Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Η Θεία Εὐχαριστία!



Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Θείας Λειτουργίας και η σύγχρονη ενοριακή πράξη: Προβλήματα και Δυνατότητες"
 (Γ' Μέρος)
Των Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, Πρωτοπρεσβυτέρου , Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη, θεολόγου
To Amen.gr δημοσιεύει το Γ' Μέρος της εξαιρετικής μελέτης του Πρωτοπρεσβ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη και Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη,θεολόγου, με τίτλο "Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Θείας Λειτουργίας και η σύγχρονη ενοριακή πράξη: Προβλήματα και Δυνατότητες" (διαβάστε εδώ το Α Μέρος και εδώ το Β' Μέρος ).
Ακολουθεί το Γ' Μέρος της μελέτης:
                      10.Η ευχή της Αγίας Αναφοράς

Αν είναι αλήθεια ότι ο ιερέας κρίνεται από το πώς λειτουργεί, τότε αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της συσσωρευμένης ευθύνης στο κέντρο της τελέσεως του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, που αναδείχνει την Εκκλησία ως Κοινωνία ευχαριστίας. Η Λειτουργία, που τελείται ως Ευχαριστία, είναι η Εκκλησία εν έργω, εν αληθεία και ζωή, ως μυστήριον απολυτρώσεως. Κάτι περισσότερον από μια «μίμηση, μια μυστηριακή πραγματικότητα [1]»,  «είναι η Εκκλησία, εν τη οδώ προς  τη Βασιλεία, με όλη τη χριστολογική και πνευματολογική θεμελίωσή της, τη μεταμορφωτική και σωτηριολογική αποστολή της[2]».  Όλο αυτό το συνειδησιακό βάρος του λειτουργικού νοήματος της Ευχαριστίας, καθορίζει το πώς της τελέσεως της Λειτουργίας και δεν αρκεί μόνο η βεβαιότητα της αναφοράς μας λόγοις προς τον αεί θυσιαζόμενον «Αμνόν του Θεού, υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»: «Σύ γαρ ει ο προσφέρων και πρσφερόμενος, ο προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, Χριστέ ο Θεός», αλλά χρειάζεται και η δική μας προσωπική συμμετοχή και αλλοίωση, που, «ανάξιοι όντες», αξιωνόμαστε να προσφέρομε την λογική λατρεία στον Θεό, διά λόγων και συμβολικών πράξεων. 

  Το κεντρικότερο τμήμα της Λειτουργίας σημαίνεται με τους λειτουργικούς όρους «Ευχαριστία», «Αναφορά» ή και τους δύο μαζί: «Ευχαριστιακή Αναφορά». Εμείς, στη ανάπτυξη του θέματός μας χρησιμοποιούμε ανάλογα τους όρους Ευχαριστιακή ευχή και Αναφορά, σχετικά με τις πηγές που επικαλούμεθα για την παρουσίαση και ανάπτυξή  του.

  Όλα όσα προηγούνται της Ευχαριστιακής Αναφοράς δεν είναι παρά στάδια προετοιμασίας αυτής της υπέρτατης στιγμής, που «σαρκώνει και ανακεφαλαιώνει τη μια ανεξάντλητη Χάρη, το μέγα και πλούσιο έλεος, τις αμέτρητες δωρεές και ευεργεσίες, τις αναρίθμητες οράσεις και αποκαλύψεις, που συνοδεύουν την απύθμενη Κένωση του Θεού, νοούμενη από τη σοφία της ταπεινώσεως των ανθρώπων[3]». Στα αρχαία λειτουργικά κείμενα η Ευχαριστιακή ευχή, στις Λειτουργίες του αγίου Βασιλείου και του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (και αναφερόμαστε μόνο σ’ αυτές επειδή μας ενδιαφέρουν άμεσα, γιατί αυτές είναι κυρίως που έχομε σε λειτουργική χρήση) ήταν ενιαία. Αρχίζει μετά την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως, από την προτροπή: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου…» και προχωρεί μέχρι την μετά τα Δίπτυχα ευλογία:  «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού…».

  Η διαίρεση που έχει επικρατήσει α) με τον εισαγωγικό διάλογο ιερουργού και λαού, β) το πρώτο τμήμα της ευχής της Αναφοράς (το ευχαριστιακό τμήμα), γ) τον «επινίκιο ύμνο», δ) το δεύτερο τμήμα της ευχής της Αναφοράς, ε) τους λόγους της συστάσεως και την κορύφωσης της αναμνήσεως, στ) την επίκληση, ζ) τα Δίπτυχα και η) την καταληκτική δοξολογία[4],  δημιουργήθηκε, όπως συμπεραίνει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν[5], προκειμένου «να είναι χρήσιμη για την κατανόησή της σαν πραγματικά τέλεσης της Λειτουργίας και, πρέπει να πιστεύομε, ότι μ’ αυτό ακριβώς τον σκοπό δημιουργήθηκε στη λειτουργική επιστήμη». 

  Δυστυχώς ο τεμαχισμός αυτός της ευχής της Αναφοράς συνέβαλε στο να επικρατήσει στην πράξη η συνήθεια της μυστικής ανάγνωσης από τους λειτουργούς, ορισμένων μερών της, και μάλιστα των κυριοτέρων, με αποτέλεσμα να μην γεύεται το σύνολο του εκκλησιάσματος το κάλλος των νοημάτων και την πληρότητα της συμμετοχής, που εκπέμπει η ενότητα των επιμέρους στοιχείων της Ευχαριστίας.  Η ευχή της Αναφοράς είναι μια ευχετική δοξολογική ανθοδέσμη, που, όπως προσφέρεται σήμερα στο εκκλησίασμα, χωρίς να χάνει, φυσικά, το άρωμά της, δυσκολεύει τους πιστούς να απολαμβάνουν την  μυστική ευωδία της. «Είναι ένας ύμνος, μάλλον, παρά προσευχή. Είναι η ιερή Ακολουθία της θριαμβευτικής χαράς, το συνεχές Πάσχα, το βασιλικό δείπνο του Κυρίου της ζωής και της δόξας, μυστήριο της πάσχουσας και θριαμβεύουσας αγάπης, εορτασμού όλης της θείας Οικονομίας[6]».  Και μπορούμε να πούμε, ότι η συνέχεια, παρά τις επισημάνσεις των ειδικών του κατακερματισμού αυτού του μεγαλειώδους ύμνου, αποτελεί βαρύτατη πράξη ασέβειας, εκ μέρους των υπευθύνων της λειτουργικής τάξεως, όπως επίσης και η μυστική ανάγνωσή της. Ας θυμηθούμε επίσης, ότι και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εζήτησε, με την 137, VI Νεαρά του, όπως «όλοι οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι λένε τις ευχές της Αναφοράς ΄΄μετά  φωνής τω πιστοτάτω λαώ εξακουομένης΄΄, διότι ΄΄εάν είπης τας ευχάς μυστικώς΄΄, πώς ο λαός που συμπαρίσταται θα πη το «Αμήν, τω Θεώ επί τη ευχαριστία;[7]».

  Αυτή η πρακτική, της μυστικής δηλαδή αναγνώσεως τμημάτων της ευχαριστιακής Αναφοράς, «ήταν τελείως άγνωστη στην πρώιμη Εκκλησία…(οι λαϊκοί) δεν ακούν, γι’ αυτό φυσικά και δεν γνωρίζουν αυτή την  αληθινή ευχή των ευχών, με την οποία τελείται το μυστήριο και εκπληρώνεται η ουσία και η αποστολή της ίδιας της Εκκλησίας», σημειώνει ο πατήρ Σμέμαν[8].  Και είναι κρίμα ειδικά σ’ αυτή την ευχή, όπου οι δύο κόσμοι ο αγγελικός και ο  ανθρώπινος  ενώνονται και «κοινήν την ευφημίαν εποιήσαντο», κατά τον άγιον Ιωάννη τον Χρυσόστομο[9],  να μη συμμετέχει το σύνολο του συναγμένου λαού στην Ευχαριστία. 

  «Και αν σ’ αυτό προσθέσομε», συνεχίζει ο π. Σμέμαν, «ότι σε πολλές ορθόδοξες Εκκλησίες αυτή η ευχή, που έγινε ΄΄μυστική΄΄ διαβάζεται επί πλέον και με την ωραία πύλη κλεισμένη και μερικές φορές, ακόμα και με τραβηγμένο το παραπέτασμα του ιερού, τότε δεν θα είναι υπερβολή να πούμε ότι η ευχή της Ευχαριστίας στην πραγματικότητα ξέπεσε από την εκκλησιαστική διακονία. Οι λαϊκοί απλά δεν την γνωρίζουν, οι θεολόγοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν και ο ιερέας είναι υποχρεωμένος να την διαβάζει με τα μάτια, υπό το ψάλσιμο – και μάλιστα συχνά «κοντσερτικό» - της χορωδίας, χωρίς να είναι  ίσως ικανός να την εννοήσει σ’ όλη της την πληρότητα, ενότητα και ολότητα. Και τέλος στα ίδια τα λειτουργικά βιβλία τυπώνεται ήδη από καιρό ακριβώς, κατά τον κομματιασμένο τύπο, χωρισμένη με τελείες εκεί που από την έννοιά της δεν πρέπει να υπάρχουν, καθώς και με διάφορες προσθήκες, που εισχώρησαν σ’ αυτήν από καθαρά τυχαίες πηγές80».

  Επειδή η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας  και η διάρθρωση της Λειτουργίας είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλεται η συμμετοχή και η συλλειτουργία κλήρου και λαού, που είναι ένας ουσιαστικός και όχι πλασματικός διάλογος, θα σημειώσομε ορισμένες παρατηρήσεις και σκέψεις πάνω στο ζήτημα αυτό της αναγνώσεως της Ευχαριστιακής Αναφοράς. 

  Κατ’ αρχήν, έχομε τη γνώμη, ότι ορισμένα τμήματα της  ευχής, έτσι όπως διαβάζονται μυστικά, οι ξεκομμένες από αυτά λιγοστές εκφωνήσεις, όπως ακούονται, φαίνονται ακατανόητες. Δεν έχουν λογικό ειρμό. Όταν π.χ. ο ιερέας εκφωνεί: «Τον επινίκιον ύμνον άδονται, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα», ποιό είναι το υποκείμενο; Το υποκείμενο βρίσκεται στο μέρος της ευχής που προηγήθηκε, που αναφέρει ότι γύρω από τον θρόνο του Θεού παραστέκονται «τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τον επινίκιον ύμνον άδοντα….[10]»κατά συνέπεια η νοηματική αλληλουχία διακόπτεται.  Επίσης, η Εκφώνηση «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα», που συνηθίζεται μέχρι σήμερα να λέγεται είναι, προφανώς, λάθος. Το σωστό είναι στη θέση του ρήματος να μπει η μετοχή «προσφέροντες», γιατί έτσι μόνο κατανοείται νοηματικά και συντακτικά η παρακάτω συνέχεια της ευχής, «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν…». «Η μετοχή εξυπηρετεί καλύτερα την ενότητα και τη συνέχεια του κειμένου, καθώς και τον διαλογικό χαρακτήρα της ευχής της Αναφοράς. Έτσι, το «Σε υμνούμεν…», που ακολουθεί δεν είναι άσχετο με τη συνάφεια του κειμένου, αλλά γίνεται κατανοητό, εάν θεωρηθεί ως απόδοση της μετοχής «προσφέροντες[11]». «Με την αποδοχή της μετοχής στο «Τα σα εκ των σων…» και την μεταφορά του κυρίου ρήματος στο «Σε υμνούμεν…», αποκαθίσταται η φιλολογική τάξη, αλλά αποφεύγονται και οι άσκοπες λειτουργικές πράξεις τη στιγμή αυτή (σταυροειδής κίνηση των Δώρων από τον Διάκονο, ύψωση των Δώρων από τον Ιερέα)», επισημαίνει ο αείμνηστος καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης[12]. Τέλος, για τον τρόπο που πρέπει να λέγονται τα μέρη της Ευχαριστιακής Αναφοράς, από τον λειτουργό και από τους χορούς των ψαλτών, σημειώνομε: Όπως τα Ειρηνικά, Πληρωτικά και οι Εκφωνήσεις πρέπει να συναποτελούν ένα σύνολον αρμονικό με αυτά που ψέλνονται,  από τους χορούς, το ίδιο και τα εκφωνητικά μέρη της Ευχής, ποτέ δεν ψέλνονται αλλά λέγονται ΄΄εμμελώς΄΄.

  «Ορισμένοι κληρικοί, που γνωρίζουν καλά τις μουσικές κλίμακες των ήχων και έχουν το χάρισμα της καλλιφωνίας, πέφτουν συχνά σε ένα μεγάλο σφάλμα. Χρησιμοποιούν ολόκληρη την μουσική κλίμακα του ήχου στον οποίο οι χοροί ψάλλουν τα λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ά, με εξεζητημένα μελωδικά ποικίλματα και καταλήξεις σχοινοτενείς και λησμονούν ότι ο ιερεύς δεν ψάλλει αλλά απαγγέλλει – εκφωνεί ΄΄εμμελώς΄΄[13],  με ύφος ιεροπρεπές και κατανυκτικό». Το ίδιο και τα μέρη της Ευχής, που ψέλνονται από τους χορούς, τα λεγόμενα λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ά85.

  Τα λειτουργικά άλλωστε, «μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα απαγγέλλονταν όπως ακριβώς τα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα. Αργότερα οι μουσικοδιδάσκαλοι τα μελοποίησαν σε όλους τους ήχους και κατά ποικίλους τρόπους»[14]. Και τα κείμενα αυτά, αποστολικά και ευαγγελικά, είναι γνωστόν ότι «ούτε ψέλνονται με σχοινοτενείς, εξεζητημένους μελωδικούς μαιάνδρους, σαν ανατολίτικοι αμανέδες, ούτε ΄΄διαβάζονται όπως τα κοινά κείμενα, πεζά και αχρωμάτιστα σαν εφημερίδα΄΄, αλλά απαγγέλλονται εμμελώς, χωρίς θεατρινισμούς, με ύφος ιεροπρεπές και κατανυκτικό[15]». 

  «Ο ενδιάμεσος – μεταξύ εκφώνου και μυστικού – τρόπος αναγνώσεως των ευχών στην πληθή των μελετηθέντων χειρογράφων ευχολογίων είναι ο ΄΄εις επήκον΄΄, δηλαδή ο χαμηλόφωνος, ο αποπνέων την ιερότητα των λεγομένων και τελουμένων…Σε όλες όμως τις περιπτώσεις το συμπέρασμα είναι σαφές: οι ευχές ακούγονται (δηλαδή ούτε εκφωνούνται, ούτε αναγιγνώσκονται μυστικώς), εκφωνούνται όμως οι επίλογοί τους ως δοξολογικές κατακλείδες, οι οποίες πρέπει να αναγνωσθούν με «λαμπρή φωνή» (όπως επεξηγούν το ΄΄εκφώνως΄΄ αρκετά χειρόγραφα ευχολόγια). Αυτό επομένως ισχύει και για τα διαφορετικά τμήματα της ευχαριστιακής Αναφοράς»88

  Τέλος, οι Κυριακές λεγόμενες  εκφωνήσεις («Λάβετε, φάγετε…», «Πίετε εξ αυτού…», «Ειρήνη πάσι», «Και έσται τα ελέη…», καθώς και όλα τα εκφωνητικά μέρη της Αναφοράς «Τον επινίκιον ύμνον…», «Τα Σα εκ των σων…»  κ.λπ.),  πρέπει να λέγονται απλούστερα των άλλων, επί των φθόγγων των σταθερών βάσεων των ήχων με εμμελή απαγγελία, απλά, δωρικά και σε αρμονική αντιστοιχία με εκείνα που οι χοροί ψάλλουν.  Οι δε χοροί πρέπει να ξαναγυρίσουν στην παλαιά παράδοση όπου τα λεγόμενα λ ε ι τ ο υ ρ γ ι κ ά λεγότανε με τρόπον λ ο γ α ο ι δ ι κ ό ν [16], και μόνο το «Άξιόν εστιν» λεγότανε εμμελώς στην ίδια βάση και πάντοτε σε ήχον δεύτερον. 

                         11.  Τα «μεγαλυνάρια»

  Στην παραπάνω σύντομη αναφορά μας, διαπιστώθηκε το άτοπο της παρεμβολής και ψαλμωδίας των στο σημείο αυτό της συνάξεως. Έτσι στη νέα έκδοση του Εγκολπίου Αναγνώστου και Ψάλτου αφαιρέθηκαν τα μεγαλυνάρια των Αγίων και εορτών που είχαν καταχωρηθεί σε προηγούμενες εκδόσεις του. Η αιτιολογία που προβάλλεται είναι σαφής και επαρκής καίτοι δεν δείχνει να ικανοποιεί τη νοοτροπία των ιεροψαλτών, ιερέων, ακόμη και επισκόπων, όπως παρατηρήσαμε, αρκετοί από τους οποίους επιμένουν να τα ψάλλουν ακόμη σε ήχο δεύτερο ή πλάγιο του τετάρτου και τα οποία ηχούν μάλλον ως εμβατήρια ή συνθήματα παρά τροπάρια. Έτσι φαίνεται και εδώ η διαστρέβλωση της λειτουργικής ευσέβειας, που αναφέρει ο π. Σμέμαν. Έλκει η συνήθεια ενός πράγματος, αλλά εδώ πρόκειται πραγματικά περί μιας «καινοφανούς και αστόχου» παρεμβολής στο ιερότατο αυτό σημείο, κατά το οποίο η ευχαριστία μάς προτρέπει να μνημονεύσουμε «Και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει…», δηλαδή τους οικείους μας, όποιους θέλουμε. Αν κατά το λόγο του Ιωάννου Ζηζιούλα α) είναι «αληθινό δυστύχημα διότι το μνημόσυνο των ονομάτων έπαυσε πλέον κατά την ώρα εκείνη και μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην Προσκομιδή για πρακτικούς λόγους…(και τη θέση του βέβαια επί των ημερών μας κατέλαβαν τα ‘μεγαλυνάρια’), β) «Τότε, στην αγία Αναφορά της Θυσίας, τίθενται ενώπιον του Θεού «εις μνημόσυνον αιώνιον» οι μνημονευόμενοι, οι οποίοι χάρη στη θυσία του Αρνίου όχι μόνον συγχωρούνται αλλά και λαμβάνουν αιώνιον ζωήν, δηλαδή αληθινή υπόσταση. γ) Είναι παρών τη στιγμή εκείνη ο Κύριος και είναι μεγάλη τιμή γι’ αυτούς να μνημονεύονται την ώρα εκείνη[17]», καταλαβαίνει κανείς πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει η «ξένη και αντιπαραδοσιακή παρεμβολή αυτή ως «διακόπτουσα την ευχήν της Αγίας αναφοράς…κι’ επιπλέον αλλοιώνει και φθείρει την αριστοτεχνική δομή της Θ. Λειτουργίας[18]». Για όλα αυτά, ο Ι. Φουντούλης τα αποκαλεί «ευλαβή μάστιγα: Μεγαλυνάρια δεν ψάλλονται στη θ. λειτουργία, αλλά μετά την θ΄ ωδή του κανόνος του όρθρου ή στην αντίστοιχη θέση των παρακλητικών κανόνων. Στη Θ. Λειτουργία διακόπτουν τη ροή του μυστηρίου και αποπροσανατολίζουν τη σύναξη από την τελεσιουργία της θ. ευχαριστίας σε θέματα που έχουν ήδη εξαντληθεί στον όρθρο και στο πρώτο μέρος της συνάξεως92». Ασφαλώς το ίδιο ισχύει και για το Μεγαλυνάριο του Μ. Βασιλείου κατά την ημέρα της εορτής του ή οποιουδήποτε άλλου αγίου ή εορτής στο σημείο αυτό.

                               12.  Το Κοινωνικόν

  Το Κοινωνικόν δεν είναι ένας ψαλμικός στίχος που τοποθετήθηκε στο σημείο αυτό της θ. Λειτουργίας εική και ως έτυχε. Έχει επιλεγεί με πολλή προσοχή και έχει ή άμεση σχέση με τη θεία Ευχαριστία ή με την εορτή. Η ψαλμωδία των Κοινωνικών έχει λειτουργήσει στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας με καθαρότητα και σαφήνεια και σκοπό τη συμβολή του στις ανάγκες της ώρας κατά την οποία οι συλλειτουργούντες κληρικοί και οι πιστοί, σύμπας δηλαδή ο λαός του Θεού «μετά φόβου Θεού…», προσέρχεται να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Επομένως, οι μελοποιοί, έχοντας αυτό κατά νουν, έχουν συντάξει ανάλογα, προς το πλήθος των συμμετεχόντων αργά, σύντομα  ή αργοσύντομα Κοινωνικά, τα οποία μόνο μετά τη θεία Κοινωνία όλων κληρικών και λαϊκών διεκόπτοντο. Αυτή η πρακτική μαρτυρείται ιστορικά από των αρχαίων χρόνων.

  Σήμερα άλλα γίνονται. Στην καλύτερη περίπτωση θα ειπωθεί το προβλεπόμενο Κοινωνικό χύμα στην τονική βάση εκείνου που ή ο ψάλτης ή ο προϊστάμενος του ναού θα υποδείξει να ειπωθεί αντί του καθορισμένου Κοινωνικού. Έτσι ακούμε να ψάλλονται άσχετα τελείως αντί Κοινωνικού οι Πολυέλεοι «Δούλοι Κύριον», «Λόγον αγαθόν», «Που πορευθώ», ή τροπάρια θεομητορικά, ψαλμοί και τροπάρια μελοποιημένα, Καλοφωνικοί Ειρμοί, ενίοτε με κρατήματα, κ.ά. Τελευταία έχει καθιερωθεί σε Μητροπολιτικό ναό της Κρήτης, ημέρα εορτής του πολιούχου της πόλεως, να ακούγεται από τα μέσα αναμεταδόσεως της Λειτουργίας αντί Κοινωνικού ο γνωστός πολυέλεος «Επί των ποταμών Βαβυλώνος»! Στην απορία μας, γιατί έτσι, η απάντηση ήταν: αφού αρέσει στον προϊστάμενο; 

  Το ίδιο επίσης συμβαίνει να ψέλνονται αντί Κοινωνικού μελοποιημένοι στίχοι από τον Θεομητορικό ύμνο του αγίου Νεκταρίου «Αγνή Παρθένε» και από τις Εκλογές το «Εξομολογείσθε τω Κυρίω» σε ρυθμό ¾ . Ο τρίσημος  ρυθμός αυτούσιος, ως περισσότερο κατάλληλος για χορό (βάλς), επειδή υποβάλλει σε λίκνισμα το σώμα και απάδει προς το ήθος της Εκκλησίας δεν υιοθετήθηκε από αυτήν. Οι νεώτερες συνθέσεις σε τρίσημο ρυθμό δοξολογίες, στιχολογίες του εσπερινού, και μετατροπή του κρατήματος του  γνωστού Οκτάηχου «Θεοτόκε Παρθένε» του Μπερεκέτου σε τρίσημο ρυθμό, είναι επιεικώς απαράδετα (Πρβλ.: Εμμελής Μυσταγωγία, Ιωάν. Τσερεβελάκη, σελ. 135 κ.ε.).Ακόμη και τα Μεγαλυνάρια της Υπαπαντής «Ακατάληπτόν εστιν», που πολλοί  χρησιμοποιούν ψέλνοντάς  τα αμιγώς τον τρίσημο ρυθμό  είναι λάθος (Βλ. Οι ψάλτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αθήνα 1996, σελ. 216). 

  Επίσης, τελειώνομε με τις επισημάνσεις: α) το πολύ συνηθισμένο τροπάριο της Μ. Πέμπτης «Του δείπνου σου του Μυστικού» μόνο την Μ. Πέμπτη επέχει θέση Κοινωνικού, ως και Χερουβικού και μόνο την ημέρα αυτή και ποτέ άλλοτε ψέλνεται αντί αυτών, ή κατά τη διάρκεια της θείας  Κοινωνίας όσο ταιριαστό και αν φαίνεται. β) Σε πολλές Ενορίες υπάρχει η συνήθεια σε Μνημόσυνα αντί Κοινωνικού να λέγεται ο νεκρώσιμος  «Άμωμος» και τα νεκρώσιμα Ευλογητάρια, ακόμη και αν είναι Κυριακή, σε ορισμένες δε λέγεται και Απόστολος και Ευαγγέλιο της νεκρωσίμου ακολουθίας, πράγματα απαράδεκτα. Μετά τη θ. Λειτουργία τα πάντα έχουν γεμίσει από αναστάσιμο φως. Χωρίς αυτή τη συνειδητοποίηση με όλα τα άλλα που συνεχώς παρεισφρέουν στο χώρο της δημιουργούν αλλοτρίωση του λειτουργικού φρονήματος της Εκκλησίας και απομακρύνουν τον άνθρωπο από την όντως ζωή και τον απογυμνώνουν από το νόημα της ευχαριστιακής σωτηριολογίας. 

                         13.  Το «Πληρωθήτω»

Στο ΤΜΕ όπως και στο Τυπικό του Κωνσταντίνου, δεν περιλαμβάνεται το «Πληρωθήτω», ενώ υπάρχει σ’ όλα τα προγενέστερά τους Τυπικά, καθώς και στο Τριώδιο. Έτσι παραλήφθηκε και σ’ όλες μετέπειτα τις εκδόσεις Ιερατικών, Εγκολπίων κτλ. και συνεπώς ήταν (και είναι) άγνωστο στις ελληνόφωνες εκκλησίες.  Ο αρχαίος αυτός ύμνος – βιβλικός στίχος – έχει ως εξής:  «Πληρωθήτω το στόμα ημών αινέσεως σου, Κύριε, όπως υμνήσωμεν την δόξαν σου, ότι ηξίωσας ημάς μετασχείν των αγίων μυστηρίων σου. Στήριξον ημάς εν τω σω αγιασμώ, όλην την ημέραν μελετάν την δικαιοσύνην σου. Αλληλούϊα».[3]  Κατά τον Ι. Φουντούλη, «εισήχθη στη θ. λειτουργία το 624επί του Πατριάρχου Σεργίου κατά τη μαρτυρία του Πασχαλίου Χρονικού. Η εισαγωγή δεν έγινε αμελέτητα. Αντίθετα η παράλειψή του στην ελληνική ενοριακή πράξη έγινε αμελέτητα, ενώ στις μονές και στις σλαβικές εκκλησίες διατηρείται. Είναι ύμνος καλυπτήριος, που αποβλέπει στο να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στους λειτουργούς να μεταφέρουν με ευπρέπεια και κοσμιότητα τα περισσεύματα των τιμίων δώρων και τα ιερά σκεύη από την αγία τράπεζα στην πρόθεση ή παλαιότερα στο διακονικό και να επιστρέψουν στην αγία τράπεζα, ο δε διάκονος στη θέση του, χωρίς να λένε καθ’ οδόν, γι’ αυτό συχνά λανθασμένα, το ‘Ορθοί μεταλαβόντες…’[19]».

  Αρχικώς εψάλλετο ως συνέχεια του Κοινωνικού χωρίς την παρεμβολή οποιασδήποτε ευλογίας. Η τάξις αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος και στις μη ελληνόφωνες ορθόδοξες Εκκλησίες, μετά  το «Σώσον ο Θεός…».

14.  Η Απόλυση: Ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός;

  Και στο σημείο αυτό υπάρχει άγνοια της παραδόσεως, δεδομένου ότι «επειδή η απόλυση γίνεται από στήθους και από μνήμης, πάσχει από επιδράσεις του ‘Σώσον ο Θεός τον λαόν σου…’ του όρθρου και από ευλαβείς άκοσμες προσθήκες λέξεων ή ονομάτων αγίων, που καταστρέφουν την αρχικώς σοβαρή και λιτή μορφή της… Όλες οι απολύσεις τελειώνουν με τη φράση ‘ως αγαθός και φιλάνθρωπος’, που βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις δύο προηγούμενες ευκτικές ελεήσαι και σώσαι’. Το ‘και ελεήμων Θεός’ είναι προσθήκη πρόσφατη και καταστρεπτική της αρμονίας του κειμένου[20]», δηλώνοντας ταυτόχρονα και άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και συντάξεως. Δυστυχώς στο σημείο αυτό οι αταξίες πληθαίνουν. Αδαείς ιερείς παίρνουν του αγίους όπως είναι από το μηνολόγιο, που βρίσκεται στο τέλος του ιερατικού και λένε π.χ.: «Γεωργίου του μεγαλομάρτυρος», «Ευθυμίου του οσίου» ή «Μαρίνης της μεγαλομάρτυρος», «Ευπραξίας της οσίας», ενώ κανονικά προτάσσονται τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας του μνημονευομένου αγίου (αγίας) και έπεται το όνομα: «του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου», «του οσίου πατρός ημών Ευθυμίου του μεγάλου» ή «της αγίας ενδόξου μαγαλομάρτυρος Μαρίνης», «της οσίας μητρός ημών Ευπραξίας» κ.λπ. Περισσότερα μπορεί να δει κανείς στο εφετινό Μικρό Τυπικό 2010, συνταχθέν υπό Επιτροπής. 

                                      15.  Η Αρτοκλασία

  Η αρτοκλασία ή «ευλόγηση των άρτων», είναι μια ξεχωριστή ακολουθία, που η αρχική και κανονική θέση της βρίσκεται στο τέλος του μεγάλου εσπερινού των ολονυκτιών. Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης (+1429), όταν δεν τελείται αγρυπνία δεν γίνεται και ευλόγησις των άρτων, «ότι αύτη εξαιρέτως διά τον κόπον διετυπώθη της αγρυπνίας, ίνα και ευλογίας Χριστού και μικράς παρακλήσεως οι αδελφοί διά τον κόπον τυχόντες, έκτοτε προσευχήν διά την κοινωνίαν των φρικτών μυστηρίων έχωσι και μάλιστα οι ιερωμένοι[21]».΄Ετσι δεν έχει καμιά σχέση με τη Θ. Λειτουργία, ούτε φυσικά και με τον όρθρο, στο τέλος των οποίων τη βλέπουμε ή τη θέλουμε να γίνεται σήμερα. Κατά τη μεταφορά της, βέβαια, από τα μοναστήρια στις ενορίες υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις – αφού στη σύγχρονη λειτουργική ευσέβεια βιώνεται μ’ έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχε αρχικά ως ακολουθία – που εδώ θ’ αναφερθούν με συντομία: 

  α) διατηρήθηκε μεν ο σκοπός της ιεράς αυτής τελετής, δηλαδή ο αγιασμός των πιστών δια της μεταλήψεως του ηγιασμένου άρτου, γι’ αυτό και είναι ιδιαίτερα λαοφιλής. 

  β) Έχασε όμως το αρχικό της νόημα, απέκτησε ιδιωτικό χαρακτήρα και δεν έχει πια την έννοια του στηριγμού διά τον κόπον της αγρυπνίας. Συνδέθηκε με τις εορτές (συνήθως οικογενειακές) και μνήμες πανηγυριζομένων αγίων ή και άλλων γεγονότων, που πολλές φορές δεν έχουν σχέση με την Εκκλησία (π.χ. «εορτές» διαφόρων ομίλων, πολιτιστικών ή αθλητικών συλλόγων κτλ.). Προσέλαβε μάλιστα και εμπορικό χαρακτήρα (αφού ντόπιοι άρτοι δεν ζυμώνονται πια) προσφερόμενη…επί παραγγελία και συνοδευμένη με... πρόσφορο). Παλαιότερα (πριν μερικές δεκαετίες) ετελείτο ως επί το πλείστον μόνο σε εορτές αγίων και λιγότερο σε Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές, ποτέ όμως τα Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια ή τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής και του Πεντηκοσταρίου ή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Σήμερα έχει επικρατήσει παντού κατακλύζοντας και «επισφραγίζοντας» όλες αυτές τις εορτές. Είναι δε δυνατό να ισχυριστεί κανείς ότι κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί εις βάρος της προσέλευσης στα Μυστήρια της Εξομολογήσεως και Ευχελαίου για ευνόητους λόγους. Παρατηρείται ακόμη ότι οι εορτάζοντες και προσφέροντες την αρτοκλασία να μην κοινωνούν (ως ώφειλαν) των αχράντων μυστηρίων. 

  γ) «Το χειρότερο, κατασκευάστηκε γι’ αυτήν μια ιδιόρρυθμη ακολουθία, μείγμα λιτής, εκτενούς και εσπερινού[22]», η οποία στην κανονική της διάρκεια απαιτεί 10-15 λεπτά.

  δ) Αφού έχασε το φυσικό της περιβάλλον του μεγάλου εσπερινού, δηλαδή τις αγρυπνίες, κατέλαβε θέση σε κάποια από τις βασικές ακολουθίες του ημερονυχτίου, που τελούνται στις ενορίες, δηλ. εσπερινό και όρθρο και, το χειρότερο, στη Θ. λειτουργία97! Συχνά βέβαια τελείται στην ίδια εορτή και στον εσπερινό και στη Θ. Λειτουργία πιέζοντάς την ασφυκτικά, οι δε ιερείς μας επιστρατεύουν τις καλύτερες φωνές για την ψαλμωδία του «Θεοτόκε Παρθένε…» και του «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…», έπειτα από ένα ατέλειωτο μνημόσυνο αγίων. Και για μεν τον εσπερινό δεν θα είχε κανείς καμιά αντίρρηση, διότι δεν φαίνεται να παρουσιάζει δυσκολία, άσχετα αν «τελείται στο μέσο μετά από μια υποτυπώδη λιτή, ή στο τέλος μετά τα απολυτίκια[23]». Προβλήματα όμως δημιουργεί στην ακολουθία του όρθρου, στο τέλος του οποίου πολλάκις τελείται, για δύο κυρίως λόγους: α) Στον όρθρο παραλείπεται ως γνωστόν στις ελληνόφωνες εκκλησίες σχεδόν ολόκληρο το βιβλικό στοιχείο (Καθίσματα του Ψαλτηρίου, Πολυέλαιος, βιβλικές ωδές, στίχοι των αίνων) προς μεγάλη φθορά ή και «πτώχευση» της μεγαλοπρεπούς αυτής ακολουθίας. β) Παραλείπονται (δηλ. διαβάζονται μυστικώς) η εκτενής, τα πληρωτικά, η κεφαλοκλισία και η απόλυση. Γι’ αυτό η παρεμβολή της αρτοκλασίας στο σημείο αυτό είναι άτοπη και χαρακτηρίζεται ως «κακώς έχουσα99». 

  Στα πλαίσια της θ. Λειτουργίας (που βασικά μας ενδιαφέρει εδώ), εάν τελεσθεί όπως έχει (είτε στο τέλος μετά το «Είη το όνομα Κυρίου…» είτε σ’ οποιοδήποτε άλλο σημείο της), μόνο παρασιτικά και επομένως καταστρεπτικά μπορεί να λειτουργήσει: ανατρέπει όλη τη δομή και τον εικονισμό της και βάζει στο στόμα κλήρου και λαού «αιτήματα και δεήσεις», τα οποία μόλις πριν από λίγα λεπτά έχουν διεξοδικώς και καταλλήλως αναπεμφθεί προς το Θεό στα οικεία μέρη της και τα οποία μόνο υπερβολικά, άτοπα και αδόκιμα ή ακόμη και περιττά μπορεί να χαρακτηρισθούν (δεδομένου ότι τα ίδια έχουν ειπωθεί και στον εσπερινό)! Με λίγα λόγια, τελείται η αρτοκλασία σαν να μην προηγήθηκε τίποτα πριν. Σε σχέση μάλιστα με ό, τι ειπώθηκε παραπάνω ως προς τα παραμελημένα σημεία της θ. Λειτουργίας, μη έχοντας την παραμικρή έστω ιστορική, θεολογική ή λειτουργική στήριξη, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα ονόματα των προσφερόντων την αρτοκλασία έχουν ήδη μνημονευθεί είτε στην πρόθεση ή στα Δίπτυχα, καταλαβαίνει κανείς τη φθορά που της προκαλεί, αφού οι ιερείς μας επιταχύνουν την τέλεσή της, αφήνοντας ακόμη και την κοινωνία του λαού στο τέλος...για την «μεγαλοπρεπή» τέλεση της αρτοκλασίας! Έτσι η εντύπωση που δίνεται σήμερα από την επικρατούσα «τάξη» στην ακολουθία αυτή είναι η εξής: «Όποιος παραλείπει στη θ. λειτουργία ‘ουδέν εστίν’. Εκείνος όμως που παραλείπει από την αρτοκλασία ‘οφείλει’»! Γι’ αυτό και ο αείμνηστος καθηγητής αποφαίνεται ως «κάκιστα[24]» τελούμενη στο τέλος της θ. λειτουργίας η δε ακολουθία αυτή δημιουργήθηκε σε καιρούς λειτουργικής και θεολογικής παρακμής. 

  Θα πρόβαλλε όμως κάποιος την αντίρρηση ότι οι ιερείς είναι υποχρεωμένοι να  δεχθούν την αρτοκλασία και να ευλογήσουν τους άρτους εφόσον πρόκειται για προσφορές των πιστών, αλλιώς δημιουργούν σκάνδαλο, αφού η «παράδοση» δεν μπορεί να σταματήσει κτλ. Βέβαια με κατάλληλη διδασκαλία, οι ιερείς πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, προτρέποντας (χωρίς ηθικολογίες και καθωσπρεπισμούς) τους πιστούς να φέρνουν τις αρτοκλασίες έγκαιρα και μόνο στον εσπερινό, οπότε και θα ψαλεί η ακολουθία κανονικά. Επιβάλλεται, επιπλέον, να τους επισημάνουν, ότι η αρτοκλασία, όπως και το πρόσφορο, είναι καρπός πίστεως και προσευχής και προετοιμάζεται με ευλάβεια κατ’ οίκον, όπως γινόταν παλαιότερα και όχι…επί παραγγελία στα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία! Σε κάθε άλλη περίπτωση και για τους λόγους που προαναφέραμε (σε προφορική παρατήρηση του αοιδίμου καθηγητού), ο ιερεύς ας αρκεστεί μόνο να διαβάσει την ευχή της ευλογήσεως των άρτων «Κύριε…ο ευλογήσας τους πέντε άρτους…». Αυτό και μόνο αρκεί.

                                     16. Μνημόσυνα

  Τα μνημόσυνα, όπως τελούνται σήμερα, δηλαδή στη συνεπτυγμένη τους μορφή, αποτελούν ταυτόχρονα και αιτία προσέλευσης στις ακολουθίες του εσπερινού (ιδιαίτερα του Σαββάτου, ο οποίος συνήθως τελείται τελευταία από μόνο τον ιερέα και τον ψάλτη, αν υπάρχει κι αυτός), του όρθρου και της θ. λειτουργίας,πιστών, που σε κανονικές περιπτώσεις, δεν εκκλησιάζονται. Και στον χώρο αυτό, όμως, επικρατεί σύγχυση τόσο στους ιερείς και ιεροψάλτες όσο και στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, ιδιαίτερα, όταν τελούνται στη θ. λειτουργία, όπου έχουμε συχνά αδόκιμες παρεμ-βάσεις. Αφήνοντας κατά μέρος τη συνήθεια να γίνονται τα μνημόσυνα «όχι με κόλλυβα αλλά με υποκατάστατά τους παξιμάδια, βουτήματα κτλ.[25]», συνήθεια αποδοκιμαστέα και αντιπαραδοσιακή, μεταφέρουμε εδώ τρεις παρατηρήσεις του Ι. Φουντούλη, οι οποίες είναι κατατοπιστικές και αξιοπρόσεκτες: α) Εφ’ όσον είναι καθημερινή ημέρα, το μνημόσυνο συνάπτεται στη θεία λειτουργία μετά το δεύτερο «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…»…λέγονται τα ευλογητάρια, το «Μετά των αγίων…», τα τέσσερα νεκρώσιμα «μετά πνευμάτων…», η νεκρώσιμος συναπτή και η ευχή «Ο Θεός των πνευμάτων…». Μετά την εκφώνηση «Ότι συ εί η ανάστασις…», αμέσως το τρίτο «Είη το όνομα …» και η συνήθης απόλυση της θ. λειτουργίας (όχι η νεκρώσιμος). β) Μνημόσυνα δεν τελούνται κατά τις μεγάλες δεσποτικές εορτές και ούτε, κατ’ ακρίβειαν, και την Κυριακή. Οι ανάγκες της ζωής στις πόλεις, κατ’ οικονομίαν, οδήγησαν και στην τέλεση μνημοσύνων κατά τις εορτάσιμες και αναστάσιμες αυτές ημέρες. Χωρίς να εγκαταλείπεται η προσπάθεια κατηχήσεως των χριστιανών, ώστε να προτιμούν τα Σάββατα κατά τα μνημόσυνά τους, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται πρόνοια να μην υπερκαλύπτεται ο αναστάσιμος χαρακτήρας της Κυριακής και να μη συμπλέκονται νεκρώσιμα και αναστάσιμα. Έτσι, κατά τις Κυριακές δεν μπορεί να ψάλλεται το κοντάκιο «Μετά των αγίων…» στη θεία λειτουργία ούτε ο άμωμος κατά το κοινωνικό ούτε, φυσικά, νεκρώσιμα ευλογητάρια, όπως απαιτούν πολλοί από τον κλήρο. Ούτε να εφαρμόζεται το σχήμα των καθημερινών κατά την παρεμβολή του μνημοσύνου στο «Είη το όνομα …». γ) Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη χρήση της αρχαιοτάτης θαυμασίας ευχής «Ο Θεός των πνευμάτων…», που τείνει να παραγκωνισθεί από μεταγενέστερες και αδόκιμες πολύλογες συγχωρητικές ευχές. Ομοίως απαράδεκτη είναι και η αύξηση ή μείωση των τροπαρίων ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες των συγγενών των νεκρών[26]

                                         Επίμετρο

«By accepting monastic spirituality as a general pattern for its worship, the Christian East as a whole expressed the eschatological meaning of the Christian message. The very magnitude of the liturgical requirements described in the Typikon, the impossibility for an average community to fulfill them integrally, and the severity of penitential discipline implied in the liturgical books always served as a safeguard against any attempt to identify the church too closely with the present aion, and as a signpost of the Kingdom to come. If properly understood, the Eastern liturgy places the Church in a permanent eschatological tension[27]». 

  H ελλαδική Εκκλησία ευλογήθηκε εξαιρετικά τόσο στον παρελθόντα όσο και στον παρόντα αιώνα με την παρουσία φωτεινών και εγνωσμένων προσωπικοτήτων, που εκπροσωπούν όλους τους κλάδους της Θεολογίας, (ακόμη και ετερόδοξους), τα έργα των οποίων θεωρούνται αντάξια εκείνων των μεγάλων Πατέρων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Δυστυχώς, ο πλούτος αυτός, o δυναμισμός και η συμβολή τους παραμένουν εισέτι ανεκμετάλλευτα με τραγικές συνέπειες για τη χρονίως χειμαζόμενηλατρεία και την πίστη της Εκκλησίας. 

  Προσπαθήσαμε στα μέτρα των δυνατοτήτων μας στις γραμμές που προηγήθηκαν, να δείξουμε με βάση την αναστάσιμη και εσχατολογική διάσταση της θ. Ευχαριστίας τον λανθασμένο δρόμο στον οποίο την έχει οδηγήσει η σύγχρονη «λειτουργική μας ευσέβεια». «Ευσέβεια» που δεν της αρέσει το Ψαλτήριο και γενικά το Βιβλικό στοιχείο και μαζί η αρχαία λιτή δομή της Θ. Λειτουργίας, αλλά ερανίζεται ένα στίχο από δω κι εν’ από κει, που «σκανδαλίζεται» με λέξεις και φράσεις κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, δεν λέει τίποτα χωρίς «ακροατήριο» και μικρόφωνο, δεν ξέρει για Κατηχούμενους, δεν την ενδιαφέρει η μνημόνευση ονομάτων ζώντων, ασθενών, εμπεριστάτων αδελφών και κεκοιμημένων, αντιστέκεται στις παρατηρήσεις της Θεολογίας και της Λειτουργικής, θεωρώντας την «παράδοση» ως Παράδοση και γενικά δεν έχει λειτουργική παιδεία, αρκεί να ικανοποιηθούν οι θρησκευτικές ανάγκες του ποιμνίου, εκφραζόμενες ως επί το πλείστον στην τέλεση μιας αρτοκλασίας. Η εκκοσμίκευση σ’ όλη τη μεγαλοπρέπειά της. «Κι όταν έχουμε μία εκκοσμικευμένη Εκκλησία και ιερωσύνη, η καθόλου λειτουργική ζωή, που βρίσκει την ανακεφαλαίωση και την τελείωσή της στη λειτουργία της Ευχαριστίας, κατάντησε μία συνήθης ή τυπική, και αυτή περιορισμένη, επανάληψη στο περιθώριο της πολυάσχολης ιερωσύνης του κλήρου, εκείνη που κέντρο της δεν έχει την Αγία Τράπεζα, αλλά το ενοριακό γραφείο104». Πανεπιστημιακός καθηγητής είπε προ καιρού, ας μη μας φανεί παράξενο αν ψάλλουμε κάποτε στο μέλλον και τον Εθνικό μας Ύμνο αντί για Κοινωνικό! 

  Έτσι, φτάσαμε να τελούμε μιαν Ευχαριστία, που ασφυκτιά και ταλαιπωρείται πιεζόμενη αφ’ ενός από τις ακολουθίες του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, ιδιαίτερα της Αρτοκλασίας και μάλιστα κατά τις αρχαίες μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και αφ’ ετέρου από τις δικές μας επιλογές και προτιμήσεις, που επιτείνουν την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την ταύτισή της με τον παρόντα κόσμο και αιώνα.

«Χάσαμε τον εικονισμό των εσχάτων στη Λειτουργία μας, είτε γιατί την παραφορτώσαμε με τύπους που δεν εκφράζουν τον ερχομό της Βασιλείας, είτε γιατί αφαιρούμε ή ανακατεύομε τα δομικά στοιχεία της Λειτουργίας, και αλλοιώνομε έτσι επικίνδυνα τον εσχατολογικό της χαρακτήρα105». Πάντως, ο π. Σμέμαν μας έχει αφήσει μια σημαντικότατη παρατήρηση στο τέλος του βιβλίου του Ευχαριστία, την οποία, καλοπροαίρετα, θέτουμε υπόψη κάθε ενδιαφερόμενου ανωτέρου και κατωτέρου κληρικού και σ’ όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας: «Κάθε τι που αφορά στην Ευχαριστία, αφορά την Εκκλησία, και ό,τι αφορά την Εκκλησία αφορά την Ευχαριστία, και κάθε πάθηση στη Λειτουργία επιδρά στην πίστη και σε όλη τη ζωή της Εκκλησίας106».104  Μιχ. Καρδαμάκη, «Ιερωσύνη και εκκοσμίκευση», στο Γ. Φίλια, Παράδοση και Εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας, ό. π., σ. 256.105  Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, ‘Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού’, ό. π., 49, 1994, σ. 14. 106  Ό. π., σ. 256.

                    Υποσημειώσεις (Γ Μέρους)

________________________

[1] Γ. Φλορόφσκυ, Δημιουργία και Απολύτρωση, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη. 1983, σ. 179.

[2] Μ. Καρδαμάκη, Μετάληψις Πυρός, εκδ. ‘Εν Πλώ’, σ.58.

[3] Βλ. Μ. Καρδαμάκη, ό.π., σ. 61.

[4] Βλ. Γ. Φίλια, «Η Ευχαριστιακή Αναφορά», Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου, ό. π.,  σ. 102.

[5] Ευχαριστία, ό.π., σ. 181.

[6] Γ. Φλωρόφσκυ, ό.π., σ. 179.

[7] «Προς τούτοις κελεύομεν πάντας επικόπους και πρεσβυτέρους μη κατά το σεσιωπημένον, αλλά μετά φωνής τω πιστοτάτω λαώ εξακουομένης…προς το καντεύθεν τας των ακουόντων ψυχάς εις πλείονα κατάνυξιν και την προς τον δεσπότην Θεόν διανίστασθαι δοξολογίαν». Βλ. και Κ. Αθανασοπούλου, Ορθόδοξος Λειτουργική, Λάρισα, 1985, σσ. 247-248.

[8] Α. Σμέμαν,  ό.π., σ. 182

[9] Ερμηνεία εις τον προφήτην Ησαϊαν, Κεφ. στ΄, P.G.  56.71. 80 Α. Σμέμαν, ό. π. 

[10] Βλ. Κ. Αθανασοπούλου, Ορθόδοξος Λειτουργική, ό.π., σ. 247.

[11] Ι. Κογκούλη, Χρ. Οικονόμου, Π. Σκαλτσή, Η θεία Λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 171. 

[12] Βλ. Ι. Φουντούλη, «Ερμηνεία επτά δυσκόλων σημείων του κειμένου της θείας λειτουργίας από τον Νικ. Καβάσιλα», Ανάτυπο από τον τόμο του συνεδρίου για την αναγνώριση ως αγίου του Νικολάου Καβάσιλα.

[13] Βλ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, Εκ του Βήματος, εκδ. Πολυχρονάκη, Άγιος Νικόλαος, 1999, σ. 17:

«Λειτουργικά επεκράτησε να λέγονται τα εκφωνητικά μέρη της ενιαίας ευχής της Αναφοράς, που είναι ο κύριος κορμός της Ευχαριστίας, και αποτελούν το συγκλονιστικότερο λειτουργικό διάλογο ανάμεσα στον ιερέα και τον λαό. Επειδή, όμως, ο ιερεύς είναι ο ευχόμενος και η Ευχή κυριαρχεί στη Λειτουργία, η ψαλμωδία δεν υπερκαλύπτει τον πρωτεύοντα ρόλο του ιερέως». Βλ.  π. Ευαγγ. Παχυγιαννάκη, ό.π., σε υποσημείωση. ΄΄Ο λαός ακροάται εν σιγή και απαντά στις προσκλήσεις του ιερέως ή του διακόνου με το ‘Αμήν’, το ‘Κύριε ελέησον’, ‘Παράσχου Κύριε’, ‘Και μετά του πνεύματός σου’,

‘Έχομεν προς τον Κύριον’, ‘Άγιος, Άγιος…’ και τα όμοια Βλ. Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σ. 209.  85 Ευαγγ. Παχυγιαννάκη, ό.π.

[14] Βλ. Γεωργ. Κ. Αγγελινάρα, Θρασύβουλος Στανίτσας , έκδ. Κουλτούρα, Αθήνα 1988, σ. 23. 

[15] Ευαγγ. Παχυγιαννάκη, ό.π., σ. 16. 88 Γ. Φίλια, «Η Ευχαριστιακή Αναφορά», Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου, ό. π., σ. 115.

[16] π. Ευαγγ. Παχυγιαννάκη, ό. π., σ. 16. Βλ. και «Πίνακας τονικών βάσεων των εκφωνήσεων με παραδείγματα κατ’ ήχον», σ. 22-33.

[17] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, ‘Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού’, ό.π., 51, 1994, σσ. 96-99.

[18] Κ. Παπαγιάννη, «Εισαγωγικόν Σημείωμα»,  Εγκόλπιον Αναγνώστου και Ψάλτου, ό. π., σσ. 9-10. 92 Ιωάννη Φουντούλη, «Τελετουργική προσέγγιση της Θείας Λειτουργίας», ό. π., σσ. 173-174.

[19] Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π., σσ. 248-249. Βλ. και Γ. Φίλια, Παράδοση και Εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας, ό.π., σ. 287.

[20] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σσ. 249-250. Του ιδίου, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Β΄, σσ. 197-198, 225. Κ. Παπαγιάννη, «Λειτουργικών ατόπων επισήμανσις», ό. π., σσ. 227-230.

[21] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Α΄, σσ. 30-31, 39.

[22] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σ. 150. Ο μακαριστός καθηγητής μιλάει για ιδιόρρυθμη ακολουθία, που κατασκευάστηκε για την Αρτοκλασία. Φυσικά δεν είναι εδώ χώρος για σχόλια, διερωτάται όμως κανείς: 1. Μόνο οι προσκομίσαντες τους άρτους είναι και «οι επιτελούντες την αγίαν εορτήν ταύτην…» (sic) όπως αναγράφεται στο Ιερατικόν και όχι όλη η Εκκλησία, εν προκειμένω η ενορία; 2. Τα περισσότερα αιτήματα της αρτοκλασίας έχουν ήδη ειπωθεί στις Δεήσεις του Εσπερινού (και του Όρθρου). Εις τί αποσκοπεί η διπλή μνημόνευσή των; (Ιερατικόν της Αποστολικής Διακονίας, έκδοσις Δ΄ 2002, σσ.22-27). Στο Ζητήματα Τυπικού (Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 23-25) του οικονόμου Γ. Ρήγα, διατάσσεται τέλεση αρτοκλασίας στο τέλος του Εσπερινού, με απλή και πολύ λιτότερη δομή, η οποία είναι αξιοπρόσεκτη.  97 Ο Αθανάσιος ο Πάριος, ένας εκ των κορυφαίων των Κολλυβάδων πατέρων, στο έργο του Δήλωσις περί των εν Αγίω Όρει ταραχών της αληθείας, (έκδ. Θεοδωρήτου μοναχού, Αθήνα 1988), σσ. 80-84, διακηρύσσει ότι ουδεμία ακολουθία πρέπει να μετατίθεται ακόμη και αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

[23] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σ. 150.  99 Στο ίδιο. Βλ. και τις παρατηρήσεις μας πιο πάνω, στην υποσ. 36. 

[24] Στο ίδιο.

[25] Βλ. και Γ. Φίλια, Παράδοση και Εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας, ό. π., σ. 290.

[26] Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σσ. 307-309.

[27] John Meyendorf, Byzantine Theology, ό. π., σσ. 119-120: «Αποδεχόμενη τη μοναστική πνευματικότητα ως ενιαία τάξη για τη λατρεία της, η Χριστιανική Ανατολή στην ολότητά της εξέφρασε το εσχατολογικό νόημα του Xριστιανικού μηνύματος. Η ίδια η σπουδαιότητα των λειτουργικών απαιτήσεων όπως περιγράφονται στο Τυπικόν, το αδύνατο ολοκληρωτικής εφαρμογής τους στις κοσμικές ενορίες και η αυστηρότητα των πειθαρχικών παραπτωμάτων που εξυπακούεται στα λειτουργικά βιβλία, λειτούργησαν πάντοτε ως ασπίδα προστασίας ενάντια σ’ οποιαδήποτε προσπάθεια να ταυτιστεί η Εκκλησία τόσο στενά με τον παρόντα αιώνα και ως ένα σημείο της ερχομένης Βασιλείας. Αν γίνει κατάλληλα κατανοητή, η λειτουργία της Ανατολής τοποθετεί την Εκκλησία σε μια διηνεκή εσχατολογική διάσταση». Μετάφραση δική μας. 

ΠΗΓΗ:http://www.amen.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου