Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Παιδί ... νόθο!

30 χρόνια “μπάσταρδο”…

30 χρόνια “μπάσταρδο”…

Με λένε Ειρήνη, είμαι παντρεμένη και έχω μια νεογέννητη κορούλα. Δεν είμαι μονογονέας, είμαι παντρεμένη. Σας διαβάζω διότι όλες οι ιστορίες εδώ, μου είναι γνώριμες. Γιατί ο πατέρας μου άφησε τη γυναίκα του και τα 3 τους παιδιά για μια άλλη γυναίκα. Τη μητέρα μου…

Γεννήθηκα μέσα σε εντάσεις, φωνές και νεύρα. Θυμάμαι τη γυναίκα του να χτυπάει και να κλωτσάει τη πόρτα και εγώ 3 χρονών να λέω:
“Μαμά φοβάμαι τη κυρία”.
 Να πετάγομαι τα βράδια φωνάζοντας:
 “Μαμά βοήθεια θα με φάει η κυρία”.
 Θυμάμαι τη μητέρα μου να κοιτάζει τρομαγμένη γύρω της και να με πηγαίνει στο σχολείο σαν κυνηγημένη. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μαλώνει με τη γυναίκα του στο τηλέφωνο και ύστερα να μαλώνει με τη μητέρα μου. Θυμάμαι τη μητέρα μου που του φώναζε και του έλεγε πως έπρεπε να κάνει κάτι για να βλέπει τα παιδιά του.
“Μπαμπά έχεις κι άλλα παιδάκια;” τον ρώτησα στη πρώτη δημοτικού. Δεν μου απάντησε, άλλαξε θέμα. Είχε 3 αγόρια στα χαρτιά. Γιατί από τότε που γεννήθηκα και άφησε τη γυναίκα του, δεν τον άφηνε να τα δεί. Μέχρι που ενηλικιώθηκαν δεν τον άφηνε να τα δει μα κι όταν μεγάλωσαν, δεν ήθελαν από μόνα τους, να έχουν καμία σχέση μαζί του.
Κι έτσι τα Χριστούγεννα ο πατέρας τους, δεν τους έφερνε δώρα γιατί τα έφερνε σε μένα. Δεν τους έλεγε παραμύθια γιατί τα βράδια που με πήγαινε για ύπνο, τα έλεγε σε μένα. Δεν τα πήγαινε στη παιδική χαρά γιατί έπαιζε με εμένα. Γιατί εγώ είχα τον μπαμπά τους και εκείνα δεν είχαν. Γιατι αν δεν ήμουν εγώ, δεν θα είχαν γίνει όλα αυτά. Κι αυτό δεν το ξεπέρασα ποτέ…

Μεγάλωσα με την πεποίθηση πως εγώ ήμουν η αιτία για ό,τι συνέβαινε.
“Αν δεν ήσουν εσύ στη μέση, θα είχε γυρίσει στην οικογένειά μας” μου φώναξε η θεία μου, αδερφή του πατέρα μου, μια μέρα που με βρήκε στο δρόμο. Φορούσα γουόκμαν και τη προσπέρασα κάνοντας πως δεν άκουσα. Ήμουν 13 χρονών κοπέλα. 13 χρόνια ΜΠΑΣΤΑΡΔΟ. Εξώγαμο. Νόθο. Μούλικο, πώς το λένε! Ήμουν η αιτία που 3 παιδιά, δεν είχαν πατέρα γιατί τους τον είχα κλέψει.

Η μητέρα μου με μεγάλωνε με συζήτηση. Με αγάπη. Προσπαθούσε να με πείσει πως ο λόγος που ήρθα στη ζωή ήταν επειδή οι γονείς μου ερωτεύτηκαν. Πώς δεν έφταιγα εγώ για ό,τι συνέβαινε αλλά πώς να πειστείς;  Πώς να πειστείς όταν οι συμμαθητές σου δεν κάνουν παρέα μαζί σου; Όταν οι γονείς σου μαλώνουν διαρκώς μπροστά σε εσένα για σένα; Όταν για τους χαμηλούς σου βαθμούς, για τους φίλους που δεν έχεις, για ένα ξέσπασμα, για μια κακιά στιγμή, φταίει που είσαι εξώγαμο; Που η μάνα σου είναι π@τάνα χωρίς αρχές άρα είσαι κι εσύ; Άρχισα να πίνω. Πολύ.

Με το ποτό ξεχνούσα. Τις ταμπέλες, την κωλοσυμπεριφορά των γύρω μου, τον πατέρα μου που ήταν πατέρας σε μένα και επισκέπτης στα παιδιά του, τη μάνα μου που ερωτεύτηκε παντρεμένο και μπήκε στο ζευγάρι. Τρία παιδιά που δεν καταδέχτηκαν ποτέ μέχρι σήμερα να με γνωρίσουν. Που με έβλεπαν πάντα σαν αυτή που ερχόταν να καρπωθεί τη περιουσία τους. Δεν θέλω τα σπίτια και τα αμάξια σας ρε! Εγώ αδέρφια ήθελα. Να λέω όπως όλα τα κορίτσια πώς να εμένα με προστατεύει ο αδερφός μου, ήθελα. Παιδάκια να παίζω ήθελα. Να λέω τα μυστικά μου και να κάνουμε φάρσες στους γονείς μας ήθελα. Να παραβγαίνουμε τα καλοκαίρια μέχρι τη σημαδούρα ήθελα. Να είμαι παιδί ήθελα. Να μην με δείχνουν με το δάχτυλο ήθελα. Αυτό το δάχτυλο που με έδειχνε από τότε που γεννήθηκα επειδή χάλασα μια οικογένεια. Γιατί ήμουν μπάσταρδο κι αυτό ήταν πάντα η αιτία του κακού. Που μιλούσα άσχημα, μασούσα τσίχλα, δεν διάβαζα, δεν μπήκα στο Πανεπιστήμιο και πήγαινα με πολλούς. «Παιδιά διαλυμένων οικογενειών τι να πείς….» τους έβλεπα να λένε. Με τα μάτια.
Έκοψα το ποτό στα 25 μου όταν με βρήκαν λιπόθυμη σε ένα μαγαζί. Με πήγαν οι γονείς μου στο νοσοκομείο και άρχισα ψυχοθεραπεία. Κατάφερα να ελέγξω τον θυμό μέσα μου. Να ερωτευτώ έναν άνθρωπο που αγκάλιασε τους φόβους μου και να κάνω μια όμορφη οικογένεια. Στενοχωριέμαι που οι γονείς μου δεν ζούν πια για να με δούν ευτυχισμένη. Που «έφυγαν» και οι δύο με λίγους μήνες διαφορά, καταδικασμένοι για τον έρωτά τους που έγινε αφορμή να έρθω στη ζωή. Στενοχωριέμαι για τα αδέρφια μου που δεν θέλουν να με ξέρουν. Δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ την απόρριψή τους. Ξέρω πως σήμερα έχουν κι αυτοί οικογένειες και είναι καλά. Ελπίζω να με διαβάζουν και να έρθουν να γνωρίσουν εμένα και τη κόρη μου. Την αδερφή τους και την ανιψιά τους. Η πόρτα του σπιτιού μου θα είναι πάντοτε ανοιχτή.
Ένα μπάσταρδο…
ΠΗΓΗ:http://singleparent.gr/
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:https://www.facebook.com/fotis.d.pal?fref=nf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου