Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

«Ἡ γκρίνια"

Ἅγιος Παΐσιος: «Ἡ γκρίνια γίνεται συνήθεια, γιατί ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει κακομοιριά»
Λόγοι Ἁγίου Παϊσίου περὶ ἀχαριστίας, γκρίνιας 
καὶ πίστης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ
Ἐπιμέλεια: Ἠλιάδης Χριστόδουλος - Φιλόλογος
Μερικοὶ λένε «πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μὲ βοηθήσει», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προσπαθοῦν νὰ μαζεύουν χρήματα, γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τίποτε.
Αὐτοὶ ἐμπαίζουν τὸν Θεό, γιατί δὲν ἐμπιστεύονται τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὰ χρήματα.
Ἂν δὲν παύσουν νὰ ἀγαποῦν τὰ χρήματα καὶ νὰ στηρίζουν σ΄ αὐτὰ τὴν ἐλπίδα τους, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ στηρίξουν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό. Δὲν λέω νὰ μὴν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μιὰ οἰκονομία στὴν ἄκρη γιὰ ὥρα ἀνάγκης, ἀλλὰ νὰ μὴ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους στὰ χρήματα καὶ δίνουν σ’ αὐτὰ τὴν καρδιά τους, γιατί ἔτσι ξεχνοῦν τὸν Θεό.
Ὅποιος κάνει σχέδια δικά του, χωρὶς νὰ ἐμπιστεύεται στὸν Θεό, καὶ λέει μετὰ ὅτι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, αὐτὸς εὐλογεῖ τὸ ἔργο του ταγκαλακίστικα καὶ συνέχεια βασανίζεται. Δὲν ἔχουμε καταλάβει τὴν δύναμη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν Τὸν ἀφήνουμε νοικοκύρη νὰ μᾶς κυβερνάει, γι’ αὐτὸ ταλαιπωρούμαστε. 
Στὸ Σινά, ἐκεῖ στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης ὅπου ἔμενα, τὸ νερὸ ἦταν ἐλάχιστο. Μιά–μια σταγόνα ἔτρεχε ἀπὸ ἕναν βράχο μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, καμμιὰ εἰκοσαριὰ μέτρα μακριὰ...
ἀπὸ τὸ ἀσκητήριο. Εἶχα κάνει μιὰ στερνίτσα καὶ μάζευα τρία κιλὰ νερὸ τὸ εἰκοσιτετράωρο. Ὅταν πήγαινα νὰ πάρω νερό, ἔβαζα τὸ τενεκάκι νὰ γεμίσει καὶ ἔλεγα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας.

Ἔβρεχα μὲ τὸ χέρι μου λιγάκι μόνον τὸ μέτωπο, γιατί αὐτὸ μὲ βοηθοῦσε – μοῦ τὸ εἶχε πεῖ ἕνας γιατρὸς νὰ τὸ κάνω – ἔπαιρνα λίγο νερό, γιὰ νὰ ἔχω νὰ πιῶ, μάζευα καὶ λίγο σὲ ἕνα τενεκάκι γιὰ τὰ πουλάκια καὶ τὰ ποντικάκια πού εἶχε τὸ ἀσκητήριο. Αὐτὸ τὸ νερὸ ἦταν καὶ γιὰ νὰ πλύνω ἕνα ροῦχο κ.λπ. Τί χαρά, τί εὐγνωμοσύνη ἒνιωθα γι΄ αὐτὸ τὸ λίγο νερὸ πού εἶχα! Δοξολογία, γιατί εἶχα νερό! Ὅταν ἦρθα στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἔμεινα γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἐπειδὴ ἐκεῖ εἶναι προσήλιο τὸ μέρος, εἶχε πολὺ νερό. Εἶχε μιὰ στέρνα πού ξεχείλιζε καὶ τὸ νερὸ ἔτρεχε ἀπ’ ἔξω.
Ού, ἐπλενα καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι…, ἀλλὰ εἶχα ξεχασθεῖ. Στὸ Σινὰ βούρκωναν τὰ μάτια μου ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ λίγο νερό, ἐνῶ στὴν Σκήτη ξεχάσθηκα ἀπὸ τὴν ἀφθονία τοῦ νεροῦ. Γι΄  αὐτὸ ἔπειτα πῆγα καὶ ἔμεινα καμμιὰ ὀγδονταριὰ μέτρα πιὸ μακριὰ καὶ εἶχα μιὰ στέρνα μικρή. Πῶς χάνεται, πῶς ξεχνιέται κανεὶς μὲ τὴν ἀφθονία!

Πρέπει νὰ ἀφήσουμε ἐν λευκῶ τὸν ἑαυτό μας στὴν θεία πρόνοια,
στὸ θεῖο θέλημα, καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς φροντίσει
Ἕνας μοναχὸς πῆγε ἕνα ἀπόγευμα νὰ διαβάσει τὸν Ἑσπερινὸ σὲ μιὰ κορυφή. Στὸν δρόμο βρῆκε ἕνα ἄσπρο μανιτάρι καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ σπάνιο εὔρημά του. Στὸν γυρισμὸ θὰ τὸ ἔκοβε καὶ θὰ περνοῦσε μὲ αὐτὸ τὸ βράδυ. «Ἐὰν μὲ ρωτήσουν οἱ κοσμικοὶ ἂν τρώω κρέας, εἶπε μὲ τὸν λογισμό του, μπορῶ νὰ τοὺς πῶ πώς τρώω κάθε φθινόπωρο»! Στὴν ἐπιστροφὴ βρῆκε μισὸ τὸ μανιτάρι – κάποιο ζῶο θὰ τὸ εἶχε πατήσει – καὶ εἶπε: «Φαίνεται, τόσο ἔπρεπε νὰ φάω».
Τὸ πῆρε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν πρόνοιά Του, γιὰ τὸ μισὸ μανιτάρι. Πιὸ κάτω βρῆκε ἕνα ἄλλο μισὸ μανιτάρι καὶ ἔσκυψε νὰ τὸ πάρει, γιὰ νὰ συμπληρώσει τὸ βραδινό του, ἀλλά, ἐπειδὴ ἦταν χαλασμένο – ἴσως νὰ ἦταν δηλητηριῶδες –, τὸ ἄφησε καὶ εὐχαρίστησε πάλι τὸν Θεὸ πού τὸν φύλαξε ἀπὸ δηλητηρίαση. Πῆγε στὴν Καλύβη του καὶ πέρασε τὸ βράδυ μὲ τὸ μισὸ μανιτάρι.
Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὴν Καλύβη του, ἀντίκρισε ἕνα θέαμα! Ὅλος ὁ τόπος ἦταν γεμάτος ἀπὸ ὡραία μανιτάρια, καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεό. Βλέπετε, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸ ὁλόκληρο καὶ γιὰ τὸ μισό, καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ χαλασμένο, καὶ γιὰ τὸ ἕνα καὶ γιὰ τὰ πολλά. Εὐχαριστία γιὰ ὅλα.

Ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς δίνει ἄφθονες εὐλογίες καὶ ἐνεργεῖ πάντα γιὰ τὸ καλό μας. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ πού ἔχουμε εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ ἔκανε, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ θυσιάζωνται γι’ αὐτόν, ἀπὸ ζῶα καὶ πτηνά, μικρὰ καὶ μεγάλα, μέχρι φυτά, – ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θυσιάσθηκε, γιὰ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο. Ἂς μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ Τὸν πληγώνουμε μὲ τὴν μεγάλη μας ἀχαριστία καὶ ἀναισθησία, ἀλλὰ νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦμε.
Ἡ ἀχαριστία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἤλεγξε ὁ Χριστός. «Οὒχ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» εἶπε στὸν λεπρὸ ποὺ ἐπέστρεψε νὰ Τὸν εὐχαριστήσει. Ὁ Χριστὸς ζήτησε τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἴδιους, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη ἐκείνους θὰ ὠφελοῦσε.
Ἡ γκρίνια γίνεται συνήθεια, γιατί ἡ γκρίνια φέρνει γκρίνια καὶ ἡ κακομοιριὰ φέρνει κακομοιριά. Ὅποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριὰ καὶ ἀποθηκεύει ἄγχος. Ἐνῶ ὅποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται τὴν θεϊκὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια εὐλογία. Ὁ γκρινιάρης, ὅσες εὐλογίες κι ἂν τοῦ δώσει ὁ Θεός, δὲν τὶς ἀναγνωρίζει. Γι’ αὐτὸ ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πλησιάζει ὁ πειρασμός, τὸν κυνηγάει συνέχεια ὁ πειρασμὸς καὶ τοῦ φέρνει ὅλο ἀναποδιές, ἐνῶ τὸν εὐγνώμονα τὸν κυνηγάει ὁ Θεὸς μὲ τὶς εὐλογίες Του.

ΠΗΓΗ: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/

Η Ορθοδοξία στην Κορέα

Το πιο ισχυρό πυρηνικό απέναντι στην τρέλα του δικτάτορα Κιμ Ιλ-Σουνγκ.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ αδελφοί.
Η Ορθοδοξία κατά τον ιστορικό Στήβενς Ράνσιμαν θα σηματοδοτήσει την νέα χιλιετία που ήδη διανύουμε για τον λόγο αυτό την έχουν στοχοποιήσει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας και «την σφάζουν στο γόνατο».

«Θα σκάσει εδώ, θα σκάσει εκεί . Προσεύχεσθε μη γίνει μ΄εμάς η αρχή» ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
Όλος πλανήτης μοιάζει με χύτρα ταχύτητος δίχως βαλβίδα ασφαλείας.
«Προς ολοκαύτωμα στην Κορεατική Χερσόνησο: Η Κίνα έθεσε ολόκληρη την Αεροπορία της σε κατάσταση συναγερμού – 100 μαχητικά απογείωσαν ΗΠΑ-Ν.Κορέα – Αναφορά σοκ: Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες της Ν.Κορέας δεν θα αντέξουν επίθεση!
Η Κίνα έθεσε σε κατάσταση συναγερμού ολόκληρη την Αεροπορία της και ειδικά τα «στρατηγικά στοιχεία» της, τα μαχητικά και τα βομβαρδιστικά της ικανά να ρίξουν δεκάδες πυραύλους κρουζ ενώ και η Ρωσία έθεσε σε συναγερμό τους πιλότους των Il-38, Ka-27 ,MiG-31 και τα πληρώματα των ανθυποβρυχιακών Tu-142M3 του Στόλου του Ειρηνικού! Η Ρωσία μεταφέρει και νέες δυνάμεις στο Βλαδιβοστόκ» pentapostagma.gr

Πάλι η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ στοχοποιημένη όπως πάντα.
Τα καλοκαίρια στο βήμα του Αποστόλου Παύλου και στην Φυλακή του που βρίσκεται στον Αρχαιολογικό Χώρο των Φιλίππων, πρώτης Χριστιανικής Αποστολικής Εκκλησίας στην Ευρώπη, βλέπεις ομάδες Κορεατών να κάνουν Ορθόδοξα τον ΣΤΑΥΡΟ τους και με δέος να τιμούν τα πανίερα αυτά προσκυνήματα, γνωρίζοντας από έξω και ανακατωτά την εκκλησιαστική ιστορία του τόπου.
Έρχονται από την Άπω Ανατολή ως προσκυνητές για να αποδώσουν τα δέοντα στον Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό που τους έδωσε την αμέριστη βοήθεια του στον Κορεατικό Πόλεμο το 50 και προσμένουν από αυτόν να επανέλθει στην εκπολιτιστική πορεία του προς την Καθ ημάς Ανατολή.
Γνώρισαν από πρώτο χέρι ότι στην πατρίδα τους την Κορέα πήγαν Άγιοι Έλληνες όχι για να πολεμήσουν αλλά για να τους αγιάσουν με την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Ένας τέτοιος ήταν ο Νέας Σμύρνης Χρυσόστομος κατά κόσμο Αριστείδης Βούλτσος που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927.
«Αυτός υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία συμμετέσχε στις επιχειρήσεις του Γράμμου και κατά το έτος 1951 – 1952, και μετά συμμετέχει στον πόλεμο της Κορέας. Αντικατέστησε ένα άλλο οικογενειάρχη συνάδελφο του στρατιώτη που επρόκειτο να σταλεί ύστερα από κλήρωση. Δεν φοβήθηκε τον κίνδυνο ενός πιθανού θανάτου. Η αυτοπροσφορά του αυτή δεν ήταν απλώς μια πράξη ηρωϊκή, αλλά πράξη άγια.» pemptousia.gr
«Στὶς 25 Ἰουνίου 1950, ὡς γνωστόν, ἄρχισε ὁ κορεατικὸς πόλεμος (25/6/1950-27/7/1953).
Οἱ ὀρθόδοξοι Κορεάτες, ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι συμπατριῶτες τους ὑπέφεραν τὰ πάνδεινα.
Οἱ περισσότεροι προκειμένου νὰ σωθοῦν κατέφυγαν στὸ Πουσὰν καὶ στὰ νότια διαμερίσματα τῆς χώρας.
Ἔτσι τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο διασκορπίστηκε. Σημαντικὴ πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ βοήθεια πρόσφερε σ᾽ αὐτὴ τὴν τραγικὴ ἐποχὴ τὸ Ἐκστρατευτικὸ Σῶμα Ἑλλάδας (Εκ.Σ.Ε.)[45] στὴν Κορέα (1950-1955), ποὺ συμμετεῖχε στὴν εἰρηνευτικὴ δύναμη τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καὶ ἰδιαιτέρως οἱ στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, ποὺ συνόδευαν τὸ Σῶμα γιὰ τὶς λειτουργικές του ἀνάγκες, οἱ ὁποῖοι εἶναι, κατ᾽ οὐσίαν, οἱ πρῶτοι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Ἱεραπόστολοι στὴν Κορέα.
Τὰ μέλη τοῦ Εκ.Σ.Ε. κατὰ τὴν περίοδο τοῦ πολέμου, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀνακωχὴ (27/7/1953) μέχρι τὸν σταδιακὸ ἐπαναπατρισμό τους (31/12/1955) ἐπισκέφθηκαν πολλὲς φορὲς τοὺς Ὀρθόδοξους Κορεάτες στὴν Σεοὺλ γιὰ νὰ τοὺς προσφέρουν τρόφιμα καὶ ἄλλα εἴδη πρώτης ἀνάγκης, προστάτευσαν τὰ ὀρφανὰ τοῦ πολέμου, στήριξαν στὴν πίστη τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο, ποὺ μετὰ τὴν ἐξαφάνιση ἀπὸ τοὺς Βορειοκορεάτες, ὅπως σημειώσαμε ἀνωτέρω, τοῦ ἱερέα τους π. Ἀλεξέι Κίμ (9/7/1951) εἶχε μείνει χωρὶς ποιμένα, βάπτισαν παιδιὰ καὶ ἐνήλικες, τέλεσαν ἐκκλησιαστικοὺς γάμους, θ. Λειτουργίες κ.λπ.
Πρῶτος Ἕλληνας στρατιωτικὸς ἱερέας, ποὺ ἦρθε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθόδοξους Κορεάτες[46] ἦταν ὁ ἀρχιμ. Χαρίτων Συμεωνίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Πολυανῆς καὶ Κιλκισίου)[47], ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε στὴν Κορέα ἀπὸ τὶς 5 Μαρτίου 1952 μέχρι τὶς 30 Μαΐου 1953.
Ὁ π. Χαρίτων, ὅταν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν οἱ πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις, προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ τρόπους γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὶς περίπου πενῆντα οἰκογένειες Ὀρθοδόξων, κατὰ τὴν πληροφορία τοῦ ἰδίου[48], ποὺ ζοῦσαν στὴν Σεούλ.
Ὅπως ὁ ἴδιος γράφει τὸ 1953 ἀπὸ τὸ Μέτωπο σὲ ἔκθεσή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Σπυρίδωνα Βλάχο (1949-1956): «Παραλλήλως πρὸς τὴν ὡς ἄνω ἀποστολήν μου, (σ.σ. τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων του στὸ στρατόπεδο) ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἑκάστοτε Διοικητῶν τοῦ Τάγματος προσεπάθησα νὰ ὀργανώσω καὶ ἐξυπηρετήσω τὴν Ὀρθόδοξον ἐν Σεοὺλ τῆς Κορέας Χριστιανικὴν Κοινότητα».
Δεύτερος στρατιωτικὸς ἱερέας σὲ ἀντικατάσταση τοῦ π. Χαρίτωνος ἐστάλη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὁ ἀρχιμ. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος[49] (ἀπὸ τὸν Μάρτιο τοῦ 1953 ἕως τὸν Αὔγουστο τοῦ 1954), ὁ ὁποῖος προσέφερε πολὺ μεγάλη βοήθεια στὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς θητείας του ἦταν μετὰ τὴν ἀνακωχὴ τοῦ πολέμου.
Μὲ πρωτοβουλία του ἀνακαινίστηκε ὁ μισοκατεστραμμένος ἀπὸ τοὺς βοβαρδισμοὺς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σεούλ μὲ ἔρανο ποὺ διενήργησε μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ τὴν προσωπική τους ἐργασία.
Ἡ πρώτη θ. Λειτουργία στὸν ἀνακαινισμένο ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ Chong-Dong τελέστηκε στὶς 29 Νοεμβρίου 1953, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Ὑφυπουργὸς Παιδείας τῆς Κορέας καὶ ἄλλες πολιτικὲς καὶ στρατιωτικὲς ἀρχές.
Ὁ π. Ἀνδρέας φρόντισε, πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Κορέα, νὰ ἀφήσει ἕναν Κορεάτη ἱερέα στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Ἡ ὀρθόδοξη Κοινότητα πρότεινε ὡς ὑποψήφιο ἱερέα[50] τὸν Βόριδα Μούν [Moom Yi-Han] (1910-1977), ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στὴν Ἰαπωνία σὲ διάκονο στὶς 9 Ἰανουαρίου 1954 καὶ τὴν ἑπομένη μέρα σὲ πρεσβύτερο ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Τόκυο Εἰρηναῖο Μκέκις, ποὺ ἦταν ὁ πλησιέστερος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς.
Λόγῳ τοῦ πολέμου ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρικῶν σχέσεων μεταξὺ Κορέας καὶ Ἰαπωνίας τὴν περίοδο αὐτὴ ἦταν ἀπαγορευμένη ἡ ἔξοδος ὁποιουδήποτε Κορεάτου ἀπὸ τὴν χώρα καὶ ἰδιαιτέρως ἡ μετάβασή του στὴν Ἰαπωνία.
Ὁ π. Ἀνδρέας Χαλκιόπουλος κατόρθωσε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἀμερικανικοῦ στρατοῦ νὰ δοθεῖ ἡ σχετικὴ ἄδεια γιὰ τὴν μετάβαση τοῦ Βόριδος Μοὺν στὴν Ἰαπωνία γιὰ τὴν χειροτονία του.
Μεταμφιεσμένος, λοιπόν, σὲ μαῦρο Ἀμερικανὸ στρατιώτη, ὁ Βόρις Μοὺν συμπεριελήφθη στὴν δύναμη ὁμάδας Ἀμερικανῶν πεζοναυτῶν, ποὺ πήγαινε στὴν Ἰαπωνία.
Μετὰ τὴν χειροτονία του ἐπέστρεψε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν Κορέα καὶ διακόνησε ἐπὶ 23 χρόνια καὶ ὀκτὼ μῆνες μὲ ἀφοσίωση τήν Ἐκκλησία μέχρι τὴν κοίμησή του [51].
Ὁ π. Ἀνδρέας ξαναεπισκέφθηκε τὴν Κορέα τὸν Ἰούνιο τοῦ 1976 προσκεκλημένος τῆς Κορεατικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ 7-12 Ἰουνίου εἶχε ὀργανώσει τιμητικὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἱερεῖς τῶν Ἐκτρατευτικῶν Σωμάτων ποὺ ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν πόλεμο τῆς Κορέας.
Τελευταῖος καὶ τρίτος κατὰ σειρὰν Ἕλληνας στρατιωτικὸς ἱερέας, ὁ ὁποῖος ὡς μέλος τοῦ Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος Ἑλλάδος διακόνησε καὶ στὶς ἀνάγκες τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὴν Σεοὺλ ἀπὸ τὸ 4/6/1954 ἕως τὸ 30/12/1955 ἦταν ὁ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἰβηρίτης, συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ π. Ἀνδρέα Χαλκιοπούλου[52].»
Ιστορική Προσέγγιση
υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας Αμβροσίου
Οι ισχυροί κοσμοκράτορες επιδιώκουν τον πόλεμο
διότι τον κουβαλούνε μέσα τους.
ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ οι αντίχριστοι ολοκαύτωμα αλλά απέναντι τους έχουν ξανά πάλι την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Όταν διαβάζαμε τα σχετικά την δεκαετία του 90 δεν καταλαβαίναμε τίποτε . Σήμερα ο πνευματοκίνητος λόγος των Αγίων Πατέρων μας γράφει την επικαιρότητα των κρίσιμων στιγμών που διέρχεται η ανθρωπότητα.
«Ο κόσμος μοιάζει σήμερα , σαν μια κοχλάζουσα χύτρα ταχύτητος , με πολλές βαλβίδες ! Θα σκάσει εδώ , θα σκάσει εκεί . Προσεύχεσθε μη γίνει μ΄εμάς η αρχή» ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
«Τώρα µια µπόρα θα είναι, µια µικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά. Θα φάει µετά µια σφαλιάρα από τον Χριστό, θα συγκλονισθούν όλα τα έθνη και θα έρθει η γαλήνη στον κόσµο για πολλά χρόνια. Αυτήν την φορά θα δώσει ο Χριστός µια ευκαιρία, για να σωθεί το πλάσµα Του. Θα αφήσει το πλάσµα του ο Χριστός; Θα παρουσιασθεί στο αδιέξοδο των ανθρώπων, για να τους σώσει από τα χέρια του Πονηρού. Θα επιστρέψουν στο Χριστό και θα έρθει µια πνευµατική γαλήνη σε όλη την οικουµένη για πολλά χρόνια.»
Από το βιβλίο: «Πνευµατική Αφύπνιση», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, (έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος – Σουρωτή Θεσσαλονίκης).
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ αδελφοί
Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr

Η φωνή μας .....

Πως επιδρά η χροιά της φωνής μας 
στα παιδιά μας;
Το πώς μιλάμε στα παιδιά μας γίνεται η εσωτερική τους φωνή


Είστε γονείς;
Έχετε αναρωτηθεί πως επιδρά η χροιά της φωνής σας στα παιδιά σας; 
Σε αυτό το άρθρο θα δώσουμε πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για πράγματα που είναι μέσα στην καθημερινότητά μας, αλλά που συχνά αγνοούμε τη δυναμική τους στην εξέλιξη και την πρόοδο των παιδιών μας.
Πριν από αυτό όμως θα σας πω μια ιστορία:
Μία μαθήτριά μου, γνωστή πρωταγωνίστρια σήμερα, όταν πρωτο-ήρθε για μάθημα φωνητικής σε μένα, αρνιόταν να με πιστέψει, όταν της έλεγα ότι έχει πολύ καλή φωνή και ότι μπορεί να διεκδικήσει κεντρικό ρόλο σε μιούζικαλ. 
Ανέφερε χαρακτηριστικά πως, όταν επιχειρούσε να τραγουδήσει ως παιδί, ο πατέρας της φώναζε: «Σταμάτα με την γαϊδουροφωνάρα!». 
Το να την βοηθήσω να «στήσει» τη φωνή της από τεχνικής απόψεως ήταν σχετικά απλό. Το δύσκολο ήταν να πιστέψει στον εαυτό της ότι πράγματι μπορεί να τα καταφέρει.

Εκεί χρειάστηκε πολύ επιμονή από εμένα ότι πράγματι μπορεί να το καταφέρει. 

Εστιάσαμε στο να φύγει ο εσωτερικός κόμπος που δημιουργήθηκε τότε στο τετράχρονο κοριτσάκι, όταν ο σπουδαιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο πατέρας, ακύρωσε -άθελά του ίσως- με μία του λέξη, όλη την εσωτερική επιθυμία για έκφραση των συναισθημάτων μέσα από το τραγούδι. Ούτε καν συνειδητοποιούσε -η κατά τα άλλα θαυμάσια ηθοποιός- ότι το «κουβαλούσε».

Λίγη χρήσιμη επιστήμη
Είναι ευρέως γνωστό ότι το αυτί αρχίζει να σχηματίζεται στο έμβρυο κατά τον τέταρτο κιόλας μήνα της κύησης. 
Η ακοή είναι η πρώτη αίσθηση που αναπτύσσεται. Οι φωνές λοιπόν που ακούει το έμβρυο και κατόπιν το βρέφος παίζουν τεράστιο ρόλο για την μετέπειτα ζωή του. 
Κυρίως η φωνή της μητέρας με την οποία συνδέεται το παιδί για όλη του τη ζωή μέσα από τη μήτρα. 
Το ηχητικό περιβάλλον, στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί, είναι εξίσου σημαντικό για την ψυχή του με την καθαριότητα για το σώμα του.

Η φωνή της μητέρας, του πατέρα, της πρώτης δασκάλας χαράζονται βαθιά στο νευρικό του σύστημα. 
Σύμφωνα με τον διάσημο ΩΡΛ και ερευνητή της φωνής Αλφρέντ Τοματίς οι εμπειρίες αυτές πραγματικά μεταμορφώνουν τη φωνή του παιδιού. Μετά από πολύχρονες έρευνες απέδειξε ότι το αυτί ρυθμίζεται (κυριολεκτικά καλουπώνεται) σύμφωνα με τις φωνές αυτών των ανθρώπων.

Έτσι ξαναγυρνώντας στο αρχικό παράδειγμα της ηθοποιού, το παιδί όταν βάλλεται από μία επιθετική φωνή δημιουργεί ζώνες «τύφλωσης» και αποκλεισμού στο αυτί του. Το αυτί καταργεί τη λήψη ορισμένων συχνοτήτων. 
Όπως ακριβώς αποστρέφει κάποιος το βλέμμα του μπροστά από ένα ανυπόφορο θέαμα. Αυτή η «ακουστική έρημος» αποτελεί την απαρχή των μελλοντικών μαθησιακών δυσκολιών. Είναι σαν να πέφτει ένα συναισθηματικό πέπλο που περιορίζει το παιδί.
«Το τραγούδι δίνει μία αίσθηση ελαφρότητας στο παιδί, το βοηθά να απογειωθεί και αποτελεί μία προσέγγιση των βασικών ρυθμών της γλώσσας. Άλλωστε οι άγγελοι τραγουδούν και όχι τα ψάρια» μας λέει ο Alfred Tomatis.

Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει όταν το ηχητικό περιβάλλον είναι θετικό. 
Όταν τα πρώτα χρόνια της ζωής του το παιδί ακούει τραγούδια, γλυκές και τρυφερές φωνές με καθαρή άρθρωση, όταν ενθαρρύνεται να τραγουδά, να μιλά και να επικοινωνεί έστω ακαταλαβίστικα, τότε η χροιά της φωνής του γίνεται πιο αρμονική, η ροή του λόγου πιο ρευστή και ο τόνος της φωνής του πιο ζωντανός. 
«Το τραγούδι είναι η βασιλική οδός που οδηγεί στην ομιλία και τη μάθηση. Ακόμη και τα τραγουδάκια του νηπιαγωγείου αποτελούν μία προσέγγιση των βασικών ρυθμών της γλώσσας και εναποθέτουν λέξεις και φράσεις στο μυαλό των παιδιών, όπως ακριβώς τα ψάρια αφήνουν τα αυγά τους στα ποτάμια. Προετοιμάζουν το έδαφος για τον λόγο». υπογραμμίζει ο Τοματίς.

Ας έχουν το νου τους λοιπόν οι γονείς που ανατρέφουν παιδιά. 
Με ποιον τόνο απευθύνονται συνήθως; 
Πώς ηχεί η φωνή τους; 
Ποιες λέξεις χρησιμοποιούν; 
Πώς είναι η άρθρωσή τους; 
Σε τι ηχητικό περιβάλλον εκθέτουν τα παιδιά; 
Τι μουσική ακούν οι ίδιοι και τα παιδιά τους; 
Ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να μιλούν; 
Να τραγουδούν; 
Τραγουδούν όλοι μαζί; 
Αφιερώνουν χρόνο για να τα ακούν; 
Ποιες εκπομπές στην τηλεόραση παρακολουθούν τα παιδιά τους;

Μήπως η φωνή των ενηλίκων ηχεί διαρκώς απειλητικά; 
Ή βραχνή; Ή «καπνισμένη»; 
Μήπως ηχεί άβουλη ή σπάει; 
Μήπως ηχεί ένρινα; 
Και πολλές άλλες περιπτώσεις φωνών που επιδρούν υποσυνείδητα στα μικρά βλαστάρια τους. 
Με άλλα λόγια η ψυχική διάθεση, στην οποία έχει «κολλήσει» ο γονιός, «περνά» δια μέσω της φωνής και επιδρά αρνητικά στο παιδί.

Το καλό είναι ότι οποιοδήποτε ηχητικό περιβάλλον μπορεί να βελτιωθεί αισθητά και μία Ειδικός Φωνής μπορεί να βοηθήσει σε αυτό με πολλούς τρόπους. 
Μερικές φορές χρειάζεται να βελτιωθεί η φωνή των γονιών. 
Άλλες φορές αρκεί απλά να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στην μεταξύ τους σύνδεση με σωστότερη επιλογή της μουσικής και τραγουδιών για τα παιδιά. 
Έτσι βελτιώνεται η υγιής επικοινωνία των γονιών με το παιδί και το δεύτερο μεγαλώνει αρθρώνοντας, μιλώντας και τραγουδώντας απρόσκοπτα χωρίς εσωτερικούς κόμπους και αποκλεισμούς, οι οποίοι έχουν συχνά ως επακόλουθο –όπως προείπαμε – μαθησιακές δυσκολίες.
Συγγραφέας Νίνα Καλούτσα

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΑΠΟ:https://hamomilaki.blogspot.gr/

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΡΟΤΟΝΤΑ

 Ἱερός Ναός Αγίου Γεωργίου Ροτόντας
Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης αποδόθηκε στο κοινό το Δεκέμβριο του 2015, μετά από πολύχρονες εργασίες συντήρησης που απαιτήθηκαν εξαιτίας των σεισμών του 1978 που έπληξαν τη Θεσσαλονίκη και το μεγαλύτερο μέρος των μνημείων της. Το γύρισμα της ταινίας έγινε στο επίπεδο του θόλου πριν απο την αφαίρεση των ικριωμάτων, με σκοπό να αναδείξει τα μοναδικής τέχνης πρωτοχριστιανικά ψηφιδωτά της. 
Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα των φεστιβάλ: Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας, 2016, Rassegna del Cinema Archeologico, Ροβερέτο, Ιταλία, 2016, FICAB, Ισπανία, 2016, Συνάντηση Αρχαιολογικού Κινηματογράφου Βελιγραδίου, 2017.
Γενική επιμέλεια: Ιωάννης Κανονίδης, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης
Επιστημονική επιμέλεια: Σταμάτιος Θ. Χονδρογιάννης, τέως Αναπλ. Προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης
Σκηνοθεσία-Λήψη-Συναρμογή εικόνας: Ελένη Στούμπου-Κατσαμούρη, Αρχαιολόγος-σκηνοθέτρια στην Εφορεία Χαλκιδικής & Αγίου Όρους

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

"Ο ταξιδιώτης»

Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware: 
«Χριστιανός σημαίνει ταξιδιώτης»
Χριστιανός σημαίνει ταξιδιώτης υποστηρίζει στο ακόλουθο απόσπασμα ο Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware, όπου σημειώνει επίσης : «Υπάρχει μόνο ένα μέσο για ν’ ανακαλύψουμε την αληθινή φύση του Χριστιανισμού. Πρέπει ν’ ανοίξουμε το βήμα σ’ αυτό το μονοπάτι, να συντονιστούμε σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής και μετά θ’ αρχίσουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας».
Ένας από τους φημισμένους Πατέρες της Ερήμου στην Αίγυπτο του 4ου αι., ο αγ. Σεραπίων ο Σινδωνίτης, ταξίδευε μια φορά για προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί του είπαν για μια περίφημη έγκλειστη, μια γυναίκα που ζούσε πάντα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Δυσπιστώντας για τον τρόπο της ζωής της -γιατί ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος περιπλανώμενος- ο Σεραπίων την επισκέφθηκε και τη ρώτησε: «Γιατί κάθεσαι εδώ;» κι εκείνη του απάντησε: «Δεν κάθομαι. Ταξιδεύω».
Δεν κάθομαι. Ταξιδεύω. Ο κάθε Χριστιανός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια για τον εαυτό του. Το να είσαι Χριστιανός σημαίνει να είσαι ταξιδιώτης. Η κατάστασή μας, λένε οι Έλληνες Πατέρες, είναι σαν κι’ αυτή του Ισραηλιτικού λαού μέσα στην έρημο του Σινά. Ζούμε σε σκηνές, όχι σε σπίτια γιατί πνευματικά είμαστε πάντα σε κίνηση.
Ταξιδεύουμε μέσω του εσωτερικού χώρου της καρδιάς, σ’ ένα ταξίδι που δεν μετριέται με τις ώρες του ρολογιού μας ή με τις μέρες του ημερολογίου γιατί είναι ένα ταξίδι έξω απ’ το χρόνο και μέσα στην αιωνιότητα.
Έν’ από τα’ αρχαιότερα ονόματα για τον Χριστιανισμό ήταν απλώς «η οδός». «Εγένετο δε κατά τον καιρόν εκείνον», λέγεται στις Πράξεις των Αποστόλων, «τάραχος ουκ ολίγος περί της οδού» (19,23)• ο Φήλιξ, ο Ρωμαίος κυβερνήτης της Καισάρειας, αναφέρεται «ακριβέστερον ειδώς τα περί της οδού» 24,22). Είναι μια ονομασία που δίνει έμφαση στον πρακτικό χαρακτήρα της Χριστιανικής πίστης.
Ο Χριστιανισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία για το σύμπαν, κάτι περισσότερο από διδασκαλίες γραμμένες στα χαρτιά• είναι ένα μονοπάτι που παίρνουμε ταξιδεύοντας -με τη βαθύτερη και ουσιαστικώτερη έννοια, η οδός της ζωής.
Υπάρχει μόνο ένα μέσο για ν’ ανακαλύψουμε την αληθινή φύση του Χριστιανισμού. Πρέπει ν’ ανοίξουμε το βήμα σ’ αυτό το μονοπάτι, να συντονιστούμε σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής και μετά θ’ αρχίσουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας. Όσο παραμένουμε έξω, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά. Βέβαια είναι ανάγκη να μας δοθούν οδηγίες πριν ξεκινήσουμε• είναι ανάγκη, να μας πουν ποιους δείκτες ν’ αναζητήσουμε, και πρέπει να έχουμε και συντρόφους.
Πράγματι, χωρίς καθοδήγηση από άλλους είναι σχεδόν αδύνατο ν’ αρχίσουμε το ταξίδι. Αλλά οδηγίες που έδωσαν άλλοι ποτέ δεν μπορούν να είναι υποκατάστατο για την άμεση, την προσωπική εμπειρία.
Ο καθένας καλείται να επαληθεύσει για τον εαυτό του ό,τι έχει διδαχθεί, ο καθένας χρειάζεται να ξαναζήσει την Παράδοση που έχει λάβει. «Το Σύμβολο της Πίστεως», είπε ο Μητροπολίτης Φιλάρετος της Μόσχας, «δεν σου ανήκει αν δε το έχεις ζήσει». Κανείς δεν μπορεί να ταξιδεύει μ’ όλη του την άνεση σ’ αυτό το ταξίδι που είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Κανείς δεν μπορεί να είναι Χριστιανός από δεύτερο χέρι. Ο Θεός έχει παιδιά, αλλά δεν έχει εγγόνια.
Επισκόπου Διοκλείας Κάλλιστου Ware
Από το βιβλίο «Ο Ορθόδοξος Δρόμος»

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.vimaorthodoxias.gr/

ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ

 ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
π. Δημητρίου Μπόκου
(ΠΗΓΗ: Ἱ.Ναός Ἁγίου Βασιλειου antiyli.gr@gmail.com)
Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύκαλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…
Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;
Ἦταν στὰ μέσα τοῦ Μάη κι ὁ κόσμος τοῦ μικροῦ χωριοῦ, ξωμάχοι ἄνθρωποι, βρίσκονταν ὅλοι στὰ χωράφια. Τὸ Πάσχα ἦρθε κι ἔφυγε μὲς στὴ χαρά, ἔσμιξαν ὅλοι ξανὰ καὶ γιόρτασαν μὲ τὰ ξενάκια τους, γέμισαν οἱ καρδιὲς ἀπ’ τὴν περίσσια εὐφροσύνη τῆς Λαμπρῆς. Τὸ ἔαρ τῶν ψυχῶν συνδυάστηκε τέλεια μὲ τὸ ἔαρ τῆς φύσης. Ἕνας θαυμάσιος καιρὸς συντρόφευε ὅλες τὶς μέρες τὴν ἀναστάσιμη χαρά τους. Ἐνθουσιασμένα ἰδιαίτερα τὰ παιδιὰ τίμησαν μὲ τὸ παραπάνω τὸν ὑπέροχο συνδυασμό.
Ἀλλὰ καὶ ἀπόλαμπρα ἡ καλοκαιρία ἐξακολούθησε στὸν ἴδιο ρυθμό. Στὸ ὀρεινὸ μικρὸ χωριὸ ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄνοιξης θύμιζε παράδεισο. Ὅλοι ξεχύθηκαν μὲ κέφι στὶς δουλειές τους. Ἀναστημένη ἀπ’ τὴ βαρυχειμωνιὰ ἡ γῆ τους, γιόρταζε τὴ δική της πασχαλιά. Μικροὶ-μεγάλοι χαίρονταν τοὺς ἀνθοστόλιστους ἀγρούς, καταπιάνονταν μὲ ἀνοιξιάτικες σπορές, πάλευαν γεμάτοι ὄρεξη τὸν φτωχικό, μὰ ἀγαπημένο τόπο τους. Τὰ ζωντανά τους σκόρπισαν στὶς καταπράσινες νομές. Νύχτα καὶ μέρα τὰ λιγυρὰ κυπροκούδουνα, ἀνάκατα μὲ μουγκανητὰ καὶ βελάσματα, συνόδευαν μὲ τὴ γλυκόφωνη ἠχώ τους τὴν ἐργατιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μάη φάνταζε πραγματικὰ παραδεισένια. Ἦταν πανέμορφες οἱ μέρες του, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόγευμα μαγευτικό. Ποῦ φώλευε κρυμμένη τόση μανία καὶ καταστροφή;
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, ξαφνιασμένη ἀπ’ τὴν ἀπότομη ἀνατροπή, στάθηκε μπρὸς στὸ παράθυρο ἐκστατική. Δὲν πρόλαβε οὔτε τὰ τζάμια νὰ κλείσει, τόσο ἀπρόσμενα ξέσπασε ἡ καταιγίδα. Τὸ ὑπερθέαμα τῆς καιρικῆς ἀλλαγῆς αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα της. Ἡ κεραυνοβόλα εἰσβολὴ τοῦ σαρωτικοῦ δρόλαπα τὴν καθήλωσε κατὰ κράτος. Ἕνα τρομακτικὰ μεγαλειῶδες μυστήριο ἀναδυόταν ἀπ’ τὸν ἐκκωφαντικὸ ὀρυμαγδὸ τῆς σφοδρῆς θύελλας. Διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπ’ τὴ σαγηνευτικὴ μαγεία τοῦ ἐδεμικοῦ δειλινοῦ ποὺ προηγήθηκε. Mysterium tremendum καὶ mysterium fascinans (τρομερὸ καὶ γοητευτικὸ μυστήριο), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος της φιλόσοφος Rundolf Otto. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι τόσο ὄμορφα καὶ τὰ δυό; Ἡ ὀμορφιὰ νὰ δείχνει τόσο ἀντίθετες, ἀλληλοαναιρούμενες πλευρές; Νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀπόλυτα ἀντιφατικὲς ὄψεις στὸν ἴδιο κόσμο;
-  Ἀνθή! Ἀνθούλα! Ποῦ εἶσαι;
Ἡ δυνατὴ λαχανιαστὴ φωνὴ τῆς γριᾶς ποὺ ἀνέβαινε κουτσαίνοντας ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν φιλοσοφικό της ρεμβασμό.
-  Ἐδῶ, γιαγιά! εἶπε γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος της.
-  Τ’ ἁγιοκέρι, παιδί μου! Γρήγορα!
-  Τί εἶπες; ρώτησε ἀπορημένη.
-  Τὸ κερὶ τῆς Λαμπρῆς, παιδί μου! Τρέξε, μὴν ἀργεῖς!
Ἡ ἐγγονὴ δὲν κουνήθηκε. Ἔμεινε νὰ κοιτάζει σὰν χαμένη τὴ γριά. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἀκόμα τί τῆς ἔλεγε. Μὰ ἡ γριὰ δὲν εἶχε ὑπομονή.
-  Τί μὲ κοιτᾶς σὰν ἄγαλμα; Δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Τρέξε φέρε τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης! Ὁ κόσμος χάνεται, δὲν βλέπεις;
Χά! Τί θυμήθηκε τώρα ἡ γιαγιά της! Τὸ κερὶ τῆς Ἀνάστασης! Θὰ ξόρκιζε τέτοιο χαλασμὸ μ’ αὐτό! Πλάκα εἶχε πραγματικά!
Μὰ ἡ γριὰ δὲ χωράτευε.
-  Καλά, χάζεψες γιὰ τὰ καλά; Κουνήσου, δὲν καταλαβαίνεις; Ὁ πατέρας σου, ἡ μάνα σου, τ’ ἀδέρφια σου, ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐκεῖ ἔξω. Τί περιμένεις; Νὰ πνιγοῦν πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κουνηθεῖς;
Θέλοντας καὶ μή, πῆγε νὰ ψάξει γιὰ τὸ κερί. Ποῦ νὰ βρισκόταν τώρα κι αὐτό; Οὔτε κὰν θυμόταν ποῦ τὸ εἶχε πετάξει τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, ὅταν γύρισαν σπίτι. Μέσα της γέλαγε μὲ τὴν ἀφέλεια τῆς γιαγιᾶς της, μὰ δὲν μποροῦσε τώρα νὰ τῆς φέρει ἀντίρρηση. Ὄχι, δὲν συμφωνοῦσε μ’ αὐτὰ ἡ Ἀνθή. Εἶχε ἀποστασιοποιηθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ. Σπούδαζε φιλοσοφία, δὲν ἦταν τὸ ἄβγαλτο κοριτσόπουλο τοῦ χωριοῦ. Οἱ ὑψηλὲς σπουδές της ἀναπροσδιόρισαν πολλὰ πράγματα μέσα της. Καὶ κυρίως πολλὲς ἀπ’ τὶς θρησκευτικές της ἀντιλήψεις.
Ἐξωτερικὰ βέβαια δὲν ἔδειχνε ἀλλαγή. Φρόντιζε ἡ συμπεριφορά της νὰ μὴν εἶναι διαφορετική. Δὲν εἶχε καὶ πολλὴ ὄρεξη νὰ καταπιάνεται σὲ ἀτέρμονες καὶ ἀνώφελες συζητήσεις μὲ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἀναστατώνει ἄσκοπα. Ἀκολουθοῦσε καὶ ὅλες τὶς συνήθειες τους, ὄπως τὶς ἤξερε ἀπὸ μικρή, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες γιορτινὲς μέρες τοῦ χρόνου. Στὸ μικρὸ χωριό τους δὲν εἶχε καὶ μεγάλα περιθώρια νὰ διαφοροποιεῖ τὸ πρόγραμμά της. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὅμως τῆς ἄρεσαν καὶ αὐτηνῆς τὰ γιορτινὰ ἔθιμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Μὰ τὰ ἔβλεπε σὰν ἔθιμα ἀκριβῶς. Καλὰ γιὰ νὰ ἀλλάζουν τὴν καθημερινὴ ρουτίνα τοῦ καταπονημένου ἀνθρώπου, ἀλλὰ τίποτε παραπάνω. Ὁ φιλοσοφικὸς θεός της δὲν εἶχε καὶ πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸν φτωχὸ Ἰησοῦ τῆς παιδικῆς της ἡλικίας.
Τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης κρατοῦσε κι αὐτὴ τὴ λαμπάδα της σὰν ὅλο τὸν κόσμο. Μὰ δὲν ἔβλεπε μπροστά της τὸν Θεὸ ποὺ ἔπασχε, φορώντας ἀνθρώπινη φύση καὶ κουβαλώντας στὴν πλάτη του τὸν πόνο τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτὰ ἦταν γι’ αὐτὴν μία εἰλικρινής, βέβαια, ἀλλὰ οὐτοπικὴ καὶ ρομαντικὴ προσπάθεια ἑνὸς εὐγενικοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς μοίρας τοῦ κόσμου. Τὸ ἐξωπραγματικὸ ὄνειρο ἑνὸς ἁγνοῦ ἀγωνιστῆ, μὲ προδιαγεγραμμένη ὅμως τὴν ἀποτυχία του. Κάθε ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο στὴ μορφή του, γέννημα ἁπλοϊκῆς εὐπιστίας καὶ ὄχι ὀρθῆς λογικῆς, εἶχε ἐξοβελισθεῖ ἀπὸ τὴ σκέψη της.
Μπροστά της ἔβλεπε τὸν γνήσιο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ποὺ ρίχτηκε ἀπὸ τὴ μοίρα του βορὰ στὰ φοβερὰ γρανάζια τῆς παντοδύναμης ἐξουσίας καὶ ἦταν τόσο φυσικὸ νὰ ἔχει τὸ τέλος ποὺ εἶχε. Τοῦ ἐπιφυλάχτηκε ὁ ρόλος τοῦ συμπαθέστερου ἴσως θύματος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Μὰ ἡ νεαρὴ φοιτήτρια δὲν μποροῦσε τώρα πιὰ νὰ δεῖ κανένα ἀναστημένο Θεὸ πίσω ἀπ’ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα τοῦ σταυρωμένου ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ἡ παιδική της πίστη εἶχε νικηθεῖ. Ὁ νέος της θεός, ἀξιοπρεπής, χαλκευμένος στὰ τελειότερα διανοητικὰ ἐργαστήρια τῆς σκεπτόμενης ἀνθρωπότητας, ὑπερβατικός, ἄγνωστος, μακρινὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀπροσπέλαστος στὸ κλειστό του ὑπερπέραν, ἂν ὑπῆρχε, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀδύναμη, πάσχουσα δουλικὴ μορφὴ τοῦ ταπεινοῦ Ναζωραίου.
Κι ἀκόμα, ἂν καὶ τὴν ἐνέπνεε τὸ συμπαθητικὸ μὰ ἄτυχο μεγάλο ἐκεῖνο θύμα, ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐξόργιζαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λέγονταν πιστοὶ κι ἀκόλουθοί του. Καὶ περισσότερο κάποιες ἐνέργειες πολλῶν του ἐκπροσώπων. Ὅπως καὶ τὸ βράδυ τῆς φετινῆς Ἀνάστασης. Δὲν τῆς ἔφτανε ὁ δικός της σκεπτικισμός, ἦρθε καὶ μιὰ ἄτυχη σκηνὴ νὰ ἐπαυξήσει τὴν ἀρνητική της πνευματικὴ προδιάθεση.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ ἐκκλησία εἶχε βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι, οἱ ψάλτες εἶχαν ψαλμωδήσει κατὰ δύναμιν σὲ ἦχο βαρὺ τὸ ἐπιβλητικὸ Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωί… καὶ στὸ κεφαλόσκαλο τῶν ἱερῶν βημοθύρων πρόβαλε πορφυροντυμένος ὁ λειτουργός. Ὑψώνοντας τὸ ἀναμμένο ἀπ’ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα λαμπριάτικο τρικέρι του, ἄρχισε μὲ βροντερὴ φωνὴ καὶ σὲ πλάγιο τοῦ πρώτου, τὸν πανηγυρικότερο τῶν ἤχων, τὸ Δεῦτε, λάβετε φῶς…
Ἀπαντώντας στὴν πρόσκλησή του τὸ ἐκκλησίασμα κινήθηκε σὰν ἕνα σῶμα μπροστά. Ὕψωσαν ὅλοι τὶς λαμπάδες τους νὰ πάρουν τὸ ἅγιο φῶς. Δημιουργήθηκε στὴ στιγμὴ ἕνας μικρὸς πανικός. Οἱ πιὸ βιαστικοὶ σπρώχτηκαν, ἔδωσαν καὶ πῆραν ἀγκωνιές, κάποιοι πρόλαβαν κιόλας νὰ ψιλοβριστοῦν στὰ μουλωχτά, τὸ πρῶτο κύμα τέλος πάντων, παλεύοντας γιὰ τὸ εὐλογημένο φῶς, ἔπεσε σχεδὸν ἐπάνω στὸν παπά.
Ὑψώθηκαν ψηλὰ τόσες λαμπάδες ποὺ σκέπασαν τελικὰ τὸ ἀναμμένο τρικέρι καὶ ἕνα-ἕνα τὰ κεριά του ἔσβηναν. Ἡ πίεση ἦταν μεγάλη. Ὁ παπὰς ὑποχωροῦσε λίγο-λίγο πρὸς τὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κρατήσει ἀναμμένο τὸ φῶς, μὰ οἱ «φλογεροὶ» ἐνορίτες του τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπτόητοι. Μὲ τὰ πολλὰ τὸ τρικέρι ἔσβησε. Ὁ παπὰς φρένιασε. Βλέποντας τοὺς μπροστινούς, σπρωγμένους ἀπ’ τοὺς παραπίσω, νὰ ἔχουν περάσει καὶ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ νὰ πατοῦν σχεδὸν στὴν Ἅγια Τράπεζα μπροστά, τοῦ ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι.
-  Πίσω, ἀθεόφοβοι! ξέσπασε ἀσυγκράτητος.
Τυφλωμένος ἀπὸ ἀγανάκτηση ἔκανε νὰ κατεβάσει τὸ σβηστὸ τρικέρι πάνω στὰ κεφάλια τους, μὰ τὴν τελευταία στιγμή, σὰν ἀπὸ θαῦμα, κρατήθηκε. Ἡ ἀνθρώπινη πλημμυρίδα πρὸς στιγμὴν ἀνακόπηκε. Μουδιασμένος λίγο ὁ παπάς, σὰν νὰ αἰσθάνθηκε τὴν ἐκτροπή του, ξανάναψε τὸ τρικέρι καὶ ξαναβγῆκε. Μὰ ἡ ζημιὰ στὴν ψυχὴ τῆς Ἀνθῆς εἶχε γίνει. Καταγράφοντας τὴ σκηνὴ ἀκούνητη ἀπ’ τὸ στασίδι της, φούντωσε. Μιὰ βαθειὰ ἀπέχθεια εἰσέβαλε σὰν ἄνεμος σαρωτικὸς στὴν ψυχή της. Ὑπάρχει τίποτε ἀληθινὸ ἐδῶ μέσα; Τί σχέση μπορεῖ νά ’χουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν φτωχὸ Ναζωραῖο ποὺ ἀγωνίστηκε γιὰ τὸν ἁγνὸ σκοπό του καὶ πέθανε γι’ αὐτόν; Πιστεύει ἀκόμα κανένας ἀληθινὰ σ’ αὐτόν; Νά, ποὺ ἡ θυσία του ἀποδείχτηκε ἀνώφελη! Μήπως πράγματι ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τελικὰ τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἕνα καλοστημένο ψέμα!
Ὅλοι εἶχαν ἀνάψει τὶς λαμπάδες τους, ἔβγαιναν ἔξω γιὰ τὴν Ἀνάσταση, μὰ αὐτὴ δὲν ἔπαψε νὰ στέκει ἀκίνητη, μὲ τὴ λαμπάδα της ἀκόμα σβηστή. Ἡ ἀπέχθεια καὶ ἡ ὀργὴ μέσα της εἶχαν πετρώσει τὴν καρδιά της. Τελικὰ πῆρε φῶς ἀπὸ τὴ διπλανή της γιὰ νὰ μὴ δώσει στόχο στοὺς γύρω της. Μὰ μέσα της ἀνάδευε σκοτάδι πηχτό. Ἡ λειτουργία τελείωσε, ὁ κόσμος μετάλαβε, μὰ αὐτή, ἀηδιασμένη, οὔτε ποὺ πλησίασε καθόλου, ἂν καὶ τό ’χε πάντα συνήθεια, ἔτσι γιὰ τὸ καλό, νὰ μεταλαβαίνει. Ὅλοι χαίρονταν, γελοῦσαν, εἶχαν κιόλας ξεχάσει τὸ συμβάν, μὰ αὐτὴ δὲν ἔλεγε νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀπὸ αὐτό.
Ἔφερε τὴ λαμπάδα της ἀναμμένη στὸ σπίτι, μιὰ καὶ ἡ γιαγιά της, κουτσὴ κι ἀνίκανη γιὰ πολλὲς μετακινήσεις, περίμενε τὸ ἅγιο φῶς. Ἡ γριὰ ἄναψε εὐλαβικὰ ἀπ’ τὴ λαμπάδα τῆς ἐγγονῆς τὸ καντήλι της, ἀφοῦ σταυροκοπήθηκε πολλὲς φορές. Θὰ τὸ φύλαγε τώρα μέρα νύχτα σὰν τὰ μάτια της νὰ μὴν τῆς σβήσει. Ἡ ἐγγονὴ νευρίαζε μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τί νά ’κανε; Ἡ γιαγιά της δὲν σήκωνε ἀστεῖα σ’ αὐτά. Ὅταν κάποτε ἡ ὅλη ἱεροτελεστία τέλειωσε, ἡ Ἀνθὴ πῆρε τὴ λαμπάδα της καὶ τὴν πέταξε ἀδιάφορα σὲ κάποιο ντουλάπι.
Ἄντε τώρα νὰ θυμηθεῖ ποῦ ἦταν καταχωνιασμένη καὶ νὰ ψάχνει! Μὰ ἔτρεξε νὰ κάνει γρήγορα. Ἡ γιαγιά της δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ παραιτοῦνταν ἀπ’ τὸν σκοπό του. Δὲν ἄργησε νὰ τὴ βρεῖ πατικωμένη κάτω ἀπὸ ἄλλα πράγματα καὶ σπασμένη στὴ μέση. Καιρὸς ἦταν! Οὔτε πέντε λεπτὰ δὲν εἶχε ποὺ ξέσπασε τὸ κακό, μὰ ὁ κόσμος ἔξω χάλαγε. Ἡ δυνατὴ βροχὴ γύρισε ἀπότομα σὲ καταστροφικὸ χοντρὸ χαλάζι. Ἕνα σφίξιμο ἀνέβηκε καὶ στὴ δική της καρδιά. Ἔφερε γρήγορα τὴν τσακισμένη λαμπάδα στὴ γιαγιά της.
Ἡ γριὰ τὴν ἄναψε ἀμέσως ἀπ’ τὸ καντήλι ὅπου ἔκαιγε τὸ ἅγιο φῶς. Πῆγε κοντὰ στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, ἴσιωσε τὸ σακατεμένο ἀπ’ τὸ χρόνο μικρό της ἀνάστημα κι ἔκαμε τρεῖς φορὲς τὸν σταυρό της, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πάνω ποὺ μιὰ νέα φοβερὴ βροντὴ ἄρχισε νὰ τραντάζει γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴ γῆ καὶ τὰ οὐράνια, ὕψωσε τὸ ἀναμμένο σπασμένο ἁγιοκέρι τῆς Λαμπρῆς κόντρα στὴν τρομερὴ θύελλα, σταύρωσε μ’ αὐτὸ τρεῖς φορὲς τὰ πέρατα καὶ εἶπε καθαρὰ καὶ δυνατὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχε καλὰ μαθημένα ἀπ’ τὴ συχωρεμένη μάνα της: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος! Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν!
Ἡ Ἀνθὴ παρακολουθοῦσε ἀσάλευτη. Ἡ εἰρωνική της διάθεση ἔκανε φτερά. Ἐντυπωσιάστηκε ἀπ’ τὴ βαθειὰ πίστη καὶ τὸ σθένος τῆς γιαγιᾶς της. Ἡ ἀγράμματη, μικρόσωμη, κουτσὴ γριὰ φάνταξε μπροστά της ἴδιος ἀρχάγγελος μὲ πύρινη ρομφαία. Μὰ ὅ,τι ἀκολούθησε τὴν τράνταξε ἀκόμα περισσότερο.
Ἡ φοβερὴ βροντὴ κόπηκε μαχαίρι στὴ μέση. Τὸ φονικὸ χαλάζι ποὺ ἀλύπητα μαστίγωνε κατάσαρκα τὴ γῆ, ἐντελῶς ἀνέλπιστα σταμάτησε ἀπότομα. Ἡ μανιασμένη λαίλαπα ἔκοψε ξαφνικὰ τὴν ὁρμή της. Σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔβαλε χαλινὸ καὶ νὰ τὴν πρόσταξε νὰ σταθεῖ. Σιώπα, πεφίμωσο! Τὰ σύννεφα ἄρχισαν νὰ τρέπονται σὲ ἄτακτη φυγὴ κυνηγημένα. Ἰριδίζοντας μὲ τὰ στιλπνά του χρώματα τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ, σημεῖον τῆς διαθήκης ἀναμέσον οὐρανοῦ καὶ γῆς, ἔλαμψε παρήγορο. Ὁ οὐρανὸς καθάρισε γοργά, τὸ φῶς ἀγκάλιασε τὴ γῆ ξανὰ πρὶν ἔλθει ἁπαλὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Ὁ κοσμάκης σώθηκε!
-  Δόξα σοι, Θεέ μου! Δόξα σοι, Παναγία μου! σταυροκοπήθηκε πάλι ἡ γριά.
Κάποιος εἶχε τὴ δύναμη λοιπὸν νὰ ἐπιτιμᾶ τὸν ἄνεμο καὶ τὸ σύννεφο καὶ στὸ πρόσταγμά του ὁ κεραυνὸς καὶ ἡ θύελλα πισωγύριζαν ὑπάκουα. Κάποιος ποὺ τὸν γνώριζαν τὰ τρομερὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ποὺ αὐτὴ ἠθελημένα ἀγνοοῦσε.
Κι ἐνῶ ἡ γριὰ κούτσα-κούτσα ξανακατέβηκε στὴ δουλειά της σὰν νὰ μὴν ἔγινε τίποτε παράξενο, σὰν νά ’χε κάνει τὸ πιὸ συνηθισμένο πράγμα τοῦ κόσμου, ἡ ἐγγονή της συγκλονισμένη, μὲ πόδια ποὺ ἔτρεμαν, κάθησε στὸν καναπέ. Προσπάθησε νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ μυαλό της, νὰ ἐπεξεργαστεῖ τὰ δεδομένα. Μὰ ἡ δυναμικὴ τοῦ πράγματος ἀρνιόταν νὰ ὑποταχτεῖ στὴ λογική της. Ἦταν τόσο ἀπρόσμενα ὅλα, τόσο δυνατά, ποὺ μόνο σύμπτωση καὶ τύχη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεστεῖ. Κάποιος ἄλλος παράγοντας ἔξω καὶ πάνω ἀπὸ τὴ φύση εἶχε μπεῖ ὁρμητικὰ σὲ δράση. Τὰ γεγονότα νικοῦσαν τὴ λογική της.
Οἱ καλοστημένοι ἀνθρώπινοι λογικοὶ στοχασμοὶ ποὺ τὴν κρατοῦσαν μὲ τὴν πειθώ τους θαμπωμένη ὑποχώρησαν. Ἀνέσυρε ἀπ’ τὸ βυθὸ τῆς λήθης τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἤξερε ἀπὸ μικρή, πὼς εἶχε κατεβεῖ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ μὲ σκοπὸ νὰ προκαλέσει καὶ ὄχι νὰ χαϊδέψει τὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; Φανερώνοντας καὶ δείχνοντας τὸν Πατέρα. Ὄχι μιὰ ἐπινοημένη καὶ ὑποταγμένη στὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς θεότητα. Ἀλλὰ τὸν ἐντελῶς ἀσύλληπτο στὴ γήινη σοφία, στὸν ἀνθρώπινο στοχασμὸ Θεό, ποὺ παίζει στὰ δάχτυλά του τοὺς σοφοὺς ἀποδεικνύοντας μωρία τὴν ἐξυπνάδα τους.
Καὶ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρές του πάλι τὸ ἴδιο ἔκαμαν. Ὁ λόγος καὶ τὸ κήρυγμά τους ἦταν οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις. Δὲν νοιάστηκαν ποτὲ νὰ πείσουν τὴν ὑπεροπτικὴ ἀνθρώπινη σκέψη. Κατέθεσαν ἁπλῶς ἀπέναντί της γεγονότα: Αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ποὺ ἄκουσαν, ποὺ ψηλάφησαν, ποὺ ἔζησαν κοντά του. Τὴ ζωντανὴ ἁπτὴ ἐμπειρία τους κόντρα στὰ περισπούδαστα τεχνάσματα καὶ τὰ περίτεχνα σοφίσματα τῆς γαυριώσας χοϊκῆς νόησης. Μιὰ ἐμπειρία πού, δίχως νὰ καταργεῖ, ξεπερνοῦσε τὴ λογική. Καὶ ἄφησαν στὸν καθένα τὴν ἐπιλογὴ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸ μήνυμά τους ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψει. Νὰ τοὺς θεωρήσει ἀπατεῶνες ἢ ἀξιόπιστους. Ἐλεύθερα.
Πῆρε στὰ χέρια της τὸ ἱερὸ βιβλίο ποὺ βρισκόταν χρόνια ξεχασμένο στὸ ράφι. Τὸ ξεφύλλισε ἀργά, βρῆκε τὸν τόπο ὅπου ἦταν καταγραμμένη ἡ μαρτυρία τους: Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, αὐτὸ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν… Ὅ,τι ἀκριβῶς σκανδάλιζε τὴν ἐπηρμένη λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ κατέθεταν οἱ αὐτόπτες. Πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποσιωπήσουν, γιατὶ τὰ ἔζησαν καὶ τοὺς συγκλόνισαν: Ὅτι ἡ σταύρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦταν κάποιο ἀπρόβλεπτο ἀτύχημα. Ἀντιθέτως! Ἦταν τὸ σχέδιό του αὐτό. Νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πάθει, νὰ θυσιασθεῖ. Ὅλα αὐτὰ ἑκούσια, γιὰ λογαριασμὸ ὅλων, ἀπὸ ἀνείπωτη ἀγάπη, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός, Θεὸς ἀληθινός, Κύριος τῶν πάντων, ὁ τάφος δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κρατήσει. Ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως, μὲ τὴ δική του δύναμη καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς νίκησε τὸν θάνατο, ἐξασφαλίζοντας γιὰ ὅλους τὴ ζωή.
Ἡ Ἀνθὴ ἔνοιωσε τὴ θεϊκή του ἐνέργεια, πανίσχυρη μὰ καὶ γεμάτη ἀγάπη, νὰ φτάνει καὶ σ’ αὐτήν, ἐκεῖ μπροστά της σήμερα, ἂν καὶ ἀπὸ δρόμο φοβερὰ σκανδαλώδη, ἀνεξήγητο. Ἕνα σπασμένο λαμπριάτικο κερί, ποὺ πῆρε φῶς ἀπὸ τὸ χέρι ἑνὸς ἀνάξιου παπᾶ καὶ μέσα ἀπ’ τὸ ἄπιστο δικό της χέρι ἔφτασε στὸ χέρι μιᾶς ἀγράμματης πιστῆς γριᾶς, ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀστράψει μέσα της ἡ ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Πὼς ἕνα μόνο ὄνομα ὑπάρχει στὴν ὑπ’ οὐρανὸν γιὰ νὰ σωθεῖ, νὰ ζήσει ὁ κόσμος: Τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ κυβερνᾶ πανσθενουργὸ τὰ σύμπαντα. Μπροστά του μέλλει νὰ καμφθεῖ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, συντετριμμένη, μὰ ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη ψυχικά, ἔγειρε μπρὸς στὸ ὑπερένδοξο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ προσκύνησε. Κάμπτοντας ἐνώπιόν του ταπεινὰ τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁμολόγησε ἀναφωνώντας ἐκστατικά:-  Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου…