικάλυψη τοῦ κακοῦ, ποὺ δημιουργήσαμε, μὲ τὴ συνεργασία καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ διαβόλου. Τὸ ἀποτέλεσμα, λοιπόν, τῆς ἐνανθρωπή- σεως δὲν ἦταν παρὰ ὁ καθαρισμὸς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Πιὸ συγκεκριμένα, ἡ προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ του πάνω στὸν σταυρό, ἀνύψωσε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν προπτωτική της κατάσταση καὶ ἀποκατηλλάγησαν (συμφιλιώθηκαν), οἱ σχέσεις ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Ὁ Χριστός, στὴ συνέχεια, «ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς». Ὡς υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, διὰ τῆς Ἀναλήψεως, αὐτῆς τῆς μεγαλόπρεπης καὶ μοναδικῆς ἐπενέργειας τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν καὶ ἡ ἐπίσημη ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴ γῆ, συντελέστηκε ἡ «ἐπανεγκατάσταση» στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλειότητας τοῦ Πατέρα καὶ ἔγινε ὁμόθρονος μ’ Αὐτὸν στοὺς οὐρανούς.
    Ὁ Παῦλος ὑπερτονίζει τὴν ἀνωτερότητα τοῦ Χριστοῦ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγγέλους, καὶ τοῦτο γιατὶ ἐπιδιώκει τὴν ἀντίθεσή του πρὸς τοὺς Ἰουδαΐζοντες τῶν Κολοσσῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγαν τὴν ἀγγελολατρία στὴν Ἐκκλησία καὶ δημιούργησαν τεράστιο πρόβλημα σ’ αὐτήν. «τοσούτῳ κρείττων γενόμενος τῶν ἀγγέλων,ὅσο διαφορώτερον παρ’αὐτοὺς κεκληρονόμηκεν ὄνομα». Ἀναδείχθηκε τόσο ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅσο διαφορότερο ἀπὸ αὐτοὺς εἶχε κληρονομήσει ὄνομα. Παράλληλα πρὸς τὸ «Υἱὸς Μονογενὴς», ποὺ ἔλαβε ὁ Κύριος τῶν ἐπουρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων. Τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει στὴ συνέχεια εἶναι ἐνδιαφέρον: Σὲ ποιὸν ποτὲ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπεν ὁ Θεός∙ «σύ εἶσαι υἱός μου, ἐγὼ σήμερα σοῦ ἔδωκα τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου;».
             Ἡ λατρεία τῶν ἀγγέλων διαμορφώθηκε στὴν Ἐκκλησία τῶν Κολοσσῶν καὶ τὸ πληροφορούμεθα ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Κολασσαεῖς, στὸ 2ο κεφάλαιο. Εἰσηγητὲς ἦταν οἱ Ἰουδαΐζοντες ἀλλὰ καὶ οἱ Γνωστικίζοντες μὲ βάση τὴ γνώση, τὸν λόγο τὸν φιλοσοφικό. Τὸ αἰτιολογικὸ τῆς ἀγγελολατρίας ἦταν ἁπλό, ἀλλὰ ἐπικίνδυνο θεολογικά. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀπόμακρος ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα συμβαίνοντα, ἡ προσέγγιση τῶν ἀγγέλων θὰ ἦταν προσφο- ρότερη καὶ ἡ σχέση ἄμεση. Ἡ αἵρεση εἶχε περιεχόμενο  φιλοσοφικὸ καὶ οἱ περισσότερο ζηλωτὲς ἦταν Ἰουδαΐζοντες.
  Εἶχε τάσεις ἀσκητικές, τὶς ὁποῖες ἐνέπνεε ἡ ἀντιπάθεια στὴν ὕλη καὶ ἡ περιφρόνηση πρὸς τὸ σῶμα, τὴ σάρκα. Ἡ ὅλη προσπάθεια τῶν ἀγγελολατρευτῶν ἦταν ἡ προσπάθειά τους νὰ μειώσουν τὸ κῦρος καὶ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκόμη τὴν ἰδιότητά του ὡς μεσίτη ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ. Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῶν περίεργων αὐτῶν ἀνθρώπων, τῶν Ἑβραίων, ἦταν ἡ ὑποβάθμιση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἐκτόπισή του ἀπὸ τὸ κέντρο λατρείας τῆς Ἐκκλησίας.
  Συνεχίζοντας τὴν πολεμικὴ κατὰ τῆς ἀγγελολατρίας ἐρωτᾶ «τίνι γὰρ εἶπὲ ποτε τῶν ἀγγέλων∙ υἱὸς μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε;» Σὲ ποιὸν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπεν ὁ Θεὸς: Ἐσὺ εἶσαι υἱός μου, ἐγὼ σήμερα σοῦ ἔδωκα τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου; Σημαντικὴ ἡ ἐρώτηση καὶ βεβαιωτικὴ τοῦ γεγονότος τῆς ἀναμφισβήτητης ὑπεροχῆς τοῦ Χριστοῦ. Θεὸς καὶ δημιουργός, ἰσόκυρος καὶ ἰσοστάσιος μὲ τὸν Πατέρα, καὶ δημιουργὸς τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν τὸ δημιούργημα νὰ ἔχει ὑπερέχουσα θέση ἀπὸ τὸν Δημιουργό; Συνεχίζει τὴν ἀπολογητική του μὲ λόγο ἀφοπλιστικό «ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγει τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει∙ καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ» (αὐτ.6).Ὅταν, ἐκ νέου θὰ εἰσαγάγει καὶ θὰ ἐπαναφέρει στὴν οἰκουμένη ὡς κριτὴ ἔνδοξο τὸν Υἱόν, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἀνάρχως πρὸ πάσης κτίσεως ἀπὸ τὸν Πατέρα, θὰ πεῖ  «ἄς προσκυνήσουν αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ». Πρόκειται γιὰ τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τὴν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία, ὅπου ὁ Χριστὸς ὡς ἀπόλυτος Κύριος καὶ ἐξουσιαστής θὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους, κατὰ τὰ ἔργα τους. Στὴν ἀπόλυτη κυριότητά του ἀκόμη καὶ οἱ ἄγγελοι θὰ προσκυνήσουν τὴ μεγαλοσύνη τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ εἶναι ὁ ἀπόλυτος Κύριος.
    Ἡ διάκριση, μάλιστα, μεταξὺ τῶν ἀγγέλων καὶ τοῦ Χριστοῦ εἶναι χαρακτηριστική. Γιὰ τοὺς ἀγγέλους εἶναι: «ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα». Ὁ στίχος αὐτὸς εἶναι παρμένος ἀπὸ τὸν (Ψαλ, 103ον στ. 4), καὶ ἐξυμνεῖ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἔλαμψε μὲ τὴ δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου. Ὁ Θεὸς, λοιπόν, εἶναι αὐτός, ποὺ κάνει τοὺς ἀγγέλους του νοερὲς καὶ ἄϋλες ὑπάρξεις, ταχεῖς καὶ λεπτοὺς σὰν τοὺς ἀνέμους καὶ αὐτούς, ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν, ἄϋλους μὲ δραστικὴ ἐνέργεια καὶ φωτεινὴ λαμπρότητα, σὰν τὴν φλόγα τῆς φωτιᾶς. Κ’ ἐμεῖς, τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας «Οἱ τὰ Χερουβίμ, μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσάδοντες..». Καὶ στὸν Υἱό, ἀπευθυνόμενος ἐπιλέγει: «ὁ θρόνος σου, ὁ Θεὸς, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ  αἰῶνος∙ ράβδος εὐθύτητος ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου. ἠγάπησας δικαιο- σύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν∙ διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεὸς σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου». (Ψαλ.44,στ. 7-8).
    Ἡ χρήση τῶν ψαλμικῶν καὶ τῶν προφητικῶν ἐδαφίων ἀποδεικνύει τὴν ἄριστη γνώση τοῦ Παύλου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποδεικτικὴ σημασία τοῦ περιεχομένου τους, ὥστε νὰ στηρίξει τὴν ἀπολογητικὴ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. - Ὤ Θεέ, ὁ βασιλικὸς καὶ ἔνδοξος θρόνος σου μένει ἀσάλευτος στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων∙ τὸ βασιλικὸ σου σκῆπτρο, εἶναι σκῆπτρο καὶ ἐξουσία εὐθύτητας καὶ δικαιοσύνης-. Ὁ ψαλμωδὸς ἐδῶ χρησιμοποιεῖ ἀντικείμενα καὶ ὁρολογίες τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας γιὰ νὰ περιγράψει, πῶς ἀλλιῶς, αὐτὴ τοῦ παντάνακτος Θεοῦ. -Ὤ Θεέ, ἔχεις ἀγαπήσει τὴ δικαιοσύνη καὶ μίσησες πάντοτε τὴν ἀνομία. Ἀκριβῶς, γι’ αὐτό, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας σου (Χριστέ), σὲ ἔχρισε μὲ τὸ Χρῖσμα  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ φέρει ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀσύγκριτα παραπάνω ἀπὸ ὅσο ἔχρισεν ἐκείνους, ποὺ μετέχουν στὸ ἴδιο χρῖσμα μὲ σένα, δηλ. τοὺς προφῆτες, τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς Π. Διαθήκης-. Θυμίζουμε εδῶ, ὅτι ἡ ἐπικύρωση στὸ ὅποιο ἀξίωμα τῆς θρησκευτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τῆς Π. Διαθήκης, γινόταν μὲ τὴν ἐπάληψη τῆς κεφαλῆς μὲ λάδι. Ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ καθαρμοῦ καὶ τοῦ ἐξαγνισμοῦ καὶ γι’ αὐτὸ ὀ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ τὴν ἴδια χρήση.
Ἀνατρέχει ἐκ νέου στὸν ψαλμικὸ πλοῦτο, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ στὸ ἔργο τῆς δημιουργίας (Ψαλ. 101, στ.26-27). - Ἐσὺ Κύριε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας στερέωσες τὴν γῆ πάνω σὲ ἀσφαλὲς θεμέλιο καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἶναι οἱ οὐρανοί. Αὐτοὶ θὰ χαθοῦν ὑπὸ τὴ σημερινή τους μορφὴ καὶ θὰ ἀλλάξουν. Ὅμως, ἐσὺ παραμένεις πάντα αἰώνιος καὶ ἀναλλοίωτος. Τὰ πάντα σὰν ἔνδυμα θὰ παληώσουν καὶ σὰν ἐξωτερικὸ ἔνδυμα θὰ τὰ περιτυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξουν μορφή. Ἐσὺ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη σου δὲν θὰ λάβουν ποτὲ τέλος-. Ἡ παλαιοδιαθηκικὴ γνώση τοῦ Παύλου εἶναι ἐκπληκτική. Ἔτσι, μνημονεύει, στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου ἐκ νέου τοὺς ἀγγέλους, γιὰ νὰ τονίσει τὴν ὑπεροχὴ τοῦ Χριστοῦ. (Ψαλ. 109, στ. 1). - Ἐρωτῶ εὐθέως: σὲ ποιὸν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπε ποτὲ ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας∙ κάθησε στὰ δεξιά μου μέχρις ὅτου βάλω τοὺς ἐχθροὺς σου κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σὰν ὑποπόδιο (μάκτρο), πάνω στὸ ὁποῖο θὰ πατᾶς;-
 Στὸ τέλος ἀναφέρεται στὸ ἔργο τῶν ἀγγέλων, ποὺ εἶναι πνεύματα λειτουργικά, ὑπηρετικά, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κληρονομήσουν τὴ σωτηρία. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μας δημιούργησε εὐχὴ παρακλητικὴ πρὸς «τὸν Φύλακα Ἄγγελο», γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔχει τὸν φύλακα ἄγγελό του καὶ μᾶς προφυλλάσσει ἀπὸ τὶς ὅποιες δυσκολίες τῆς ζωῆς. Δὲν προγνωρίζει τὶς προθέσεις μας, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ὅποια ἀπόφασή μας, ἀλλὰ στέκεται ἀρωγὸς καὶ προστάτης στὴν ὅποια μας παράκληση πρὸς τὸν Δημιουργὸ καὶ Πατέρα μας. Νά, γιατὶ οἱ ἄγγελοι εἶναι πνεύματα ἐξυπηρετικὰ καὶ προστατευτικὰ τῶν ἀνθρώπων. Νά, γιατὶ τὰ ἀγαθὰ πνεύματα εἶναι φύλακες τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀνάγονται στὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔκλεισε τοὺς οὐρανούς, κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν οὐρανό καὶ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ μὲ δόξα καὶ τιμή. Ἄν μπορούσαμε νὰ συλλάβουμε τὴν ὕψιστη τιμή, ποὺ μᾶς ἔδωκε ὁ Θεός! Ἄν εἴχαμε τὴν καλὴ διάθεση νὰ ἀποδεχθοῦμε τὰ δωρήματα, ποὺ μᾶς χάρισε! Πόσο διαφορετικοὶ καὶ θεοτρόποι θὰ εἴμεθα στὴ ζωή μας!

Νικόλαος Δ. Πάσσας Δρ. Θ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΠΑΤΜΙΟ":  Ὁ κ. Νικόλαος Πάσσας, Δρ. Θεολογίας-'Αρχαιολόγος, εῖναι ἀπόφοιτος τῆς Πατμιάδας Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου