Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

«Eκ του κόσμου»



Χρήστος Γιανναράς
Εκκοσμίκευση της Εκκλησίας σημαίνει: να γίνεται η Εκκλησία «κόσμος» - να χάνεται η διαφορά ανάμεσα στις αντιθετικές πραγματικότητες που το Ευαγγέλιο επισημαίνει με τις λέξεις «εκ του κόσμου» / «ουκ εκ του κόσμου».
Ο «κόσμος» θέλει βεβαιότητες, δεν αντέχει τις στην ανασφάλεια της αγνωσίας, το κενό της άγνοιας. Γι’ αυτό και φτιάχνει ιδεολογίες, δόγματα, αρχές, αξίες, νόμους. Στα συμβατικά αυτά κατασκευάσματα επενδύει ο κόσμος την αδήριτη ψυχολογική ανάγκη για σιγουριά και εξουσία. Αν αμφισβητηθούν οι «πεποιθήσεις» του ατόμου κινδυνεύει η αυτοπεποίθησή του, το ψυχολογικό του εγώ. Θωρακίζονται λοιπόν οι πεποιθήσεις με πανοπλία εξουσίας . γίνονται θεσμός, ιεραρχία αξιωμάτων, κώδικας νόμων και εντολών, στολή, μεγαλόστομοι τίτλοι.
Η Εκκλησία είναι στους αντίποδες των εκζητήσεων του κόσμου. Μιλάει για άγνοια «υπερτέραν πάσις γνώσεως». Αναφέρει την Ευχαριστία σε Θεό «απερινόητο, αόρατο, ακατάληπτο». Επαγγέλλεται μια γνώση του θεού που κερδίζεται μόνο με την εμπειρία της σχέσης, της μετοχής, της αγάπης – γνώση που μπορεί να σημανθεί και με έννοιες, αλλά δεν εξαντλείται ποτέ στην κατανόηση των εννοιών. Οι «βεβαιότητες» της Εκκλησίας είναι περισσότερο πίστη-εμπιστοσύνη και καθόλου «επιστημονική»-εξουσιαστική σιγουριά.
Ο κόσμος γνωρίζει, κατανοεί, σκέφτεται, εκφράζεται με βάση τη γλώσσα που μεταγράφει σε σύμβολα τις πληροφορίες των αισθήσεων και της νόησης. Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου, η γλώσσα δεν μπορεί να πει «ά οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Η γλώσσα είναι το γνωστικό όργανο του κόσμου, η αγάπη είναι το γνωστικό όργανο της Εκκλησίας. Δεν είναι άγλωσση η Εκκλησία, απλώς η γλώσσα της υπηρετεί τη σχέση, της χαρά της αγάπης, τη γιορτή της αυταπάρνησης και αυτοπροσφοράς.
Όταν η γλώσσα της Εκκλησίας αυτονομηθεί από το εκκλησιαστικό γεγονός (από τη ζωή ως άθλημα σχέσεων αγαπητικής κοινωνίας) τότε εκκοσμικεύεται, γίνεται γλώσσα των αναγκαιοτήτων του κόσμου τούτου, όχι γλώσσα της ελευθερίας. Γίνεται δόγμα, πεποίθηση, εντολή, νόμος, δηλαδή υλικό για την ψυχολογική θωράκιση και αυτάρκεια του εγώ. Τότε η κατ’ όνομα Εκκλησία χτίζει «νοητά είδωλα», ιδεολογήματα και ψυχολογήματα, ρητορεύει, ζωγραφίζει, οικοδομεί, τραγουδάει ειδωλοποιώντας την συναισθηματική παρηγοριά της θνητότητας. Αντί για σώμα ευχαριστιακό η Εκκλησία γίνεται θεσμός, «επικρατούσα θρησκεία», ιεραρχία εξουσιαστικής ισχύος, συνοδικές επιτροπές, κανονικό Δίκαιο. Μεταβάλλεται σε «κόσμο» η Εκκλησία, εκκοσμικεύεται.
Ο «κόσμος» ψάχνει συνεχώς να βρει τρόπους για να ξεχάσει τον θάνατο, να κάνει ηδονικότερη την εφήμερη επιβίωση του ανθρώπου. Ίσως και θρησκευτικά ηδονικότερη, με παραισθησιογόνα βεβαιοτήτων για αιώνια παράταση του εγώ μετά τον θάνατο – επιβάλλοντας την φυσική επιθυμία ως μεταφυσική πραγματικότητα. Η Εκκλησία προσφέρει μία μόνο πολύ συγκεκριμένη πρακτική (άσκηση) αυταπάρνησης. Όποιος εμπιστεύεται αυτήν την πρακτική μπορεί ίσως να οδηγηθεί προοδευτικά σε αλλαγή του τρόπου της ύπαρξής του: να πάψει να υπάρχει ατομοκεντρικά και να υπάρχει μόνο για να αγαπάει. Μετά βίας η γλώσσα μπορεί να σημάνει ότι τότε ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τις αναγκαιότητες της φύσης (δηλαδή και από τη θνητότητα), γνωρίζει άλλα «μέτρα» υπαρκτικής ελευθερίας, άρρητα.
Όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο, εγγυημένο. Η ασκητική πρακτική είναι μια οδός, όχι μια εξασφάλιση. Ακόμα και με τα μέτρα του «κόσμου», η πρακτική για να μάθει κανείς την γλώσσα της μουσικής, του χορού, των μαθηματικών δεν εγγυάται ποτέ το αποτέλεσμα. Στην Εκκλησία ο άνθρωπος πορεύεται «επ’ ελπίδι», με κυρίως εφόδιο την πίστη. Μαθαίνει να ψηλαφεί τον μανικό έρωτα του Θεού για το πρόσωπο του κάθε ανθρώπου στα χιλιαμύρια δώρα της καθημερινότητας. Και εμπιστεύεται.
Ό, τι είναι αναγκαιότητα της φύσης, απαίτηση αυθυπαρξίας, ορμή αυτασφάλισης, είναι «κόσμος». Ό, τι είναι ελευθερία από τη φύση, αγαπητική παραίτηση από την αυθυπαρξία, εμπιστοσύνη αυτοπαράδοσης, είναι Εκκλησία. Η άγνοια και η προσπάθεια για ατομική δικαίωση, ατομική σωτηρία, ατομική αρετή, κύρος
αγιότητας, αυθεντία δογματικής αλήθειας, είναι «κόσμος», δηλαδή κατάφαση στη θνητότητα, θάνατος. Κάθε συμβιβασμός με τέτοιες ατομοκεντρικές απαιτήσεις μεταβάλλει την Εκκλησία σε «κόσμο», την εκκοσμικεύει.
Φυσική ανάγκη του ανθρώπου είναι οι συναισθηματικές εξάρσεις, οι ευφραντικές συγκινήσεις, οι μυστικιστικές ενοράσεις. Η εκζήτηση «υπερφυσικών» (δηλαδή μαγικών) «σημείων» είναι επίσης δουλειά στην φύση. Κάθε παραχώρηση σε τέτοιες φυσικές αναγκαιότητες «θρησκειοποιεί» βάναυσα την Εκκλησία. Γι’ αυτό και ο Ντοστογιέφσκυ στον «Μέγα Ιεροεξεταστή» τολμάει να διακηρύξει απερίφραστα ότι «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος» είναι οι τρεις δυνάμεις με τις οποίες ο Αντίχριστος κυβερνάει τον κόσμο. «Της φύσεως οι όροι» νικώνται όχι με υπερφυσικές εξουσιαστικές δυνάμεις που ακυρώνουν την ελευθερία του ανθρώπου (δηλαδή τη δυνατότητα της αγάπης) αλλά μόνο με την εγκατάλειψη στη φιλανθρωπία του σταυρωθέντος Θεού.
Η Εκκλησία εκκοσμικεύεται όταν το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος υποκαθιστούν τον ρεαλισμό της ευχαριστιακής σχέσης του ανθρώπου με το Θεό. Η κοινωνία του άρτου και του οίνου απωθείται στον χώρο του «θαύματος», περιορίζεται σε ελάχιστες μέσα σε κάθε χρονιά προσβάσεις στο ποτήριο της Ευχαριστίας. Το κερί και το λάδι παύουν να προσφέρονται ως ευχαριστιακή αναφορά, ηλεκτρικά λαμπιόνια αλλοτριώνουν τη λειτουργική μετοχή σε ψευδαισθητική εντύπωση και διακοσμητικό εύρημα. Η θεολογική – αποκαλυπτική λειτουργία της Εικόνας ακυρώνεται για να φορτιστεί συναισθηματικά (ή ηθικοδιδακτικά) ο χώρος με γλυκερή θρησκευτική ζωγραφική. Αυτοκρατορικοί θρόνοι και αυτοκρατορικές στολές των επισκόπων υπηρετούν τη δαιμονική δύναμη του «κύρους».
Σε κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου , η εκκοσμίκευση αναποδογυρίζει τους όρους και τα κριτήρια του εκκλησιαστικού γεγονότος: Η Εκκλησία τον γάμο σε πραγμάτωση αποκαλυπτική της «κένωσης» του Χριστού, η εκκοσμίκευση επιμένει ότι σκοπός του γάμου είναι η διαιώνιση της φύσης, η δουλεία στη φυσική νομοτέλεια της τεκνογονίας, όχι η κοινωνία των προσώπων, ο θρίαμβος ελευθερίας της αγάπης. Η Εκκλησία δεν ακυρώνει την φύση, μεταβάλλει τον τρόπο υπάρξεως της φύσης, οδηγεί τη φύση να υπηρετεί τη σχέση. Η εκκοσμίκευση αντίθετα δαιμονοποιεί τη φύση, σπιλώνει σαν «ακάθαρτες» ζωτικές λειτουργίες της, εξωραΐζει τη ναρκισσιστική απαίτηση υποταγής της «ύλης» στο «πνεύμα».
Η υποχρεωτική αγαμία των επισκόπων και οι απαγόρευση να επανανυμφευθούν οι έγγαμοι κληρικοί εάν χηρεύουν, είναι επίσης κραυγαλέα συμπτώματα εκκοσμίκευσης, τραγικής αλλοτρίωσης της Εκκλησίας. Η σύγχυση των ορίων ανάμεσα στον κόσμο και στην Εκκλησία δεν επιτρέπει ούτε καν συζήτηση για την επιστροφή στην παράδοση των έγγαμων επισκόπων και στον γάμο κληρικών που χηρεύουν. Θεωρείται «συντηρητική», «γνησίως ορθόδοξη» η εμμονή στην καθαρά κοσμική (της φυσικής θρησκείας) εκδοχή της σεξουαλικότητας σαν μιασμού, ακαθαρσίας και έκπτωσης.
Η Εκκλησία γνωρίζει και εντάσσει στο αθλητικό της άθλημα την οδό του μοναχισμού (της αναχώρησης από τον κόσμο) και το μυστήριο του γάμου. Το μπάσταρδο είδος της «εν τω κόσμω» αγαμίας που εξασφαλίζει το επισκοπικό αξίωμα ως κοσμική καριέρα, δεν μπορεί να έχει σχέση με τον τρόπο της εκκλησιαστική υπάρξεως και ζωής. Είναι αρρωστημένο παράγωγο της εκκοσμίκευσης, γι’ αυτό και ψηλαφούμε καθημερινά την ψυχοπαθολογία που γεννάει, τις διαστροφές, τις ανασφάλειες, τις μονομανίες, την εφιαλτική μοναξιά.
Οι εκκλησιαστικοί «καθηγητές της ερήμου», γνώστες απαράμιλλοι της ανθρώπινης φύσης, έχουν ανατάμει και φωτίσει τη σχέση των σεξουαλικών απωθήσεων με τη δίψα της εξουσίας, με το πάθος (την ανασφάλεια) της φιλαργυρίας, με την εξάρτηση από γυναικώδη «μπιζού» και χρυσοστόλιστες εμφανίσεις. Στην πείρα και σοφία αυτής της κορυφαίας ανθρωπολογίας εκφράζονται τα κριτήρια της Εκκλησίας. Στην σκληρυμένη σήμερα «συντηρητική» πρακτική θριαμβεύει η εκκοσμίκευση.
Ίσως να είναι λάθος όλα τα παραπάνω. Είναι η πείρα και οι σκέψεις ενός δασκάλου, όχι ο καρπός εκκλησιαστικών χαρισμάτων. Αλλά ακόμα κι αν τα απορρίψει η εμπειρία της Εκκλησίας, η πρόκληση κατατίθεται μήπως και βοηθήσει σε εναργέστερη αυτοσυνειδησία.
Ευχαριστίες πολλές στη φίλη της ιστοσελίδας Χριστίνα Α. για την πληκτρολόγηση του κειμένου.
Πρώτη έντυπη δημοσίευση περιοδικό Αναλόγιο, τχ 4, Xειμώνας 2003, σελ.5-7.
πηγή: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου