Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Φιλία

Ὁ Ἰορδάνης κι ὁ Ἀχμέτ!

ἕνα ἀληθινό παραμύθι

          Στά πολύ παλιά τά χρόνια, μοῦ ἔλεγε ἡ γιαγιά ἡ Ἐμόρ, ἐκεῖ στά βάθη τῆς Τουρκιᾶς ζοῦσαν μαζί οἱ Ἕλληνες κι οἱ Τοῦρκοι κι ἔγινε τούτη ἡ ἱστορία καί μοὔλεγε ἡ γιαγιά, πώς, ναί, δέν ἦταν παραμύθι, μά ἤτανε ἀληθινή, πιότερο κι ἀπ᾽ τά παραμύθια καί ἦταν, λέει, δυό φίλοι ἀγαπημένοι, ὅπως τ᾽ ἀδέρφια ἤτανε, Ἀχμέτ τόν ἔλεγαν τόν ἕνα κι ἦταν Τουρκόπουλο κι ὁ ἄλλος, ὁ δικός μας, ἦταν ὁ Ἰορδάνης. Κι ἦταν κοντά Χριστούγεννα, κρύο πολύ βαρύ καί χιόνι σκέπαζε τό χωριό, πού ἦταν μικρό κι ἦταν ὡραῖο μές  στίς κερασιές, στά τριαντάφυλλα, καί στά πορτοκάλια καί τό χιόνι ὅλα τά σκέπαζε, ἀφρᾶτο, μαλακό, καί πάγωνε τά νερά στά κεραμίδια, κρεμοῦσε κρυστάλλινα σπαθιά καί μικρά διαμαντάκια στά κλαδιά, πού ἄστραφταν στό φῶς κι ἔκαναν τά παιδιά χαρά μεγάλη. Ἦταν φτωχούλι τό Τουρκόπουλο, εἶχε πατέρα ἀραμπατζῆ καί φαμελιά μεγάλη· τἄβγαζαν  πέρα δύσκολα κι ὁ Ἰορδάνης ἤτανε ἀπό γενιά μεγάλη ἀρχοντική καί πλούσια πολύ κι εἶχανε ὅλα τά καλούδια ποὔδινε ὁ Θεός καί ὁ πατέρας του ἔφερνε πραμάτειες ἀπ᾽ τήν Πόλη, τήν Σμύρνη καί τήν Προῦσα. Καί τά παιδιά ἔπαιζαν ὅλα μαζύ, ὁ Ἰορδάνης  κι ὁ Ἀχμέτ μιάν ἡλικία εἶχανε, σάν τ᾽ ἀδερφάκια ἤτανε κι ἀκόμα πιό καλά.

          Λοιπόν, μοῦ ἔλεγε ἡ γιαγιά ἡ Ἐμόρ, πώς ἀπό κάποτε σάν ἤτανε παραμονή Χριστούγεννα μές τή μεγάλη Ἐκκλησιά κατέβαινε ἕνας ἄγγελος κι ἄναβε τά κεριά καί τά καντήλια καί πώς κανείς δέν ἤξερε τό πότε, ἐρχότανε σάν ἀστραπή κι ἕνας μονάχα τό προλάβαινε νά δεῖ τό πέταγμά του. Καί πὠς ἐκεῖνος πού τόν ἔβλεπε γινότανε γιά πάντα ἀθάνατος. Καί σάν κατέβαινε ὁ ἄγγελος, ἄπλωνε πέρα ὡς πέρα ἕνα φῶς κι ἔλαμπε ὅλο τό χωριό καί γέμιζε λέει ἡ Ἐκκλησιά διαμάντια καί ρουμπίνια καί μαλάματα κι ἀσήμια κι ἄλλος κανείς δέν τἄβλεπε παρά μονάχα ὁ ἕνας πού ἦταν ὁ εὐλογημένος.

          Ἐκείνη τή χρονιά, λοιπόν, εἶπαν οἱ δυό φίλοι μας, νά πᾶνε τήν μεγάλη νύχτα τῆς Παραμονῆς στήν Ἐκκλησιά, μή κι ἕνας ἀπ᾽ τούς δυό ἦταν τυχερός, γιατί ὁ ἄγγελος, ἔλεγε ἡ γιαγιά ἡ Ἐμόρ, δέν τούς ξεχώριζε Ἕλληνες ἀπό Τούρκους. Πιαστήκανε χέρι χέρι ὁ Ἰορδάνης κι ὁ Ἀχμέτ καί βγῆκαν στό σκοτάδι, κοντά κοντά, ἕνας δίπλα στόν ἄλλο, ἦταν πολύ τό κρύο καί τό χιόνι δυό μέτρα κι ὁ Ἰορδάνης χαιρότανε τό πανωφόρι τό καινούργιο, γούνα παχειά, πού τὄχε φέρει ὁ πατέρας ἀπ᾽ τήν Προῦσα. Καί ὁ καϋμενούλης ὁ Ἀχμέτ μές τό φτηνό του πανωφόρι κρύωνε καί τουρτούριζε. Ἔφτασαν κάποτε στήν Ἐκκλησιά κι ὁ Ἰορδάνης τόσο χαιρόταν τό καινούργιο πανωφόρι του, πού οὔτε καί πρόσεχε πόσο ὑπόφερε ὁ Ἀχμέτ. Καί περνοῦσαν οἱ ὧρες μές τήν Ἐκκλησιά κι ὁ ἄγγελος δέν φαινότανε, μεσάνυχτα κόντευαν κι ἄρχισε πάλι νά χιονίζει καί τό σκοτάδι ὁλοένα γινόταν πιό πυκνό. Καί πέρασαν τά μεσάνυχτα καί ὁ ἄγγελος πουθενά κι ὁ Ἰορδάνης τέντωνε τ᾽ αὐτιά κι ἀφουγκραζόταν καί νύσταζε ὁ Ἀχμέτ, βαραίνανε τά μάτια κι ἔγερνε πάνω στόν φίλο του νά πάρει λίγη ζεστασιά ἀπό τό γούνινο  πανωφόρι.

Σάν πέρασε, λοιπόν, ἡ ὥρα γιά τά καλά κι ὁ ἄγγελος δέν ἦρθε, εἶπαν νά πᾶνε πιά στά σπίτια τους οἱ δυό μας φίλοι, δέν ἦταν τυχερό ν᾽ ἀνοίξει ὁ οὐρανός γιά φέτος. Καί καθώς βγῆκαν ἀπ᾽ τήν Ἐκκλησία σηκώθηκε ξάφνου ἄνεμος δυνατός καί στριφογύριζε τό χιόνι κι ὁ Ἀχμέτ τουρτούριζε τώρα πιό πολύ ἀπ᾽ τό κρύο καί μαζευόταν κολλητός στόν Ἰορδάνη καί παραπατοῦσε. Περπατοῦσαν τρικλίζοντας μέσα στό χιόνι καί οἱ νιφάδες κολλοῦσαν στά μάτια καί στά μάγουλά τους καί τότε ξάφνου ὁ Ἰορδάνης γύρισε κι εἶδε τόν Ἀχμέτ, κι ἦταν σάν νά τόν ἔβλεπε πρώτη φορά, τόσο δέν εἶχε δεῖ πόσο πολύ τό κρύο  πάγωνε τό ἀδύναμο κορμάκι του. Κοντοστάθηκε λίγο ντροπιασμένος κι ἔννοιωσε κάτι βαθειά πολύ νά σκιρτάει στήν καρδιά του. Καί μονομιᾶς, χωρίς καθόλου νά σκεφτεῖ, ἔβγαλε τό βαρύ τό πανωφόρι καί σκέπασε τόν Ἀχμέτ. Καί ἦταν τότε ξαφνικά πού ἔννοιωσε μέσα στήν καρδιά του μιάν ἄλλη ζεστασιά πελώρια, πού ἅπλωνε σ᾽ ὅλο  τό κορμί ὥς τ᾽ ἀκροδάχτυλά του κι οὔτε πού κρύωνε καθόλου πιά οὔτε πού καταλάβαινε ἄν ἦταν μέσα ἤ ἔξω ἡ ζεστασιά. Καί τότε φάνηκε σάν νάρχεται ὁ ἄγγελος μέ τά φτερά του ἀνοιχτά κι ὅλα γέμισαν  φῶς  κι ἁπλώσανε παντοῦ ἀσήμια καί μαλάματα κι ἔλαμπαν πάνω στά κλαδιά ρουμπίνια καί ζαφείρια, κρύφτηκε ὁ ἄνεμος, σταμάτησε ὁ χιονιάς καί ἦταν σάν νἀρχότανε ὕμνος μακρινός στ᾽ αὐτιά τους. Κι ἅπλωνε ἐκείνη ἡ ἀγάπη σάν τό φῶς πού ξεχύνεται καταμεσήμερο καλοκαιριοῦ. Κι ὁ Ἰορδάνης κι ὁ Ἀχμέτ ἔννοιωθαν τά χεράκια τους νά γίνονται ἕνα καί οἱ καρδοῦλες τους χτυπούσανε σά νἄταν μιά καρδιά. Καί ἡ γιαγιά ἡ Ἐμόρ μᾶς ἔλεγε, πώς εἶδαν καθαρά τόν ἄγγελο τά δυό παιδιά καί πώς ἔτσι γίναν ἀθάνατοι κι οἱ δυό καταπῶς ἔμεινε στήν ἱστορία…..
ΠΗΓΗ:  Ἀπό τό ἔργο τοῦ ἐκλεκτοῦ καί λίαν ἀγαπημένου φίλου  γιατροῦ, συγγραφέα, πολυβραβευμένου γιά τήν πλούσια συγγραφική, ἀνθρωπιστική καί κοινωνική του δραστηριότητα  κ. Βάσου Ἠλία Βογιατζόγλου με τον τίτλο: "ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ (1965-2015), Εκδόσεις ΠΑΡΑΣΑΚΗΝΙΟ 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου