Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η Θεία Ευχαριστία (μέρος Β΄)



Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Θείας Λειτουργίας και η σύγχρονη ενοριακή πράξη: Προβλήματα και Δυνατότητες
 (Β΄ Μέρος)
Των Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, Πρωτοπρεσβυτέρου , Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη, θεολόγου
To Amen.gr δημοσιεύει το Β' Μέρος της εξαιρετικής μελέτης του Πρωτοπρεσβ. Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη και Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη,θεολόγου, με τίτλο "Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Θείας Λειτουργίας και η σύγχρονη ενοριακή πράξη: Προβλήματα και Δυνατότητες" (διαβάστε εδώ το Α Μέρος ).
Ακολουθεί το Β Μέρος της μελέτης:
Παραμελημένα και άτοπα σημεία της θ. Λειτουργίας
1.  Η μεγάλη συναπτή ή ειρηνικά
Κατά τη σημερινή τάξη, εδώ μπορεί να πει κανείς (ως διάκονος ή ως ιερεύς όταν λειτουργεί) και να ακούσει ό,τι θέλει ή ό,τι δεν θέλει. Παραθέτουμε τις παρατηρήσεις για το μέρος αυτό της Θ. Λειτουργίας του καθηγητού Ι. Φουντούλη: «Το ‘Υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών" δεν λέγεται. Αυτό το αίτημα αντικατέστησε επί τουρκοκρατίας την υπέρ των βασιλέων αίτηση για ευνόητους λόγους. Δεν υπάρχει στα δόκιμα χειρόγραφα και στα παλαιά έντυπα. Το υπέρ του αρχιερέως αίτημα λέγεται όπως έχει σε όλα τα Ιερατικά και τα Ευχολόγια: ‘Υπέρ του αρχιεπισκόπου ημών (δείνος). Η προσθήκη της λέξεως «πατρός» προ του «αρχιεπισκόπου» είναι άτοπος. Αυτό ισχύει και για το «Εν πρώτοις…» και για όπου αλλού. Το υπέρ βασιλέως και του στρατού αίτημα διαμορφώνεται ως εξής: «Υπέρ των ευσεβεστάτων αρχόντων ημών και του φιλοχρίστου στρατού του Κυρίου δεηθώμεν». Τα «πάσης αρχής και εξουσίας εν τω κράτει ημών και του κατά γην (ή ξηράν), αέρα και θάλασσαν φιλοχρίστου στρατού ημών και των σωμάτων ασφαλείας της πατρίδος ημών» είναι το λιγότερο φλύαρα. Σε κάθε αίτημα ο λαός-χορός απαντά εμμελώς αλλά απλά, με το «Κύριε ελέησον». Το «Αμήν» λέγεται μόνο μετά την εκφώνηση. Στο «Αντιλαβού…τη ση χάριτι» λέγεται πάντοτε «Κύριε ελέησον» και όχι «Αμήν», όπως κακώς συνηθίζουν μερικοί[1]». 
  Ειδικότερα για τη χρήση της λέξεως «Πατήρ», η οποία τον τελευταίο καιρό ακούγεται κατά κόρον, σημειώνει τα εξής: «…τα ιερά λειτουργικά μας κείμενα δεν κινδυνεύουν τόσο από τους ασεβείς, όσο πάσχουν από την αυθαιρεσία των ευσεβών εκείνων που κυριολεκτικά τα καταστρέφουν με ποικίλες ευλαβείς προσθήκες λέξεων ή και φράσεων ολόκληρων. Το να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας ευλαβέστερο από τους πατέρες μας είναι εγωισμός και αμαρτία[2]».
                        2.  Τα αντίφωνα της θ. Λειτουργίας
Στις ελληνικές Ενορίες επικρατεί ήδη από αρκετό καιρό πλήρης σύγχυση σχετικά με τα αντίφωνα της Θ. λειτουργίας και ιδιαίτερα των Κυριακών, η δε νέα έκδοση του Εγκολπίου Αναγνώστου και Ψάλτου, καταρτισθέντος υπό του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, καταξιωμένου λειτουργιολόγου, δεν μοιάζει, ως ώφειλε, να δίνει λύση στο πρόβλημα (όπως φαίνεται ιδιαίτερα στο «Εισαγωγικόν σημείωμα» σελ. 11-19). Στο προπαρασκευαστικό ή εισαγωγικό αυτό τμήμα της Θ. λειτουργίας «παρατηρείται μια αναρχία[3]», «υφίσταται δε μια άνευ προηγουμένου κρίση[4]», που επιτείνεται από την όπως-όπως απαγγελία των αντιφώνων – δηλαδή να ψάλλονται χωρίς Βιβλικούς στίχους, κατά δε τις καθημερινές να παραλείπεται το Β΄ αντίφωνο «Ο Κύριος εβασίλευσεν…» και το χειρότερο, χωρίς την κατακλείδα «Δόξα και νυν» σε κάθε αντίφωνο, επομένως και πριν από το Κοντάκιο – με άσχετους στίχους κατά την μικρά είσοδο, την τάση πολλαπλασιασμού της ψαλμωδίας των τροπαρίων μετά την είσοδο κτλ. Η σύγχυση κατά τη γνώμη μας, είναι συνάρτηση τριών παραγόντων: α) Της παρεμβολής των τυπικών και των μακαρισμών του μοναχικού τυπικού στο σημείο αυτό της Θ. Λειτουργίας, η διάταξη των οποίων από το ΤΜΕ αλλά και τα άλλα τυπικά για να ψάλλονται τις Κυριακές, γενικά δεν τηρείται στις Ενορίες. β) Από παρεξήγηση αυτού του σημείου της Θ. λειτουργίας, ότι δηλ. άλλα αντίφωνα ψάλλονται τις Κυριακές και άλλα τις καθημερινές, λες και η θ. λειτουργία έχει άλλο χαρακτήρα για τις μεν και άλλο για τις δε ή και ακόμη πιο απλά, άλλα χερουβικά για τις μεν και άλλα για τις δε. γ) Από την, προϊόντος του χρόνου, επελθούσα ατονία και λήθη των αρχαίων αντιφώνων και στη συνεπακόλουθη άγνοιά τους στις ελληνόφωνες εκκλησίες. Έτσι «φτάσαμε σε τελεία αποδιοργάνωση (δεν πρόκειται για υπερβολή) του ωραίου αυτού και ζωτικού λειτουργικού στοιχείου, (με) τις αδόκιμες λύσεις, που από καλή πρόθεση προτάθηκαν και προωθήθηκαν…40». 
  2 α). Ποια είναι τα κανονικά αντίφωνα της θ. λειτουργίας
Στο έργο του αειμνήστου καθηγητού Ι. Φουντούλη, υπάρχουν αρκετές αναφορές στα κανονικά αντίφωνα της Θ. λειτουργίας με αλλεπάλληλες επικλήσεις επαναφοράς των, οι οποίες και επέσυραν πολλές επικρίσεις της «τάξεως» που έχει επικρατήσει. Στην ουσία τίποτα δεν έγινε. «Είναι δε τα τρία αντίφωνα τρεις αναστάσιμοι ψαλμοί, που εστιχολογούντο ολόκληροι, με εφύμνια…Οι τρεις ψαλμοί με τα αντίστοιχα εφύμνια είναι:
α΄ αντίφωνο: Ψαλμός 91 («Αγαθόν το εξομολογείσθαι…»).  Εφύμνιο: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου…».
β΄ αντίφωνο: Ψαλμός 92 («Ο Κύριος εβασίλευσεν…»).   Εφύμνιο: «Πρεσβείαις των αγίων σου…».
γ΄ αντίφωνο: Ψαλμός 94 («Δεύτε αγαλλιασώμεθα…»)
Εφύμνιο: «Σώσον ημάς Υιέ Θεού…»
  Κατά το τρίτο αντίφωνο γινόταν η είσοδος και ως εισοδικό ψαλλόταν πανηγυρικότερα ο στίχος 6 του ιδίου ψαλμού «Δεύτε προσκυνήσωμεν…» με εφύμνιο το ίδιο με του γ΄ αντιφώνου «Σώσον ημάς Υιέ Θεού…». Τα αντίφωνα αυτά ψαλλόταν σ’ όλες τις λειτουργίες, είτε Κυριακή είτε καθημερινή ετελούντο, μια και η θεία λειτουργία έχει πάντοτε πασχάλιο χαρακτήρα[5]».
  Αλλά οι ψαλμοί αυτοί δεν επιλέχτηκαν τυχαία: «Οι δύο ψαλμοί, ο 91ος και 92ος ερμηνεύονται από τους Πατέρες και ως προφητικά αναφερόμενοι στην ανάσταση του Κυρίου, πράγμα που ταίριαζε με τον πασχαλινό χαρακτήρα της θ. λειτουργίας και ιδιαίτερα με το αναστάσιμο θέμα της Κυριακής[6]…Ο δε αρχικός 94ος επελέγη διότι αποτελεί μέχρι τον 6ο στίχο μια θαυμάσια πρόσκληση για δοξολογία του Θεού από τη λατρεύουσα κοινότητα: «Δεύτε αγαλλιασώμεθα…αλαλάξωμεν…προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει…και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ…Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ…». Από όλες τις ενδείξεις πρέπει να συμπεράνομε πως εφύμνιό του είχε το «Αλληλούια» και πως η στιχολογία του διακοπτόταν στον κατ’ εξοχήν εισοδικό στίχο, το «Δεύτε προσκυνήσωμεν». Αργότερα ο στίχος υπέστη μια επιτυχή χριστολογική διασκευή: το «αυτώ» έγινε Χριστώ43». Αργότερα έγινε μια αλλαγή, όχι στους ψαλμούς αλλά στα εφύμνια, που ίσως άρχισε από την Κυριακή. Το πρώτο εφύμνιο παρέμεινε το ίδιο. Το δεύτερο εξέπεσε και αντικαταστάθηκε από το τρίτο. Ως τρίτο δε εφύμνιο εψάλλετο το αναστάσιμο απολυτίκιο ή το απολυτίκιο του εορταζομένου αγίου. Το εισοδικό όμως, στίχος και εφύμνιο, παρέμειναν τα ίδια. Έτσι έχουμε δύο τύπους αντιφώνων που έμειναν…σε χρήση. Τα πρώτα που τα ονομάζουμε «αρχαία» και τα δεύτερα, για να διακρίνονται από τα πρώτα, «νεώτερα». Τα νεώτερα, για να γίνει σαφέστερο το πράγμα, πήραν την εξής μορφή: 
α΄ αντίφωνο: Ψαλμός 91 («Αγαθόν το εξομολογείσθαι…»).
Εφύμνιο: «Ταις πρεσβείαις …».
β΄ αντίφωνο: Ψαλμός 92 («Ο Κύριος εβασίλευσεν…»).  Εφύμνιο: «Σώσον ημάς Υιέ Θεού…» 
γ΄ αντίφωνο: Ψαλμός 94 («Δεύτε αγαλιασώμεθα…»)
Εφύμνιο: Το απολυτίκιο.
  Σήμερα τα δύο πρώτα αντίφωνα έχουν συρρικνωθεί κατά το πλείστο στην τριπλή επανάληψη των εφυμνίων, χωρίς στίχους των ψαλμών, το δε τρίτο αντίφωνο στην άπαξ ψαλμωδία του απολυτικίου. Κι αυτό για να δοθεί χρόνος στην εκτέλεση συνθέτων μελών, όπως το δύναμις του τρισαγίου, το χερουβικό, το «΄Αξιον εστί…» και το κοινωνικό, ακόμα και των λειτουργικών ή και των εκφωνήσεων και των διακονικών. Τα απλά λαϊκά μέλη των αντιφώνων θεωρούνται ανάξια προσοχής, ή από τους «προοδευτικούς» κουραστικά λόγω της επαναλήψεως των εφυμνίων. Ατυχής ομοίως και αλλόκοτη υπήρξε η προσπάθεια συγκερασμού των ψαλμών των τυπικών με τα εφύμνια των αντιφώνων, με το σκεπτικό διασώσεως της μοναχικής πράξεως των τυπικών στις ενορίες, όπου επεβίωνε ακόμη η αντιφωνική ψαλμωδία»44. Η παρατήρηση είναι σαφής.
  Γι’ αυτήν την προσπάθεια αναφέρει (πολύ αργότερα, αφού το βιβλίο του καθηγητού Φουντούλη είχε ήδη πριν αρκετό καιρό κυκλοφορήσει) ο πρωτ. Κ. Παπαγιάννης τα εξής: «Το άτοπον της τοιαύτης συνηθείας (της αχρησίας δηλ. των Τυπικών και Μακαρισμών και της απλής ψαλμωδίας των εφυμνίων άνευ στίχων) κατανοήσασα η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ώρισεν από τινων δεκαετιών στίχους αντιφώνων δια μεν το α΄ και β΄ εκ των ψαλμών των Τυπικών (ρβ΄ και ρμε΄):  Ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον, και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού.
Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς. 
  Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον, και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις  αυτού. Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου... 
  Κύριος εν τω ουρανώ ητοίμασε τον θρόνον αυτού, και η Βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει. Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου... 
  Αίνει, η ψυχή μου, τον Κύριον, αινέσω Κύριον εν τη ζωή μου, ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω. Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς σοι. Αλληλούια.
  Μακάριος, ου ο Θεός Ιακώβ βοηθός αυτού, η ελπίς αυτού επί Κύριον τον Θεόν αυτού. Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ... 
  Βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα, ο Θεός σου, Σιών, εις γενεάν και γενεάν. Σώσον, ημάς, Υιέ Θεού, ... 
Διά δε το γ΄ δύο στίχους κατ’ εκλογήν: 
  «Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή» (ψαλμ, ριζ΄ 24) και 
  «Αινεσάτωσαν αυτόν οι ουρανοί και η γη» (Ψαλμ ξη΄ 35) μετά του αναστασίμου απολυτικίου. Δια δε τας μνήμας των αγίων ώρισεν όπως λέγωνται εις το γ΄ αντίφωνον οι στίχοι των αποστίχων του Εσπερινού. Η ρύθμισις αύτη είναι αναμφιβόλως ορθοτέρα της άνευ στίχων ψαλμωδίας των εφυμνίων. Ορθότερον όμως θα ήτο να επαναφερθούν εις τας Κυριακάς και τας μνήμας των αγίων τα αρχαία αντίφωνα, διατηρουμένων των εφυμνίων, ως έχουν επικρατήσει σήμερον (α΄ Ταις πρεσβείαις…β΄ Σώσον ημάς… γ΄ του απολυτικίου). Παρά ταύτα δεν ευρίσκομεν εντελώς άστοχον και την γενομένην ρύθμισιν[7]». 
 2 β). Επιτομή των τυπικών ως αντίφωνα;
  Από τα παραπάνω φαίνεται σαφώς ότι ο πρωτ. Κ. Παπαγιάννης, υποστηρίζει την επαναφορά των αρχαίων αντιφώνων, όπως σημειώνει στη συνέχεια: «Κατά τας Κυριακάς οπωσδήποτε δέον να λέγωνται είτε τα αρχαία αντίφωνα είτε τα υπό της Ι. Συνόδου ορισθέντα, καταλλήλως συμπληρούμενα και βελτιούμενα46». Βέβαια στο Σύστημα Τυπικού των Ιερών Ακολουθιών του όλου ενιαυτού, παραδέχεται ότι τα υπό της Ι. Συνόδου ορισθέντα «είναι ελλιπή, ήτοι τα μεν δύο τρίστιχα, το α΄ μάλιστα άνευ του Δόξα και νυν, το δε γ΄ δίστιχον…», γι αυτό και τα συμπλήρωσε επί το ορθότερο δυνατόν[8]. Έτσι ενώ θα περίμενε κανείς στη νέα έκδοση του Εγκολπίου Αναγνώστου και Ψάλτου να επανέλθει η ψαλμωδία των αρχαίων αντιφώνων, στην ουσία εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι αυτά αφήνονται να λέγονται στις καθημερινές, ενώ προτάσσονται ως «αντίφωνα» τις Κυριακές, η επιτομή των τυπικών. Απουσιάζει το β΄ εφύμνιο, ψαλλόμενο τις Κυριακές «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών», η δε υποσημείωση 36: «τα αντίφωνα ταύτα κάλλιστα είναι δυνατόν να λέγονται και κατά τας Κυριακάς…», στην οποία και παρατίθεται, δεν τυγχάνει της δεούσης προσοχής και κατανοήσεως των ιερέων και των ιεροψαλτών, ιδιαίτερα όσων στερούνται λειτουργικής παιδείας. Αυτό, τουλάχιστον, φαίνεται να ισχύει από την επικρατούσα τάξη. Γι’ αυτό ο αείμνηστος καθηγητής – προφανώς έχοντας υπόψη του την έκδοση του Εγκολπίου Αναγνώστου και Ψάλτου και τη σημερινή «τάξη» – μιλώντας για το συγκερασμό αντιφώνων, τυπικών και μακαρισμών κάνει λόγο για «καταποντισμό όλων και τώρα ζούμε τις συνέπειες του ναυαγίου[9]», πουθενά δε σ’ ολόκληρο το έργο του δε βρίσκουμε αναφορά και συγκατάθεση υπέρ της επιτομής των τυπικών. Αλλά και ο διακεκριμένος Ρωμαιοκαθολικός λειτουργιολόγος R. Taft, γνώστης προφανώς της καταστάσεως αυτής, κάνει την εξής σοβαρότατη παρατήρηση: «Today the three antiphons have been reduced to a few scraps of their original form, and the troparia after the third antiphon have been so multiplied as to take on an independent existence detached from the psalmody which they were originally destined to serve as refrains. This exemplifies another common development in liturgical history: the process whereby ecclesiastical compositions multiply and eventually suffocate the scriptural element of a liturgical chant, forcing, in turn, the decomposition of the original liturgical unit, so that what we are left is simply debris, bits and scraps of this and that, a verse here, a refrain there, that evidence no recognizable form of unity until they are painstakingly reconstituted into their original structures by piercing together the remaining scraps, then filling in the blanks, sort of like doing a jig-saw puzzle with only a tenth of pieces[10]».
  Θα κλείσουμε την παράγραφο αυτή με δύο παρατηρήσεις του αειμνήστου καθηγητού: 1) Καταδείχθηκε, από όσα ανωτέρω είπαμε, ότι τα χαρακτηριζόμενα ως «καθημερινά» αντίφωνα είναι τα αρχαία αντίφωνα των Κυριακών κατά το ενοριακό τυπικό. Νόμιμα μπορούν να επανέλθουν με τους θαυμάσιους τέσσερις στίχους των ψαλμών τους και με τα απλά εφύμνιά τους, που τόσο διευκολύνουν τη συμμετοχή του λαού στην ψαλμωδία τους. 2) Ο συνδυασμός της ενοριακής πράξεως με τη μοναχική, η ανάμειξη δηλαδή των εφυμνίων των αντιφώνων με στίχους από τους ψαλμούς των τυπικών, ούτε δόκιμος είναι ούτε αναγκαίος ούτε σύμφωνος με την παράδοση. Δίνει την ανακριβή εντύπωση ότι διασώζει το γράμμα του Τυπικού, που ορίζει την ψαλμωδία των τυπικών κατά την Κυριακή. Στην πραγματικότητα όμως συγχέει και αλλοιώνει τις δύο ανεξάρτητες και διαφορετικής προελεύσεως σεβάσμιες παραδόσεις[11]
  Ποτέ, βέβαια, δεν είναι αργά...
3.  Το Αλληλουάριο του Αποστόλου και η θυμίαση
  Στην υπ’ αριθ. 286 ερώτηση των Απαντήσεων εις Λειτουργικάς απορίας, τόμος Β΄, σελ. 326-331, ο αείμνηστος καθηγητής αναλύει διεξοδικά περί του Αλληλουαρίου του Αποστόλου και την κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του θυμίαση. Σαφής διάταξη υπάρχει επίσης στο Ιερατικόν της Αποστολικής Διακονίας (έκδοσις Δ΄ 2002), σ. 116. Παρά ταύτα η σύγχρονη λειτουργική πράξη γνωρίζει μιαν άλλη «διάταξη», αυτήν που θέλει το θυμίαμα να γίνεται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και στον «περιορισμό αυτού «του πολυύμνητου άσματος», κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης[12] ή κατά τον Παύλο Ευδοκίμωφ «του ύμνου της αιωνιότητος»[13] μόνο στο τριπλό  Αλληλούια: «Αυτό επέφερε τελεία αναστάτωση στη λειτουργική τάξη. Όλα τα προ του Ευαγγελίου λεγόμενα και πραττόμενα μετατοπίστηκαν και γίνονται κατά τη διάρκεια του Αποστόλου, πράγμα που παρακωλύει την ακρόαση του αναγνώσματος και από τους λειτουργούς και από το λαό. Επιβάλλεται για τους λόγους αυτούς η αποκατάστασή του για την ευτακτότερη τέλεση της θείας λειτουργίας[14]».
4.  Ευλογία αναγνώστου και ευαγγελιστού 
Και στο σημείο αυτό επικρατεί αναρχία, οι δε προσδιορισμοί που λέγονται και στις δύο περιπτώσεις, δηλώνουν ταυτόχρονα άγνοια της παραδόσεως αλλά και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και σύνταξης. Επιπλέον ηχούν και κακόηχα. Για όλα αυτά γράφει ο Ι. Φουντούλης: «Μετά το ανάγνωσμα του Αποστόλου και του Ευαγγελίου ο ιερεύς ‘ειρηνεύει’, δηλαδή εύχεται την ειρήνη-ευλογεί τον αναγνώστη και ευαγγελιστή αντίστοιχα. Ο παλαιός τύπος ευλογίας ήταν και στις δυο περιπτώσεις το απλό ‘ειρήνη σοι’, που λεγόταν μάλιστα σε χαμηλό τόνο, εφ’ όσον δεν αφορούσε στην κοινότητα, αλλά μόνο σ’ αυτόν που διάβαζε τις περικοπές σαν ‘αντιμισθία του έργου’ κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης. Πρόσφατα επικρατεί η συνήθεια όχι μόνο η ευλογία να γίνεται δυνατά, αλλά και να επαυξάνεται με προσδιορισμούς και να επεκτείνεται προς όλο το λαό. Έτσι το ‘ειρήνη σοι’ του Αποστόλου γίνεται ‘ειρήνη σοι τω αναγιγνώσκοντι’, ή ‘τω αναγνώντι’ ή τω αναγνώσαντι ή «τη αναγινωσκούση» ή τη αναγνούση ή τη αναγνωσάση (σε γυναικεία μοναστήρια) ή ακόμη το «ειρήνη υμίν και ημίν» και προστίθεται ‘και παντί τω λαώ’. Και για μεν το ‘και παντί τω λαώ’ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι τελείως απόβλητο και σόλοικο, αφού η ευλογία δεν αφορά στο λαό αλλά στον αναγνώστη. Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα (αν δεν ψάλλεται μάλιστα το αλληλουιάριο) ευλογείται ο λαός με το αρχαίο ‘Ειρήνη πάσι’ προ της αναγνώσεως του Ευαγγελίου. Για δε τις μετοχές ‘αναγιγνώσκοντι’ κλπ. εκτός του ότι δεν μαρτυρούνται από την παράδοση είναι ένα τραγικό δείγμα στο πού μπορεί να οδηγήσει ο σχολαστικισμός και η αυθαιρεσία και στο πού οδηγούμαστε μη σεβόμενοι τη σεπτή τάξη της Εκκλησίας. Μια μικρή εκτροπή μπορεί να δημιουργήσει λαβύρινθο υπερβασιών και σύγχυση χωρίς προηγούμενο. Το ίδιο και στην ευλογία του ευαγγελιστού η αρχαία ορθή τάξη προβλέπει το απλό ‘ειρήνη σοι’. Η προσθήκη ‘τω ευαγγελιζομένω’  ή ‘τω ευαγγελισαμένω’ είναι για τους ίδιους λόγους απαράδεκτη[15]». 
  Χαρακτηρίζουμε, επίσης, απαράδεκτη τη συνήθεια ο Απόστολος να αναγιγνώσκεται πάντοτε από κάποια γωνία ή θέση του αναλογίου και όχι στο μέσον του ναού, όπως επιβάλλει η τάξις. Κατά δε την ανάγνωσή του δεν θυμιάζει ο ιερεύς τις εικόνες και το λαό, όπως αντιπαραδοσιακά έχει επικρατήσει[16]
5.  Παραλαβή του Αποστόλου από την ωραία πύλη;
  Σε μερικούς ναούς έχει εισαχθεί άλλη καινοτομία για τον δήθεν εξωραϊσμό ή την ανάδειξη του αποστολικού αναγνώσματος. Ο αναγνώστης παραλαμβάνει τον Απόστολο από τον ιερέα κατά το Δύναμις του τρισαγίουαπό την ωραία πύλη και τον παραδίδει, όταν τελειώσει την ανάγνωση, κατά την ευλογία. Προβάλλεται δε προς δικαιολογία ότι ο Απόστολος είναι ιερό βιβλίο, περιέχει περικοπές της Αγίας Γραφής, θεόπνευστα κείμενα, κ.λπ. και πρέπει να βρίσκεται στην αγία τράπεζα. Αυτά είναι ψευδείς θεολογικές επινοήσεις. Ο Απόστολος είναι βιβλίο του χορού, του αναγνώστου… στην αγία τράπεζα τίθεται μόνο το ευαγγέλιο, ο τύπος και το σύμβολο του Χριστού. Τέτοιου είδους αντιπαραδοσιακές πρωτοβουλίες προκάλεσαν τη βιβλιοδεσία του Αποστόλου από τους προμηθευτές εκκλησιαστικών ειδών με επάργυρα ή επίχρυσα καλύμματα κακίστης εμπνεύσεως με τους Αποστόλους, το Χριστό, την Παναγία, και ό,τι άλλο επενόησε η φαντασία τους. Οι δε ιερείς τα θέτουν στην αγία τράπεζα. Πράγματα απαράδεκτα[17].
6.  Ανάγνωση του Ευαγγελίου
 και του Αποστόλου χύμα;
  Πρόσφατα παρακολουθήσαμε την περιπέτεια αναγνώσεως του Αποστόλου και Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα, παράλληλα με το αρχαίο κείμενο. Ωστόσο, οι συζητήσεις και η όλη φιλολογία επί του θέματος, μοιάζει να μην προβλημάτισαν αρκετούς αναγνώστες και ιερείς, οι οποίοι, επιμένουν στην ανάγνωσή των χύμα και όχι εμμελώς, (ή και ακόμη με αλλαγή λέξεων ή φράσεων του κειμένου για να μη σκανδαλίζονται οι πιστοί!), προτάσσοντες (ιδιαίτερα οι ιερείς) το επιχείρημα ότι έτσι γίνονται πιο κατανοητά από το λαό. Παραθέτουμε επ’ αυτού τις παρατηρήσεις του Ι. Ζηζιούλα: «Το θέμα της εμμελούς ή μη απαγγελίας των αγιογραφικών αναγνωσμάτων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν πρέπει να είναι άσχετο με την εσχατολογική ή μη προσέγγιση της Θείας Ευχαριστίας. Η ανάγνωση ενός κειμένου με σκοπό διδακτικό και ηθικοπλαστικό διαφέρει ριζικά από την ανάγνωσή του με πνεύμα δοξολογικό. Στην πρώτη περίπτωση οι λέξεις συλλαμβάνονται και καταλαμβάνονται από τον ανθρώπινο λόγο. Στη δεύτερη περίπτωση οι λέξεις «πλατύνονται» (εξ ου και το μέλος), για να «περιλάβουν» και «καταλάβουν» αυτές τον ανθρώπινο λόγο. Είναι φανερό ότι το δεύτερο αυτό είδος αναγνώσεως (το δοξολογικό) προσκρούει ευθέως στον ορθολογισμό, ο οποίος αξιώνει την «κατάληψη» της αλήθειας από τον ανθρώπινο λόγο…[18]». Στο πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων καταλαβαίνει κανείς την ευσέβεια των προγόνων μας, οι οποίοι καίτοι αγράμματοι ή ολιγογράμματοι, ως γεννημένοι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχαν άριστες προσλαμβάνουσες επί του θέματος: Ψιθύριζαν ευλαβικά το «Κύριε ελέησον» μετά από κάθε τελεία κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Παρακαλούσαν δηλαδή τον Κύριο να τους φωτίσει στην κατανόηση των νοημάτων του κειμένου, χωρίς την παρεμβολή μεταφράσεων και αλλαγών των λέξεων.
7.  Το κήρυγμα
  Για το κήρυγμα έχουν γραφεί πάρα πολλά το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα για την παράλογη μετατόπισή του στο κοινωνικό και δεν επιθυμούμε εδώ να προσθέσουμε παρά μόνο δύο παρατηρήσεις: α) Ότι σε αρκετές Ενορίες, κυρίως στην επαρχία και ενίοτε στις πόλεις, απουσιάζει παντελώς το κήρυγμα κατά τη Θ. Λειτουργία.
Και ενώ οι ιερείς μας, καίτοι απόφοιτοι θεολογικών ή ιερατικών σχολών, είναι πρόθυμοι να τελέσουν οποιαδήποτε άλλη ακολουθία (π.χ. μνημόσυνο, αγιασμό ή αρτοκλασία) μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας, δεν διαθέτουν χρόνο για το κήρυγμα, το θεωρούν ασήμαντο. Και αυτό ανατρέπει όλη την παράδοση, αφήνοντας ακάλυπτο όλο το διδακτικό μέρος της θ. λειτουργίας. β) Στο κήρυγμα τα τελευταία χρόνια έχει επικαθήσει «ο τεράστιος και δυσκίνητος ογκόλιθος του ηθικισμού[19]», της ατομικής ευσέβειας και του «γλυκερού χριστιανισμού[20]», που εξαντλείται τόσο κατά τις εορτές όσο και τις Κυριακές σε αναλύσεις θαυμάτων του Χριστού, της Θεοτόκου ή των Αγίων και στο «βαθύτερο νόημά των». «Συχνά το κήρυγμα είναι ηθικό και όχι δογματικό[21]». Γι’ αυτό, εξάλλου, έχει παρατηρηθεί ότι «τα κηρύγματα που ακούει ο Νεοέλληνας στις εκκλησιές… – στις περισσότερες περιπτώσεις – τον έχουν αποκλείσει από τις ίδιες τις ρίζες του, τον έχουν ποτίσει με βαθειά περιφρόνηση για την πνευματική του Παράδοση[22]». 
  Γενικά απουσιάζει το λειτουργικό και μυσταγωγικό κήρυγμα, ο απλός αλλά χαριτωμένος και ζωντανός αγιογραφικός, και, ως επεξεργασία του, πατερικός λόγος συνυφασμένος με το εορτολόγιο της Εκκλησίας. Έτσι αποκτούν ιδιαίτερη σπουδαιότητα οι παρεμβάσεις του Ι. Ζηζιούλα: «Σκοπός της Λειτουργίας (προφανώς όπως τελείται σήμερα) δεν είναι η συμμετοχή στην κοινωνία των εσχάτων, αλλά η δημιουργία ηθικών προτύπων χρήσιμων στην κοινωνία ή η εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του ανθρώπου, ο οποίος επιζητεί ‘ανάπαυση’, ‘κατάνυξη’ και τα τοιαύτα. Έτσι παρατηρείται μια μετατόπιση και νέα αξιολόγηση των λειτουργικών συμβολισμών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι σκοποί της ηθικής τελειώσεως, της κατανύξεως κ.λπ. Το κήρυγμα θεωρείται ως ηθικοπλαστικό τόσο σπουδαίο, που μεταφέρεται στο κοινωνικό όταν το εκκλησίασμα είναι περισσότερο, στραπατσάροντας έτσι όλο τον εσχατολογικό εικονισμό της Λειτουργίας[23][24]». Λέτε ο αμοραλισμός των ημερών μας να έχει να κάνει με όλ’ αυτά; 
8.  Η μεγάλη εκτενής
  Ενώ η Μεγάλη Συναπτή βρίσκεται στην αρχή κάθε ακολουθίας, η εκτενής ικεσία αποτελεί, κατά κανόνα, το τελείωμά της. Κατά τον Σμέμαν επειδή αποτελείται από τις ίδιες αιτήσεις της Μεγάλης Συναπτής και κατά την ίδια σειρά, γι’ αυτό στην ελληνική πρακτική απλά την παραλείπουν ως επαναληπτική (δηλ. πλεονάζουσα), η οποία πρακτική όμως θεωρείται τελείως λανθασμένη[25]: «Η εκτενής ουδέποτε παραλείπεται, όπως κακώς επικράτησε να γίνεται στις ενοριακές εκκλησίες της Ελλάδος. Στις μονές και στις σλαβικές εκκλησίες λέγεται πάντοτε. Πρόκειται για ένα εύπλαστο στοιχείο, πολύτιμο για την προσαρμογή σε ειδικότερα αιτήματα και μνημόνευση ονομάτων ζώντων, ασθενών, εμπεριστάτων αδελφών και κεκοιμημένων[26]». Το κείμενο μιλάει από μόνο του.
9.  Τα κατηχούμενα και οι ευχές των πιστών
  Είπαμε προηγουμένως ότι είναι σκάνδαλο και ασέβεια προς το μυστήριο η αποσιώπηση της λειτουργίας των κατηχουμένων στην επίσημη λειτουργία των Κυριακών, εορτών και καθημερινών. Σ’ αυτό το σημείο φαίνεται καθαρά η «μεταμόρφωση» της λειτουργικής ευσέβειας. Η ελλαδική εκκλησία όμως σήμερα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, νομίζει ότι δεν έχει κατηχούμενους. Θέλει μόνο τα παιδιά του κατηχητικού, που συνάζονται μετά τη λειτουργία, χωρίς να κόπτεται και πολύ για τη συμμετοχή τους σ’ αυτήν και αυτό που συνήθως τα διδάσκει ανακεφαλαιώνεται – ακόμη και μετά τη δύση των θρησκευτικών οργανώσεων – στο «Τα χριστιανόπουλα θα πάνε με φτερά…» και στο «Ο Χριστός αρχηγός μας, στρατιώτες του εμείς…». Έτσι οι δεήσεις που λέγονται στο σημείο αυτό θεωρούνται αναχρονιστικές, γι’ αυτό και «Κύριος οίδε την τύχη τους». Άλλοι τις διαβάζουν μυστικά, άλλοι καθόλου. Και εδώ βέβαια η κριτική των λειτουργιολόγων είναι καίρια: «Οι δεήσεις δεν είναι των κατηχουμένων μόνον – πολύ λίγο είναι των κατηχουμένων (‘Εύξασθε οι κατηχούμενοι τω Κυρίω’), αλλά των πιστών που δέονται για τους κατηχούμενους (Οι πιστοί υπέρ των κατηχουμένων δεηθώμεν’ Ίνα ο Κύριος αυτούς ελεήση…αποκαλύψη…ενώση…’). Η Εκκλησία ποτέ δεν είναι στείρα. Πάντοτε έχει κατηχούμενους, παρόντες ή απόντες κατά την σύναξη. Γι’ αυτούς προσευχόμαστε[27]». 
  Ποιοι, όμως, είναι οι κατηχούμενοι; «Είναι δε οι κατηχούμενοι τα αβάπτιστα νήπια και όλοι όσοι στα πέρατα της οικουμένης ακούουν το λόγο του Θεού και ετοιμάζονται να γίνουν μέλη της Εκκλησίας…Κατά κάποια διαφορετική έννοια «κατηχούμενοι» δεν μπορούν να ονομαστούν και τα παιδιά, που διδάσκονται μετά το βάπτισμα τη χριστιανική κατήχηση; Και γι’ αυτού του είδους τους κατηχουμένους δεν πρέπει να αναφερθούν δεήσεις;…[28]». «Ο ευαγγελισμός του κόσμου δεν έχει τελειώσει[29]». «Η πρόφαση ότι η εκτενής, τα κατηχούμενα και οι δύο ευχές των πιστών δεν παραλείπονται αλλά λέγονται «μυστικώς» για οικονομία χρόνου, είναι τελείως αδικαιολόγητη. Απαράδεκτη εξ’ άλλου είναι η μυστικώς απαγγελία τους, ενώ είναι προτροπές προσευχής προς το λαό, και η μεταφορά τους σε άλλο σημείο της Θ. Λειτουργίας (κατά τα απολυτίκια, το τρισάγιο, το χερουβικό), προκαλεί τελεία ανατροπή της ομαλής ροής της όλης τελεσιουργίας[30]». Κατά την μαρτυρία μάλιστα του ιερού Χρυσοστόμου κατά την αρχαία τάξη, ο διάκονος προέτρεπε τους πιστούς: «Υπέρ των κατηχουμένων εκτενώς δεηθώμεν[31]». Για φανταστείτε, λοιπόν, πώς θα ήταν τα πράγματα όταν ο ιερέας μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, κατά την παραγγελία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, «να το κλεις και να το βάνεις εις την αγκαλιά σου να το εξηγάς εις τους χριστιανούς τι παραγγέλλει ο Χριστός να κάνουν…70», εξηγούσε και κάποτε στον κόσμο ποιοι είναι αυτοί οι κατηχούμενοι, να τους προτρέψει να προσευχηθούν γι’ αυτούς, να διδάξει για ποιο λόγο τελείται η Θ. Λειτουργία και να τους μεταδώσει έτσι το νόημα του Ευαγγελίου ή της φερόμενης εορτής…Έχει όμως η ελλαδική εκκλησία δυνατότητες για τέτοιου είδους «λεπτομέρειες»; 
To ερχόμενο Σάββατο θα δημοσιευθεί το Γ Μέρος, τελευταία ενότητα της ενδιαφέρουσας αυτής μελέτης 
Υποσημειώσεις (Β Μέρους)

[1] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π., σσ. 213-214. Βέβαια εδώ θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, ότι και η νέα έκδοση του Ιερατικού της Αποστολικής Διακονίας (έκδοσις Δ΄ 2002) έγινε χωρίς πλήρως να ληφθούν υπόψη και να αξιοποιηθούν τα πορίσματα της συγχρόνου λειτουργικής επιστήμης, όπως ρητά όριζε η υπ αρ. 2745/8 Ιουλίου 2002 εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αναφέρουμε τρεις περιπτώσεις: α) Βλ. π.χ. για τα Ειρηνικά στη σελ. 110 σε σχέση με τις παραπάνω παρατηρήσεις του Ι. Φουντούλη περί «πάσης αρχής και εξουσίας εν τω κράτει ημών και του κατά γην (ή ξηράν), αέρα και θάλασσαν φιλοχρίστου στρατού ημών» και για την αναφερθείσα εγκύκλιο σελ. 5. β) Στις σελίδες 140, 176 και 227 (Λειτουργία Ι. Χρυσοστόμου, Μ. Βασιλείου και Προηγιασμένων) αφέθηκε ως έχει σε παλαιότερα Ιερατικά το «Ευλογητός ο Θεός ημών», λεγόμενο χαμηλοφώνως για τη μεταφορά του αγίου δίσκου και του ποτηρίου στην Πρόθεση, παρά τις αντιρρήσεις όλων των σύγχρονων λειτουργιολόγων ως κακώς παρεμβληθέν, καθόσον «με το ‘ευλογητός…’» αρχίζουν και δεν τελειώνουν οι ιερές ακολουθίες» (επισήμανση δική μας). Ούτε και εδώ όμως υπάρχει συμφωνία διότι ορισμένοι ιερείς το απαγγέλλουν μεγαλοφώνως και δη από ραδιοφώνου. Βλ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, ‘Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού’, ό. π., 52, 1994, σ. 93.  Π. Ν. Τρεμπέλα, Aι τρεις Λειτουργίαι κατά τούς εν Αθήναις Κώδικας, Aθήναι ²1982, σσ. 151-152. Ι. Φουντούλη, Βυζαντιναί Θ. Λειτουργίαι Βασιλείου του Μεγάλου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 10. γ) Στη σελίδα 28, υποσ. 8, προβλέπεται διάταξις τελέσεως αρτοκλασίας στο τέλος της ακολουθίας του Όρθρου παρά την αντίθετη άποψη του Ι. Φουντούλη ως κακώς τελούμενη στο σημείο αυτό. Βλ. Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π. σ. 150, καθώς και παρακάτω στο παρόν άρθρο τα περί Αρτοκλασίας. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι κατά το Τυπικόν του Αγ. Σάββα, στο τέλος της ακολουθίας του όρθρου Δεσποτικών, Θεομητορικών, και εορτών μεγάλων Αγίων «δίδοται και άγιον έλαιον τοις αδελφοίς υπό του προεστώτος», διάταξη, την οποία τελούσαν παλαιότεροι ιερείς, τηρείται δε ακόμη και σήμερα στις σλαβικές εκκλησίες και στο Άγιον Όρος, ενώ περιέπεσε σε αχρησία κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα στις ελληνόφωνες εκκλησίες. Βλ. Τυπικόν της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας της εν Ιεροσολύμοις Αγίας Λαύρας του Οσίου καί Θεοφόρου Πατρός Ημών Σάββα, Ενετίησιν 1771. 
[2] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Δ΄, σ. 18. 
[3] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Δ΄, σ. 35.
[4] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π., σ. 218. 40 Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας Ε΄, σ. 157. 
[5] Ό. π., σσ. 214-218. Επισήμανση δική μας. 
[6] Συμβαίνει άραγε το ίδιο με την επιλογή στίχων των τυπικών;  43 Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Δ΄, σσ. 34-43. 44 Ό. π., σσ. 214-218. Επισήμανση δική μας. 
[7] Ό. π., σ. 218. Επισήμανση δική μας.  46 Ό. π., σ. 219. 
[8] Βλ. Κ. Παπαγιάννη, Σύστημα Τυπικού των Ιερών Ακολουθιών του όλου ενιαυτού, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος (Έκδοση Α΄ 2006), σ. 99.
[9] Ι. Φουντούλη, «Τελετουργική προσέγγιση της Θείας Λειτουργίας», στον τόμο Το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου, Αθήνα 2004, σ. 173.
[10]Robert Taft S J, «How Liturgies Grow. The Evolution of the Byzantine Divine Liturgy», στο Beyond East and West: Problems in Liturgical Understanding, Rome 1997, σσ. 214-215: «Σήμερα τα τρία αντίφωνα έχουν ελαττωθεί σε μερικά τεμάχια της αρχικής τους μορφής και τα τροπάρια μετά το τρίτο αντίφωνο έχουν τόσο πολλαπλασιαστεί, ώστε είναι τελείως ανεξάρτητα, αποκομμένα από την ψαλμωδία στην οποία ήταν προορισμένα να χρησιμοποιηθούν ως εφύμνια. Αυτό διευκρινίζει μια άλλη κοινή ανάπτυξη της λειτουργικής ιστορίας: τη διαδικασία κατά την οποία οι εκκλησιαστικές συνθέσεις πολλαπλασιάζονται και τελικά αποπνίγουν το βιβλικό στοιχείο μιας λειτουργικής ενότητας, προκαλώντας έτσι την αποσύνθεση της αρχικής λειτουργικής ενότητας, κι έτσι μένουμε απλά με συντρίμμια, κομμάτια και τεμάχια από τούτο και κείνο, ένας στίχος εδώ, ένα εφύμνιο εκεί, που μαρτυρούν όχι αναγνωρίσιμη μορφή ενότητας, μέχρις ότου ανασυντεθούν προσεκτικά στις αρχικές τους δομές, ενώνοντας μαζί τα εναπομείναντα τεμάχια και μετά συμπληρώνοντας τα κενά, κάνοντας ένα τεμαχιόγριφο με ένα μόνο δέκατο κομματιών» (μετάφραση δική μας). Εδώ εκφράζεται η συρρίκνωση των αντιφώνων, ό,τι ακριβώς συνέβη με την επιλογή της επιτομής των τυπικών, δηλ. παίρνουμε ένα στίχο από δω, ένα εφύμνιο από κει, ο πολλαπλασιασμός των τροπαρίων μετά τη μικρή είσοδο κτλ.
[11] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Δ΄, σσ. 42-43. Βλ. και παρόμοια σχόλια στο άρθρο του «Η θεία λειτουργία – τελετουργική θεώρηση»,  Η Θ. Λειτουργία, ό. π., σσ. 158-159.
[12] P.G. 155, 225 c.
[13] Π. Ευδοκίμωφ, Η Προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, 1982, σ. 166.
[14] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π., σ. 224.
[15] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό π., σσ. 222-223. 
[16] Βλ. Γ. Φίλια, Παράδοση και Εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας, ό. π., σσ. 287, 288.
[17] Στο ίδιο, σσ. 223-224.
[18] Ι. Ζηζιούλα, «Συμβολισμός και Ρεαλισμός στη Ορθόδοξη Λατρεία», Σύναξη, 71, 1999, σσ. 7-21.
[19] Η φράση είναι του αειμνήστου καθηγητού Ν. Ματσούκα, «Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος», Κοινωνία, 1981. τ.3, σσ. 311-312.
[20] Ν. Ματσούκας, «Εκκλησία και Βασιλεία του Θεού, Ιστορία και Εσχατολογία», Εκκλησία και Εσχατολογία, ό. π., σ. 62.
[21] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, «Εκκλησία και Έσχατα», στον τόμο Εκκλησία και Εσχατολογία, Αθήνα 2003, σ. 31.
[22] Χ. Γιανναρά, Το κενό στην τρέχουσα πολιτική, κριτικές παρεμβάσεις στη Νεοελληνική αλλοτρίωση, Αθήνα 1989, σ. 210.
[23] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, «Συμβολισμός και Ρεαλισμός στην Ορθόδοξη Λατρεία, ό. π.,  σ.
[24] . Επισήμανση δική μας.
[25] Ευχαριστία, ό. π., σ. 87.
[26] Ι. Φουντούλη, Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό.π., σ. 227.
[27] Στο ίδιο, σσ. 228-229. Επισημάνσεις δικές μας.
[28] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας, Α΄, σ. 142.
[29] Λειτουργική Α΄ Εισαγωγή στη Θεία Λατρεία, ό. π., σ. 229.
[30] Ι. Φουντούλη, «Η θεία λειτουργία – τελετουργική θεώρηση»,  Η Θ. Λειτουργία, ό. π., σσ. 163.
[31] Π. Ν. Τρεμπέλα, Aἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατά τούς ἐν Ἀθήναις Κώδικας, Aθήναι ²1982, σ. 61. 70 Κοσμά του Αιτωλού, Διδαχές, έκδ. Ι. Β. Μενούνου, Αθήνα, σ. 216. 
ΠΗΓΗ:http://www.amen.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου