Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Β΄. Κυριακή των Νηστειών



 «Οριοθέτηση Ορθοδοξίας και αιρέσεως 
 Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς»
του Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, καθηγητού
                                
Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών της Μ. Τεσσαρακοστής γιορτάζει η Εκκλησία μας την νίκη της Ορθοδοξίας εναντίον των αιρέσεων. Το ιδιαίτερο ιστορικό γεγονός, που αποτέλεσε την βάση και την απαρχή του εορτασμού αυτού, ήταν η νίκη της Εκκλησίας εναντίον της εικονομαχίας. Οι εικονομάχοι πρέσβευαν ότι η χρήση των εικόνων είναι αντιχριστιανική. Δεν δέχονταν την προσκύνηση της εικόνας του Χριστού, όπως και την τιμή των εικόνων και των ιερών λειψάνων των αγίων. Η τοποθέτησή τους αυτή δεν ήταν επιφανειακή, αλλά προχωρούσε βαθύτερα ως την άρνηση της απεικονίσεως του Χριστού, πράγμα που οδηγεί τελικά στην άρνηση της σαρκώσεώς του και της παρουσίας του ως αληθινού ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Η απόληξη αυτή της εικονομαχίας φανερώνει και τον αιρετικό χαρακτήρα της· μαρτυρεί ότι ήταν πραγματική αίρεση.
Αίρεση δεν η κάθε λανθασμένη θεολογική αντίληψη· δεν είναι ακόμα η παρερμηνεία κάποιων σημείων της Αγίας Γραφής η της παραδόσεως της Εκκλησίας. Αίρεση, όπως δηλώνει και η ετυμολογία της λέξεως, είναι η επιλογή κάποιου μέρους της θεολογικής αλήθειας και η απολυτοποίησή του. Η αίρεση δηλαδή τεμαχίζει την αλήθεια, επιλέγει κάποιο μέρος της, το απολυτοποιεί, και με τον τρόπο αυτόν παραποιεί και προσβάλλει ολόκληρη την αλήθεια. Όταν π.χ. ο Άρειος δίδασκε ότι ο Χριστός ήταν ένας τέλειος άνθρωπος, δεν έλεγε ψέματα· αλήθεια έλεγε. Δεν έλεγε όμως όλη την αλήθεια, αλλά μόνο ένα μέρος της· δεν έλεγε ότι ο Χριστός ήταν και τέλειος Θεός. Έτσι παραποιούσε και προσέβαλλε ολόκληρη την χριστιανική αλήθεια. Δεν αναγνώριζε την ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσεως στο πρόσωπο του Χριστού, που αποτελεί το θεμέλιο της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή της σωτηρίας και της θεώσεώς του. Προσέβαλλε τα θεμέλια του Χριστιανισμού και δημιουργούσε αίρεση.
Η ουσία λοιπόν της αιρέσεως για τον Χριστιανισμό έγκειται ακριβώς στην προσβολή της ενώσεως του Θεού με τον άνθρωπο, που θεμελιώνεται στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Η αίρεση δηλαδή προσβάλλει την δυνατότητα της σωτηρίας του ανθρώπου, η οποία ταυτίζεται με την θέωσή του.
Η θέωση του ανθρώπου αποτελεί τον σκοπό της δημιουργίας του. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Είναι δημιούργημα του Θεού, που κλήθηκε από τον ίδιο τον Δημιουργό του να τον ομοιάσει· να γίνει θεός, όχι βέβαια κατά την ουσία του αλλά κατά χάριν, όπως λέγεται στην θεολογική γλώσσα. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί μετά την αποστασία του ανθρώπου από τον Θεό και την υποταγή του στην αμαρτία. Η επαναφορά του στο «καθ’ ὁμοίωσιν» η την θέωση, είναι η σωτηρία του.
Ολόκληρη η ιερά ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, που κορυφώνεται με την σάρκωση του Θεού εν Χριστώ, φανερώνει το έργο της θείας οικονομίας για την σωτηρία του κόσμου. Και η Εκκλησία είναι ο πνευματικός χώρος, μέσα στον οποίο μυσταγωγείται η σωτηρία των ανθρώπων.
Οι αιρέσεις ως προσβολές της σωτηρίας αυτής παρουσιάστηκαν στην ιστορία της Εκκλησίας σε δύο επίπεδα· α) στο επίπεδο της ίδιας της σωτηρίας που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο, όπως συνέβη με τον Δοκητισμό, τον Αρειανισμό, τον Νεστοριανισμό, τον Μονοφυσιτισμό κ.α., και β) στο επίπεδο του τρόπου οικειώσεως της σωτηρίας αυτής από τον άνθρωπο, όπως συνέβη με τον Βαρλααμιτισμό, που πολέμησε η Εκκλησία με πρωτοστάτη τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Οι αρχαίες αιρέσεις προσέβαλαν την σωτηρία στο πρώτο επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο της προσφοράς της από τον Θεό στον άνθρωπο. Αν ο Χριστός δεν ήταν αληθινός άνθρωπος, αν δεν είχε δηλαδή πραγματικό ανθρώπινο σώμα αλλά φαινομενικό, όπως διατείνονταν οι αρχαιότεροι αιρετικοί, οι λεγόμενοι Δοκήτες, που πολεμήθηκαν ιδιαίτερα από τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη, η αν ήταν μόνο άνθρωπος, όπως υποστήριζαν αργότερα οι Αρειανοί, η μόνο Θεός, όπως δίδασκαν οι Μονοφυσίτες, η αν ήταν και Θεός και άνθρωπος, αλλά ως δύο ξεχωριστές φύσεις που δεν ενώθηκαν σε ένα πρόσωπο, όπως έλεγαν οι Νεστοριανοί, η ακόμα αν ήταν μόνο τέλειος Θεός όχι όμως και τέλειος άνθρωπος, όπως ισχυρίζονταν οι Απολιναριστές, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί στην πληρότητά του το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος, όπως διδάσκουν οι Γραφές και οι Πατέρες της Εκκλησίας, σώζεται, όταν προσλαμβάνεται από τον Θεό, όταν ανασυνδέεται και ενώνεται με την πηγή της ζωής του. Όλες οι αρχαίες αιρέσεις αρνούνταν μερικώς η ολικώς την πίστη και την διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας. Έτσι προσέβαλλαν την εμπειρία που είχαν εξαρχής τα μέλη της, ότι η κοινωνία με τον Χριστό, η μετοχή τους στο σώμα και το αίμα του Χριστού, είναι πραγματική κοινωνία με τον Θεό, μετοχή στην θεία ζωή.
Κάποιο είδος συνόψεως η ανακεφαλαιώσεως των αρχαίων αιρέσεων ήταν η εικονομαχία. Έτσι κατά την περίοδο της εικονομαχίας, που διήρκεσε περισσότερο από έναν αιώνα (726-843), επανήλθαν στο προσκήνιο με κάποια παραλλαγή πολλές πλάνες των προηγουμένων αιρέσεων. Γι’ αυτό κατά τον εορτασμό της Ορθοδοξίας γίνεται μνεία της καταδίκης όλων των αιρέσεων και διακηρύσσεται η αταλάντευτη πίστη της Εκκλησίας στην αδιάσπαστη πράδοσή της: «Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν…ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν» (Συνοδικόν Ζ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
Η εικονομαχία αποτελούσε ένα είδος θρησκευτικής ιδεολογίας, η οποία αμφισβητούσε και σε τελική ανάλυση απέρριπτε το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού, που αποτελεί την προϋπόθεση της ανακαινίσεως του κόσμου και της θεώσεως του ανθρώπου. Αν ο Χριστός δεν μπορεί να εξεικονίζεται, σημαίνει ότι δεν είναι και αληθινός άνθρωπος. Η εικόνα του Χριστού δηλώνει και υπογραμμίζει την αλήθεια της θείας ενανθρωπήσεως. Προβάλλει την παρουσία του Θεού, που φανερώθηκε μέσα στον κόσμο, για να σώσει τον άνθρωπο.
Όλες οι αρχαίες αιρέσεις, που εμφανίστηκαν κατά την πρώτη μετά Χριστόν χιλιετία, αντιμετωπίστηκαν από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους. Και η νίκη της Ορθοδοξίας, που γιορτάζεται από την Εκκλησία κατά την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προβάλλεται ως νίκη εναντίον των αιρέσεων αυτών, που αμφισβήτησαν την σωτηρία του ανθρώπου στο επίπεδο της προσφοράς της από τον Θεό.
Η δεύτερη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής έρχεται ως προέκταση της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Την Κυριακή αυτή γιορτάζει η Εκκλησία μας την νίκη της εναντίον μιας άλλης μορφής αιρέσεως· μιας αιρέσεως που αμφισβήτησε την σωτηρία του ανθρώπου στο δεύτερο επίπεδο, στο επίπεδο του τρόπου οικειώσεώς της από τον άνθρωπο. Και στον αγώνα της Εκκλησίας εναντίον της αιρέσεως αυτής πρωτοστάτησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γεννήθηκε το 1296. Είχε ευλαβέστατους και ευκατάστατους γονείς. Σε ηλικία επτά ετών ο Γρηγόριος έμεινε ορφανός από πατέρα και ανέλαβε την φροντίδα των σπουδών του ο ίδιος ο αυτοκράτορας, που τον προόριζε και για υψηλά κρατικά αξιώματα. Παράλληλα όμως γνώρισε και την ασκητική ζωή ήδη μέσα στο πλαίσιο της οικογενείας του και μυήθηκε στην νοερά προσευχή από τον αγιορείτη μοναχό και ακολού-θως μητροπολίτη Φιλαδελφείας Θεόληπτο. Ενώ όμως ο αυτοκράτορας τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα, αυτός προτίμησε την μοναχική ζωή.
Το Φθινόπωρο του 1316 σε ηλικία είκοσι ετών ξεκίνησε μαζί με τους δύο μικρότερους αδελφούς του Μακάριο και Θεοδόσιο για το Άγιον Όρος. Κατά τα τρία πρώτα χρόνια της εκεί παραμονής του έζησε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ασκητού Νικοδήμου στα όρια της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Μετά τον θάνατο του Νικοδήμου μετέβη στο κοινόβιο της Μεγίστης Λαύρας και ακολούθως αποσύρθηκε σε ερημητήριο.
Το 1325 επιδρομές των Τούρκων ανάγκασαν τον Παλαμά, όπως και άλλους αγιορείτες να φύγουν από το Άγιον Όρος. Τότε πήγε σε ερημητήριο της Σκήτης της Βεροίας, όπου παρέμεινε πέντε περίπου χρόνια με εντονότατη άσκηση. Το 1331 επιδρομές των Σέρβων τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την περιοχή της Βέροιας και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος, όπου συνέχισε την ερημική του ζωή στο ησυχατήριο του αγίου Σάββα. Εκεί πληροφορήθηκε τις αντιλήψεις του Βαρλαάμ, θεολόγου και φιλοσόφου από την Καλαβρία της Νοτίου Ιταλίας.
Ο Βαρλαάμ ήταν ορθόδοξος και δεχόταν όλα τα δόγματα της Εκκλησίας, που είχαν διατυπωθεί από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους. Επομένως δεν παρουσίαζε αιρετικές αντιλήψεις στο πρώτο από τα δύο επίπεδα που αναφέραμε, αλλά στο δεύτερο· στο επίπεδο του τρόπου οικειώσεως της σωτηρίας του Θεού από τον άνθρωπο. Δεν έλεγε ο Βαρλαάμ ότι ο Χριστός η το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα, όπως υποστήριζαν οι Αρειανοί η οι Πνευματομάχοι, αλλά ισχυριζόταν ότι η ενέργεια του Θεού, δηλαδή η χάρη του, με την οποία σώζεται ο άνθρωπος, είναι κτιστή. Αυτό όμως σήμαινε και πάλι ότι ο άνθρωπος δεν έρχεται σε άμεση προσωπική σχέση με τον Θεό και δεν ενώνεται μαζί του, αλλά με κάποιο κτίσμα. Και ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν για την σωτηρία του ανθρώπου κάτι διαφορετικό από από αυτό που υποστήριζαν οι Αρειανοί και οι Πνευματομάχοι.

                   Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ
 ΠΗΓΗ:ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Newsletter <adamnet@otenet.gr>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου