Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Δάσκαλος

Θυμήσου δάσκαλε...

“Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε ψυχές… Σκάψε βαθιά.
Τι κι αν πολλοί σ' έχουνε λησμονήσει;”
Κωστής Παλαμάς
Artist: Kuvin Oren
Artist: Kuvin Oren
       
Θυμήσου το χαμόγελο.
Κανένα παιδί δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ ένα χαμόγελο. Μην μπαίνεις στην τάξη με τη μουράκλα. Ναι, έχεις και συ προβλήματα. Ο άνθρωπός σου, ο σπιτονοικοκύρης σου, η πεθερά σου. Έχεις δίκιο. Όμως το δίκιο σου μην το ξεσπάς στο παιδί. Το παιδί δεν είναι ούτε ο άνθρωπός σου ούτε ο σπιτονοικοκύρης σου ούτε η πεθερά σου. Δε φταίει. Δεν πρέπει να το χρεωθεί.
Θυμήσου το «μπράβο».
Πες το με την καρδιά σου. Ένα «μπράβο» μπορεί να είναι πιο αποδοτικό από όλα τα «διδακτέα» μαζί. Άσε το παιδί που σηκώνει το χέρι του να πάει για τσίσα. Όντως, μπορεί να κάνει ψιλοκοπάνα του πεντάλεπτου. Όντως, μπορεί να θέλει να αποφύγει το μάθημα. Όμως αν πρέπει πραγματικά να πάει; Όχι, δεν κάνω πλάκα. Σοβαρολογώ. Καλύτερα να κάνει λούφα ένα παιδί, παρά να αγωνιά ένα άλλο.    
Αλλο «κάνω παρατήρηση» και άλλο «ξεφτιλίζω».
Ποτέ μην ξεφτιλίζεις ένα παιδί μπροστά στους συμμαθητές του. Ποτέ μην ειρωνεύεσαι, μη σαρκάζεις, μη γελοιοποιείς εκ του ασφαλούς κάποιον που δεν μπορεί να σου απαντήσει. Είσαι μεγάλος, είσαι ετοιμόλογος, είσαι από θέση ισχύος. Μη χρησιμοποιείς αυτά τα όπλα. Ποτέ. Πάνω από τα μαθήματα, πάνω από οτιδήποτε, το σημαντικότερο για ένα παιδί είναι η αξιοπρέπειά του μπροστά στους συμμαθητές του.
Εχεις στα χέρια σου ένα κάκιστο βιβλίο.
Καλείσαι να το διδάξεις. Ξέχνα το. Όσο μπορείς. Ξέχνα το και θυμήσου την ουσία. Η ουσία περνάει στα παιδιά. Η ουσία καταγράφεται. Ποτέ η σελίδα 121 του κεφαλαίου 9.
Άνθρωπος είσαι,
κάποιους μαθητές σου τους γουστάρεις περισσότερο από κάποιους άλλους. Μην το δείχνεις. Το ξέρω δεν προφταίνεις, το ξέρω είσαι κουρασμένος, έχεις να διορθώσεις πενήντα ανορθόγραφες εκθέσεις , αλλά ψάξτο καλύτερα. Μπορεί το σπαστικό με τα γυαλάκια, στο πίσω θρανίο, που μοιάζει να αδιαφορεί, να είναι απλά πιο ντροπαλό. Πιο ανασφαλές.
Τα παιδιά έχουν ελαττώματα.
Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος. Τα παιδιά βαριούνται το μάθημα.Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος. Τα παιδιά θα ήθελαν να είναι οπουδήποτε αλλού εκτός από μια αίθουσα φουλ στα ημίτονα και στους Βουλγαροκτόνους. Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος.
Τα παιδιά δεν έχουν μόνο υποχρεώσεις.
Έχουν και δικαιώματα.  
Άσχετο αν εμείς οι μεγάλοι, επειδή δεν μας συμφέρει,φροντίζουμε επιμελώς να τους αποκρύπτουμε το γεγονός. Και τελικά φίλε δάσκαλε: Τα παιδιά θέλουν να σε γνωρίσουν. Τα παιδιά θέλουν να σε αγαπήσουν. Μπορείς να τα βοηθήσεις, να σταθείς δίπλα τους. Μπορείς να δώσεις σχήμα στο παρόν, το μέλλον τους, στη ζωή τους ολόκληρη. Φτάνει να τους δώσεις μια ευκαιρία. Να τους απλώσεις το χέρι. Φτάνει να θυμηθείς γιατί έγινες δάσκαλος, δάσκαλε…
Ελενα Ακρίτα
Και οι ξανθιές έχουν ψυχή (Καστανιώτης, 2004)    
        Πηγή: newagemama
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://hamomilaki.blogspot.gr/

Ο Σταυρός

 Το πραγματικό νόημα του σταυρού
Πέτρος Βασιλειάδης,
Μέρα μεγάλη αύριο της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και παρακαλέσαμε τον ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Πέτρο Βασιλειάδη να μας συνοψίσει τις επιστημονικές του απόψεις για τον σταυρό, το κορυφαίο σύμβολο του χριστιανικού κόσμου, οι οποίες καταγράφονται στις μελέτες του Σταυρός και Σωτηρία (1983) και επαναλαμβάνονται και στο βιβλίο του Παύλος. Τομές στη Θεολογία του (2005).
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
IMG_5348Ο σταυρός, ως μέσο θα­να­τι­κής ε­κτέ­λε­σης ε­πι­νο­ή­θη­κε α­πό τους Πέρ­σες, έγι­νε ό­μως εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κό μέ­σο θα­να­τι­κής τι­μω­ρί­ας την πε­ρί­ο­δο της ρω­μα­ϊ­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Στην Περ­σί­α ο ε­κτε­λού­με­νος σταυ­ρω­νό­ταν για να μη μο­λυν­θεί α­πό το πτώ­μα του η γη, που ή­ταν α­φι­ε­ρω­μέ­νη στον Ορ­μούσδ.  Στη Ρώ­μη, αντίθετα, ο σταυ­ρός μεταβλήθηκε στην χει­ρό­τε­ρη μορ­φή θα­να­τι­κής ε­κτέ­λε­σης. Ο Κι­κέ­ρων θε­ω­ρεί τη σταύ­ρω­ση ως την έ­σχα­τη και ύ­ψι­στη (θα­να­τι­κή) τι­μω­ρί­α των δούλων (servitutis extremum sumraumque supplicium), ενώ ο Ι­ώ­ση­πος, όπως και ο Ωριγένης,  χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το θά­να­το πά­νω στο σταυ­ρό «α­σχι­στον θά­να­τον» (morsturpissima), από όπου και η αναφορά της προς Εβραίους στον «σταυ­ρόν α­σχύ­νης» (12:2). Ε­κεί­νο, ό­μως, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει πε­ρισ­σότερο την ου­σί­α του πράγ­μα­τος εί­ναι η α­πο­στρο­φή του Κι­κέ­ρω­να και γι” αυ­τήν α­κό­μη τη μνεί­α του ο­νό­μα­τος «σταυ­ρός», θε­ω­ρών­τας τη θέ­α της σταύ­ρω­σης α­νά­ξια για κά­θε ε­λεύ­θε­ρο άν­θρω­πο: «nomen ipsum crucis absit non modo a corpore civium Romanorum, sed etiam a cogitatione, oculis, auribus…. expectatio mentio ipsa denique indigua cive Romano etque homine libero est».
Κα­τά βάση, όμως, η σταύ­ρω­ση α­πο­τε­λού­σε το α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρο μέ­τρο για τη δι­α­τή­ρη­ση της κα­θε­στη­κυί­ας τά­ξης (status quo) και την κα­τα­στο­λή των α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών κι­νη­μά­των. Η ποι­νή της σταύ­ρω­σης ή­ταν κυ­ρί­ως πο­λι­τι­κή και στρα­τι­ω­τι­κή τι­μω­ρί­α σα­δι­στι­κής σκλη­ρό­τη­τας. Ακόμη και μέχρι την ε­πο­χή του αγίου Ι­ω­άν­νου του Χρυ­σο­στό­μου παρέμενε  αυτή η άποψη. Είναι χαρακτηριστικές οι εκφράσεις του: «το­το γάρ τό το θα­νά­του σύμ­βο­λον ο γάρ παύ­σο­μαι συ­νε­χς το­το λέ­γων… οχ ­πλς θα­νά­του λ­λά θα­νά­του τοῦἐ­πα­ρά­του το­το σύμ­βο­λον ν… σταυ­ρός πρό­τε­ρον κα­τα­δί­κης ­νο­μα καί τι­μω­ρί­ας ν… α­σχύ­νης ν καί κο­λά­σε­ως ­πό­θε­σις».
Στην Αγία Γραφή ο πρώτος που κάνει συνειδητή χρήση του όρου «σταυρός» με θεολογική (σωτηριολογική), κυρίως όμως κοινωνιολογική έννοια είναι ο απόστολος Παύλος. Με τις συ­νε­χείς α­να­φο­ρές στην «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση» των δού­λων, ή στην «κα­ταλ­λα­γή» του Θε­ού (με α­πο­κλει­στι­κή δι­κή του πρω­το­βου­λί­α) με τον α­μαρ­τή­σαν­τα άν­θρω­πο, ή α­κό­μη στη «δι­καί­ω­ση» της α­νήμ­πο­ρης να α­πο­φύ­γει τη δί­και­η κα­τα­δί­κη αν­θρω­πό­τη­τας, σαφέστατα το­νί­ζον­ται οι κοι­νω­νι­κές προ­ε­κτά­σεις του μυ­στη­ρί­ου της σω­τη­ρί­ας, αλλά και οι ηθικές προεκτάσεις για τη ζωή των πιστών. Ο απόστο­λος Παύλος, θεωρεί το σταυρό «ουδαίοις μέν σκάνδαλον θνεσιν δέ μω­ρία» (Α´ Κορ 1,23). Και για μεν τους Ιουδαίους ήταν και σκάν­δαλο και κατάρα (Γαλ 3,13). Για τον εθνικό όμως κόσμο ήταν κάτι παρα­πάνω από μωρία.
Για τον κο­ρυ­φαί­ο  των α­πο­στό­λων ο «λό­γος το σταυ­ρο» γί­νε­ται η συν­τε­ταγ­μέ­νη ε­κεί­νη, η ο­ποί­α δί­νει νέ­α προ­ο­πτι­κή στην πα­ρα­δο­σια­κή θε­ώ­ρη­ση του θα­νά­του του Ι­η­σού, και συγ­κε­κρι­μέ­να στην παθητική σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κή extranos-pronobis ερ­μη­νεί­α. Και η προ­ο­πτι­κή αυ­τή α­πο­σα­φη­νί­ζε­ται α­πό τη ση­μα­σί­α που εί­χε ο ό­ρος «σταυ­ρός» την ε­πο­χή ε­κεί­νη, όπως αναφέραμε πιο πάνω, τό­τε δη­λα­δή που ο κο­ρυ­φαί­ος θε­ο­λό­γος του αρ­χι­κού χρι­στι­α­νι­σμού α­νέ­συ­ρε το α­τι­μω­τι­κό­τε­ρο και ε­ξευ­τε­λι­στι­κό­τε­ρο σύμ­βο­λο της ρω­μα­ϊ­κής κοι­νω­νί­ας και το κα­τέ­στη­σε κο­ρυ­φαί­ο στοι­χεί­ο της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας. Μ” αυ­τήν α­κρι­βώς την έν­νοι­α μπο­ρού­με να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με το «λό­γο του σταυ­ρού» ως κέν­τρο της παύ­λειας σω­τη­ρι­ο­λο­γί­ας.
Για να κατανοηθούν, όμως, τόσο η βαθύτερη σημασία της σταυρικής θεολογίας, όσο και το σύνολο της παύλειας σωτηριολογίας, θα πρέπει αυτές να ε­ξε­τα­στούν μέ­σα α­πό το πρί­σμα της πο­λυ­μορ­φί­ας της προ-παύ­λειας ερ­μη­νεί­ας του θα­νά­του του Ι­η­σού. Ο κο­ρυ­φαί­ος αυ­τός θε­ο­λό­γος του αρ­χέ­γο­νου χρι­στι­α­νι­σμού αν και δι­α­σώ­ζει (και ως έ­να βαθ­μό α­πο­δέ­χε­ται) ό­λες σχε­δόν τις πριν α­π” αυ­τόν ερ­μη­νεί­ες, προχωράει ένα βήμα παραπέρα, το οποίο συνίσταται στην ε­πι­λο­γή και προ­τί­μη­ση της «σταυ­ρι­κής» ο­ρο­λο­γί­ας. Ει­σά­γον­τας τη «θε­ο­λο­γί­α του σταυ­ρού» στην πρω­το­χρι­στι­α­νι­κή σκέ­ψη, ο Παύ­λος έ­δω­σε νέ­ες δι­α­στά­σεις στην πα­ρα­δο­σια­κή ερ­μη­νεί­α του θα­νά­του του Ι­η­σού, που κά­θε άλ­λο πα­ρά ταυ­­τί­ζε­ται με την extranos-pronobis με­τα­γε­νέ­στε­ρη (μεσαιωνική) σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κή αν­τί­λη­ψη.  Συγκεκριμένα, κά­θε φο­ρά που είχε να αν­τι­με­τω­πί­σει αν­τί­πα­λες (ι­ου­δα­ΐ­ζου­σες ή εν­θου­σι­α­στι­κές) τά­σεις, ε­πι­στράτευε τη θε­ο­λο­γί­α του σταυ­ρού με τις γε­νι­κό­τε­ρες πο­λι­τι­κο-κοι­νω­νι­κές προ­ε­κτά­σεις, που συ­νε­πά­γε­ται το πραγ­μα­τι­κό γε­γο­νός της σταύ­ρω­σης κα­τά την ε­πο­χή ε­κεί­νη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Π.Δ. παρατηρείται σχεδόν αποκλειστική χρήση του ό­ρου «ξύ­λον». Το γεγονός αυτό, όπως επίσης και το ότι ο απόστολος Παύλος είναι ο πρώτος συνεπής χρήστης του όρου «σταυρός» και  εισηγητής της σταυ­ρι­κής θεο­λο­γί­ας, οδήγησε τη νεότερη βιβλική και ιστορική επιστήμη να διερωτηθεί, γιατί στη με­τα­γε­νέ­στε­ρη εκ­κλη­σι­α­στι­κή γραμ­μα­τεί­α, αλλά και λειτουργική πράξη, έχουμε σαφή μετατόπιση του κέντρου βάρους προς μια περισσότερο δοξολογική κατανόηση του γεγονότος της σταυρικής θυσίας του Ιησού. Το σκάν­δα­λο του σταυ­ρού από κάποια στιγμή και μετά δεν α­πα­σχο­λεί πλέον τους εκ­κλη­σι­α­στι­κούς συγ­γρα­φείς και αν­τι­κα­θί­στα­ται α­πό θρι­αμ­βευ­τι­κές εκ­φρά­σεις, ό­πως «σταυ­ρο τρό­παι­ον τό ­ήτ­τη­τον».
Βέβαια, η στα­δια­κή  α­πο­μά­κρυ­νση α­πό τη σταυ­ρι­κή ο­ρο­λο­γί­α δεν σημαίνει ότι α­πορ­ρί­πτονται οι τρα­γι­κές προ­ε­κτά­σεις του γε­γο­νό­τος του σταυ­ρού, όπως τουλάχιστον τις κατανόησε θεολογικά ο απόστολος των εθνών. Να μη ξεχνάμε πως ο δοκητισμός, τον οποίο καταδίκασε τελεσίδικα η πρώτη Εκκλησία,  ήταν εκείνος – και όχι η αρχέγονη Ορθοδοξία – που με την προσπάθεια εξελληνισμού του χριστιανικού δόγματος, επι­χείρησε να εξαλείψει πλήρως τη μωρία του σταυρού. Είναι, όμως, φανερό  πως από κάποια στιγμή και μετά αν­τλούν­ται πα­ρα­στά­σεις α­πό την Π.Δ., χρησιμοποιούνται ε­κτός α­πό τον ό­ρο «ξύ­λον» παραπλήσιοι ό­ροι, όπως «κέ­ρας» (cor­nua), «ρά­βδος», «ση­με­ον» κ.ά., αλλά και ερμηνεύεται πλήθος παλαιοδιαθηκικών χωρίων ως τύποι και προφητείες του σταυρού του Χριστού. Και όλα αυτά ασυναίσθητα άμ­βλυναν τις πραγ­μα­τι­κές δι­α­στά­σεις του ό­ρου «σταυ­ρός», και σταδιακά να ταυτιστεί το ιερότερο σύμβολο της Εκκλησίας με τις επαίσχυντες «σταυροφορίες».
Και χωρίς όμως τις τελευταίες η επισκίαση της αυθεντικής παύλειας σταυρικής θεολογίας συνέτεινε στην υποβάθμιση του προφητικού χαρακτήρα της μαρτυρίας της Εκκλησίας και της ριζοσπαστικότητας της διδασκαλίας της. Γι’ αυτό είναι σήμερα απαραίτητο για την Εκκλησία να παραβλέψει την άκρατη δοξολογική της αυταρέσκεια και να αναδείξει τη σταυρική θεολογία του αποστόλου Παύλου με τις ριζοσπαστικές κοινωνικές της προεκτάσεις, όπως άλλωστε mutatis mutandis το έπραξε κατά την κωνσταντίνεια πε­ρί­ο­δο, τότε που ανέσυρε εκ νέου τη ση­μα­σί­α του πά­θους για να ε­ξι­σορ­ρο­πή­σει την υ­περ­βο­λι­κή έμ­φα­ση στη νί­κη με­τά την α­πο­δο­χή του χρι­στι­α­νι­σμού και τον εναγκαλισμό του α­πό την κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α.
ΠΗΓΗ: http://blogs.auth.gr/moschosg/

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

"Οι Πνευματικοί.."

Όχι στις προσκολλήσεις

Όχι στις προσκολλήσεις
Η αποφυγή προσκολλήσεων είναι απαραίτητη όχι μόνο μέσα στα Μοναστήρια και τις μοναστικές Αδελφότητες, αλλά και για τους λαϊκούς πιστούς. 
Υπάρχουν πνευματικοί οι οποίοι, ενώ είναι αρκετά ευσεβείς, όμως καλλιεργούν μία πολύ ισχυρή εξάρτηση από τον εαυτό τους και υποθάλπουν μία προσκόλληση στον εαυτό τους. Αυτό είναι πέρα για πέρα αρρωστημένο . Συνήθως δεν το καταλαβαίνουν και όταν τους το υποδείξει κανείς, διαμαρτύρονται και εξανίστανται.
Ο πνευματικός εξαφανίζει τον εαυτό του και βάζει στον εξομολογούμενο Χριστό και μόνο Χριστό. Μέλημά του είναι η διακονία του Χριστού . Δεν ευχαριστιέται με τη φράση: « τα πνευματικά μου τέκνα…» , αλλά «τα τέκνα του Θεού». Είναι δούλος του Θεού ο πνευματικός και όχι το αφεντικό. Αυτή η φράση , που συχνά ακούγεται: « τα πνευματικά μου παιδιά», είναι πολύ επικίνδυνη. Μερικές φορές μυρίζει και αρκετό εγωισμό. Δε φτιάχνουμε δικά μας παιδιά, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό βέβαια είναι αφάνταστα λεπτό θέμα και δυσδιάκριτο. Ας προσπαθούμε, όσοι έχουμε τη χάρη της πνευματικής πατρότητας, να βιώνουμε πολλή ταπείνωση, για να μπορούμε να διακρίνουμε τις λεπτές αυτές ισορροπίες.
Ο εξομολογούμενος βέβαια θα τρέφει αγάπη και σεβασμό προς τον πνευματικό του πατέρα. Θα εκδηλώνει υπακοή ελεύθερα και αβίαστα, αλλά θα προσέχει πάντα να μην έχει προσκόλληση, που βλάπτει την πνευματική ζωή. Η καρδιά πρέπει να είναι πάντα στραμμένη στο Θεό. Ν’ αγαπά το Θεό και να υπηρετεί το Θεό. Οι αρρωστημένες εκείνες καταστάσεις που αγαπά περισσότερο τον πνευματικό του από τον Θεό είναι τελείως απαράδεχτες. Έχω ζήσει τέτοιες αρρωστημένες καταστάσεις στην ποιμαντορική μου διακονία και έχω πικρή πείρα.
Με επισκέφθηκε κάποτε στο γραφείο μου στον Πειραιά μια ομάδα φοιτητών και φοιτητριών δεκαπέντε περίπου ατόμων. Φαίνονταν πολύ καλά παιδιά , με πολλή ευσέβεια και σεμνότητα. Μου είπαν κάποιο πρόβλημα που είχε τότε ο πνευματικός τους πατέρας με την Ιερά Σύνοδο. Και τα φαινομενικά καλά αυτά παιδιά μου είπαν με ένα στόμα και οι δεκαπέντε: 
« Εάν τιμωρηθεί απ’ την Ιερά Σύνοδο ο πνευματικός μας πατέρας , θα φύγουμε όλοι και θα πάμε μαζί του στους Παλαιοημερολογίτες». 
Τους είπα με αγάπη ότι μιας τέτοια σκέψη είναι τελείως λανθασμένη και εκτός ορίων του πνεύματος του Χριστού. Όμως τα παιδιά αυτά, που όντως είχαν πολλή ευσέβεια μέσα τους και φαίνονταν καλοί χριστιανοί, όταν μετά δύο μήνες τιμωρήθηκε από την Ιερά Σύνοδο ο πνευματικός τους πατέρας, έφυγαν όλοι μαζί του και πήγαν στους παλαιοημερολογίτες. Αυτές είναι θλιβερές καταστάσεις, που δεν είναι όμως σπάνιες στον ελλαδικό χώρο.
Κρύβει πολλά μυστικά η πνευματική πατρότητα. Ενώ είναι δωρεά του Θεού, σε εξομολόγους όμως που δεν έχουν οι ίδιοι αναγεννηθεί πνευματικά, επειδή υπάρχει μέσα τους κρυφή ή φανερή εγωπάθεια, δημιουργούνται πολλές αρρωστημένες καταστάσεις που εξ αιτίας τους έχει κλαύσει όχι λίγες φορές η Εκκλησία.
Θέλω να κλείσω τις φτωχές αυτές πρακτικές σκέψεις γύρω από τη σωστή εξομολόγηση με μία παρατήρηση. Κάθε πιστός πρέπει να έχει τον πνευματικό του, χωρίς όμως προσκολλήσεις, όπως αναφέραμε προηγούμενα. Ο πιστός που ζει με αγώνα πνευματικό και προσπαθεί και προσέχει στη ζωή του, συνήθως κάνει μικροσφάλματα. Έτσι στον πνευματικό θα πηγαίνει κατά αραιά διαστήματα, ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες που έχει. Τα μικροσφάλματα συγχωρούνται με την μετάνοια και την προσευχή, καθώς σημειώσαμε στο οικείο κεφάλαιο. Αναγκαίο είναι όμως κάθε δύο ή τρεις μήνες ο πιστός να προσέρχεται στον πνευματικό του, να εξομολογείται με ειλικρίνεια, απλότητα και ειλικρινή μετάνοια τα τυχόν σφάλματα που παρατηρεί στον εαυτό του και θα ειρηνεύει. Απαρίθμηση πόσες φορές θυμώσαμε και πόσες φορές μιλήσαμε απότομα στον αδελφό μας, δε χρειάζεται. Απλά χρειάζεται εκδήλωση μετάνοιας, περιληπτική αναφορά των σφαλμάτων και εκζήτηση του ελέους του Θεού. Ούτε χρειάζεται προσπάθεια να βρούμε οπωσδήποτε σφάλματα και να πούμε στον πνευματικό. Ούτε αποσιώπηση και συγκάλυψη των σφαλμάτων, που δημιουργούν τύψεις συνειδήσεως.
Η συνήθεια που έχουν μερικοί να θέλουν τον πνευματικό «στην τσέπη» δεν είναι σωστή. Αυτό πρέπει να το προσέξουν ιδιαίτερα οι γυναίκες . Αυτές πολλές φορές αρέσκονται να πηγαίνουν κάθε δέκα ημέρες στον πνευματικό. Κάτι τέτοιο ούτε οι πνευματικοί πρέπει να δέχονται, ούτε οι εξομολογούμενοι να διαπράττουν.
Βέβαια εάν- Θεός φυλάξοι- συμβεί σοβαρό παράπτωμα, τότε χρειάζεται αμέσως προσφυγή στο μυστήριο της ιερής Εξομολόγησης και απαραίτητο στοιχείο γνήσιας «εν Χριστώ» πνευματικής ζωής, αρκεί όμως να γίνεται σωστά.

Αρρωστημένες καταστάσεις

Εδώ ακριβώς θέλω να επισημάνω μία αρρωστημένη αντίληψη πολλών εξομολόγων πνευματικών και πολλών εξομολογουμένων, και δη γυναικών, που δεν έχουν σωστή επί του προκείμενου γνώμη και αντίληψη.
Υπάρχουν πνευματικοί οι οποίοι, για να έχουν δεμένα «στο ζωνάρι» τα πνευματικά τους τέκνα, τα προτρέπουν σε πολύ συχνή, εβδομαδιαία ή και δεκαπενθήμερη ή και μηνιαία εξομολόγηση. Είναι αυτοί οι πνευματικοί οι οποίοι χρησιμοποιούν την εξομολόγηση για να δημιουργούν οπαδούς εξαρτημένους απ’ αυτούς. Κάτι τέτοιο είναι αρρωστημένο πέρα ως πέρα. Το ίδιο αρρωστημένη είναι και η τάση μερικών πιστών και δη ευσεβών γυναικών που θέλουν τον πνευματικό «στην τσέπη». Τρέχουν κάθε εβδομάδα ή κάθε δεκαπενθήμερο ή κάθε μήνα να εξομολογηθούν. Μία τέτοια συνήθεια είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη και εγκυμονεί πολλούς κινδύνους. Δημιουργεί προσκολλήσεις και εξαρτήσεις ανεπίτρεπτες. Όλα αυτά που γράφουμε ισχύουν για τους λαϊκούς πιστούς. Στα μοναστήρια ισχύουν άλλοι κανόνες, εκεί χρειάζεται η συχνή με το Γέροντα και τον πνευματικό επαφή και εξομολόγηση.
Αυτός που προσπαθεί να ζει γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή έχει τον πνευματικό του και εξομολογείται κάθε 2-3 μήνες, κάνοντας μία αναθεώρηση της ζωής του και λαμβάνοντας μέσω του επιτραχηλίου τη Χάρη της άφεσης των αμαρτιών του. Σε περίπτωση όμως μεγάλου αμαρτήματος και μεγάλης πτώσεως, τρέχει αμέσως στον πνευματικό. Όχι κάθε φορά που, ενώ αγωνίζεται με ειλικρίνεια, πέφτει από απροσεξία σε κάποια μικροσφάλματα ή δέχεται απρόσεκτα κάποιο κακό λογισμό. Το σημείο αυτό πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα, γιατί η τάση να έχουμε τον πνευματικό «στην τσέπη» έχει δημιουργήσει ζημιά στην Εκκλησία.

Απαραίτητη λοιπόν για μία σωστή « εν Χριστώ» πνευματική ζωή είναι η βίωση της διαρκούς μετάνοιας. Είναι ένα μέρος του πνευματικού αγώνα του πιστού στην προσπάθειά του να ευαρεστεί ενώπιον του Θεού.
Θα ήθελα να κλείσω με τη γνώμη ενός σύγχρονου μεγάλου εκκλησιαστικού συγγραφέα: « Η μετάνοια δεν ορίζεται απλά, σαν μία αρετή, μία στιγμή μεταβατική, μία βαθμίδα προσωρινή, μια μερική ή περιστασιακή πράξη, που μπορεί να περιορίζεται και να τελειώνει, αλλά ασκείται σαν μία στάση ζωής , μία σταθερή και μόνιμη και φυσιολογική καθημερινή εργασία της ψυχής, που η εγκατάλειψη ή η άρνησή της σημαίνει απογύμνωση της πνευματικής ζωής». 
Πηγή: Η «εν Χριστώ» Πνευματική ζωή 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.agioritikovima.gr/

Μόζαρτ!!!

 6-Hour Mozart Piano Classical Music Studying Playlist Mix by JaBig: Great Beautiful Long Pieces

"Ἐχθρός"!

 Η πιο καλή Πράξη!!!
Ἐνας πατέρας, όταν εγέρασε, διένειμε την περιουσία του στα παιδιά. Κράτησε ένα πολύτιμο δαχτυλίδι με ένα τεράστιο διαμάντι.
- Αυτό, τους είπε, θα το δώσω σ' εκείνον που έχει κάμει την πιο καλή πράξη.
Έμενα, του είπε ο ένας, μου είχε εμπιστευθή ένας φίλος μου ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Χωρίς κανένα χαρτί. Χωρίς καμμιά απόδειξη. Μπορούσα να τον γελάσω. Και να τα κρατήσω όλα! Μα του τα επέστρεψα όλα! Δεν είναι σπουδαία πράξη αυτό;
- Καλή είναι η πράξη σου, παιδί μου. Αλλά αλλοίμονο αν δεν το έκανες αυτό. Δεν θα ήσουν έντιμος άνθρωπος. Θα ήσουν απατεώνας και καταχραστής. Αν ενεργούσες αλλιώς, θα έπρεπε να εντρέπεσαι σε όλη σου την ζωή.
Εγώ, είπε ο δεύτερος, είδα μια φορά ένα παιδάκι, πού είχε πέσει στην θάλασσα και από στιγμή σε στιγμή θα πνιγόταν. Εβούτηξα στη θάλασσα με τα ρούχα. Και το έσωσα! Δεν είναι σπουδαία η πράξη αυτή;
Έκαμες, παιδί μου, απλώς το χρέος σου. Τίποτε περισσότερο! Αλλοίμονο να άφηνες το μικρό παιδί να πνίγη! Αυτό δεν το κάνουν ούτε οι άνθρωποι του υποκόσμου!
Εγώ, είπε ο τρίτος, ευρήκα τον εχθρό μου να κοιμάται σε ένα απόκρημνο βράχο. Είχε στον ύπνο του γυρίσει λίγο. Και ήταν έτοιμος να πέσει κάτω και να σκοτωθή. Τον ξύπνησα και τον τράβηξα μακριά από τον βράχο. Και σώθηκε.
Γεμάτος χαρά και με όψη που έλαμπε, είπε ο γέρος πατέρας:
- Μπράβο, παιδί μου! Αυτή είναι αληθινά σπουδαία πράξη. Να κάνεις καλό στον εχθρό σου. Και να τον σώζεις, από κακό που θα πάθαινε, χωρίς να του φταις εσύ.
Συ, αδελφέ μου, τι καλές πράξεις έχεις κάμει; Αξίζουν τίποτε στα μάτια του Θεού; 
Από έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Newsletter <adamnet@otenet.gr>

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Πάτμος

 Οι Μύλοι τῆς Χώρας Πάτμου
Φωτογραφία του χρήστη Κωνσταντινος Κολλιας.
ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/stella.grilli

«Το χρώμα της ζωγραφικής»

Η έννοια του χρώματος στο βυζαντινό κόσμο

Μετά το γραπτό και προφορικό λόγο το χρώμα επιτελούσε στο βυζαντινό κόσμο μία εξέχουσα λειτουργία. Κατά αντιδιαστολή προς το λόγο που είχε μια ακριβή σημειολογική αποδοτικότητα, το χάρη στη συναίσθηση και στο συνδυασμό της αντίληψης του, αποτελούσε μια ισχυρή παρόρμηση της σφαίρας του ψυχικού ασυνειδήτου και έτσι αποδεικνυόταν ένας σημαντικός γνωσιολογικός παράγοντας.
Οι έγχρωμες ζωγραφικές παραστάσεις διευκόλυναν τη βαθιά αντίληψη του φιλοσοφικο-θρησκευτικού αντικειμένου. Οι ίδιοι βυζαντινοί συγγραφείς το παρατηρούσαν σε μορφή ανάλογη με το πνεύμα της εποχής. «Το χρώμα της ζωγραφικής», γράφει ο Ιωάννης Δαμασκηνός[1], «με προσελκύει στη θεώρηση και σαν λιβάδι τέρπει την δράση και απαρατήρητα εμπνέει στην ψυχή τη δόξα του Θεού». Η προσεταιριστική συμβολική του χρώματος ήταν στο Βυζάντιο σύνθετη και αυτούσια από νοήματα. Για τη διαμόρφωση της σημειολογίας του είχαν επίδρασει πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων πρέπει να δεχθούμε την ιουδαιοχριστιανική θρησκευτική παράδοση που είχε βέβαια εμφανή την επιρροή των ινδοιρακινών θρησκευτικών παραδόσεων της συμβολικής του χρώματος[2], τη λειτουργία και τη σημασία του χρώματος στην αυλική εθιμοτυπία στη Ρώμη και στο Βυζάντιο, τη χρήση του χρώματος στην ελληνιστική τέχνη και τα χρώματα της φύσης που συνιστούσαν το θεμέλιο όλων των διαδοχικών συνδυασμών και των πολυσύνθετων συμβολικών εξηγήσεων.
psifidota-vatp.
Κατά τον Ε’-ΣΤ’ αιώνα είχε ήδη διαμορφωθεί στο Βυζάντιο ένα λεξικό χρωμάτων, περισσότερο η λιγότερο σταθερό, βασιζόμενο σε ένα μικρό άθροισμα σημαντικών χρωμάτων. Η σημειολογία των βασικών χρωμάτων συσχετιζόμενη με την αρχή του συνδυασμού και της συναίσθησης πληρωνόταν στο μεταξύ με φιλοσοφικο-θρησκευτική έννοια, βρίσκοντας έκφραση στο σύστημα συμβολικών εικόνων του Ψευδο-Διονυσίου. Βάση του χρηματιστικού κανόνα ήταν η πορφύρα, το λευκό, το κίτρινο (χρυσό), το πράσινο[3]. Σημαντική σπουδαιότητα αποδιδόταν επίσης στο γαλάζιο (του ουρανού) και στο μαύρο χρώμα.
Το πορφυρό-χρώμα «ζωοποιό» και αυτοκρατορικό
Στη βυζαντινή κοινωνία ήταν μεγάλη η σημασία του πορφυρού χρώματος που αντιπροσώπευε προ πάντων το αυτοκρατορικό χρώμα. Μόνο ο αυτοκράτορας υπέγραφε με πορφυρό μελάνι, καθόταν επάνω σε πορφυρό θρόνο και έφερε πορφυρά υποδήματα. Στη θεία λατρεία είχε πορφυρό χρώμα το ευαγγέλιο της αγίας Τράπεζας. Κατά τον ΣΤ’ αιώνα οι καλλιτέχνες της βυζαντινής πρωτεύουσας φιλοτέχνησαν σειρά χειρογράφων σε πορφυρή περγαμηνή, όπως είναι οι πορφυροί κώδικες Γένεση, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης, τα ευαγγέλια Σινώπης, στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, του Rossano, στο επισκοπικό μουσείο της ομώνυμης κωμόπολης της Καλαβρίας στην Ιταλία, του Rabula, στη Λαυρεντιαντή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας[4]. Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο το 431 επέτρεψε, ως ένδειξη υψίστης τιμής και οφειλόμενου σεβασμού προς τη Θεοτόκο, τη χρήση από τους ζωγράφους πορφυρών ενδυμάτων για τη Θεομήτορα και την αγία Άννα.
Ήδη κατά την παλαιοχριστιανική εποχή το ερυθρό-πορφυρό χρώμα είχε αποκτήσει διπλή σημασία. Στο ευαγγελικό επεισόδιο του χλευασμού του Χριστού οι Ρωμαίοι στρατιώτες τον είχαν ντύσει με πορφυρή χλαμύδα, σύμβολο της αυτοκρατορικής εξουσίας και «ενέπαιξαν αυτώ λέγοντες «χαίρε, βασιλεύ των Ιουδαίων και εμπτύσαντες εις αυτόν έλαβον τον κάλαμον και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού» (Ματθ. 27, 29-30). Για τους στρατιώτες, εκείνη η χλαμύδα ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα φάρσας, ακόμη ένας τρόπος κοροϊδίας του Χριστού. Για τους χριστιανούς, η πορφυρή χλαμύδα, προ πάντων στην παράσταση του «χλευασμού» ήταν το σύμβολο της αυθεντικής «βασιλείας» του Χριστού και το σημείο του μαρτυρίου του. Στη λατρευτική πράξη «το κίτρινο χρώμα των ιερατικών αμφίων», ήταν το σύμβολο και η ανάμνηση της πορφυρής χλαμύδας[5]. Η διπλή έννοια για το πορφυρό χρώμα διατηρήθηκε καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας του Βυζαντίου. Στην αρχή του ΙΓ’ αιώνα αποκαλύπτεται σαφώς, όπως υπογραμμίζει ο A.P.Kazdan[6], στο έργο του Νικήτα Χωνιάτη, ανώτατου λειτουργού, ρήτορα της αυλής, ιστορικού και συγγραφέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτός αναφέρεται στην πορφύρα με τον παραδοσιακό σεβασμό, σε άλλες με κακοπροαίρετη ειρωνεία. Κατά την κρίση του, «η αυτοκρατορική πορφύρα ταυτιζόταν με την αιμοχαρή σκληρότητα της αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας».
Παρόμοια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για το πορφυρό χρώμα στη σφαίρα της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας προερχόταν με μεγάλη σαφήνεια, από τα ψυχοφυσικά χαρακτηριστικά του. Ενώνοντας καθεαυτό ζώνες του φάσματος (γαλάζιο και ερυθρό) που δεν μπορούν να ενωθούν, αυτό το χρώμα περικλείει καθεαυτό ένα χρωματικό κύκλο. Όπως παρατηρούσε ο Goethe, «η πράξη και η φύση αυτού του χρώματος είναι ενωμένες στο δικό τους γένος. Αυτό συγκεντρώνει μόνο του τα ενεργά και παθητικά μέρη, θερμά και ψυχρά του χρωματικού κύκλου, μέσα στην έσχατη τάση τους, δηλαδή, ενώνει τις αντιθέσεις. Με πορφυρά χρώματα ντύνονται και η «αξιοπρέπεια των γηρατειών» και «η γοητεία της νεότητας» και μέσα από ένα πορφυρό τζάμι βλέπουμε τη φύση σε ένα «τρομοκρατικό φως». Έτσι θα πρέπει να εμφανιστούν «γη και ουρανός κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας»[7].
Στη βυζαντινή συμβολική των χρωμάτων, το πορφυρό χρώμα ένωνε την αιωνιότητα, το θείο, το υπερβατικό (γαλάζιο, χρώμα ουρανού) με το γήινο (ερυθρό). Συγκεντρώνοντας καθεαυτό τις αντιθέσεις, το πορφυρό χρώμα προσέλαβε ιδιαίτερη σπουδαιότητα σε ένα πολιτισμό αντινομικής σκέψης. Η παιδεία του ματιού ήταν σε όχι τελική ανάλυση, προσδιορισμένη από εκείνη της σκέψης. Όχι τυχαία, η πορφύρα δεν εξήλθε πρακτικά από το Κωνσταντινοπολίτικο περιβάλλον, και αντικαταστηθηκε από χρώματα πιό απλά, το ερυθρό και το γαλάζιο, ενώ στο μαφόριο της Θεοτόκου μετριάστηκε με το καστανό χρώμα.
Το ερυθρό είναι στον Ψευδο-Διονύσιο το χρώμα της φλόγας, της φωτιάς[8] και «οι θειες ενέργειες» εκδηλώνονται στη φωτιά, «με εικόνες προσιτές στις αισθήσεις»[9]. Επίσης, το ερυθρό είναι «ζωοποιό χρώμα» και -βαρύ, φλογερό, επιδεικτικό- είναι συγχρόνως το χρώμα του αίματος, προπάντων του αίματος του Χριστού και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη θεολογική διδασκαλία, το σημείο της αλήθειας της ενσάρκωσής Του και της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους. Στη βυζαντινή ζωγραφική, σε αντιστοιχία με τη δομή της παράστασης και του σχήματος, το ερυθρό προσέλαβε μια ευρεία κλίμακα καλλιτεχνικών εννοιών.
Hristos-12
Το λευκό-χρώμα της αγνότητας
Συχνά το ερυθρό ήταν αντίθετο στο λευκό, που διαφορετικά από ο,τι συμβαίνει στη ζωγραφική της σύγχρονης Ευρώπης είχε ισότητα δικαιωμάτων με τα άλλα χρώματα. Πρόκειται για ένα χρώμα απλό που δείχνει κατά την άποψη του Ψευδο-Διονυσίου[10] τη φωτεινότητα, «την αμοιβαία σχέση με το θείο φως». Γι’ αυτό τα ενδύματα του Χριστού στη Μεταμόρφωση είναι λευκά, φωτεινά, «τα δε ιμάτια αυτού εγένωτο λευκά ως το φως» (Ματθ. 17, 2). Ήδη από τους αρχαίους χρόνους, το λευκό είχε το συμβολικό νόημα της αγνότητας, της αποκόλλησης από το εγκόσμιο (χρωματιστό), της επιδίωξης της πνευματικής απλότητας. Στην απόκρυφη και καινοδιαθηκική γραμματεία, οι άγγελοι και οι νέοι είναι κατά κανόνα ντυμένοι στα λευκά. Αυτό το χρώμα έχει μια συμβολική θέση στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως (Η’ αι.) και ο Συμεών Θεσσαλονίκης (ΙΕ’ αι.) κατέδειξαν στα έργα τους μεγάλο ενδιαφέρον για τα λευκά ενδύματα. Η συμβολική του λευκού, εξίσου πολύ σημαντική, θεμελιωνόταν επάνω στην αρχή του οπτικού συνειρμού και της συναίσθησης. Έτσι το λευκό στιχάριο αντιπροσωπεύει την εικόνα της σάρκας του Χριστοΰ[11], «την καθαρωτέραν της δόξης του Θεού περιβολήν απαθή εμφαίνων»[12] και αποκαλύπτει «την αίγλην θεότητος» [13]. Είναι το «ένδυμα αφθαρσίας»[14]. Οι άγιοι και οι όσιοι των εικόνων και των τοιχογραφιών συχνά απεικονίζονται με λευκά ενδύματα. Κατά κανόνα το σώμα του βρέφους Χριστού στη Γέννηση, οι ψυχές των δικαίων στους κόλπους του Αδάμ, καθώς και της Θεοτόκου στην Κοίμηση, είναι όλα τυλιγμένα με ταινίες λευκού χρώματος. Σύμβολο καθαρότητας και απόσπασης από ο,τι είναι γήινο, θεωρήθηκε το λευκό των λινών που περιτύλιξαν το σώμα του Χριστού στον τάφο και το λευκό του γαϊδάρου κοντά στο λίκνο του βρέφους στη Γέννηση. Το λευκό είναι το χρώμα της προαιώνιας σιωπής. Όπως ο τοίχος η ο λευκός πίνακας μπροστά στο ζωγράφο, αυτό κρύβει μέσα του τις άπειρες δυνατότητες κάθε πραγματικότητας, κάθε παλέτας.
Το μαύρο-χρώμα του τέλους και του θανάτου
Το μαύρο σε αντίθεση προς το λευκό είναι η ουσία της περάτωσης κάθε φαινομένου, είναι το χρώμα του τέλους, το χρώμα του θανάτου. Το μαύρο ένδυμα είναι «σημείον πένθους»[15]. Στις ζωγραφικές παραστάσεις μόνο τα έγκατα του σπηλαίου, σύμβολο του τάφου και του Άδη, είναι ζωγραφισμένα με μαύρο χρώμα. Αύτη ή έννοια του μαύρου ήταν τόσο παγιωμένη, ώστε οι πιό εξαίρετοι ζω­γράφοι, επιθυμώντας να το αποφύγουν, εκεί όπου χρειαζόταν το απλό μαύρο χωρίς καμιά συμβολική αξία, ή το αντικαθιστούσαν με βαθύ γαλά­ζιο και βαθύ καφέ ή το διόρθωναν με γαλάζιους-ουράνιους τονισμούς.
Η αντίθεση «λευκό-μαύρο» πού σε πολλούς πολιτισμούς είχε την έννοια αρκετά πάγια της «ζωής-θανάτου» γαλάζιους-ουράνιους τονισμούς.
Η αντίθεση «λευκό-μαύρο» πού σε πολλούς πολιτισμούς είχε την έννοια αρκετά πάγια της «ζωής-θανάτου» εισήλθε στη ζωγραφική με μια ακριβή εικονογραφική διατύπωση. Μια λευκή μορφή τυλιγμένη με λωρί­δες, στο βάθος ενός μαύρου σπηλαίου (το βρέφος Χριστός στη Γέννηση, ο Λάζαρος στην Έγερσή του) συνιστά τον κανόνα αυτό.
Το πράσινο-χρώμα της νεότητας
Το πράσινο (χλοερό) συμβόλιζε τη νεότητα, το σφρίγος (Ψευδο-Διονύσιος). Είναι το τυπικό χρώμα πού στις απεικονίσεις αντιτάσσεται στα θεία και «μεγαλειώδη» χρώματα, δη­λαδή το πορφυρό, το χρυσό, το γαλά­ζιο. Χρώμα της χλόης και τον φύλ­λων, το πράσινο είναι υπερβολικά υλικό και κοντά στον άνθρωπο με τη γαλήνια καθημερινότητά του. Στις εικονογραφικές παραστάσεις, είναι συνήθως το χρώμα τον οργωμένων χωραφιών. Μαζί με το λευκό και το χρυσό υπερίσχυε στην εκλεπτυσμένη παλέτα τον έγχρωμων μαρμάρων της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινού­πολη.
apokathilosis1
Το κυανό-χρώμα του υπερβατικού κόσμου
Το βαθύ γαλάζιο (κυανό) πού σύμφωνα με τον Ψευδο-Διονύσιο συμβολίζει τα άγνωστα μυστικά, αρχίζει την κύρια προσεταιριστική σειρά από την κατανόηση του χρώ­ματος του ουρανού. Από εδώ προέρ­χεται ή μικρότερη υλικότητα και αισθητικότητα αυτού του χρώματος, ή πνευματική ισχυρή γοητεία του. Στην ανατολική χριστιανική κοινω­νία θεωρούνταν το σύμβολο του υπερβατικού κόσμου και συνδεόταν με την αιώνια αλήθεια του Θεού.
Η παράσταση της Μεταμόρφωσης του Χριστού, έργο του Θεοφάνη του Έλληνα (Πινακοθήκη Τρετιάκωφ της Μόσχας), είναι διαπερασμένη από την ουράνια ψυχρή λαμπρότητα του υπερβατικού φωτός του Θαβώρ, ακτινοβολώντας από τις ουράνιες σφαίρες πού περιβάλλουν το Χριστό. Οι φωτισμοί αυτοί και οι αντανακλάσεις διασκορπίζονται σε ολόκληρη την εικόνα. Αυτό το θείο, άκτιστο φώς το βλέπουμε να πλημμυρίζει τις κατωφέρειες του εδάφους, τη γη, τα δέντρα, τα λευκά ενδύματα του Ηλία,
του Μωυσή και τον Αποστόλων. Επί­σης και τα ενδύματα του Χριστού έχουν μια απόχρωση ξεθωριασμένου γαλάζιου χρώματος. Βρισκόμαστε απέναντι σε μια καλλιτεχνική εικόνα πού μεταδίδει μια μη εννοιολογική πληρο­φορία για την υπέρτατη αλήθεια της χριστιανικής οικουμένης, διότι τέτοιου είδους πληροφορία, όπως ήδη διαπιστώθηκε, ακτινοβολείται από την υπερ­βατική θεότητα με τρόπο φωτεινής ενέργειας στο ιεραρχικό σύστημα (θείος βαθμός και εγκόσμιος βαθμός) μετάδοσης της ίδιας πληροφορίας.
Το κίτρινο (ξανθό)-χρώμα «όμοιο του χρυσού»
Το κίτρινο (ξανθό) είχε θεωρηθεί από τον Ψευδο-Διονύσιο «όμοιο του χρυσού» και το χρυσό «όμοιο του φωτός». Από τούς αρχαίους χρόνους ή λαμπρότητα του χρυσού είχε εξολοκλήρου εύλογα θεωρηθεί φορέας του φωτός, μια ακτίνα ψυχρού ήλιου. Για τον άνθρωπο της αρχαιότητας, ο ήλιος είναι αυτοκράτορας και Θεός, και συνεπώς το χρυσό προσλάμβανε μια συμβολική ανώτερη αξία. Από τις πιό μακρινές εποχές, το χρυσό σήμαινε πλούτο και άρα εξουσία. Η λάμψη του χρυσού ευφραίνει την δράση. Οι Αιγύ­πτιοι, οι αρχαίοι Εβραίοι, προ πάντων στην εποχή του Σολομώντα, και οι Έλληνες κατασκεύαζαν ποσότητες χρυσών περιδέραιων. Πολλά ελληνικά αγάλματα είναι επενδυμένα με χρυσό και με άλλα πολύτιμα υλικά.
ag.georgios-vatopediou
Το χρυσό-χρώμα του φωτός
Το υψηλό νόημα του χρυσού, προ πάντων εκείνο ως συμβόλου του φωτός και, ιδιαίτερα, του αδιαπέραστου φωτός του Θεού, «υπέρφωτου γνόφου» κατά την έκφραση του Ψευδο-Διονυσίου[16], πέρασε επίσης στο βυζαντινό πολι­τισμό, κατακτώντας ένα νέο πεδίο επαφών, εφέξης χριστιανικών.
Ως διακοσμητικό στοιχείο, το χρυσό είχε υψηλή εκτίμηση στην κοσμική και εκκλησιαστική διοίκηση του Βυζαντί­ου. Με χρυσό και επιχρυσωμένα υλικά κατασκευαζόταν πολλά διακοσμητι­κά έργα για εκκλησίες και παλάτια, σκεύη για τη θεία λατρεία και διακο­σμήσεις, μικρά ολόγλυφα και ανά­γλυφα έργα. Τα αυτοκρατορικά ενδύματα ήταν υφασμένα με χρυσό και στην αίθουσα του θρόνου, σύμφωνα με τη γραφική περιγραφή του επί­σκοπου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας πού επισκέφθηκε τήν Κωνσταντινού­πολη τον Γ’ αιώνα, υπήρχε εκεί μια ποσότητα μεγαλοφυών χρυσών και επίχρυσων αντικειμένων. Αναρίθμη­τα ήταν τα χρυσά αντικείμενα της Αγίας Σοφίας. Ο Ιουστινιανός είχε αναντίρρητα πρόθεση να επενδύσει με χρυσό τούς τοίχους και το δάπεδο της εκκλησίας.
Στην εικαστική τέχνη, πριν από όλα στα ψηφιδωτά και στις φορητές εικόνες, το χρυσό εκπλήρωνε τη σπουδαιότατη λειτουργία του ειδικού συμβολικού βάθους με καλλι­τεχνική αξία. Όπως διαπιστώνει ο F. Haeberlein[17] ήταν ένα σημαντικό «εναρμονισμένο medium» στο βυζα­ντινό λεξιλόγιο τον χρωμάτων. Οι φωτεινές ιδιότητες του χρυσού διευ­κόλυναν τέτοια εναρμόνιση συμμετέ­χοντας ενεργά στη δημιουργία της καλλιτεχνικής εικόνας.
Στην τέχνη όλα αυτά τα χρώματα, ήδη από μόνα τους πολύ σημασιολο­γικά, συγκεντρώνονταν στις σύνθε­τες και πολύτιμες δομές τον -ψηφι­δωτών, τον τοιχογραφιών, τον
φορητών εικόνων και τον εικονο­γραφημένων κωδίκων τον οποίων η σπουδαιότητα ήταν αξιολογότατη στο βυζαντινό κόσμο. Η θεία λα­τρεία και ή αυλική τελετουργία ήταν εμποτισμένες από εκλεπτυσμένες χρωματικές συσχετίσεις.
Με τέτοιο τρόπο το χρώμα, μαζί με το φως, συνιστούσε στο βυζαντινό πολιτισμό μια από τις πιό θεμελιώ­δεις τροποποιήσεις του ωραίου και κατείχε στο σύστημα τον αισθητικών κατηγοριών εξέχουσα θέση, εκφρά­ζοντας το διακοσμητικό και πνευμα­τικό πλούτο τον βυζαντινών.
Σημειώσεις
1.  Περί εικόνων Λόγος A’, PG 94,1268 Β.
  1. Πρβλ.   F. Haeberlein, Grundztige einer nachantiken Farbenikonographie, Romisches Jahrbuch fur Kunstgeschichte, 3, Wien 1939 α 93.
  2. Βλ.       Ψευδο-Διονυσίου, Περί της ουράνιας ιεραρχίας, XV, 7. G. Mathew. Byzantine Aesthetics. London1963, σ. 88. Κ. Onasch, Der Funktionalismus der orthodoxen Liturgie. Grundlige einer Kritik, Jahrbuch für Liturgik und Hymnologie, 1961, σ. 47-49.
  3. Βλ.       A. Grabar, L’ ge d’ or de justinien, Paris1966, a. 198-210.
  4. Σωφρονίου            Ιεροσολύμων, Λειτουργικά Σχόλια, PG 87/3,3988Α.
  5. Το        χρώμα στο καλλιτεχνικό σύστημα του Νικήτα Χωνιάτη, στο έργο Βυζάντιο, Οι νότιοι Σλάβοι και η Αρχαία Ρωσία, η δυτική Ευρώπη, Μόσχα 1973 (ρωσικά), σ. 133-134.
  6. Βλ. I. W. Goethe, Schriften zur Farbenlehre,στα Gesamtausgabe der Werke, Stuttgart 1959, XXI, σ. 238.
  7. Περί     της ουράνιας ιεραρχίας, XV, 7,336C.
  8. Περί     της ουράνιας ιεραρχίας, XV, 2,329C.
  9. Περί της ουράνιας ιεραρχίας, XV, 8,337Α.
  10. Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Λειτουργικά σχόλια,PG 87/3,3988Β.
  11. Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί των Ιερών χειροτονιών, PG155,368D.
  12. Γερμανού    Κωνσταντινουπόλεως, Ιστορία Εκκλησιαστική και Μυστική θεωρία, PG 98,393 C.
  13. Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί της ιεράς λει­τουργίας, PG155,257D.
  14. Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί των ιερών χειροτονιών, PG155,396Α
  15. Περί     μυστικής θεολογίας, PG 3,997Β.
  16. Grundzüge      einer nachantiken Farbenikonographie, Romisches Jahrbuch fiir Kunstgeschichte, 3, Wien 1939, σ. 96.
  17. ΠΗΓΗ: http://www.pemptousia.gr/

Οι Άγγελοι.



Τι κάνουν οι Άγγελοι;;
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Κ. Λαγουμτζής Συνταγματάρχης (Θ) ε.α.
Ti-kanoyn-oi-Aggeloi«Aenai-EpAnastasi

Ποιο είναι το διακόνημα τους; θα μπορούσε συγκεκριμένα να διερωτηθεί κάποιος από εμάς εδώ: Ο Πατριάρχης Δοσίθεος Ιεροσολύμων, στο έργο του Ορθόδοξος Ομολογία της πίστεως, αναφέρει σε ερωτοαποκρίσεις τις οποίες απαντά:…
Η πρώτη; «Υμνείν τον Θεόν και λειτουργών αυτώ». Υμνούν και λειτουργούν, μετέχουν στην Μακαριότητα Του Θεού! Γιατί «λειτουργία δε των Αγγέλων, η υμνωδία» όπως συμπληρώνει ο Θεοδώρητος.
Η δεύτερη; «Διακονείν τοις ανθρώποις εν τω κόσμω τούτω και οδηγών αυτούς εις την τα του Θεού Βασιλεία», διακονούν, τους ανθρώπους στην ζωή τους στον κόσμο αυτό και τους βοηθούν να οδηγηθούν στην Βασιλεία του Θεού.
Η Τρίτη; «Φυλάττειν» Να φυλάσουν: «πόλεις, βασιλείας, χώρας, μοναστήρια, εκκλησίας, ανθρώπους πνευματικούς τε και κοσμικούς ου μην αλλά» και όχι μόνο αυτά δηλαδή, αλλά «και μικρά παιδία».
Η Τέταρτη; Πολύ σπουδαία και αυτή: «Προσφέρειν τας προσευχάς ημών τω Θεώ», μεταφέρουν και παρακαλούν για τις προσευχές μας, τις αγωνίες μας, τον αγώνα μας, προβάλλοντας οι Άγγελοι μας, «τας ελεημοσύνας μας» και πρεσβεύουν για μας!
Η Πέμπτη; Μας βοηθούν να αντιληφθούμε το θέλημα του Θεού, όπως στους Ποιμένες στην Γέννηση του Χριστού.
Η Έκτη και τελευταία; Η πλέον αναγκαία για μας: «Βοηθείν ημιν εν ανάγκαις» μας βοηθούν στις ανάγκες μας, «επικαλουμένοις αυτούς» όταν τους επικαλούμαστε, όταν τους το ζητάμε, όταν τους προσκαλούμε και τους καλούμε να έλθουν σε εμάς και μάλιστα συμπληρώνει ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος, ότι και ο προσωπικός μας Άγγελος, ο φύλακας Άγγελος μας, ικετεύει τον Θεό για μας και αγωνίζεται για τις περιπτώσεις μας, προσέξτε «αποδιώκειν τον εχθρόν ημών, των ψυχών ημών», διώχνει το κάθε εχθρό μας!!!
Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι «ο αγαθοειδής Άγγελος» τι κάνει; «εξαγγέλλει την αγαθότητα την θείαν».
Οι Άγγελοι είναι δίπλα μας, μαζί μας, κοντά μας και βιώνουν λόγω της αγάπης τους για εμάς, τις δικές μας ενέργειες, τις δικές μας πράξεις.
Λέγει ο Όσιος Νείλος ο Ασκητής: Όπως ακριβώς χαίρονται οι Άγγελοι του Θεού «μετανοούντων ημών και επιστρεφόντων προς την σωτηρίαν» έτσι και πάλι συμπληρώνει ο Όσιος ότι λυπούνται και στενάζουν από την στεναχώρια, «όταν νοήσωσιν ημάς τοις δαίμοσιν εκουσίως δια της αμαρτίας δουλεύοντας», όταν μας δουν, να παραδινόμαστε στην αμαρτία και να αφεινόμεθα σε αυτήν.
Έλεγε ο Άγιος Σιλουανός: Εμείς αμαρτάνουμε «και ο Θεός έθεσεν εις διακονία της σωτηρίας ημών, τους Αγίους Αγγέλους» και συμπλήρωνε ο Άγιος Γέροντας, ότι οι Άγγελοι έχοντας πολύ αγάπη και πόθο να μας συμπαρασταθούν και να μας διακονήσουν, έρχονται και συμαρτυρούν μαζί μας, και συμπροσεύχονται μαζί μας, και σιγοψάλλουν μαζί μας!
Για σκεφθείτε, ότι τώρα, αυτή την στιγμή, εδώ, στην προσευχή που ο καθένας μας κάνει, Εγώ, Εσύ, Εσύ, (εσύ που διαβάζεις τώρα αυτές τις γραμμές) έχεις «σύμμαχο στην ζωή» όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, έχεις και συμπαραστάτη έναν Άγγελο, και συμπροσεύχεται τώρα μαζί σου, τώρα με εσένα, τώρα για τον αγώνα και την αγωνία σου!
Οι Άγγελοι είναι τα Αδέλφια μας, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς Συγγραφείς ο ρόλος του αγγέλου, στον οποίο έχει εμπιστευτεί ο Θεός την ψυχή του πιστού, είναι το «συνεργείν αυτού τη σωτηρία» λέει ο Ωριγένης και επίσης o ίδιος σε άλλη περίπτωση παραβάλει τους αγγέλους με ιατρούς: «Ιατροί δε άγγελοι, υπό τον μέγαν όντες ιατρόν τον Θεόν»
Οι Άγγελοι είναι ιατροί, και προστρέχουν στην ανάγκη και την δυσκολία μας, έχοντας μέγα Αρχίατρο, τον ίδιο Τον Δημιουργό Θεό.
Οι Άγγελοι είναι οι σύντροφοι και συνοδοιπόροι μας στην αγιότητα, όπως είναι οι δαίμονες στην αμαρτωλότητά μας. «όταν οι άγιοι Άγγελοι πλησιάσωσιν ημίν» όταν είναι κοντά μας, μαζί μας, τότε «πληρούσιν ημάς θεωρίας πνευματικής» λέγει ο Αββάς Ισαάκ.
Εκείνο που μας κάνει να συνοδοιπορούμε και να συμπορευόμαστε με τους Αγγέλους, είναι η σωφροσύνη, η φρονιμάδα, κατά τον άγιο Κασσιανό και ασφαλώς η προσευχή σε συνδυασμό, σε συνταίριασμα, με την ψαλμωδία, κατά τον άγιο Κάλλιστο.
Γι’ αυτό όταν ψάλλουμε ή όταν προσευχόμαστε με καθαρή καρδιά, βιώνουμε, νοιώθουμε μια κατανυκτική ηρεμία, μια γλυκύτατη γαλήνη και πραότητα να καλύπτει την ψυχή μας.
Εκείνη την ώρα, γίνεται η συνάντηση της προσευχής μας, της προσευχής σου, της προσευχής μου, με την κοινή προσευχή των Αγγέλων, που συμπροσεύχονται μαζί μας, τώρα και ο φύλακας άγγελος μας, χαίρεται και προσεύχεται «αγάπης μεν και ειρήνης», λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Σαββαΐτης «οι άγγελοι θεράποντες όντες, χαίρουσιν επί τη ημετέρα μετανοία και προκοπή τη προς αρετήν» Χαίρονται και αγαλλιάζονται για την μετάνοια και την καλή μας προκοπή. Γιατί το αληθινό ενδιαφέρον των Αγγέλων προς τον άνθρωπο φανερώνεται με το ότι «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»
Οι Άγιοι Άγγελοι, συντροφεύουν και αγαπούν την δημιουργία Του Θεού, τον άνθρωπο.
Σε κάθε θεία Λειτουργία, ακολουθία και προσευχή, η οποία είναι Σύναξη ουρανού και γης, συλλειτουργούν με τον Αρχιερέα ή τον Ιερέα άγγελοι και Αρχάγγελοι. Στην μικρή είσοδο, ο Λειτουργός παρακαλεί τον Κύριο που δημιούργησε «τάγματα και στρατιάς αγγέλων και αρχαγγέλων» να ευλογήσει ώστε όλοι μαζί, άγγελοι, άνθρωποι και αρχάγγελοι, να συλλειτουργήσουν και να συνδοξολογήσουν την αγαθότητα Του.
Ο Διάκονος, επίσης, δέεται: «άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».
Ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης στο 12τομο έργο του Χριστιανική Τοπογραφία κάνει λόγο ότι: «καθ’ένα άνθρωπον, άγγελος έπεται φυλάττων», στον κάθε άνθρωπο, ακολουθεί ένας Άγγελος να τον φυλάει, να τον προστατεύει. Βέβαια εφόσον και εμείς είμαστε ανάλογα τοποθετημένοι με την ζωή και τα έργα μας, στην καθημερινή μας αγωνιστική πορεία!
Ο π. Παΐσιος έλεγε ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε φιλία με τούς αγίους και τούς αγγέλους. Ιδιαίτερα, με τον άγιο του οποίου φέρουμε το όνομα και με τον φύλακα άγγελό μας.
Και αυτό αδελφές μου και αδελφοί μου επιτυγχάνεται με την ενσυνείδητη συμμετοχή μας, στην πνευματική ατμόσφαιρα της Εκκλησίας μας, με την αδιάλειπτη προσευχή, στην μυστηριακή ζωή που είναι η Θεία Κοινωνία και την άσκηση, δηλαδή την ευλογημένη και καθημερινή κοινή προσπάθεια μας, με τον Άγγελο φύλακα μας, στην ζωή μας, στην πορεία μας, στον δημιουργικό και αισιόδοξο αγώνα μας…
«Χάρις τω Ιησού τω δόντι μοι σε μέγαν,φύλακα της ψυχής μου, και όπλον κατ’εχθρών μου, Άγγελε θεοτίμητε». Δηλαδή: Χάρις στον Ιησού μου, που έδωσε σε εμένα, (σε όλους μας) εσένα μεγάλε φύλακα (σκεπαστή) της ψυχής μου, και όπλο ενάντια στους εχθρούς μου, άγγελε που είσαι τιμημένος από τον Θεό»…
Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Κ. Λαγουμτζής
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:http://www.diakonima.gr