Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Ἱερά Μονή " Ἅγια τῶν Ἁγίων" Πάτμου



«Τά  Ἅγια τῶν Ἁγιῶ»

          Πρόκειται γιά τό γυνακεῖο Μοναστηράκι νοτιοανατολικά τῆς Χώρας, κάτω ἀπό τό Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγῆς.
          Ἱδρύθηκε, σύμφωνα μέ τήν χρονολογία πού ὑπάρχει στό ἀνώφλι τῆς εἰσόδου τό 1579, δηλαδή εἶναι τό παλαιότερο γυναικεῖο Μοναστήρι τοῦ νησιοῦ μας. Πρόκειται γιά ἕνα μικρό κτιριακό συγκρότημα στό χῶρο τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὁ τρισυπόστατος Ναός, κελλιά καί ἄλλοι βοηθητικοί χῶροι. Τό ὄνομά του ὀφείλεται στό ὅτι ὁ ἕνας ἀπό τούς τρεῖς Ναΐσκους (στό κέντρο), εἶναι ἀφιερωμένος στήν γιορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, δηλαδή στήν Εἴσοδο τῆς «παιδίσκης Μαρίας εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων».        Ὁ Ναΐσκος στή νότια πλευρά τοῦ κεντρικοῦ, εἶναι ἀφιερωμένος στήν Ἁγία Τριάδα (πανηγυρίζει τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς) καί ὁ ἄλλος, στή  Βόρεια πλευρά (τοῦ κεντρικοῦ) πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Πάντων.
          Κτητόρισσα τῆς Μονῆς φέρεται μία χήρα ἡ ὁποία μαζί μέ τίς τρεῖς θυγατέρες της ἐγκαταβίωσαν στό χῶρο αὐτό καί ἔγιναν Μοναχές. Ἀργότερα περιῆλθε στήν οἰκογένεια τῶν Ρωμανιδῶν ἤ Κομματάδων, μέ τελευταίους κληρονόμους τῆς οἰκογένειας αὐτῆς τόν Ἀρχιμανδρίτη Νικηφόρο Ρωμανίδη καί τόν ἀδελφό του Κωνσταντῖνο Ρωμανίδη. Οἱ δυό αὐτοί μεταβίβασαν τό Μοναστηράκι στήν ἐξαδέλφη τους Μοσχοῦν ἤ Μοσχούδι  Σύφαντου.
          Τό Μοναστηράκι αὐτό εἶναι γνωστό καί μέ τό ὄνομα: «Τό Κάθισμα τῆς Σαλώμης» λόγῳ τῆς Μοναχῆς Σαλώμης, ἡ ὁποία ἐκάρη Μοναχή τό ἔτος 1867 καί στήν ὁποία οἱ Ρωμανίδες μέ συμβολαιογραφική πράξη στίς 11 Ἰουνίου τοῦ 1869 (κεκυρωμένη ἀπό τό Πρωτοδικεῖο Ἀθηνῶν καί ἀπό τό Ὑπουργεῖο Δικαοσύνης) τῆς τό μεταβίβασαν. Ἡ Μοναχή Σαλώμη πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1890, κατόπιν προτροπῆς τῆς Μονῆς καί τῆς Δημογεροντίας τό ἀνακαίνισε πλήρως καί παρέμεινε σ  αὐτό μέχρι τοῦ θανάτου της, δηλαδή μέχρι 30 Ἰουλίου τοῦ 1919 (Τό ὄνομα «Σαλώμη» ἐπεκράτησε ἀλληλοδιαδόχως γιά πολλά χρόνια, μέ τελευταία τήν ἀείμνηστη Σαλώμη Κοκκώνη, ἀπό τόν Κάμπο).

Στή βάση τῆς Ἁγίας Τράπεζας ὑπάρχει ἀρχαία ἐπιγραφή: «ΕΠΑΦΡΟΔΕΙΤΟΣ ΕΠΑΦΡΟΔΕΙΤΟΥ ΝΕΙΣΥΡΙΟΣ» καί σέ ἄλλα σημεῖα ὑφίστανται τμήματα ἀπό τεμάχια γλυπτῶν μαρμάρων (π.χ. πάνω ἀπό τήν εἴσοδο τῶν Δύο Ναΐσκων) κλπ. 




          Σέ διάφορες εἰκόνες ἀναφέρεται ἡ ἐπιγραφή «Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μανουήλ Ἀναγνώστου καί τῆς συμβίας αὐτοῦ Χρυσόκονας». Μάλιστα στήν Εἰκόνα τῶν Εἰσοδίων ὑπάρχουν ζωγραφισμένοι καί οἱ ἀφιερωτές, ἀπό τούς ὁποίους ἡ γυναῖκα «φοράει» κεφαλόδεσμο, τόν γνωστό μέ τό ὄνομα «Πόσι».
          Σήμερα στό Μοναστηράκι αὐτό ἐγκαταβιοῦν δύο Μοναχές· ἡ Πατμία Συγκλητική Μοναχή, τό γένος Βιρβίλλη, καλλιφωνότατη «ὑποτακτικιά» τῆς Σαλώμης Κοκκώνη καί ἡ Μοναχή Μαγδαληνή, μέ Κυπριακή καταγωγή. Τήν φροντίδα γιά τήν συντήρηση καί ἐπίβλεψη τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ χώρου, τήν ἔχει ἡ Ἱερά Μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
          Μέ τήν εὐκαιρία τῆς μικρῆς μας αὐτῆς ἀναφορᾶς στήν ἱστορία τοῦ Ἱεροῦ αὐτοῦ Καθίσματος, θεωρήσαμε σκόπιμο νά ἀναφερθοῦμε στόν μακαριστό Ἀρχιμανδρίτη Νικηφόρο Ρωμανίδη, τήν προσωπικότητα τοῦ ὁποίου δέν γνωρίζουμε, παρά ἐλάχιστα. Γιά τό σκοπό αὐτό παραθέτουμε τό κατωτέρω δημοσίευμα  τοῦ κ. Σωτήρη Λιάσκου, μέ τίτλο:

«Ο πρώτος εν Ελλάδι στρατιωτικός ιερέας
          Μια από τις άγνωστες πτυχές της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο ελληνικό έθνος είναι αναμφίβολα και η συμμετοχή και συμβολή των στρατιωτικών ιερέων στο επιτυχές αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Η παρουσία των ιερέων στον Αγώνα του '21 τεκμηριώνεται από τα ιστορικά κείμενα και αρχεία της εποχής, ενώ ήδη από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου θεσμοθετείται και επισήμως θέση ιερέα για κάθε χιλιαρχία του Στρατού.
Βάσει του κανονισμού, ονομάζεται αξιωματικός και εντάσσεται στο επιτελείο της μονάδας, ανάμεσα στον γραμματέα, τον ιατρό και τον φροντιστή, με μηνιαίο μάλιστα μισθό 120 γρόσια.
«Η αποστολή των στρατιωτικών ιερέων στον Αγώνα του 1821 -όπως και όσων συμμετείχαν στους άλλους αγώνες του έθνους- ήταν αμιγώς πνευματική. Μένοντας συνεπείς στον πνευματικό και αγιαστικό χαρακτήρα του λειτουργήματός τους, δεν χρησιμοποίησαν όπλα κατά των εχθρών» αναφέρει ο π. Μελέτιος στο βιβλίο του «Θρησκευτικοί λειτουργοί στο στράτευμα διά μέσου των αιώνων», ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Οι στρατιωτικοί ιερείς, ακολουθώντας σε όλες τις μάχες τα στρατεύματα, λειτουργούσαν, εξομολογούσαν, κοινωνούσαν και παραμυθούσαν τους αγωνιζόμενους αδελφούς. Κυρίως όμως προκινδύνευαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου».
Ο αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Ρωμανίδης υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός εν Ελλάδι ιερέας και αναμφίβολα «η πιο εμβληματική μορφή στρατιωτικού ιερέα τόσο από την άποψη της χρονικής διάρκειας της υπηρεσίας του όσο και από αυτή των ποιοτικών χαρακτηριστικών του έργου και της παρουσίας του» σημειώνει στο εξαιρετικό ιστορικό έργο του ο στρατιωτικός ιερέας π. Μελέτιος Κουράκλης.
Σε ανέκδοτη αναφορά του στις 13 Δεκεμβρίου 1837 υπεραμύνεται του πνευματικού χαρακτήρα της αποστολής του σε αντιδιαστολή με εκείνον του μαχητή ιερέα.
Ανέφερε μεταξύ άλλων: «Αν ενηγκάλιζον ιδίαις χερσί τα όπλα εξ αρχής ήθελον χαίρει βεβαίως ανώτερον βαθμόν καθώς άλλοι. Πλην δεν είναι νομίζω ευκαταφρόνητον ότι εφύλαξα το ιερατικόν επάγγελμα και εβοήθησα τον στρατόν λόγω και έργω πραγματικώς, χρηματίσας μάλιστα».
Ο Ρωμανίδης γεννήθηκε το 1798 στην Πάτμο. Συμμετείχε στον Αγώνα από το 1821 τόσο στα άτακτα σώματα, υπό τις διαταγές του στρατηγού Υψηλάντη, όσο και στο Ναυτικό, υπό τις διαταγές του ναύαρχου Μιαούλη.
Ο ίδιος ο αρχιμανδρίτης αναφέρεται στις υπηρεσίες του στο Ναυτικό κατά την αποστολή των αποδεικτικών του προς την Ιερά Σύνοδο στις 3 Σεπτεμβρίου 1836, όπου πληροφορεί ότι τα παλαιά αποδεικτικά που του είχαν χορηγήσει ο πληρεξούσιος της Εταιρίας Δ. Θέμελης, ο ναύαρχος Μιαούλης και ο λόρδος Κόχραν κάηκαν στο δίκροτο «Η Ελλάς».
Αναφορά στις πολύχρονες υπηρεσίες του έχουμε και στην αίτηση που υπέβαλε για την έκτακτη επιχορήγηση που δόθηκε στους αξιωματικούς της εποχής, αλλά και στον πρόλογο του βιβλίου του, που εκδόθηκε το 1871. Την 1η Μαρτίου 1829 ονομάστηκε ιερέας στον Στρατό της Γραμμής, φέροντας επί εποχής Καποδίστρια τον βαθμό του λοχαγού.
Και διδάσκαλος
Συγχρόνως με αυτές τις δραστηριότητες, ο Ρωμανίδης είχε αναλάβει διευθυντής και διδάσκαλος στο ειδικό αλληλοδιδακτικό σχολείο, το οποίο είχε συσταθεί έπειτα από πρωτοβουλία του Καποδίστρια για τους στρατιώτες και αξιωματικούς του Τυπικού Τάγματος.
Εκεί γύρω στο 1834 ξεκίνησε η επίσημη διαδικασία για την αναγνώριση και τον διορισμό των στρατιωτικών ιερέων και αφού είχε προηγηθεί η έγκριση της Ιεράς Συνόδου.
Το 1835 ήταν μια σημαντική χρονολογία για τον ίδιο, καθώς με Βασιλικό Διάταγμα διορίζεται τακτικός ιερέας του 3ου Τάγματος Πεζικού της Γραμμής, με μηνιαίο μισθό 120 δραχμές, και εκτάκτως ιερέας της Φρουράς Μεσολογγίου.
Με δεδομένο ότι τα οικονομικά του δεν ήταν ικανοποιητικά, αιτήθηκε δύο φορές μικρή αύξηση μισθού ως αναγνώριση της προσφοράς του στο στράτευμα.
Υπογράμμιζε, μάλιστα, το γεγονός ότι είχε προτιμήσει να τιμήσει στο ακέραιο τον πνευματικό χαρακτήρα του λειτουργήματος αντί «να εναγκαλιστεί τα όπλα» και να ανελιχθεί στη στρατιωτική ιεραρχία. 
Η πολυετής προσφορά του μπορεί μεν να αναγνωρίστηκε το 1844, εφόσον παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος, ωστόσο οι προσπάθειες για μισθολογική αύξηση και πάλι δεν καρποφόρησαν.
«Ο Νικηφόρος Ρωμανίδης ήταν γνωστός για το λειτουργικό και κηρυκτικό - διδακτικό του έργο» σημειώνει ο π. Μελέτιος Κουράκλης στην εργασία του, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ενέπνεε σεβασμό και εμπιστοσύνη (...) Οταν εξέδωσε βιβλίο με τις εκκλησιαστικές του ομιλίες, το υπουργείο Στρατιωτικών το συνέστησε ως λίαν χρήσιμον, γεγονός που μαρτυρεί την απήχηση και το κύρος της προσωπικότητάς του αλλά και την αποδοχή εντός του στρατεύματος».
Αποστρατεύτηκε το 1872, σε ηλικία 74 ετών, έπειτα από αίτησή του, ενώ απεβίωσε σε ηλικία 79 ετών.
ΠΗΓΗ: http://www.romfea.gr/prosopa/7251-o-protos-en-elladi-stratiotikos-iereas»

          Κατακλείουμε τήν ἀναφορά μας αὐτή μέ τήν σημείωση ὅτι ὁ Νικηφόρος ὁλόκληρη τήν περιουσία του τήν δώρησε στό Δῆμο τοῦ Πειραιᾶ. Στό Μοναστήρι του, δηλαδή στή Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου δώρησε τά Ἄμφιά του, τά ἀποῖα φυλάσσονται στό Σκευοφυλάκιό της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου